Carlos Javier Morales, Τρία ποιήματα

SONY DSC

SONY DSC

ΣΙΓΟΥΡΙΑ

Ένας άνθρωπος ερωτευμένος μπορεί να μιλάει για τη ζωή,
τους ανθρώπους να πείθει και να τους ενώνει στο σκοπό του.
Ένας άνθρωπος ερωτευμένος είναι ένας κίνδυνος:
μπορεί να καταλύει τείχη, μάνταλα,
και τα φέρετρα ν’ ανοίγει.
Μέσα στη σάρκα του την πιο βαθιά αξιοκαταφρόνητος να είναι μπορεί
γιατί όλη του η τύχη βρίσκεται στο άλλο κορμί˙
μπορεί να μη γνωρίζει τίποτα, αλλά θα μιλάει για πράγματα εμφανή,
γιατί αυτού του κόσμου το μεδούλι θα αγγίζει:
τις πιο γόνιμες ζώνες του και τα πληγωμένα του μέλη,
και παθιασμένος με τα χείλη του φιλάει
όλες τις επιπτώσεις του λατρεμένου δέρματος,
που είναι το ασφαλές του λιμάνι.
Ένας άνθρωπος ερωτευμένος ποτέ δεν είναι ανόητος
και όταν σφάλλει, κατευθείαν θα το διαπιστώσει:
οι φράσεις του δεν εξαρτώνται απ’ την υπερηφάνεια, αλλά απ’ την υπακοή
στο ρυθμό που το στήθος από το οποίο τρώει του σφραγίζει,
κι όταν έχει καταβροχθίσει πιο πέρα απ’ το δίκαιο,
η δαγκωματιά του θα τον κάνει να επανορθώσει
και να επιστρέψει τους καρπούς στο δέντρο της ζωής.
Ένας άνθρωπος έτσι να μας κάνει κακό δεν μπορεί:
με τις γραμμές του στόματος που αγαπά θα έχει εμμονή
και νιώθει πως ο κορμός του βρίσκεται σε άλλη μέση
και πως βαδίζει με ξένα πόδια ξέρει
και ψηλαφίζει τη συνειδητοποίηση πως είναι ανολοκλήρωτος,
πως είναι ένας άθλιος όταν σκέφτεται τον ίδιο του τον εαυτό.
Αλλά αυτό να μας προσβάλλει ποτέ δεν θα μπορέσει:
γιατί σε οποιοδήποτε άτομο καταφύγιο θα ζητήσει
σαν να ήταν όλοι το μπράτσο που του λείπει.
Εμείς είμαστε ελεύθεροι να του ανοίξουμε τις πόρτες μας:
αν τίποτα δεν του ανοίξουμε, ευτυχισμένος θα πορευτεί
στη φωτιά της σάρκας που χαϊδεύει χωρίς παύση για να τυλιχτεί
γιατί δική του είναι.
Ένας άνθρωπος ερωτευμένος είναι η σιγουριά
πως φυλάει κάποιο μυστικό η ζωή
που θα πρέπει να συλλάβουμε γρήγορα ή αργά.

(Μαδρίτη σαν παραλήρημα, 1996)

ΚΟΥΒΑΝΕΖΙΚΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ

Αν σκέφτεσαι πως σου ανοίγει αυτή η μουσική
άλλων καιρών παράλληλων τις πόρτες,
και πως ένα μπολερό, από μόνο του, μπορεί
να ακυρώσει τη μνήμη σου την τόσο φειδωλή,
μην το αμφισβητείς, έχε πίστη σ’ αυτή τη σπασμένη φωνή
για μια αγάπη πιο σκληρή και πιο όμορφη
από όλες τις αγάπες σου˙
άκου αυτό το τραγούδι που μόνο του μπορεί
να σε ελευθερώσει από το παρελθόν και από το μέλλον
το τόσο πια προβλέψιμο, που αηδία σου προκαλεί.
Ξέχνα, ονειρέψου, άκου, μόνο άκου:
άκου για πάντα αυτή τη σπασμένη φωνή
από ένα παραλήρημα ωραίο κι αξιοζήλευτο
που την αγάπη και την τιμωρία στέφει ένδοξο
για τόσο που έχει αγαπηθεί. Μόνο άκου
οι πιο απαγορευμένες πόρτες πώς ανοίγουνε
για μια φτωχή καρδιά όπως η δική σου
που επιτέλους, ν’ αναπνεύσει λαχταρά, άλλους αέρηδες˙
πώς διαγράφονται όλα αυτά που έζησε, όλα αυτά για να ζήσει:
και είναι όλα μια ωδή, που βιώνεται την ίδια στιγμή που γιορτάζεται.
Άκου, μόνο άκου
καθόσον το τραγούδισμα διαρκεί.

