Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Δύο ποιήματα

vakxikon_issue_17_rakopoulos17

ΙΩΔΙΟ ΤΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ, ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ ΘΛΙΨΗ
(Σονάτα)

στήν Αννα Δύω

Πατώματα ξύλινα, στρωμένα με πολιή λαδομπογιά
Ένα μέρος της ροζέτας στο ταβάνι πού ’χει πέσει Από το βομβαρδισμό
Αυτό είναι το οίκεΐο, το Βερολίνο ίσως ολόκληρο

Που κάνει πάλλευκο κρύο κι άνθρωποι αβέβαιοι τη μέρα στους δρόμους
Τή νύχτα όμως —– περιμένω στο μικροσκοπικό δωμάτιο
ή είμαι ενόνειρος, από μακριά να σε βλέπω
με γεννητικά όργανα άναστατωμένα

… θα ήθελα να ήμουν σε σένα
κάτι για σένα να έκανα
Μια εφημερίδα
με όμορφες ειδήσεις να σου αγόραζα, κάτι…

Αναμφίβολα, η μουσική που ακούγαμε υπήρξε ωραία
Ιδίως όταν πίναμε λικέρ αμυγδαλέας

Καθώς ψήνονται φαγητά — αγγλικές κρεατόπιτες
καί πολυχρονεμένα κρασιά στο τραπέζι μας
Μέ σένα, για σένα, απ’ το ανοιχτό παράθυρο, φυλλομετρώ:
Φώτα αγέρωχα, αυτοκίνητα ακίνητα, πνοές από ψυχιατρεία
«Το κοινό έτρεχε στον κινηματογράφο όλο και πιο πολύ…», θυμήθηκα
«Ολέθρια Επιρροή του τελευταίου εραστή»
που ‘γινε άστρο απολυτό στο γαλαξιακό χορό
μια νύχτα, με βεγγαλικά Πρωτοχρονιάς, στο τρυφερό Παρίσι
δίχως βοηθούς άνακριτή· γιατί άλλωστε;
αφού πάντα μιλούσαμε για τους κλιβάνους αποτέφρωσης
όπως οι γιατροί — απρόθυμοι να διενεργήσουν εξετάσεις
Τ’ αφήσαμε απαρατήρητο, αδιάφορο αν η Άννα
αρνιόταν να γευματίζει, κι εγώ άκουγα κάτι σαν ρέκβιεμ
σε ανελκυστήρα για έβδομο πάτωμα, σουίτα 1221
όπου η Anna Blume απεβίωσε στα τριάντα τρία της χρόνια
υπονομεύοντας ειδάλλως πρασινίζοντας
για χάρη της η ευκαιρία
να πρωταγωνιστήσει στο

«Ιώδιο του Δειλινού, μια στιγμιαία θλίψη».

Chamissoplatz, 1987

***

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ALEXANDRA DANN UND WANN* 1

«Αγοράζετε βενζίνη Σελλ
γράφει σπίτι του δωδέκατου τομέα
είναι η γλώσσα που μιλούν εδώ…
είναι η ποίηση που αγαπώ
που μου λέει όσα με συγκινούν
είν’ το τραγούδι των πόλεων
όπου άνθρωποι βυζαίνουν γάλα συμπυκνωμένο μάνας
που μονάχα Θεός μπορούσε να κάνει μητέρα»

Ν. Ράντος

Τελευταία εβδομάδα Μαΐου
Ξύπνησα με ήλιο βερολινέζικο
Τώρα είναι απόγευμα
Βρέχει ραδιενέργεια
και ποιος ξέρει τι άλλο
Ο καιρός είναι περίεργος
Κι εγώ
Που εδώ ποτέ δε νυστάζω
Πίνω ξανά καί ξανά
(Απ’ το κρασί Ποιας Μετάληψης;)
Καί μεθάω — Γελάω
Με την αγωνία του εξόριστου
Με όλη την καρδιά μου
Σαν εφιάλτης κύκλωπας
Με κάνει και ξυπνάω: Κι αυτός ο λαός
ήθελε
Να υποτάξει τον κόσμο
Αρνιά καλοκάγαθα
Που τους αρέσει και πίνουν

Φωτοτυπίες
Και ζωγραφισμένες σελίδες γραφομηχανής
Για ν’ άντέξεις
Την ομορφιά τόσης νεότητας
Προκλητικά που αυτοσχεδιάζει
Στο ρυθμό μιας μεγαλούπολης…
Σε σκέφτομαι πού και πού
Εσένα
Που μού ’λεγες
Πώς όλα τόσο βαρετά σε τούτη τη ζωή
και φιλολογικά ωραία στην άλλη-
Ίσως γι’ αυτό,
Πια να αισθάνομαι
Μοναχικός
Απροστάτευτος
Μ’ ένα τείχος όλοι τριγύρω μας
(Έγινε πρόσφατα και κάρτα Επετείων)
Μωρό μου να ζήσεις
Είχες τά γενέθλιά σου
Τα σύννεφα φεύγουν
Κι εσύ ναρκισσεύεσαι…

Εσύ, που εντούτοις
Ακόμα με γοητεύεις
Όπως άλλωστε
Κάθε σύγχρονο επικίνδυνο πλάσμα
Ένας κίνδυνος παραπάνω λοιπόν, είπα κάποτε
Έστω με Νάνσυ Ρήγκαν συμβιβάστηκα
Τώρα όμως το ξέρεις:
Τα ηλιοπίνοντα πεύκα κι ο χριστιανισμός
Μου σπάνε τα νεύρα…
Και θέλω μετά να έκδοθώ
Και πώς δεν έχω
Την αίσθηση τής ποίησης της αλληλογραφίας…
Αλλά υπάρχουν πράγματα
Που με στενοχωρούν ακόμα:
Η Νταϊάνα Ρος του ’80
Ή όπως ο συμπολίτης σου
Ο πίνων «τέϊον συμπαθέστατον» να εισπνέει αίφνης κοκαΐνη
«Γιά δύναμη, για χρήματα Για σεξ και ναρκωτικά»
Απαντούσες κοφτά, πουλώντας τότε δακτυλίδια-

Εν τέλει, Μωρό μου Πού και πού
Μ’ αρέσει νά βρέχει/μπίρα ας πούμε, helles, sanftmutiges* 2. Τελεία

Cafe Shell, 1987

*1 dann und wann: πού και πού
*2 helles, sanftmutiges: ξανθή, ήπια

*Από τη συλλογή “Μέθυμος λόγος”, Εκδόσεις Δρομεύς/ΝΑ’, Αθήνα 1995.

vr3043

“Τα βράδια πάνω απ’ τα πουλιά” της Χαράς Ναούμ

%ce%a7%ce%b1%cf%81%ce%ac-%ce%9d%ce%b1%ce%bf%cf%8d%ce%bc-%ce%a4%ce%b1-%ce%b2%cf%81%ce%b1%ce%b4%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%af%cf%83%cf%89-%ce%b1%cf%80-%cf%84%ce%b1-%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%b1

Να βγαίνει η νύχτα από τα δέντρα
όπως βγαίνει η ψυχή απ’ τα πουλιά
[1]

Αποφάσισα να ξεκινήσω την παρουσίαση της συλλογής Τα βράδια πίσω απ’ τα πουλιά με τους συγκεκριμένους στίχους (είναι από το ποίημα «Τέλος – πευκοβελόνα») γιατί δίνουν μια καλή συνολική εικόνα της δουλειάς της Χαράς Ναούμ, και καθρεφτίζουν τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά της.

Η πρωτοτυπία και τελικά το ξάφνιασμα του αναγνώστη που προκύπτει από τον συγκερασμό «απομακρυσμένων» λέξεων είναι ένα από τα σταθερά στοιχεία μιας συλλογής που αν μη τι άλλο δεν στερείται συνέπειας στο λόγο. Διάλεξα αυτούς τους δύο στίχους επειδή σχεδόν «είδα» να παράγεται ήχος: ένα άκουσμα κάπου ανάμεσα στο ψυχανέμισμα και τη σιωπή, αυτή τη σιωπή που προηγείται αλλά και έπεται της ανάσας, ανεπαίσθητη αλλά αναμφίβολα παρούσα. Από την άλλη μεριά βέβαια, το συγκεκριμένο ποίημα υποφέρει από μια ασάφεια που ενώ δεν είναι καταστροφική, είναι αρκετά ισχυρή ώστε να μην μπορεί κανείς να την παρακάμψει, και αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που εμφανίζεται αρκετά συχνά και σε άλλα ποιήματα.

