Να με πείσεις. Ότι δεν υπάρχει τίποτα
έξω απ’ αυτό το δωμάτιο.
*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com
Να με πείσεις. Ότι δεν υπάρχει τίποτα
έξω απ’ αυτό το δωμάτιο.
*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com
Πεντακόσια χρόνια πίνοντας απ’ την ίδια πηγή και δε συνέβη σε κανένα να γεμίσει την κανάτα με άλλο καταραμένο πράγμα: μουσική του ασανσέρ, τριαντάφυλλα και κουκούλια
οι ρυτίδες των χειλιών της Παρθένου Μαρίας περιέχουν ένα μήνυμα που ρέει απ’ τις καρδιές σαν ποτάμια old fashioned ανθρώπων και στίχους του e e cummings
Collige virgo rosas μάζεψέ τα κάνε μ’ εκείνα μια ζώνη βγες στο δρόμο κάπνισέ τα αν είναι απαραίτητο
χόρεψα με έναν άνδρα που παρακαλά στις εκκλησιές και φοράω ένα φόρεμα φτιαγμένο από τσάντες ζαχαρίνης
ένιωσα τα τριχοειδή αγγεία της μύτης σπασμένα τον εγκέφαλο λίγο ή καθόλου οξυγονωμένο ένα παραθυρόφυλλο γεμάτο τρύπες
τσουρουφλίστηκα με τον ήλιο της συμφοράς περιμένοντας μερικά πλοκάμια που υπάρχουν μόνο στα βιντεοπαιχνίδια του Lucas Arts
επίσης ικέτεψα τον Babaji με τα μάτια στυλωμένα στη ραφιέρα του δικού μου
δωματίου
και πέρασα με ένα δερμάτινο μπουφάν επιθυμώντας να κλωτσήσω τους κάδους με την απελπισία του πράσινου σταυρού του φαρμακείου
τραγούδησα παραλυμένη απ’ τον τρόμο θέλωντας να είμαι ο Roy Orbison με το λαιμό σφήκες γεμάτο
όλα για να καταλήξω καταβροχθισμένη από κάτι κι απ’ τη ζωή πιο μεγάλο
αφού είχε εξαλειφθεί το φως ο χρόνος το ύστατο φυσσίγιο
(Από Το κουτί των μπισκότων)
I
Φοράμε το κοστούμι και βγαίνουμε στον κόσμο:
το κοστούμι των ατόμων, ο κόσμος και τα καθήκοντά του,
οι ουρές πέρα απ’ τον τάφο. Ένα μέρος εμετικό.
Στριμώχνονται μαγδαληνές, ο ιδρώτας, κτήρια,
άσφαλτος καναδική, φύση κρυφή.
Ο κόσμος που ταλαιπωρείται, αγωνίζεται για τη βροχή.
Η βούληση η αστική, αυτός ο άταφος σταυρός,
η κενή δειλία, βρώμικα του χθες ποτήρια.
Η ζωή είναι σαν ένα κοστούμι: άμα τεράστιο δεν μας έρχεται
φοβόμαστε μήπως μας το λερώσουν, μήπως μας σκίσουν την πλάτη.
Το φοράμε, προσαρμοσμένος κανένας δε μένει.
Δεν έχει σημασία τι αναμένεται. Πάντα στο ίδιο ράφι
δύο επιλογές συναγωνίζονται για ένα όνειρο χρυσωμένο:
ένα ταξίδι πρώτης τάξης στον παράδεισο τον κλεμμένο.
(Από το Ασυμφωνίες στο εργοστάσιο κλωνοποίησης)
*Η Deborah Antón Soriano (Αλικάντε, 1986), μεγάλωσε στην Έλτσε, σπούδασε Διαφήμιση και Δημόσιες Σχέσεις στη Μαδρίτη και Ισπανική Γλώσσα και Λογοτεχνία. Έχει εκδώσει ένα βιβλίο και μία ποιητική συλλογή, ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε ποιητικές ανθολογίες και κάποια από αυτά έχουν βραβευτεί.
**Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη.
Πιάτο ολοστρόγγυλο από πορσελάνη πραγματική
και στη μέση ένα μήλο
Απέναντι του
ένας ζωγράφος της πραγματικότητας
μάταια προσπαθεί να το ζωγραφίσει
το μήλο όπως είναι
αλλά
δεν αφήνεται έτσι
το μήλο έχει κάτι να πει
κρύβει πολλά καμώματα στο σάκκο του
το μήλο
και να’το που γυρίζει
στο πιάτο το πραγματικό
ύπουλα γύρω από τον εαυτό του
αργά χωρίς να κουνηθεί
και σαν το δούκα της Γκίζας που μεταμφιέστηκε σε βαλβίδα γκαζιού
γιατί ήθελαν με το ζόρι να του κάνουν το πορτραίτο
το μήλο μεταμφιέζεται σ’ ένα ωραίο μεταμφιεσμένο φρούτο
και τότε ο ζωγράφος της πραγματικότητας
αρχίζει να καταλαβαίνει
ότι όλες οι όψεις του μήλου είναι εναντίον του
και
όπως ο δυστυχισμένος φτωχός
όπως ο φτωχός άπορος
που ξάφνου βρίσκεται να ευχαριστεί έναν
οποιοδήποτε σύλλογο φιλανθρωπικό και ελεήμονα
κι επίφοβο φιλανθρωπίας ελεημοσύνης και φόβου
ο δυστυχής ζωγράφος της πραγματικότητας
γίνεται ξαφνικά θλιβερή λεία
μιας αναρίθμητης ορδής συλλόγων ιδεών
Το μήλο γυρνώντας θυμίζει τη μηλιά
τον Παράδεισο της γης την Εύα τον Αδάμ
το ποτιστήρι
τη δεντροστοιχία τη σκάλα
τον Καναδά
τις Εσπερίδες
τη Νορμανδία
το ερπετό του σφαιριστηρίου και τον όρκο του μηλίτη
και το προπατορικό αμάρτημα
και τους προγόνους της τέχνης
την Ελβετία με το Γουλιέλμο Τέλλο
κι ακόμη το Νεύτωνα
τόσες φορές βραβευμένο στην έκθεση της Παγκόσμιας Έλξης
κι ο ζωγράφος ζαλισμένος χάνει απ’ τα
μάτια του το μοντέλο του
κι αποκοιμιέται
Και τότε ο Πικάσσο
που πέρναγε από εκεί όπως από παντού
κάθε μέρα σαν στο σπίτι του
βλέπει το μήλο και το πιάτο και το ζωγράφο που κοιμάται
Τι ιδέα κι αυτή να ζωγραφίσεις ένα μήλο
λέει ο Πικάσσο
και ο Πικάσσο τρώει το μήλο
το μήλο λέει: Ευχαριστώ
και ο Πικάσσο σπάει το πιάτο
και αποχωρεί χαμογελώντας
και ο ζωγράφος βγαλμένος άγρια από το όνειρο του
σα δόντι
βρέθηκε ολομόναχος μπροστά στο έργο του το μισοτελειωμένο
και μες στη μέση του σπασμένου πιάτου
αντίκρισε τα τρομερά κουκούτσια της πραγματικότητας
*Μετάφραση από τα γαλλικά: Βάλια Σερέτη. Το ποίημα και το σκίτσο της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Poetry Bar http://poetrybar.blogspot.com.au/2013/10/blog-post.html
Ένιωσαν τα χέρια να κρατούν αυταπάτες
Τα έβγαλαν από την θέση τους
Τα έβαλαν μια έλξη μια λέξη πιο κάτω από τον ώμο τους
Κι έπειτα έστρεψαν το βλέμμα στον καθρέφτη
Πόσο αταίριαστη ένωση
Πόσο βαθιά αυτονόητη κι επινοημένη
Και εμποτισμένη με πείσμα και εμμονή
Πόσο εκ του μηδενός εκπορευόμενη
Άκουσαν έπειτα δύο τρία λαικά άσματα
Λίγο ένιωσαν παλμό
Και γύρισαν
Τον καθρέφτη από την ανάποδη
Το σώμα από την άλλη μεριά
Το άσμα από την αρχή
Και τερμάτισαν συνεύρεση
Και συνομιλία
Μέχρι εκεί ακουμπούσε η πρώτη το μπράτσο
Ο δεύτερος τον κώλο
Και οι δυο μαζί τα χέρια
Σε μια έλξη μια λέξη
Πιο κάτω από τον ώμο τους
Δύο (οι εραστές του απόλυτου τίποτα)
Ο μόνος λόγος που άντεξαν ακόμη
Ήταν ότι ακόμη άντεχαν
Κι είχαν περιέργεια
Κι έτσι αφέθηκαν
Απρόθυμα να βαδίσουν
Μέχρι που ήρθε η δύναμη να ορίζουν το βήμα
Το ένα πόδι πίσω από το άλλο
Και μια εποχή πίσω από την ιστορία
Έναν άνθρωπο
Δίπλα σε ένα άλλο σώμα
Όταν ανακάλυψαν τον χάρτη
Και την ήπειρο
Έκοψαν το σχήμα
Κι έδωσαν άλλο όνομα
Καθώς έκαναν γεωτρήσεις νερού
Και κάποια στιγμή δίψας είδαν ότι ακόμη αντέχουν
Κι έφτυσαν στη γη δυο φορές το όνομά τους
Ξεκοίλιασαν την διαδρομή
Την πορεία
Η περιέργεια για προορισμό
Όλο μεγάλωνε
Μαζί με την εποχή
Το σώμα τους
Και τον χρόνο.