(Νέα Εποχή, 2007)

ΔΟΚΙΜΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

Για της φωνής τον τονισμό, για το ποίημα,
είναι ανάγκη ο άνθρωπος σε ειρήνη με τον εαυτό του να βρεθεί:
προς το μέλλον να κοιτάζει και να μη βλέπει τίποτα
περισσότερο από έναν πλατύ δρόμο, με ομίχλη αν είναι δυνατόν.
Πόσες φωνές τον επικαλούνται να ακούει
και να καταλαβαίνει πως δεν είναι εύκολο να απαντήσει άμεσα.
Το παρελθόν του να ξεχνάει εντελώς,
γιατί δεν εξυπηρετεί η εμπειρία σε τίποτα.
Να ξέρει πως η ήδη ακουσμένη μουσική
ποτέ δεν θα ηχήσει όμοια με εκείνη τη νύχτα
όπου όλα είναι πιθανά. Να καταλαβαίνει
πως ο χρόνος δεν είναι γνωστός, πως δεν υπάρχει προθεσμία
για να ολοκληρώσει το έργο του, και πως δεν υπάρχει έργο
που διαρκεί για πάντα από μόνο του.

Για της φωνής τον τονισμό, για το ποίημα,
είναι ανάγκη να μην είναι μόνος ο άνθρωπος,
να βρίσκει πάντα κάποιον ικανό να τον διορθώνει,
ν’ αρχίσει νέα ζωή να του ζητά,
να του απαιτεί
τη ζωή ολοκληρωτικά.

(Αυτή η αγάπη και αυτή η φωτιά, 2011)

SONY DSC

SONY DSC

*Ο Carlos Javier Morales (Σάντα Κρούζ, Τενερίφη, 1967), είναι διδάκτωρ Ισπανικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης και καθηγητής ισπανικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Τενερίφη. Έχει εκδώσει 6 ποιητικές συλλογές και έχει ασχοληθεί με την κριτική σύγχρονης ισπανόφωνης ποίησης. Διαχειρίζεται το ιστολόγιο http://www.carlosjaviermorales.com
**Από την Ανθολογία ΣύγχρονηςΙσπανικής Ποίησης σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη.

Φαίδων Μουδόπουλος, Τρία ποιήματα

moon

Ζατρίκιον

Σπουδή Μ. Αναγνωστάκη

Θέλω να παίξουμε.
Τον στρατό μου θα τον συγκεντρώσω προσεκτικά,
θα τον τοποθετήσω τακτικά
–όπως μ’ ορμήνευσαν σύμβουλοι συμβουλατόροι. Μ
ε τα πιόνια μου αρμονικά,
με μαεστρία στημένα,
θα παγιδεύσω τον τρελό σου
και στου σκακιού το τάρταρο θα τον αφήσω.

Τα άλογά μου και τους πύργους θα κρατήσω,
που ξέρουν να καταπατούν τα χρώματα
–και τα χώματα
ξανά και ξανά.
Και την βασίλισσά μου,
παντρεμένη με συνοικέσιο, ομοίως.
Γιατί αυτή ξέρει
πότε να ακολουθεί και πότε όχι
τα χρώματα,
ανάλογα με το συμφέρον.

Τον τρελό μου όμως θα τον θυσιάσω
–παράπλευρη απώλεια.
Έτσι ρομαντικός που είναι,
απρόβλεπτος και πιστός σ’ αξίες
δεν μου χρειάζεται διόλου!
Κι αυτή η παρτίδα, βέβαιον έχει
το Τέλος.

***

Απάντηση

Μα τα άσπρα και τα μαύρα
κόκκινα θα φανούν στη μάχη.
Και οι στρατιώτες κάποτε
τον τρελό θα τον λατρέψουν.
Και τότε θα μιλούμε με άλλες
αναλογίες και στατιστικές.

***

Τα παραμύθια μας

Ένας έμπορος, επαγγελματίας οδηγός καραβανιών,
στην Μεσοποταμία την αρχαία, διηγείται.

Εμάς τα παραμύθια μας,
γύρω απ’ την φωτιά είναι δοσμένα
για χαμένους παραδείσους,
έρωτες,
φίλους και ξεχασμένους τόπους.

Με αίμα και ιδρώτα
είναι ποτισμένοι οι στίχοι μας.
Από ταξίδια μακρυνά,
απέραντες διαδρομές,
ανείπωτες μάχες,
ανέκφραστα χείλη
αυτών που μείνανε πίσω.

Όχι.
Για φλύαρους πολιτικούς,
κοντυλοφόρους και γραμματικούς,
δεν ομιλούν τα παραμύθια μας.
Ούτε για πρωταπριλιάτικα αστεία,
που εν τέλει δεν αρέσουν σε κανέναν.