Η Χαρά Ναούμ έχει μια αποσπασματική οπτική στα πράγματα, όχι όμως και φωτογραφική, θα έλεγε κανείς ότι συνειδητά αγνοεί τις συνολικές εικόνες για να επικεντρωθεί στα θραύσματα. Δεν της λείπει ο ρεαλισμός, αντίθετα, θα έλεγα ότι γράφει μια σύγχρονη ποίηση ενός ανθρώπου με τους προβληματισμούς και τις ισοπεδωτικές ανασφάλειες της ηλικίας της: οι συνθήκες της ζωής στην Ελλάδα είναι τέτοιες που δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια άλλωστε. Μπορεί η ποίηση που συναντά κανείς στα βράδια πίσω απ’ τα πουλιά να είναι κατά κάποιο τρόπο περιγραφική, αλλά η ποιήτρια διεκδικεί σθεναρά την υποκειμενικότητα της ματιάς της και την αυθεντικότητα της εκάστοτε διήγησης.

Εκτός από την προσέγγιση της πραγματικότητας, της αντικειμενικής και της όποιας άλλης, η Χαρά Ναούμ δημιουργεί ένα ποιητικό «εμείς» που ταυτόχρονα την περιλαμβάνει και την διαφοροποιεί ως εκφραστή της συγκίνησης και της εκάστοτε ανατροπής. Δίνει την αίσθηση ότι διατηρεί με ευλάβεια ίσες αποστάσεις τόσο από τα ποιήματα όσο και από τους αναγνώστες, με σεβασμό στα όρια, τα δικά της και των άλλων, ακόμα και των ίδιων της των στίχων. Εμπλέκεται λιγότερο για να προβληθεί και περισσότερο για να ψηλαφήσει τα συμβαίνοντα και να τα απεικονίσει, κάποιες φορές ιμπρεσσιονιστικά, με σκοπό άλλες φορές την κατανόηση και άλλες την αποδοχή.
Μια πιο γενική ματιά οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο αναγνώστης συναντάει πολύ καλούς στίχους όπως για παράδειγμα:

Αν δεις πάνω στα λιθόστρωτα
Υπάρχει μια αντανάκλαση ουρανού που δεν διαμαρτύρεται
[2]

σε συνολικά μετριότερα ποιήματα, και ενώ το σωστό ένστικτο είναι εκεί, κάποιες φορές οι ισορροπίες ανάμεσα στην σαφήνεια και την εσωστρέφεια των συμβολισμών κάπου χάνονται.

Το πέρασμα του χρόνου δεν ασκεί τον καταλυτικό του ρόλο όπως συμβαίνει συχνά στις συλλογές που έχω διαβάσει τελευταία, υπάρχει όμως ως στοιχείο πορείας και επαναπροσδιορισμού των σταθερών. Δίπλα σε ποιήματα χωρίς έντονη χρονική υπόσταση, συναντά κανείς άλλα που είναι σαν να γράφτηκαν για να στερεώσουν μια χρονική στιγμή μέσα στο σύμπαν, να παγώσουν τις συγκινήσεις και να προφυλάξουν τις εύθραυστες σκέψεις. Συμβαίνει κάποιες φορές οι συσχετισμοί που δημιουργούνται ανάμεσα στον χρόνο και τον όποιο ρεαλισμό να γεννούν ποιήματα «σουρεαλιστικά» με την αρνητική έννοια του όρου: η κατανόηση δέχεται πλήγμα και η επαφή του δημιουργού με τον αναγνώστη μπορεί να διασαλεύεται, αλλά στον αντίποδα αυτού η Χαρά Ναούμ βρίσκει τον χώρο να εξερευνήσει τους δρόμους της φαντασίας της.

Μια πιο στενή σχέση των ποιημάτων με τους τίτλους που τους έχουν δοθεί θα βοηθούσε στην κατεύθυνση της κατανόησης, στο κάτω-κάτω οι τίτλοι είναι καθαρά στην κρίση του δημιουργού, δεν είναι υποχρεωτικοί, κάτι που θεωρητικά σημαίνει ότι βρίσκονται εκεί για να ενισχύσουν τη δομή και την συνάφεια.

Παρόλο που δεν έχω διαβάσει την πρώτη της συλλογή ώστε να δω αν υπάρχει εξέλιξη στη γραφή και τη σκέψη, είναι γεγονός ότι τα θετικά στοιχεία υπερισχύουν των αρνητικών. Στα βράδια πίσω απ’ τα πουλιά, η Χαρά Ναούμ δείχνει ότι έχει άγκυρες στο παρόν και στην πραγματικότητα, αλλά ότι τα μετουσιώνει και τα δύο σε κάτι που τα ξεπερνάει: μπορεί έτσι να τους εξασφαλίσει μια πορεία στο μέλλον.

Παραθέτω δύο ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

ΕΡΩΤΙΚΟ [3]

Τα παλιά τρένα λένε
έγιναν επίσημα
είδος προς εξαφάνιση
τα γδέρνουν οι κερδοσκόποι
για τα περίφημα βαγόνια τους
ή τη μεταλλική σιωπή
ελλείψει επιβατών
-οι ράγες κλαίνε ανέγγιχτες

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ [4]

Κόλλησα πάνω μου την ποίηση σαν σώμα ξέντυτο
άχρωμο ερμαφρόδιτο
Το έσφιξα και το φύσηξα
κατά πως ρίχνει καταπάνω μας ο αέρας
τις οσμές των μόνων
-ίσως αυτό να είναι το μόνο λάθος που διαπράξαμε όλοι
Ποιος είναι άλλωστε υπάλληλος εντεταλμένος της ποιήσεως
ποιος ξέρει κατά γράμμα τους κανόνες
ή ποιος τους επιβάλλει
Όσο αγαθή κι αν μοιάζει η προαίρεση
απ’ όπου κι αν το πιάσεις το λευκό
δεν είναι χρώμα

Κρις Λιβανίου

[1] στ. 13-14, σελ.12
[2] Σελ. 13
[3] σελ. 23
[4] σελ. 20

*Το κείμενο αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/09/blog-post_28.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)

Νίκος Καρούζος, Ποιήματα

cebaceb1cf81cebfcf85ceb6cebfcf83-cebdceb9cebacebfcf83-1

Ἕνα ἔρημο ἄνθος

Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ

ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία

ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο.

Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει

τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα…

Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς

ἀμέριμνο σὰν ἰδέα.

Εἴσοδος

Εἶναι μία θύρα στὰ μάτια κάθε νεκροῦ

μὲ καίει τρόμος ἀπ᾿ τὴν ἡλικία

τῶν λουλουδιῶν ἔτσι γρήγορα ποὺ φεύγουν

ἔτσι γρήγορα εἶναι μιὰ θύρα βαμμένη μὲ τὴ σιωπὴ

κι ὁ θάνατος μονόλιθος.

Κράζει τ᾿ ἀηδόνι μαῦρος κόρακας καὶ θέλει τὴ φωνή του

μὰ δὲν ἔχει γλῶσσα ἡ δεύτερη ζωή μας. Καλὴ νύχτα,

ποὺ λέει ὁ θεατρίνος ἢ ὁ ψευδοσκότεινος, δὲν ὑπάρχει

κι οὔτε νύχτα κακὴ κι ἀκόμη οὔτε νύχτα

εἶναι μονάχα τὸ Δὲν τὸ Μὴ καὶ τ᾿ Ὄχι σὰν καρπὸς

τοῦ δέντρου μὲ τ᾿ ὄνομα Ἐγὼ καὶ τ᾿ ἄλλο τ᾿ ὄνομα Ταξιδεύω

κι ὅλα τὰ λόγια μας ἐδῶ

φενάκη κ᾿ ἐσωτερικὰ τηλέφωνα

εἶναι μιὰ θύρα φοβερὴ

γι᾿ αὐτὸ κρατοῦμε τουφέκι τὸ τραγούδι:

Μιὰ θύρα, θύρα ἡ γκρέμιση

τὸ σάλιο τοῦ χελιδονιοῦ ποὺ φτιάχνει μὲ τὰ φρύγανα

στὰ δέντρα οὐράνιες φωλιές.

Καὶ χωρίζουμε σὲ φῶς καὶ σκοτάδι τὸ Ἕνα.

Χωρίζουμε τὸν Ὀδυρμὸ σὲ τύφλωση καὶ θυσία.

Στὴν ὕλη εἰσχώρησα οὐρλιάζοντας

Δυὸ θάλασσες μὲ κυνηγοῦν: ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος

δυὸ ρεύματα π᾿ ἀνάθεματα στὴν καρδιὰ μου…

Ψάχνω γιὰ νὰ βρῶ μέσ᾿ στὸ σκυλοπιωμένο κεφάλι μου

δεύτερη κτητικὰ ἀντωνυμία

δὲ βρίσκω – νοημοσύνη. Δὲ μαρμάρωσα τίποτα

Νὰ παίζουμε τοὺς ἀνέμους

νὰ παίζουμε γλυκὰ τοὺς κολασμένους

Τί βρέφος ἠδυνόμενο τὸ ποίημα 
κι ὁ φουκαριάρης ὁ Ἰησοῦς

μ᾿ ἕνα πορτοκαλένιο σωβρακάκι

κρεμιέται κάθε χρόνο στὰ ἔαρα

Ἡ τέχνη μας ἡ φριχτότερη τοῦ ἐγὼ μεταμφίεση.