*Το σκίτσο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.
ανύποπτος
άφησε τήν πολιτική νά αρχηγέψει επάνω του,
αυτή τήν άγλωσση καί υπάκουη πουτάνα τής βιομηχανικής κερδοφορίας
καί τόν στρατολόγησε στήν “Διεθνή τής Κατανάλωσης”,
μέ τόν κυνικό οπορτουνισμό τού μυαλού του νά έχει υποτροπιάσει
είναι ταγμένος σέ μιά ζωή
πού ξεκινάει μέ τίς αισιόδοξες φαντασιώσεις καί τήν αφέλεια τού Τίποτα
καί τελειώνει μέ τήν απογοήτευσή τού Τίποτα,
τόν συνάντησα ανατριχιασμένο
νά αναρωτιέται δυνατά,
πώς φαντάστηκα ότι μπορώ νά ζήσω χωρίς τήν αλήθεια τού όνειρου
τού ανυπάκοου στά “αποφασίζουμε καί διατάζουμε ” τής πραγματικότητας;
Δεν γράφω για να χαϊδέψω αυτιά
ούτε τα δικά μου
γράφω για τους φίλους μου
τ’ αδέσποτα σκυλιά
γράφω για τους φίλους μου
τ’ ατίθασα παιδιά
γι’ αυτούς που λένε όχι
ξέρω είναι λίγοι
μα τι να τους κάνεις τους πολλούς
αυτοί είναι μαντρωμένοι
σε στρατόπεδα ενταγμένοι
γράφω γι’ αυτούς
που ονειρεύονται ακόμη
κάτι καλύτερο
κάτι πιο όμορφο
από την κόλαση
που ζούμε σήμερα όλοι.
Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν η βραβευμένη από την Poetry Society of America ποιητική συλλογή Αιώνες (Aeons) του Max Ritvo, σε μετάφραση και επιμέλεια της συντακτικής ομάδας του Τεφλόν.
Ο Μαξ Ρίτβο, τον οποίον παρουσιάσαμε στο τχ. 12 του περιοδικού, γεννήθηκε το 1990 στο Λος Άντζελες. Από μικρή ηλικία έπασχε από το σάρκωμα του Ewing, μια σπάνια μορφή καρκίνου των οστών. Ποιήματα, συνεντεύξεις και δοκίμιά του έχουν δημοσιευτεί σε διακεκριμένα περιοδικά όπως τα The Los Angeles Review of Books, New Yorker, Poetry, Boston Review και Yale Literary Magazine. Σπούδασε ποίηση στο Πανεπιστήμιο Γέιλ και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Έφυγε από τη ζωή στις 23 Αυγούστου 2016.
[ Λίγα λόγια για το βιβλίο ]
Στους Αιώνες ο Ρίτβο περιστοιχίζεται από πρόσωπα σε ένα σύμπαν μέδουσα. Το όνομά του βρίσκεται στο στομάχι μιας χήνας. Η γλώσσα είναι ένα φύλλο που σκίζεται, ένα βουλωμένο υδραγωγείο. Οι επιθυμίες δεν φωτίζουν στιγμιαία την οθόνη του μυαλού αλλά χρωματίζονται αργά καθώς περνούν μέσα από το σώμα. Το σώμα που είναι άλλοτε ουρανός, άλλοτε καβούκι, άλλοτε ύφασμα. Η βελόνα του πικάπ εισχωρεί στο κεφάλι. Στην καρδιά φυτρώνουν νύχια. Το δέρμα βρίσκεται σε ανοιχτό διάλογο με τον φλοιό και τον οπό των δέντρων. Το μυαλό είναι ένα μαύρο γάντι. Ο βολβός της τρίχας κάτι που μασιέται μέχρι να βγάλει χυμό. Το αίμα χαρούμενο κι εξουθενωμένο. Ο θάνατος καρδιοκατακτητής.