Γι’ αυτό και κείτονται στο σκοτάδι,
πιο ξεχασμένα κι απ’ την αδηφάγο έρημο,
πιο λησμονημένα κι απ’ τους νεκρούς μας,
τα παραμύθια μας.

*Από τη συλλογή “Ιστορίες κρίσης (και άλλων παραγόντων”), εκδόσεις Μύρτιλο 2016.

Ζήσης Αϊναλής, Στον εγκέφαλο του Ιλχάν

14d1c-25ce25a025ce259525ce25a125ce259125ce25a325ce25a425ce2595

Και καμιά φορά τύχαινε καθώς που κοιμόμουν
να κρεμάζει το χέρι μετέωρο
έπαιρνα τότε το μικρό ψαλιδάκι
που κρύβοντας πάντα στο κομοδίνο μου
για να κόβω τα νύχια μου
και προσεχτικά μη ξυπνήσω
τη γυναίκα γυμνή γυρισμένη στο πλάι
έπαιρνα να κόβω το χέρι μου
σκάλων’ η λάμα στο κόκαλο πάντα
σκριτς σκρατς
θα μπορούσα και να ουρλιάξω
αν δεν με είχανε
χρόνια τώρα
ακρωτηριάσει

***

Τη μέσα μου μέρα μετρώντας
χαραγμένη
το χέρι κορμί
αναμνήσεις σπαράγματα
ν’ αμφιβάλλεις
σάρκες πληγές
πρόωρα
χαραμάδες
διαμελισμένες κραυγές τα χαράματα
υπήρξε άραγε στ’ αλήθεια
κανείς απ’ τους δυο μας
εκεί;

***

Τυφλωμένος την υδρωπικία του πάθους
που ο χρόνος ανατινάσσοντας
την υστερόβουλη αναμονή
μέχρι ξανά
που μέρες ξοδεύοντας
τις νύχτες αναπολώντας
που μόνος μακριά
η μέσα μου ματιά σκίζει τα στήθια σου σ’ άλλα χείλη
το φύλο σου
άπληστα χιλιάδες δάχτυλα διατρέχουνε τον ιδρώτα σου
άλλα
κορμιά
του κορμιού σου φωτιά
αίμα ποτάμι με πονάς

***

Χώμα κορμί ορίζοντας
ο μεθυσμένος πόνος
άσπρο του άστρου στο άκρο η σιωπή
ο επιδεινωμένος χρόνος
πλατύγυρη βουή εφήμερο μαρμαρυγή
και διχοτομημένος μόνος
στο βάθος πλήθος πλάτος
παράταιρος
η ήττα κράτος

***
Continue reading →

Ισμήνη Γ. Λιόση, Δύο ποιήματα

14333705_983568995121928_1700715101496586393_n

ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΠΟΡΝΕΙΟ

α
το σπίτι μας είναι μια κλειδωμένη νύχτα
η μέσα γυναίκα τρομαχτική
με βαθυκόκκινο φρουρό και ενώτια από δυναμίτη
μιλάει με οιωνούς
απόψε κι άλλοι άνδρες του Άδη
θα μαγαρίσουν το φουστάνι της

β
κύριοι αλητεύουν καπνίζουν διαπομπεύουν
το βασανισμένο σώμα της
ενδεδυμένο ακόμη
πριν τίξει τη σάρκα του και γίνει ψυχή

γ
κάτω από την γλώσσα
επί της γλώσσας
η γλώσσα της λειχίας και της ποίησης
είναι το κλειδί της ευτυχίας τους
δεν το γνωρίζουν

δ
είμαστε δώρα
νταν ντιν νταν σήμαντρα σήμαντρα σωματικών ειδήσεων
εν ποιήσει γυναίκες νυχτερίδες
κρεμασμένες ανάποδα
απ’ τα σιβυλλικά μαλλιά μας
οιωνίζουμε την μοίρα των κυριών

ε
αθανασία στο ποίημα
η ποιήτρια καταζητείται
τα νύχια της ποίησης βοηθάνε
να χαράξετε ονόματα χαράς
πάνω στους τάφους σας

ζ
η ποίηση φοράει πάντα μαύρα φτερά
και ακριβά μωβ παντελόνια
αντιγράψτε την ποίηση
φορέστε μαύρα φτερά
κι ακριβά μωβ παντελόνια
.
ΕΠΙΘΥΜΙΑ

πάμε να κολυμπήσουμε στους καθρέφτες
με λυτά μαλλιά χωρίς μάτια
μόνο με χαριτωμένες κοιλιές
από σαρκοβόρα μικρούτσικα στόματα
μόνο με στήθη ρύγχη
ας παίξουμε ως χαρίεντα τελώνια
στον υδράργυρο των ματιών τους
και λιγωμένους έρωτες ας υιοθετήσουμε
το γένος των φαντασμάτων υπηρετούμε
μα γυναίκες χειροπιαστές θα ξαναγίνουμε
μόνο από αρσενικό φιλί
προς ώρας
φορέματα εμείς ανήξερα από πλεκτάνες
ω πόσο θέλουμε πόσο παρακαλούμε
να ε ξ α π α τ ή σ ο υ μ ε τους ά ν τ ρ ε ς
να αγαπήσουμε την σάρκα μακριά απ’ την ψυχή
και την ψυχή εντός κερματισμένη στην σάρκα

*Από τη συλλογή “Νεκροταφείο φορεμάτων”, εκδόσεις Τύρφη 2016.