Χαρμόσυνο λάβδανο

Μέσα στὴ βενζινέρημο ξεράθηκε κι ὁ πόνος -

ἡ ἀγάπη στὸ τασάκι· πολιτικὸ κιγκλίδωμα…

Ποιὰ φρίκη εἶν᾿ τὸ φῶς ποὺ μ᾿ ἔχει ἅρπαξει

κι ὁ ἀμφίβραχυς!

Κλαίει κι ἀναδακρυώνει ὁ χαλασμὸς ὀνόματι

ὅραση

κ᾿ εἶναι σαλόνι ἡ ματιά μου σ᾿ αὐτὸ τ᾿ ἁλῶνι

τὸ φαρδὺ τοῦ φεγγαριοῦ

μὲ ἀργυρόχροα ταμένα στὴν ἀπόγνωση

χωρὶς τὴ γλῶσσα-μέγαιρα νὰ διαγουμίζει λήθη

μέσ᾿ ἀπ᾿ τῆς μνήμης τὴ φορμόλη.

Θαυματουργός τη θεωρία τοῦ τροχοῦ σας τὴ δασκάλεψα

τὰ ἀσθητήρια μαστίζοντας

ἀγχιθανὴς ἀγχίθεος ἀγχινεφὴς κι ἀεροβάτης μόνος

ὁ ἥλιος εἶναι τὸ πάγιο προσθέτει ἡ δασύτριχη σελήνη.

Δὲν παίζω σοβαρότητα κι ἀναδεύω φυσικοχημικὰ

συμπεράσματα

τρελόσωστος: ὀπτικὴ εὐφυία ὁ σερίφης ἀνόλβιος

ἀσπάζομαι τὴ γῆ μὲ γοερές μου γονυκλισίες ἀνώφελος

ἐγὼ ἀνταλλάσσω πυρὰ μονάχα μὲ τὸ θάνατο -
καταλαβαίνεις;

Ὅταν ξεμέθαγα τὶς ἀλκοολικὲς βελόνες ἀπ᾿ τὰ τρυπήματα

ἡ ψυχανάλυση τοῦ ἅγιου μαδοῦσε τὴ λάμψη τοῦ καθρέφτη

τὸ σῶμα σου ἀποπλέει ὡσὰν χάρτινο μὲ ξεφλουδίσματα

χρόνου

ἀπὸ χρυσίζουσα ὀχιὰ τὸ πεπρωμένο σου δὲν ἐκκολάφτηκε

κι ἀποπλέει τὸ σῶμα σου

κρατώντας ἠχητικὰ χάμουρα

στὰ θηλυκὰ ἐρείπια τοῦ Ἠρώδειου ὅπως αἰφνίδια

μοῦ φάνηκε πὼς ἔπιασε φωτιὰ
ἡ ἅρπα.

Ξημερώνει μὲ ἀτμώδη βουνὰ μάντισσες φωνασκίες κοτόπουλα

χαρτορίχτρες

ἀπεχθαίρω τὴ στύση μου μελάτη

κι ὦ Θεέ μου ἂς μπόρηγα νἄμπαινα κάποτε γιὰ πάντα

στὸν ὕπνο.

Διάλογος πρῶτος

Σὰ νὰ μὴν ὑπήρξαμε ποτὲ

κι ὅμως πονέσαμε ἀπ᾿ τὰ βάθη.

Οὔτε ποὺ μᾶς δόθηκε μία ἐξήγηση

γιὰ τὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν τουλάχιστον.

Ἡ ἄλλη μισή μας ἡλικία θὰ περάσει

χαρτοπαίζοντας μὲ τὸ θάνατο στὰ ψέματα.

Καὶ λέγαμε πὼς δὲν ἔχει καιρὸ ἡ ἀγάπη

νὰ φανερωθεῖ ὁλόκληρη.

Μία μουσικὴ

ἄξια τῶν συγκινήσεών μας

δὲν ἀκούσαμε.

Βρεθήκαμε σ᾿ ἕνα διάλειμμα τοῦ κόσμου

ὁ σώζων ἑαυτὸν σωθήτω.

Θὰ σωθοῦμε ἀπὸ μία γλυκύτητα

στεφανωμένη μὲ ἀγκάθια.

Χαίρετε ἄνθη σιωπηλὰ

μὲ τῶν καλύκων τὴν περισυλλογὴ

ὁ τρόμος ἐκλεπτύνεται στὴν καρδιά σας.

Ἐνδότερα ὁ Κύριος λειτουργεῖ

ἐνδότερα ὑπάρχουμε μαζί σας.

Δὲν ἔχει ἡ ἁπαλὴ ψυχὴ βραχώδη πάθη

καὶ πάντα λέει τὸ τραγούδι τῆς ὑπομονῆς.

Ὢ θὰ γυρίσουμε στὴν ὀμορφιὰ
μία μέρα…

Μὲ τὴ θυσία τοῦ γύρω φαινομένου

θὰ ἀνακαταλάβει, ἡ ψυχὴ τὴ μοναξιά της.

Γιάννης Σκαρίμπας, Ποιήματα

poihmata

ΧΑΛΚΙΔΑ

(από τη συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Νάν” σπασμένοι οι δρόμοι, νά φυσάει ο νότος
κι εγώ καταμονάχος καί νά λέω: τί πόλη!
νά μήν ξέρω άν είμαι –μέσα στήν ασβόλη–
ένας λυπημένος πιερότος!

Φύσαε –είπα– ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα,
ώ Χαλκίδα –πόλη (έλεγα) καί φέτος
ήμουν –στ” όνειρό μου είδα– Περικλέτος,
πάλι Περικλέτος ήμουν –είδα…

Έτσι έλεγα! Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι
πάν” σέ ξύλο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια,
Ως θερία, ως δέντρα –αναγλυμένοι– ως ψάρια
τά όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρώποι.

Τώρα; Πόλη, τρέμω τά γητέματά σου
κι είμαι ακόμα ωραίος σάν τό Μάη μήνα,
κρίμα, λέω, θλιμμένη νάσαι κολομπίνα
καί νά κλαίω εγώ στά γόνατά σου.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Έτσι νάν” σπασμένοι, νά φυσά απ” τό νότο
καί μέ πίλο κλόουν νά γελάς, Χαλκίδα:
Άχ, νεκρόν στό χώμα –νά φωνάζεις– είδα
έναν μου ακόμη πιερότο! . . .

ΦΑΝΤΑΣΙΑ

(από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Νάναι σά νά μάς σπρώχνει ένας αέρας μαζί
πρός έναν δρόμο φιδωτό πού σβεί στά χάη,
καί σένα τού καπέλου σου πλατειά καί φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά νά χαιρετάει.

Και νάν” σάν κάτι νά μού λές, κάτι ωραίο κοντά
γι” άστρα, τή ζώνη πού πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αύτός ο άνεμος τρελά-τρελά νά μάς σκουντά
όλο πρός τή γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο νά λές, νά λές, στά βάθη τής νυκτός
γιά ένα – μέ γυάλινα πανιά – πλοίο πού πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο πού πέφτει εκτός:
έξω απ” τόν κύκλο των νερών – στά χάη.
Κι όλο νά πνέει, νά μάς ωθεί αύτός ο άνεμος μαζί
πέρ” από τόπους καί καιρούς, έως ότου – φως μου –
(καθώς τρελά θά χαιρετάει κείν” η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ” τήν τρικυμία αύτού τού κόσμου . . .

ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

(από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Πού τήν είδα; Συλλογίζομαι άν στούς δρόμους
τήν αντίκρυσα ποτές μου ή στ” αστέρια,
τούς χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τούς ώμους
δίχως χέρια!

Δίχως χέρια . . . Τό μάτι της γυαλένιο
άς μή μ” έβλεπε – μ” εθώρει κι ήταν τ” όντι
ρόδο ψεύτικο τό γέλιο της – κερένιο –
καί τό δόντι.

Τήν στοχάζομαι. Η φωνή της, λές, μού εμίλει
ριγηλή σάν μέσ” σέ όνειρο – και τ” όμμα
ήταν σφαίρα. Σπασμός τρίγωνος τά χείλη
καί τό στόμα.

Τ” ήταν; πνεύμα; Μήν φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,
ύποπτεύομαι – καί τρέμω νοερά μου –
απ” τό ίδιο ύλικό πούναι φχιαγμένα
τά όνειρά μου; . . .