Κυριάκος Ραμολής, Πέντε ποιήματα

cf80ceb9cebdceb1cebaceb1cf82-1

(ταξ)ιδιώτες

Μια θάλασσα κάμπια
της πανώλης εξάγγελος,
τα μάγουλα των εμπόρων
τα θρύψαλα των νεκρών μας,
οι παραθεριστές να παζαρεύουν
με τα σωσίβια στη ράχη:
-Ένας φακός! μια σφαίρα!

Ωστόσο πάντα ο άνεμος
πληρώνει το λογαριασμό.
Πριν ανοίξει τα γκαρσόνια
που σκύβουν να του ξεφύγουν
κι εσύ θαρρείς πως υποκλίνονται.

***

Κίτρινα

Στο Θόδωρο Αγγελόπουλο

Ήμουν πάντα ο φαντάρος
που ναύλωσε τη γριά
σχεδία της Μέδουσας
Εισέπλευσα στον ωκεανό
απλά για να χαϊδέψω
τη χαίτη ενός προβάτου
Δεν υπήρξα θαλασσοπόρος
Σε ένα ποτάμι στάθηκα
και κάρφωσα την παλάμη μου
Έκτοτε ακόμα περιμένω
τη μάνα του αντάρτη
την ερωμένη του αστού
να φιληθούν, να φιληθούν
πάνω στην άδεια γέφυρα

***

Πριαπισμός

Μία διεύθυνση
της χειρονομίας μας
Στο μπαλόνι
που εξαπολύει
ο ξυπόλητος ήλιος
Η βελόνα στο χέρι σου.
να υφάνουμε το φως
που ολοένα υπόσχεται
την επιείκιά του
στις ανεμώνες
κάποιας άνοιξης

***

Μπράλος

Συγκερασμός ή ένωση
μια κωδωνοκρουσία
κυοφορεί το σύννεφο
τρομάζει τα σπουργίτια
που πεταρίζουν ξέροντας
μονάχα τη νεροποντή.

***

Αποχαιρετισμός στα (ρ)όπ(α)λα

Σάπισε η μεμβράνη μου
και δε βροντά το ταμπούρλο
μιας ψυχής σερπετής
στο καρφί και το κάρβουνο

μόνο ο τρελός κηπουρός
με το μπκιρένιο ποτιστήρι
φυτεύει τις σταγόνες του
στο στέρνο που λαχτάρησε
να πει ένα τραγούδι

*Από τη συλλογή ‘Εσωτερικό σωλήνα”, Εκδόσεις Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, Δεκέμβρης 2008.

Ε. Μύρων, Τρία ποιήματα

ayta2_0

Ο Αζόρ

Δεν είναι από pet-shop
(δεν είναι καν ημίαιμος)
Δεν τρώει σκυλοτροφές
ούτε κονσέρβες

Δε δέχεται λουρί στο λαιμό
κι ας λατρεύει τις βόλτες
Είναι αλλεργικός στα ψεύτικα
χάδια και στα κουνούπια
Δεν κουνάει την ουρά του
όταν χαίρεται (δεν έχει τρόπους)
Συνήθως γυρνάει με άλλους
ανυπάκουους σκύλους,
που γαβγίζουν αλλιώτικα
ή τρέχει μονάχος στους δρόμους
Πάντα μισούσε τις αγέλες
ο μπαγάσας,
όσο και το λουρί
Γι΄αυτό δεν επωλήθη

***

Για ‘κείνους γράφω

…που τσακώθηκαν με την άνοιξη
κι έζησαν μόνο με χειμώνες
αναλωμένοι
σ’ ένα ημιτελές και
άρρυθμο πολλές φορές, περπάτημα.
Μ’ένα βηματισμό που αγνοεί
τις όποιες χειρολαβές
αυτού του κόσμου.

Με τους απόκληρους
του συρμού θέλω να μιλώ,
που κραδαίνοντας το ακυρωθέν
εισιτήριό τους, ήλπιζαν
σ’ ένα βαγόνι επόμενο
μα τακτοποιήθηκαν στριμωχτά
σε λίγα εκατοστά φτωχού τσιμέντου.
Ξεχασμένοι απ’ το κομβόι
σε κάποιο αδιέξοδο
χωρίς καν μια ειδοποίηση,
έστω μια πινακίδα επικίνδυνης στροφής
μια έξοδο κινδύνου.
Θα ΄χουν, φαντάζομαι,
έναν άλλο τρόπο ανάγνωσης
των όσων γράφω.