Αχ πώς τρέμω! ο νούς μου πάει σ” ιδέες πλήθος,
σέ μπαμπάκια καί καρτόνια – ο νούς μου βάνει
γεμισμένο της μήν ήτανε τό στήθος
μέ ροκάνι!

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ώ Κυρά μου – Άγγελε – Σύ – των μειρακίων
πόχεις τό γέλιο, ώ χαύνη κόρη των πνευμάτων,
σέ μια βιτρίνα σ” έχουν στήσει γυναικείων
φορεμάτων. . .

ΟΥΛΑΛΟΥΜ…

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ” τα νερά
κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το «μπά»
που μ” έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και – τάχας – σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωιμένα –
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ” αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω – στραβός – μεσ” τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .

ΤΑΜΑΡΑ

Αλλόκοτη και μελαψή, ωραία και ιερή
λες έσερνε αγγελικές φτερούγες κι” επερπάτει
αδέξια και αμέριμνη, μ” εκείνην τη νωθρή
περπατησιά μια Θέαινας, σ” Ολύμπιο μονοπάτι.

Και μπόραε — όπως πάγαινε παχειά — κανείς διεί
στο φίνο της κι” εφαρμοστό μποτίνι ένα ποδάρι
χυτό, και μες στων ρούχων της το σούσουρο oι φαρδιοί
γοφοί της πώς θα λάμπανε— γυμνοί—σαν το φεγγάρι.

Το αίμα της μεσημβρινό, χυμένο λες — κει — να
σφυράει μες στο γυναικείο της κορμί — εμβατήριο τέλειο —
κι” είχε κάτω απ” τα βλέφαρα—βαμμένα με κινά—
μουχρό, βαρύ τριαντάφυλλο το σαρκικό της γέλιο.

Κι” εγώ την ειχ” αγάπη μου!.. Μια φλόγα και καπνός
ήταν ό,τι απ” τ” αγκάλιασμά-της πίναν μου οι πόροι,
ενώ με όμμα ατάραχο αυτή με εκύταε ως
τον πόθο μου τον γήινο να ενόγαε κι απόρει…

Κι” ήμουν ειδωλολάτρης της!. Ψηλά o εν ουρανοίς
Κύριος κι” οι Άγιοι του, για με πια ουδ” αρωτάγαν
κι” ενώ ουδ” εγώ αρώταγα, αρχαίου Ναού — αυτηνής —
— κολώνες που γκρεμίστηκαν— τα μπούτια της φωτάγαν…

Και πέθανε… Και με παπά τη θάψαμε! και να
—μ” αυλούς— οι τραγοπόδαροι Θεοί της σουραβλάνε
και γύρω απ” τον ειδωλολατρικό Σταυρό της, παγανά
και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε…

ΤΟ ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ

Δυο Πάνες φουσκομάγουλοι, στου κήπου σου τις στέρνες,
τα χάλκινα —με τρεις οπές— σουράβλια είχαν στα χείλη,
όταν εσύ τις φωτεινές του χάμου έκρουσες φτέρνες
— ζυγά πιτσούνια που έπαιζαν το “να το άλλο εφίλει.

Του φραμπαλά σου φτερωτή τότε η — σαΐτα —ρίγα
(των χρυσοκεντημένων της — αράδα — παπαγάλων)
στις γάμπες σου ανελίχτηκε — γοργό ερπετό — που ερίγα
στο αλληλοκυνήγημα των άσπρω σου αστραγάλων.

Kι έφυγες. Ωωω. Σαν αστραπών — στο σέρπιο μονοπάτι —
τύφλες φωτός (και σκίρτημα δορκάδας έρμου δάσου)
έμειναν τ” άψε-σβήσε σου: το πήδημα, το πάτι
και τ” αλαφριό, σαν άξαφνου πουλιού, ξεφτούρισμα σου…

Η ΚΥΡΑ ΜΟΥ Η ΤΡΕΛΑ

(“Τα Νέα Ελληνικά” 1 – Ιανουάριος 1952)

Πώς ήταν έτσι, πώς μου εφάνη ως είχεν έμβει
κειο το βαπόρι μες στο λιμάνι με όκια τεφρά,
όπως το τύλιξε στ” αχνά μετάξια της σιγά η ρέμβη
ως το ρυμούλκησε μειλίχιο η νύστα μου εκεί αλαφρά.

Ήρθε και στάθηκε μπερδικλωμένο σ” αχνή τολύπη
κ” ήταν σαν κάτι, κάτι ανείπωτο νάχε να πει,
κι ύστερα, παίρνοντας, σκυφτή επιβάτισσά του τη λύπη
ως ήρθε θάφευγε, με κυβερνήτη του τη σιωπή.

Κι η νύχτα έφτασε. Αχ, το βαπόρι μες στην ασβόλη,
τι τρέλα θάκανε ανεπανόρθωτη και μαγική;
Μη θα κεραύνωνε με μια του λέξη την έρμη πόλη
μη θα ξεμπάρκαρε τη φρίκη αμίλητη οτο μώλο εκεί;

Ή μη—βαρκάκια του—μ” άσπρες κορδέλες σταυροδεμένα
φέρετρα θάστελνε όξω—σαν κύματα και σαν αφροί—
όπου θα κείτονταν της γης τα νήπια μαχαιρωμένα
ή όπου όλοι όσοι αγαπήθηκαν, θάσαν vεκροί;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Τίποτα, τίποτα… Μα πώς έτσ” ήταν, πώς μου εφάνη
αυτό το πλοίο; Στάθηκε αμίλητο μ” όψη φριχτή,
κι έφυγε, ως τόφερε η Κυρά μου η τρέλα μες στο λιμάνι,
αυτή που παίρνοντας με από το χέρι με περπατεί…

ΤΟ ΒΑΠΟΡΙ

Νάναι ως νάχης φύγει — με τους ανέμους — καβάλλα
στο άτι της σιγής κι” όλα να πάης
και vάv” πολλά καράβια, πολλή θάλασσα — μεγάλα
σύγνεφα πάνω — οι άνθρωποι κι” ο Μάης.

Κι” εντός μου εμένα να βρυχιέται — όλο να τρέμει —
βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
πάλι εσύ κι” ο Μάης κι” οι ανέμοι
κι” έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.

Και νάναι όλα απ” ό,τι φεύγει —και δε μένει—
σε μια πόλη ακατοίκητη, κι” εντός μου
ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
έξω απ” την τρικυμία τούτου κόσμου.

ΣΤΑΔΙΟΝ ΔΟΞΗΣ

(Από τη συλλογή Εαυτούληδες, 1950)

Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι” αντάρα
οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου — φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα —,
κάθε μια της ζωής-μου ήταν — κει — στραβομάρα,
κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα…

Κι ως αρπώντας με μ” έβγαλαν σηκωτόν απ” την πόλη
(με καμπούρες κι αλλήθωροι — με στραβή άλλα αρίδα).
όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν — χαχόλοι —
κει βαθιά, τη Χαλκίδα:

… Βλέπεις μαιτρ —μου φωνάξανε— τη Χαλκίδα την είδες
όπου συ μες στα φάλτσα-σου μόνον, ήξερες ν” άρχεις;
Νά τα έργα-σου, οι πόθοι-σου — όλοι εμείς — φασουλήδες,
νά και συ θιασάρχης!…

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στό “να πόδι να στέκει.
ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
όρθιο η πόλη λελέκι…

Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
εαυτούληδων (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν λύκοι
μεταξύ-τους — για ρόλους-των — κάθε μια-μου αηδία,
κάθε τι ρεζιλίκι..

Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης
και προώλης-τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),
νά μ” αυτούς τους παλιάτσους-μου θα κινήσω στις πόλεις
με κραυγές και με τούμπες!…

Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει
(αχ, κι η πρόγκα — τι δόξα-μου!.,. — σ” ουρανούς θα με σύρει)
η Χαλκίδα εκεί πισω-μου θα φαντάζει χτισμένη
σαν από —τεμπεσίρι…

ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ

(Από τη συλλογή Εαυτούληδες, 1950)

Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη,
ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
και με ήβραν —χωρίς κανέν” να μου λείπει—
τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα-μου γύρω — μπραμ-πάφες
όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
—ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, oι γκάφες-
μου όλες.

A!… τι θίασος λίγον τι από αλήτες
μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους,
έτσι ως έμοιαζαν — με πρισμένες τις μύτες—
παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη βέργα
μπρος σε τρίποδα με κάντα μυστήρια,
όπου γράφονταν τ” αποτυχημένα-μου έργα
—εμβατήρια!