***

Αερόστατο

Έχω ένα αερόστατο
μέσα μου κρυμμένο
Ίσως κάποιες φορές
το αέριο του είναι ελλιπές
ή ο αέρας μέσα μου βαρύς
και δεν πετά
– ζαρώνει στάσιμο στα χαμηλά.
Βαρίδι γίνεται στα πόδια
και το σέρνω.
Είναι όμως εν δυνάμει πτητικό
Αυτό το αιθεροβάμων υλικό
που κρύβω μέσα μου
με στιλώνει και με κρατά ορθό
όταν απογειώνεται.
Γι’ αυτές τις πτήσεις του
και μόνο
αξίζει το κουβάλημα.

*Ο Ε. Μύρων διατηρεί το ιστολόγιο Αλέκτωρ στη διεύθυνση http://a-lektor.blogspot.gr

Jennifer Mackenzie Reviews Lưu Diệu Vân

unnamed

M of December
by Lưu Diệu Vân
Vagabond Press, 2016

Reading M of December is rather like going to a spectacular exhibition at a gallery where images of all kind swirl, proclaim, collide and re-form – the viewer takes the opportunity of a brief leave to attempt to come up with a coherent response. Having gone into this gallery, and exited on a number of occasions, what I have come up with is a response to the formed fragmentation of its individual poems, travelling through discordancy via the robust vigour of forceful lines and sharp elisions.

In the first section of the collection, ‘December’, individual poems read as constructed assemblages with dazzling juxtapositions of imagery. In ‘B.C. bees’, perception is presented as molten, contested, as chthonically and chronologically unsettled:

the fire has eyes that glide through lies
beyond B.C. and cunning centuries
the sage offers secrets to the universe
seeing is a plague
the distance between heaven and death is a U turn

The artist at work then makes a selection process by constructing a verbal installation:

each century’s special promotion
written in the DNA of people making headlines
the telling bees dash for the wedlocked bedrock
like thumbtacks on a topsoil cork board
sucking out stories as big as Vesuvius’ pumice
mortality preserves in conceding hives

This sense of poem as installation, or constructed artefact, is also on display in ‘micro exhibition’, where images of the artefact and that of the natural world play off each other, reflecting both boldness and uncertainty – wonderment in the faith of what the poet has created. The poem starts out with a strong image:

a religious artefact stands imposingly, sanctimoniously reflecting
the recondite sea beneath

The imposing nature of the image could be seen to conflate into the act of perception itself:

the glass incrustation patiently collects black and white
stones of uncertainty, downplays the six senses, magnifies the
perception

This culminates in the final verse, where the act of writing itself presents ambivalently:

on top of the mountain lays a hesitating temple of ink, half
wanting to leap, half keeping hold of subsistence
Essentially, Vân works herself out of hesitation; boldly placing the natural and the constructed to achieve a momentary interlocking of effect.

In ‘imaginary holy friend’, the robust somehow distils itself into an evocation of lyric, socially sanctioned violence. Here, the gendered de-formations of ‘people playing god’ merge into a joint reflection of the abused body and nature, with the short lines being particularly effec-tive:

god frolicking people
elongated neck binding
people playing god
moon-blade foot binding
slippers stumped by lotus ponds
punctured meat of the bony flute
meshes pain
filtered cries
hair side-parted
slope of decisiveness
gossamer crease hidden in plain terrain
mountain
goiter of the soil
lake
urethra of the deep
volcano
mouth of the inflamed
smoke
lung of the unsung

a favourite blacksmith of mortal parts
to play Operation with in the bedridden darkness
The poem ‘inside an armoured chrysalis’ pursues the vision of metaphysical clash in its expressionistic and apocalyptic tableau of war:

the cloak of war rips open like a caterpillar’s final grip on innocence
seas of poppies barrage from rising towers

Its imagery is strong and confrontational, for instance: ‘stench of fresh fir’, ‘molecules of gassed up bodies’ and ‘thinning polyskies of barebones and sulking skulls’. The delicacy (and the shorter line) seen in ‘imaginary holy friend’ effectively returns in the final two lines, playing out the metamorphic import of ‘chrysalis and caterpillar’:

the rest of us frantically disperse
in search of a butterfly that can cry

The section, ‘December’, continues with an enthralling juxtaposition of imagery from nature, the world of objects, and the body, all morphing into each other in unexpected combinations. ‘coiling forest’ presents a take on the Cinderella story, of ‘tales of a princess always needing rescues / of a prince.’ Vân portrays a set in motion, in which ‘a vanishing forest [is] coiling into itself’ and ‘doors are pushing upwardly silently within the forest like wild / mushrooms.’ The poet abruptly segues from this protean vision, into savage reflection:

Cinderella never made it
that last second of the forest’s final new year’s eve
when no one can own sadness
but merely takes care of it for the next victim in line

In a similar vein, ‘melancholia of caramel afternoons’ moves from the mythical to the contemporary with spectacular elision:

nirvana
the night’s cologne caging in
missing hinges from its macho wings
on the wall of memory
Sabrina arrives through the urgent ringtone

The second section of the collection, ‘M’ is akin to work seen in Poems of Lưu Diệu Vân, Lưu Mêlan & Nhã Thuyên (Vagabond Press, 2013), extending Vân’s poetry both in theme and imagery, nailing the acerbic line. ‘to a younger poet self’ and ‘naïve writer’ respectively look back in sardonic reappraisal: of, firstly, an early love affair; and, secondly, of early flurries onto the literary circuit. In ‘to a younger poet self’, the ‘Big Heartbreak’ is framed with literary reference:

all your twenty-two self-pities
a fatal infatuation for Rumi and e.e.cummings
insomnias yet of age
jolts of maiden pain
love smog tints grays of verses
laments vicariously postaged to Neruda

Its references morph into an effectively crafted take on writing and the body:

you shatter into creation
the feminist phoenix way
riding in the dark on the biro’s horn
rendering poisoned sensations savable
chastity’s optional to tame metaphors
you jump through a needle’s eye
avoiding the thread’s pull

‘naïve writer’ also sees the collection open itself up to some narrative savagery. In Vân’s view, literary PR appears as the selling of self, where ‘the writer’s skin must be as thick as their copious flows of / topless appearance on the fictional bed’, this ‘literary reception / bed, on which not a single space is deserted’, from which the speaker is suddenly excluded, ‘forever trapped outside’.

‘M’ explores the evolving world of feminist critique, drawing on history, culture and patriarchy, putting the poet’s skills at dramatic scene-setting to good effect. ‘feminine reconciliation’ reads as a pithy riff on popular magazines and their penchant for advice columns: ;what a woman wants is shoes that go with every mood / what she needs is an attitude that can wear many hats.’ In ‘the bindi escape’, a living deity leaves ritual behind:

12 days of purifying in isolation
she wipes the red sun
belated dreams off her charcoal-rimmed eyes
the spirit vacates the body
light escaping between her remoistenable thighs
two entities lie languidly
in the corona of midnight innocence
making bolts out of peepal with burgeoning tongues

the bindi’s making a scandalous cross
towards freedom

In ‘here comes the truth’ the rituals of a traditional upbringing are laid waste by sudden flight at the end of the Vietnam War, when the refrain of ‘White Christmas’ signalled the urgency to evacuate:
she was not privy to
the monk’s staged self-immolation
White Christmas and Bing Crosby’s common key
the entire village fumbling in the red land

The poem concludes with an epiphany of arrival in the United States, where the speaker ‘got all the answers from the immaculate self-cleaning airport toilets / no P. M. of W. C. forcing a tip from her.’

‘my would be sister’ reflects on this flight, and the alternative histories it represents. Growing up as ‘an au fait young woman’, she sees her home country as a place where ‘female laborers’ [sic] take ‘routine / beatings from their husbands like cultural norms.’ However, ‘if the night-sea escape had failed’ she might be, at 15, ‘prime age for pre-arranged marriage, lying leisurely on the hammock in the coconut grove.’

Another particularly strong poem in the collection, ‘on the 7thfloor’ skillfully employs the trope of a movie shot to suggest dark emotions within a contained and eroticised space – the theatre of the room:

the ceiling fan’s blades decapitate the plump moon of the 7th floor
flashes of light contaminate the eerie air
absolute silence
spirit possessed with an obvious sixth sense
a woman
plunging a needle through each fingernail
sewing a secret lover’s name on the inside of her longing thighs
without uttering a cry

Although issues of gender predominate in the second section of the collection, it is not an exclusive preoccupation. Among poems of a different timbre and subject, ‘the cloud hunter’ is a delightful, witty response to pareidoia, as the poem transforms from observations of cultural predilections: ‘the Vietnamese see a pixy dragon / the Chinese see a bad omen’, to being a somewhat rueful celebration of poetry:

I am proud of my trade regardless
protecting the hangover of our fading faction
there are so few of us left
surviving barely on the illicitly traded puff of time
and in order to avoid detection
we now call ourselves poets

Overall, this lively and impressive collection showcases feminist humour shaping the sharp cut of the poetic line. It sees Lưu Diệu Vân extending her range, and presenting a number of compelling poems, which invite rewarding re-reading.