Α… τι έμπνευση!… Μαιτρ του φάλτσου “γώ πάντα,
με τη βέργα-μου τώρα ψηλά —λέω— με τρόμους
νά, με δαύτη-μου να παρελάσω τη μπάντα
στούς δρόμους.

Kι ως πισώκωλα θα παγαίνω πατώντας,
μες σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
οι παλιάτσοί-μου — στον αέρα πηδώντας —
τα θούρια…

*Τα ποιήματα «Ταμάρα», «Το ξάφνιασμα», «Η Κυρά μου η τρέλα. . .», «Το βαπόρι», «Στάδιον δόξης» και «Εαυτούληδες» είναι από το περιοδικό Περίπλους τ. 44, Μάρτιος-Ιούνιος ’97 (δες σελίδες σύγχρονης ελληνικής ποίησης).

Άννα Νιαράκη, Ποιήματα

1187286_571265186272123_1878016088_n

εραστές από χαρτί

Αβίαστα παραδόθηκα στην εντροπία του έρωτα.
Κι όσο επιμένεις να τακτοποιείς,
τόσο το χάος διαστέλλεται μες στο κεφάλι μου.
Μου εξηγείς με λογική ότι δεν γίνεται.
Μα εγώ αποτυπώνω στο χαρτί χίλιες προτάσεις
που υμνούν το στέρνο σου.
Αλήθεια, ποτέ πριν δεν με είχε απασχολήσει
ένα στέρνο τόσο.
Στέλνεις γράμματα που εξηγούν και αναλύουν
το ανέφικτο.
Κι εγώ απαντάω με ποιήματα.
Εσύ θα κερδίσεις στο τέλος,
μα το χαρτί να ξέρεις,
προτιμά να φιλοξενεί περιγραφές του θώρακα
παρά δικαιολογίες.

*Από τη συλλογή “Τετράδιο πειραμάτων”, 2010.

***

απουσία

Τόσα ποιήματα, ξόρκια για τη μοναξιά,
απελπισμένες προσπάθειες να ,μην ξεχάσω,
βασανιστικές απόπειρες να θυμηθώ …

Θα πρέπει να έλειπες συχνά.
Γεμάτα τα συρτάρια μου.
Και να σκεφτείς, πως όταν
βρισκόμασταν,
μου αρκούσε η σιωπή.

*Από την συλλογή “Τετράδιο πειραμάτων”, 2010.

***

Η λυπημένη πολιτεία των ανθρώπων

Tων ανθρώπων με τα χαμένα λογικά,
με τα χαμένα αισθήματα –
που ασφυκτιεί κάτω από σάρκινα σεντόνια,
κάτω από δανεικές μοναξιές – αναζητώντας
το δεκανίκι της ύπαρξης.

Σε θέλω, μου είπαν τα μάτια σου
Σε θέλω, μου είπε το κορμί σου

Κι εγώ,

αναζητώ αστροπολιτείες
διαφορετικές από αυτές που συλλαμβάνουν
οι κεραίες μου,
ίδιες μ΄αυτές που οι φλέβες σου
υπαγορεύουν.

Λαμπίρι, 23.3.2003

*Από τη συλλογή “Τετράδιο πειραμάτων”, 2010
Δημοσιεύτηκε και εδώ: http://dreaming-in-the mist.blogspot.fr/search/label/%CE%9D%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7%20%CE%86%CE%BD%CE%BD%CE%B1

***

ab initio


Το σώμα ζητά εξηγήσεις.
Δεν ημερώνει με λογικές.
Δεν καταφεύγει σε λέξεις.
Εγώ καταφεύγω/αποφεύγω
Φεύγω.
Πώς να δαμάσω τη φωτιά
με μολύβι και χαρτί;
Στάχτη από λέξεις.
Πώς να ξεγελάσω την επιθυμία;
Κόβει βόλτες στον κήπο
σαν πεινασμένο αγρίμι.
Όλη τη νύχτα.
Δεν χορταίνει με ξεροκόμματα
σάρκα ζητάει
σώμα να ταϊσει το σώμα.
Στης χορτασμένης επιθυμίας
την κοιλιά, το ποίημα συλλαμβάνεται.
Γεννιέται μήνες πολλούς αργότερα
και γράφεται, καθώς καπνίζω νευρικά
ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον κήπο.
Αναπτήρας και ποίημα
γλιστράνε στο συρτάρι μου
στο πρώτο φως της μέρας.

*Από τη συλλογή “Το μερίδιο των αγγέλων”, 2012 (Ενότητα : Το στοίχημα).

***

Η άλλη πλευρά

Είμαι. Το βουητό του αέρα που
αντηχεί μέσα από την καμινάδα.
Ένα ανεπαίσθητο γαϊτανάκι από
στάχτες που χορεύει πάνω
απ’ το σβησμένο κούτσουρο.

Το μόνο ζωντανό φως.

Η καύτρα του τσιγάρου μου
που σβήνει όπου να ‘ναι.

Είμαι λουλούδι κομμένο σε βάζο.
Ρουφάω νερό μα ψάχνω χώμα.
Αποκομμένη απ’ τη ρίζα
ανθίζω μόνο μια φορά κι ύστερα
πέφτω

πέταλο

πέταλο

πάνω σ’ ένα καρό τραπεζομάντηλο.

Είμαι φωνή βοώντος εν τη ερήμω.
Σιωπή μέσα σε αστικό καρναβάλι.

Είμαι η άλλη πλευρά του χαρτιού
που γράφω.

Ο στίχος που δεν επιλέγεται.
Αυτό που δεν χωράει στο ποίημα.

Είμαι.
Το τυφλό σημείο του καθρέφτη
στο κρεβάτι του νάρκισσου.

*Από τη συλλογή “Το μερίδιο των αγγέλων”, 2012 (Ενότητα: Άνοιξη εντός).

Ασημινα Ξηρογιάννη, Ποιήματα από τη συλλογή “Η προφητεία του ανέμου”

%ce%b1%ce%bd%cf%8e%ce%bd%cf%85%ce%bc%ce%bf-5



Μια σκέψη έκανα για τη Φρύνη.

Τη φαντάστηκα να μεθά στα συμπόσια των ανδρών

Να χαρίζει το απαλό μυρωδάτο της σώμα.

Ελεύθερη από ενοχές για ταπεινές καταγωγές κι άλλα παρόμοια.

Η υπόνοια και μόνη ότι μπορεί να πλανεύθηκε από τον καλλιτέχνη…

Την απαλλάσσει από την κακή της φήμη.



***




….αυπνία




Απ την ταράτσα βλέπω φώτα να τρεμοπαίζουν πέρα μακριά.


Κι ακούω θορυβους της πόλης που ποτέ δεν κοιμάται.


Τα βράδια του καλοκαιριού έχει δροσιά.


Φορώ λευκό νυχτικό – σατέν.


Μαύρους κύκλους θα χω το πρωί και στα μάτια μου


γραμμένα ερωτηματικά.


Που την άλλη νύχτα δεν θ΄απαντήσω πάλι.




***




Η Προφητεία του ανέμου




(Στην Δέσποινα)








Mα εγώ…καρφωμένη στην μία όχθη,

αρκέστηκα στο να ονειρευτώ την άλλη.




***




Κάποτε…



Ο αοιδός Ορφέας διαμελίστηκε από τις μαινάδες στη Θράκη.

Οι ύμνοι του θάφτηκαν στο σκοτάδι πάνω στα βουνά.

Κι ο ίδιος ως γύρη ταξίδεψε στο σύμπαν

ώσπου ξανάγινε η μουσική του φως.
…υπάρχει Θεός.





***




Αυτογνωσία



Λέξεις σε λευκή κόλλα… αυτό ειμ΄εγώ.

Τίποτα και όλα.

Ειλικρινά, μόνο αυτό.





***





Αίσθησις

Η βροχή

Το βράδυ

Το φεγγάρι

Η Γη

Η Γεύση τους

Το Άρωμα

Που βγαίνει από τα χείλη της Αγάπης σου

Ανεξίτηλο είναι

Μοιάζει

Με Φύση

Με Εποχή

Με θάλασσα

Με Σύμπαν 





***





Αντίθεση

Είναι φτωχές οι λέξεις μου,γιατί έτσι είναι τα χρόνια,

η περιουσία, τα ταξίδια μου.

Τα πλούσια όνειρα μόνο με κρατούν στη ζωή.





***




Σιωπηλά…



Ο ήλιος αντάμωνε με τα φύκια του πελάου

Στη Δύση

Η αρμύρα της θάλασσας ευωδίαζε

Στην Ανατολή

Ο ουρανός έκρυβε το βυθό με στοργή

Στην αγκαλιά του



Δεν είναι άρνηση η σιωπή.





***





Την κάθε μέρα την προσέχω σαν κόρη οφθαλμού-

Μην μου πέσει κάτω και γίνω κατά τι φτωχότερη.