*Jennifer Mackenzie is the author of Borobudur (Transit Lounge, 2009), republished in Indonesia as Borobudur and Other Poems (Lontar, 2012) and has been busy promoting it at festivals and conferences in Asia. She is now working on a number of projects, including an exploration of poetry and dance, ‘Map/Feet’. Her participation in the Irrawaddy Festival was supported by a writer’s travel grant from the Australia Council for the Arts.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://cordite.org.au/reviews/mackenzie-van/

Fernando Pessoa, Ο φύλακας των κοπαδιών Ι

fernando_pessoa_heteronimia-cover

Εγώ ποτέ δεν φύλαξα κοπάδια,
αλλά σαν να τα φύλαξα είναι.
Η ψυχή μου είναι ένας βοσκός,
γνωρίζει τον άνεμο και τον ήλιο
κι απ’ τα χέρι κρατώντας τις Εποχές
ακολουθεί και κοιτάζει.
Όλη ή γαλήνη της Φύσης δίχως ανθρώπους
έρχεται να καθίσει δίπλα μου.
Άλλα εγώ μένω θλιμμένος όπως ένα ηλιοβασίλεμα
στη Φαντασία μας,
όταν πέφτει παγωνιά μακριά στην κοιλάδα
και νιώθεις τη νύχτα να μπαίνει
σαν πεταλούδα από τό παράθυρο.

Αλλά η θλίψη μου είναι ηρεμία
γιατί είναι φυσική και δίκαιη
και είναι αυτό που πρέπει να νιώθει η ψυχή
σαν σκέφτεται πως υπάρχει
και τα χέρια μαζεύουν λουλούδια χωρίς καν να το βλέπει.

Σαν θόρυβος από κουδούνια
πέρα από τη στροφή του δρόμου,
οι σκέψεις μου είναι ευχαριστημένες.
Λυπάμαι μόνο που ξέρω πως είναι ευχαριστημένες,
γιατί, αν δεν το ήξερα,
αντί να είναι εύχαριστημένες και θλιμμένες,
θα ήταν ευχαριστημένες και χαρούμενες.

Να σκέφτεσαι είναι ενοχλητικό σαν να βαδίζεις στη βροχή
όταν ο άνεμος δυναμώνει και μοιάζει σαν να βρέχει περισσότερο.

Δεν έχω φιλοδοξίες μήτε επιθυμίες
να ’μαι ποιητής δεν είναι δική μου φιλοδοξία.
Είναι ο τρόπος μου να είμαι μόνος.

Κι αν κάποτε επιθυμώ,
με τη φαντασία μου, αρνάκι να ’μαι
(ή το κοπάδι ολόκληρο
σκόρπιο να τρέχει σ’ όλη την πλαγιά,
να ’μαι πολλά πράγματα ευτυχισμένα τήν ίδια στιγμή),
είναι μόνο γιατί αισθάνομαι αυτό που γράφω στο ηλιοβασίλεμα,
ή όταν ένα σύννεφο απλώνει το χέρι του πάνω από το φως
κι η σιωπή τρέχει έξω στο χορτάρι.

Όταν κάθομαι να γράψω στίχους ή,
βαδίζοντας σε δρόμους και μονοπάτια,
γράφω στίχους στο χαρτί που υπάρχει στη σκέψη μου,
νιώθω μιαν αγκλίτσα στα χέρια
και βλέπω το περίγραμμα του εαυτού μου
στην κορφή του λόφου,
να κοιτάζει το κοπάδι μου και να βλέπει τις ιδέες μου
ή να κοιτάζει τις ιδέες μου και να βλέπει το κοπάδι μου,
και να χαμογελάει αόριστα σαν κάποιος που δεν καταλαβαίνει τι λένε
και θέλει να παριστάνει πως καταλαβαίνει.

Χαιρετάω όλους όσοι θα με διαβάσουν,
βγάζοντάς τους το πλατύγυρο καπέλο μου
όταν θά με δουν στην πόρτα μου
μόλις η άμαξα φανεί στην κορφή του λόφου.
Τους χαιρετώ και τους εύχομαι ήλιο,
και βροχή, όταν η βροχή είναι αναγκαία,
και τα σπίτια τους να ’χουν
ένα παράθυρο ανοιχτό και στο πλάι
την αγαπημένη τους καρέκλα
για να κάθονται να διαβάζουν τους στίχους μου.
Και διαβάζοντάς τους να σκέφτονται
πως είμαι κάτι φυσικό —
για παράδειγμα, το αρχαίο δέντρο
που στη σκιά του παιδιά όταν ήταν
σωριάζονταν, κουρασμένα απ’ το παιχνίδι,
σκουπίζοντας τον ιδρώτα του ζεστού μετώπου τους
με το μανίκι της ριγέ ποδιάς τους.