***




– Σπατάλη είναι να σκορπίζεσαι σα φύλλο

-Μα ποιός θεωρεί τα φύλλα αμελητέα;





***




Υπάρχουν μερικά βράδια που οι άνθρωποι περιμένουν.

Δεν κοιμούνται, περιμένουν.

Κι ο χρόνος μένει ακίνητος -κολλημένος σ΄ενα βασανιστικό παρόν…

Που δε λέει να γίνει αύριο.





***





Παράπονο

Και να σκεφτείς,

Ούτε στιγμή δεν πίστεψα

Πως η κοπέλα με τα σανδάλια,τα λυτά μαλλιά, τα μύρα

Η σχεδόν διάφανη

Ήταν η Αφροδίτη.



Κι όμως την είδα να κατεβαίνει

Από ψηλά το κόκκινο βουνό

Με ελαφρό περπάτημα

Αγέρωχο βλέμμα

Πλατύ χαμόγελο.



Μα με προσπέρασε

Ούτε που γύρισε να με κοιτάξει

Τα βλέφαρα, τα μάτια, το πρόσωπο

Που το βασάνιζε ένα συννεφάκι θλίψης.





*”Η προφητεία του ανέμου”, Εκδόσεις “Δωδώνη”, 2009.
**Η Ασημίνα Ξηρογιάννη διευθύνει το ιστολόγιο Βαρελάκι στο http://varelaki.blogspot.com

Alex Antonopoulos, Two poems

050331-paris-mouffetard-danse-et-concert-de-jazz

AN HONEST SMILE

​A couple is dancing

under the notes of street musicians.
 


Happiness.
 


I smile not to happiness
 


but I smile because of happiness,

seven or ten steps away.
 


And it is an honest smile

of dehydrated lips sipping water

of a tortured dog reaching an empty alley

of an insane man finally falling asleep.
 


I stand

seven or ten steps away.

The pen is scratching.

I do my job.
 


I do not allow my smile to be seen by them.

A poet’s call, after all,
is to record perfection
 


not destroy it.

***

TERRIFIED

Every ghost,
as it screams, 

only asks -in its language- 

the same bloody things:



“How can YOU see ME?

Why can YOU see ME?



Why are YOU HERE?

Why are YOU HERE?”

*For more poems by Alex Antonopoulos, please visit http://www.alexantonopoulos.com

Θανάσης Τζούλης, Ο Κρατύλος ανάμεσα σε παμπάλαιες λέξεις

του Δημήτρη Παπαδίτσα

  Επειδή δε φωνή τε και γλώττη και στόματι βουλόμεθα δηλούν, αρ’ ου τότε
εκάστου δήλωμα ημίν έσται το από τούτων
  
γιγνόμενον, όταν μιμημα γένηται δια τούτων περί οτιουν;

Πλάτων, Κρατύλος 423 b

Παμπάλαιες λέξεις που επιζούν με σπάνια ζώα

τα μόνα ολόκληρα που έχουν μέσα τα δύο φύλα μέσα τους

και τη φύση για χώρισμα

κι ανάμεσα ο Κρατύλος μ’ άλλους ονοματουργούς

γεύεται βαθιά τις φωνές

—————————-χωμένος

————————————–στο

——————————————αίμα

———————————————–του

Πόσο βαθιά μας πάει η μυρουδιά της αφής

που είμαστε υγροί από μέσα με πρωτοβρόχια ήχων λέει

νιώθω τις λέξεις στην αφή της κοιλιάς μου

με αγέλες από χαμένα ζώα που έμειναν

οι φωνές τους

——————στα ρουθούνια μου

Οι λέξεις είναι ολόκληρο υδραγωγείο

με αγρότες γύρω που το ξεσκεπάζουν

μαλάζουν τα όργανά του

και τρυγούν τα νερά του όπως το μέλι

Γνωρίζω βοσκούς που ώρες βάζουν αυτί

στο άνοιγμα του υδραγωγείου και πλάθουν λέξεις

που αν γεμίσουν με έλκη χύνονται τα νερά
και μένουν με το κορμί τους ανοιχτό

μέσα από κεφαλάρια για να γεμίσουν

όπου να τους αγγίξεις ποτίζεσαι

Μ’ ήυρε το γλυκοχάραμα σε ζεστούς τριφυλλιώνες

κι έπαιρνα μυρουδιά από μέσα

όπως η λέξη χωμένη στο ποίημα

Όπου βρίσκω τα πράγματα ταράζομαι ολόκληρος

μ’ ετοιμόγεννα πουλερικά που η ζέστη

χύνεται από τις μάζες τους

Αν τα μαλάζεις εκεί που πρέπει τα πράγματα

λύνονται στα χέρια σου με τους αδένες τους ανοιχτούς

ως τα βαθιά ζωνάρια

και ονομάζεις τα όργανά τους

Για όλους τους χυμούς να μην χύνονται είναι οι λέξεις

ριζιμιές από βαθύτερες βιολογίες

αρκεί ν’ ακούσεις την πετροπέρδικα που

———————————————–γδύνεται

με μαλακιά βροχή στο λαρύγγι της

για να ευδοκιμεί το λάλημα

και το αργυλώδες χώμα

————————–βγάζει

———————————τα
———————————–υγρά του

——————————————–στον

————————————————ύπνο

Όπου το αίμα εξέχει είναι το φύλο μας

με τις λέξεις του σε οχεία

έτσι γεμίζουμε κοιλάδες γύρω από το αίμα μας

και δίνουμε στους ήχους βιολογικά μιμήματα

το ρω τη φορά και κινήσει και σκληρότητι εοικε

το δε λάβδα τω λείω και μαλακώ

Γι αυτό ο χασάπης κλέβει τους ήχους

από το λαιμό του κατσικιού για να κρατάει

μέσα τους το μαχαίρι

Ο ποιητής είναι

—————–ο τελευταίος

——————————φαλλός

————————————–του κόσμου
και το κορμί του είναι από κυτταρολέξεις

Από εποχές με περισσότερο αίμα

σώζονται πελώρια φαλλικά σύμβολα

ναυαγισμένα στα μάτια μας

Και γυρίζει ο Κρατύλος μέσα από παμπάλαιες λέξεις

με κουφάλες στα ψαχνά τους να μας παίρνουν
από κακομοιριές μ’ άλλα χαμένα ζώα

που έμειναν

————-τα πατήματα

—————————-της

——————————-φωνής

—————————————τους

Περιμένουν τη φαλλική εποχή τους οι λέξεις

σωριασμένες στους όρμους σαν οι φώκιες του χαμένου Πρωτέα

που πνίχτηκε στα λύπη του
–

thanasis-tzoulis-1

Stephen Crane, The black riders and other lines [1] / Μαύροι καβαλάρηδες και άλλοι στίχοι (απόσπασμα)

crane_black-riders

I
Black riders came from the sea.
There was clang and clang of spear and shield,
And clash and clash of hoof and heel,
Wild shouts and the wave of hair
In the rush upon the wind:
Thus the ride of sin.

I
Μαύροι καβαλάρηδες ήρθαν από τη θάλασσα. [2]
Κι ασπίδων και δοράτων συγκλονισμός,
και καλπασμών αναβρασμός και ποδοβολητών·
άγριες κραυγές, παραδαρμός
λυτών μαλλιών στον άνεμο:
προελαύνει η αμαρτία.

II
Three little birds in a row
Sat musing.
A man passed near that place.
Then did the little birds nudge each other.
They said, «He thinks he can sing».
They threw back their heads to laugh.
With quaint countenances
They regarded him.
They were very curious,
Those three little birds in a row.

II
Τρία πουλάκια στη σειρά
κάθονταν και στοχάζονταν.
Πέρασε κάποιος από εκεί
και τα πουλιά σκουντήθηκαν.
«Αυτός νομίζει πως μπορεί να κελαηδήσει», κάγχασαν
και του έριξαν
παράξενες ματιές.
Ήταν σπουδαία ετούτα τα πουλιά,
τρία πουλάκια καθισμένα στη σειρά.

III
In the desert
I saw a creature, naked, bestial,
who, squatting upon the ground,
Held his heart in his hands,
And ate of it.
I said, «Is it good, friend?»
«It is bitter bitter», he answered; «But I like it
Because it is bitter,
And because it is my heart».

III
Είδα στην έρημο ένα πλάσμα
γυμνό, αποκτηνωμένο.
Καθότανε κατάχαμα, κρατούσε
στα χέρια την καρδιά του
κι έτρωγε με λαχτάρα.
«Είναι καλή;» τον ρώτησα.
«Είναι πικρή, κατάπικρη»
απάντησε· «όμως μου αρέσει,
γιατί είναι πικρή
και γιατί είναι η καρδιά μου».