*Από το βιβλίο “Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέϊρο”, σε μετάφραση Μαρίας Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg 2014.

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ανέκδοτα ποιήματα

sadness1

ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ

Σε λίγο θα περάσει το λεωφορείο
Ο θάνατος με δίπλωμα οδήγησης
Στην πόρτα θ’ αφήσει ένα γράμμα
Κάποια παιδιά θα το διαβάσουν
Εγώ θα τρέξω να σε συναντήσω
Θα σε βρω σε μια στάση να κλαις
Μετά θα μπούμε στο λεωφορείο
Θα καθίσουμε δίπλα στον οδηγό
Μοναδικοί επιβάτες του εμείς
Θα έχεις χρόνο να μ’ αγαπήσεις
Και περισσότερο να με μισήσεις
Θα ανοίξω όλα τα παράθυρα
Να μπούνε τα μαύρα πουλιά
Ο δρόμος για την άβυσσο μακρύς
Δυστυχώς τελειώνει κι η βενζίνη

Κι ήθελα τόσο να πεθάνουμε μαζί.

***

ΤΑ ΦΤΕΡΑ

Δεν τα πουλάω τα φτερά μου
Τα δίνω μόνο για ανακατασκευή
Έμαθα μ’ αυτά να μην αυτοκτονώ
Να πέφτω γυμνός απ’ την ταράτσα
Και να προσγειώνομαι στον κήπο
Να επισκέπτομαι τη στρατόσφαιρα
Να συναντώ μέλισσες στο φεγγάρι
Γυρνώντας από ταξίδι αναψυχής
Να τα δανείζω στα αεροπλάνα
Σε περίπτωση μηχανικής βλάβης
Ν’ ακολουθώ τις ψυχές μεσάνυχτα
Που ανηφορίζουν στον ουρανό.

Δεν τα πουλάω τα φτερά μου
Τα προσφέρω μόνο για σωτηρία
Στις πεταλούδες που ζαλίστηκαν
Κι έπεσαν στο χώμα αιμόφυρτες
Στα σακάτικα πουλιά των πόλεων
Που πηδούν απ’ τις πολυκατοικίες
Σ’ όσους σκαρφάλωσαν στον ήλιο
Άνοιξαν μετά τις ομπρέλες τους
Και λιπόθυμοι βούτηξαν στο κενό
Στα μόρια απ’ τη σκόνη του αέρα
Που έχασαν τις αισθήσεις τους
Σωματίδια σε κατακόρυφη πτώση.

Άλλωστε κανείς πια δεν αγοράζει
Δυο παλιά μεταχειρισμένα φτερά.

***

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Γυρίζοντας στην παλιά γειτονιά
Θα σκοντάψω τυχαία σε φίλο
Σε ακέφαλο σώμα που με κοιτά
«Αν είσαι όπως σε ήξερα φύγε»
Τότε αρχίζω να τον πυροβολώ
Σκοτώνω την αθωότητά του
Μετά μπαίνω στο πατρικό σπίτι
Όλα είναι όπως τα άφησα τότε
Ο γάτος κοιμάται στον καναπέ
Δε με αναγνωρίζει καθόλου
Έχουν ασπρίσει τα γένια μου
Σκοντάφτω πάνω σε δυο βιβλία
Που δεν κατάφερα να διαβάσω
Μέσα απ’ το κάδρο ένα παιδί
Πετά στ’ αυτοκίνητα νεράντζια
Κι ο πατέρας με τις παντόφλες
Ξέχασε πια πως είχε πεθάνει
Ψάχνει το κλειδί στη γλάστρα
Μαζεύω το χώμα για ενθύμιο
Με περίμενε κι η μητέρα μου
«Αν θέλεις απόψε να κοιμηθείς
Ξάπλωσε σε αυτό το κρεβάτι
Μόλις έβαλα καθαρά σεντόνια».

Βέβαια κανείς δεν της είπε
Πως υπήρχε κάποια απόσταση
Μεταξύ κρεβατιού και ουρανού.

Γρηγόριος Σακαλής, Παζάρι

5539745183_4ded1b0502_b

Τρέξτε, τρέξτε
στο μεγάλο παζάρι
όλη η πλατεία γέμισε
εδώ πωλούνται όλα
από χρυσό μέχρι μπακίρια
από καρφίτσα μέχρι λευκή σάρκα
πωλούνται κι αγοράζονται
πένες και στιχουργοί
στοχαστές και δημιουργοί
όλοι στον κοινό παρονομαστή
το χαρτονόμισμα
αυτό το παζάρι
δεν σταματάει ποτέ
τρέξτε λοιπόν
προλάβετε
υπάρχουν ευκαιρίες πολλές
για επενδύσεις καλές
μα πριν πάτε, σκεφτείτε
πως ήδη
έχετε πουληθεί κι εσείς.