IV
Yes, I have a thousand tongues,
And nine and ninety‐nine lie.
Though I strive to use the one,
It will make no melody at my will,
But is dead in my mouth.

IV
Ναι, έχω χίλιες γλώσσες
κι οι εννιακόσιες ενενήντα εννιά λένε ψέματα.
Όταν προσπαθώ να χρησιμοποιήσω τη μία που απομένει,
δεν τραγουδά όπως θέλω·
μέσα στο στόμα μου είναι νεκρή.

V
Once there came a man
Who said,
«Range me all men of the world in rows».
And instantly
There was terrific clamour among the people
Against being ranged in rows.
There was a loud quarrel, world‐wide.
It endured for ages;
And blood was shed
By those who would not stand in rows,
And by those who pined to stand in rows.
Eventually, the man went to death, weeping.
And those who staid in bloody scuffle
Knew not the great simplicity.

V
Ήρθε ένας άνθρωπος και είπε:
«Για μπείτε οι άνθρωποι της γης
καθένας στη σειρά του».
Πάραυτα σηκώθηκε βοή
κι αντάρα τρομερή μες στους ανθρώπους —
να μπούνε στη σειρά ή να μην μπούνε;
Κι αρπάχτηκαν οι άνθρωποι του κόσμου μεταξύ τους,
και μάχονταν αιώνες και χυνόταν
το αίμα εκείνων
που δεν ήθελαν να μπούνε στη σειρά
κι εκείνων που ποθούσαν να μπούνε στη σειρά.
Στο τέλος, πέθανε απ’ τη θλίψη του ο άνθρωπος.
Κι αυτοί που μπήκαν στο μεγάλο μακελειό,
δεν γνώρισαν ποτέ το μεγαλείο του απλού.

VI
God fashioned the ship of the world carefully.
With the infinite skill of an All‐Master
Made He the hull and the sails,
Held He the rudder
Ready for adjustment.
Erect stood He, scanning His work proudly.
Then —at fateful time— a wrong called,
And God turned, heeding.
Lo, the ship, at this opportunity,
slipped slyly,
Making cunning noiseless travel down the ways.
So that, forever rudderless, it went upon the seas
Going ridiculous voyages,
Making quaint progress,
Turning as with serious purpose
Before stupid winds.
And there were many in the sky
Who laughed at this thing.

VI
Έφτιαξε με προσοχή ο Θεός του κόσμου το καράβι.
Με μαστοριά μεγάλη του Ποιητή των Πάντων
έφτιαξε το σκαρί και τα κατάρτια,
κι ετοίμασε τιμόνι
ακριβοδίκαιο. Το άδραξε
και στάθηκε και κοίταξε περήφανος το έργο του.
Και πάνω εκεί —την κρίσιμη στιγμή— κάτι στραβό
προέκυψε και γύρισε να δει τι τρέχει ο Θεός.
Και να που το καράβι, βρήκε την ευκαιρία
και γλίστρησε κρυφά,
κι άνοιξε δόλια, αθόρυβα τον δρόμο του
κι ανοίχτηκε ακυβέρνητο στις θάλασσες
κι άρχισε καταγέλαστα ταξίδια,
χαράζοντας αλλόκοτες πορείες,
ξεφεύγοντας τάχα σοφά
τους ανόητους ανέμους.
Κι ήταν πολλοί εκείνοι
στον ουρανό, που γέλασαν πολύ.

VII
Mystic shadow, bending near me,
Who art thou? Whence come ye?
And —tell me— is it fair
Or is the truth bitter as eaten fire?
Tell me!
Fear not that I should quaver.
For I dare — I dare.
Then, tell me!

VII
Σκιά μυσταγωγική, που γέρνεις πάνω μου, ποιος είσαι;
Από πού έρχεσαι;
Και —πες μου— είναι καλή
η αλήθεια ή καίει σαν φωτιά;
Πες μου!
Μη φοβάσαι, δεν φοβάμαι.
Θα τολμήσω, θα τολμήσω.
Μίλα, λοιπόν!

VIII
I looked here;
I looked there;
Nowhere could I see my love.
And —this time—
She was in my heart.
Truly, then, I have no παράπονο,
For though she be fair and fairer,
She is none so fair as she In my heart.

VIII
Κοίταξα εδώ·
κοίταξα εκεί·
η αγάπη μου δεν ήταν πουθενά.
Γιατί εκείνη τη στιγμή
ήταν στην καρδιά μου.
Λοιπόν, πραγματικά, παράπονο δεν έχω·
γιατί είναι όμορφη, πανέμορφη, αλλά
ποτέ τόσο όσο στην καρδιά μου.

IX
I stood upon a high place,
And saw, below, many devils Running, leaping,
and carousing in sin.
One looked up, grinning,
And said, «Comrade! Brother!»

IX
Στάθηκα σε μέρος ψηλό
και είδα κάτω δαίμονες πολλούς
να τρέχουν, να πηδούν
και να γλεντάνε αναίσχυντα.
Σήκωσε ένας το κεφάλι,
και μόρφασε και είπε: «Σύντροφε! Αδελφέ!»

X
Should the wide world roll away,
Leaving black terror,
Limitless night,
Nor God, nor man, nor place to stand
Would be to me essential,
If thou and thy white arms were there,
And the fall to doom a long way.

X
Αν κυλούσε ο κόσμος όλος στο χάος,
αφήνοντας πίσω του σκοτάδι φρικτό,
ατέλειωτη νύχτα,
ούτε Θεός, ούτε άνθρωπος, ούτε τόπος να σταθείς
θα είχαν για μένα σημασία,
αν ήσουν εκεί εσύ και τα λευκά σου χέρια
κι ο δρόμος του αφανισμού μακρύς, πολύ μακρύς.

XI
In a lonely place,
I encountered a sage
Who sat, all still,
Regarding a newspaper.
He accosted me:
«Sir, what is this?»
Then I saw that I was greater,
Aye, greater than this sage.
I answered him at once,
«Old, old man, it is the wisdom of the age».
The sage looked upon me with admiration.

XI
Σε τόπο ερημικό
συνάντησα έναν σοφό
που καθόταν ασάλευτος
και περιεργαζόταν μιαν εφημερίδα.
Με διπλάρωσε:
«Κύριε, τι είναι αυτό;»
Τότε διαπίστωσα πως ήμουν πιο σοφός
—ναι!— από κείνον τον σοφό.
Του απάντησα αμέσως:
«Σοφέ, σοφέ μου γέροντα, είναι η σοφία της εποχής».
Με κοίταξε ο σοφός με θαυμασμό.

*Από το βιβλίο “ΜΑΥΡΟΙ ΚΑΒΑΛΑΡΗΔΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΣΤΙΧΟΙ / THE BLACK RIDERS AND OTHER LINES”, σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα.

PG8960

Χριστόφορος Μπότσης, Τρια ποιήματα

chrisbotsis

ΣΦΙΧΤΟ ΜΑΝΙΚΙ

Είχα ένα όνειρο τις προάλλες,
ήμουνα λέει ένας γυμνοσάλιαγκας, η κάποιο είδος
μαλάκιου τελοσπάντων.
Και δεν υπήρχα ακριβώς, τουλάχιστον
δεν υπήρχε η έννοια του “εγώ είμαι ζωντανός και
παρών”, και απλώς γλιστρούσα
από ΄δω και από ΄κει, ένας κόσμος χωρίς τριβή, και
τα πάντα μπαινόβγαιναν
μεταξύ τους, δεν υπήρχαν διαφοροποιήσεις,
όλα ήταν ένα και ένα ήταν όλα. Ξαφνικά όμως,
με τύλιξε μια βαριά
κουβέρτα φτιαγμένη από γνώριμο κρέας, με κόκαλα
και φλέβες και κλειδώσεις,
και με είχε σα μια λουκανικόπιτα, η οποία
σιγά σιγά με απέβαλε, όπως το σκατό αποβάλλεται από
το σφιχτό μοβ
μανίκι το πρωκτού, και με τράβηξαν
και με σήκωσαν από τα ψωριασμένα μου πόδια, μου έχωσαν
δυο, τρεις χαστούκες
και φώναξαν: “Ένα αγόρι! Ένα αγόρι!”
Και εγώ γκάριζα μια αιωνόβια κραυγή, πραγματικά, δεν ήμουν
τίποτ΄ άλλο από ένα ορθάνοιχτο
στόμα, με ωμά ούλα και ρυτιδιασμένο
δέρμα από φλούδα πατάτας. Και όλοι φώναζαν οργιαστικά:
“Να ο κανακάρης μας!
Να ΄το το αγόρι!” Και ΄γω, με όλο μου
το είναι κατασταλαγμένο σ΄αυτήν την κραυγή, τους απαντούσα:
“Είμαι ένα τίποτα, είμαι ένα τίποτα!”
“Ένα αγόρι, ένα αγόρι! Να ΄το το αγόρι μας! Να ΄το! Να ΄το!
“ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ!
ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ!”

***

ΚΑΡΝΑΤΑΚΑ

Μια φορά,
ήμουν εθελοντής στην Ινδία,
και ζούσαμε, εγώ και οι σύντροφοί μου, σε απαδασωμένες εκτάσεις,
με άστεγους γηγενείς πληθυσμούς,
και όλοι έμεναν “προσωρινά” σε χαμηλά προκάτ,
και δε τους βλέπαμε ποτέ έξω,
μόνο καταλαβαίναμε πως υπήρχανε
από τα μαύρα ματάκια τους που μας κατασκόπευαν
απ΄ τις εισόδους
και δεν υπήρχε ήλιος, μόνο ένας απέραντος καταγάλανος ουρανός
που ήταν αυτούσια φωτισμένος.
Τότε, όταν πήγα ως εθελοντής,
και σκάβαμε τρύπες στα ρυτιδιασμένα χωράφια της Καρνάτακα,
με το φράγμα αχρηστευμένο πια
χωρίς τίποτα υγρό να περικυκλώνει την τσιμεντένια αγκαλιά του,
και τις αλογόμυγες και τις ψείρες
ψόφιες παντού στα ραγίσματα της αποξεραμένης λάσπης,
είχαν έρθει να μας βοηθήσουν
κατηχητικά τάγματα
εφήβων, υποψήφιοι διαπραγματευτές τρομοκρατικών ομίλων,
που μίλαγαν πιο δυνατά απ΄όσο θα΄πρεπε
σε στάσεις του λεωφορείου,
και ενάρετων χελονολόγων
που έσπευαν να προλάβουν
το νευρωτικό σαλτάρισμα της διδακτέας τους ύλης,
και μας βοήθαγαν να σκάψουμε τρύπες,
αμβλύνοντας τις εθελοντικές μας τσουγκράνες
και ξεθάβοντας γόπες, πάμπερς, σερβιέτες
και άδεια μπουκάλια κουμκουάτ,
και είχαμε σκάψει μια τρύπα,
πέντε μέτρα βάθος,
βάλαμε πάνω σ΄αυτήν δύο μεγάλα σανίδια,
βάλαμε γύρω ένα ψηλό, συνθετικό παραβάν,
και φτιάξαμε μια βαθιά τουαλέτα για να χέζουμε.
Και πηγαίναμε όλοι σ΄αυτήν την τρύπα και χέζαμε,
και μέσα σε μια ΄βδομάδα η τρύπα είχε σχεδόν γεμίσει,
και όλα μας τα σκατά και τα κάτουρα
γουργούριζαν με κοχλασμούς, ενωμένα μέσα σ΄αυτήν την σούπα.
Και να σας πω, και μην γελάσετε,
τί απόλαυση που ήταν, να χέζω σ΄αυτήν την τρύπα
στην οποία οι συνάνθρωποι μου, οι σύντροφοι,
έχεζαν,
και πόσο μεγαλύτερη απόλαυση,
όταν συνειδητοποίησα,
πως ο καθένας από ΄μας, όταν έχεζε,
κοίταζε πέρα, πάνω απ΄το τετράγωνο περίγραμμα του παραβάν
και κοίταζε το ίδιο καταφωτισμένο τετραγωνάκι ουρανού.
Τι υπέροχο που όλοι μας μοιραζόμασταν εκείνο το κομμάτι ουρανού
ενώ χέζαμε, το οποίο άνηκε μόνο σε ΄μας.
Αυτό το επιφανειακά μονόχρωμο και επίπεδο κομμάτι
έκρυβε μέσα του
το απέραντο βάθος του σύμπαντος,
ένα γαλάζιο που βαθαίνει και απομακρύνεται από ΄μας
χωρίς σταματημό.
Κάθε φορά που έχεζα σ΄αυτήν την τρύπα,
κοίταζα τον ουρανό
και ενώ άφηνα το σώμα μου και ταξίδευα απείρως μπροστά,
ταυτόχρονα ξεγλίστραγα από πίσω και ενωνόμουν
με την γη και τους συντρόφους μου.
 
***

ΝΤΟΜΑΤΕΣ

Κάθε μέρα, καθαρίζω ντομάτες.
Επαναληπτικά και σταθερά, καθαρίζω ντομάτες.
Μια λεπτή στρώση αγνού δέρματος έχουν, που την τραβάω
διστακτικά, και έπειτα με πολύ φόρα, ώσπου να διαλυθούν οι θλιβεροί
κόμποι των λέξεων τους. Κάθε μέρα ξεφλουδίζω ντομάτες. Είναι σε απόψυξη
οι καημένες, έχουν βγάλει όγκους στα βυζάκια τους.
Τις προάλλες ήμουν σε μια καφετέρια στο Χαλάνδρι,
με κάποια διακεκομμένη φίλη που την ξεφύλλισα κατά λάθος
σε μια χρεοκοπημένη μπουτίκ στον πεζόδρομο εδώ, πιο πέρα, και ενώ
παρεστιγμένα συζητούσαμε, μας ένιωθα να εξατμιζόμαστε, να εξατμιζόμαστε…
Μα πάνω απ ́ όλα να φοβόμαστε. Οπότε αποφύγαμε τα βαριά, και πιάσαμε το τέσσερα
σαράντα- επτά.
Κάθε μέρα, μα κάθε μέρα, καθαρίζω ντομάτες.
Την έχω βγάλει με μακαρονάδες. Επαναληπτικά, ξεφλουδίζω,
με το μαχαίρι ξεφλουδίζω τις κονσέρβες. Εκείνη η διακεκομμένη κίνηση
με το μαχαιράκι, εκείνο το όνειρο της παρεστιγμένης φίλης, στο οποίο αυτή και
οι ντομάτες είχαν το ίδιο σώμα, από μάρμαρο και χλωρίνη, και ξαφνικά έκανε εμετό
και απέβαλε τις ντομάτες. Αλλά αυτές,
άφησαν μέσα της τους όγκους τους. Και αυτή
κουλουριάστηκε σε μια τσίγκινη κατσαρόλα, σωριάστηκε σαν
θεατρίνα πάπια που αναπαριστά κύκνεια άσματα, και έκλαψε ρινίσματα
σιδήρου. Οι ντομάτες με το ένα, κοινό τους στόμα, στραπατσαρισμένο με θεόστραβη
ουλίτιδα, γέλαγαν και κορόιδευαν, σαν μαλακισμένα έκαναν. Αλλά εγώ ξέρω πως
οι ντομάτες αυτές έχουν και ένα
δεύτερο, μυστικό, στόμα, κρυμμένο βαθιά μέσα στα
πούπουλα τους. Ένα μυστικό, τρυφερό στοματάκι, τόσο τρυφερό
που κόβεται με την καρδιά ενός μαρουλιού, που μόνο εγώ γνωρίζω πως
υπάρχει, και μόνο εγώ φιλάω. Οι ντομάτες αυτές με κοιτάνε επικριτικά γιατί έχουν
σιχαθεί τις ερωτήσεις που κάνω, και έχουν
βαρεθεί να μου μιλάνε. Δε με θέλουν πια στη παρέα τους,
δε θέλουν να λερώνουν τα χέρια μου άλλο με τα ζουμιά τους. Μερικές
φορές όμως, αν κάτσω και τις ψηλαφίσω πολλή ώρα, και έτσι, τις πείσω, με
αφήνουν μέσα τους, και μπαίνω ολόκληρος μέσα τους, δάχτυλα πρώτα, μετά το κεφάλι,
τον κορμό, με αφήνουν να μπω μέσα τους
και να τις φορέσω, να πατάω τα στομάχια τους, να τις φέρνω καούρες
να καίγονται οι φωνητικές τους χορδές και να μη μπορούν να μου φέρουν αντίρρηση –
Κάθε μέρα καθαρίζω ντομάτες, κάθε μέρα καθαρίζω ντομάτες…
 
*Ο Χριστόφορος μεγάλωσε και ζει στην Αθήνα, αν και, ως ταξιδιάρικη ψυχή, έχει ζήσει τα τελευταία χρόνια στην Αυστραλία, στην Ινδία και στην Αγγλία. Τελείωσε πρόσφατα τις σπουδές του στις Καλές Τέχνες και περνά τον ελεύθερό του χρόνο ζωγραφίζοντας και κυνηγώντας εκδοτικούς οίκους για να κοιτάξουν τα ποιήματά του. Δουλεύει σε γκαλερί στο κέντρο της Αθήνας.
**Αναδημοσίευση από Το Παράθυρο στο https://toparathyro.com/2016/07/02/χριστοφοροσ-μποτσησ-τρια-ποιηματα/