Η ποίηση του Ρίτβο αποτελεί θαυμαστό μείγμα αμεσότητας, εμβρίθειας, γρίφων, επινοήσεων, ενσαρκώσεων και εκλάμψεων. Πότε φασκιωμένη με τη ζεστασιά των θηλαστικών και πότε «δέσμη καθάριο νερό που εκρήγνυται» κρύβει μέσα της «μια ελπίδα σε σχήμα πουλιού». Στους διαδρόμους των νοσοκομείων ο ποιητής παρατηρεί ψύχραιμα και διερευνητικά το μαβί διάχυτο φως ενός επικείμενου θανάτου˙ ξαπλωμένος ανάσκελα στον τομογράφο τού στέλνει φιλιά.
[ Δείγμα Γραφής ]
Σκέϕτηκα ότι θα κατανοούσα τον κίτρινο κεραυνό
σε μια ζωγραϕισμένη καταιγίδα –
τον αποϕασιστικό τρόπο με τον οποίο εξαϕανίζεται
καθώς ϕαντάζομαι τον εαυτό μου να εκσϕενδονίζεται
με το κεϕάλι στον πίνακα.
Αντ’ αυτού έχω αυτή την εικόνα δυσαρέσκειας,
σκέψη που δεν εγείρεται, αλλά χωρίζεται στα δύο
στην αναπάντητη ερώτηση του κεραυνού,
το μυαλό μου
ένα μαύρο γάντι
που το περνάς για άντρα
στη μέση μιας χιονοθύελλας
***
Έτσι τώρα εκείνος καταλαβαίνει λάθος, θυμάται
τα δάχτυλα, νιώθει έρημος.
Από κάτω του κολυμπούν κυανόπτεροι τόνοι με
πενήντα μίλια την ώρα,
γρήγοροι και αόρατοι σαν τα κατεργάρικα δάχτυλα.
Αυτές οι θαλάσσιες ραϕές, αυτοί οι μαυριδεροί
μανδύες εντέρων,
είναι τόσο γρήγοροι όσο και οι σκέψεις του ψαρά.
Καθώς η σκέψη προχωρά μπροστά,
ένα νέο ψάρι ανεβαίνει μέχρι την καρίνα της
αγκυροβολημένης βάρκας –
ποιητική συνενοχή μεταξύ πολλών,
ποιητική συνενοχή των σιωπηλών,
νανούρισμα μέσα σε άλλο νανούρισμα.
***
ΣΥΜΠΑΝ ΟΠΟΥ ΔΕΝ ΗΜΑΣΤΑΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ
Μου δόθηκε ανταμοιβή:
Εσείς οι δύο θα επιλέξετε
πού θα αναπαυθώ.
Είμαστε τρεις γλυκύτατοι κυνηγοί με το βλέμμα καρφωμένο
στον ποτισμένο με λίπος βούρκο.
Στο βάθος κάθε τρύπας από σφαίρα
αναζητούμε τον φακό του γυαλιού
που θα ανατίναζε το είδωλο
της λείας μας.
Είναι ένα χαστούκι δυνατού αέρα.
Κοιτάμε ψηλά
το ιλαρό φεγγάρι.
Πέφτω κάτω στη λευκή λάσπη.
Όταν η αναπνοή παίρνει να γίνεται άρρυθμη,
γαργαλήστε με, πολυαγαπημένοι μου –
προκειμένου η αρρυθμία να μπερδευτεί.
***
ΟΠΩΣ Η ΕΥΑ
Κρατώ το σώμα απ’ το οποίο φύτρωσα˙
το πλευρό σου είναι ο λάκκος μου.
Είμαι ένα ημισέληνο στεφάνι από φύλλα˙
ο ομφαλός σου εκπνέει αυτές τις λέξεις.
Επίκαιρο
Πανταχού, 2038, τίτλος ποιήματος: για όσες άοσμες ψυχές ανασυρόμενες πέραν του μολυβιού
αμέτρητες ώρες των υψηλών, εντός των τειχών
για άνοστα συσκευασμένες αποφάσεις
αμέτρητα ελλειπτικά δρομολόγια της οδού Συμπληγάδων
για προορισμούς εύηχα γνωστούς
κορμιά ξεβρασμένα στα βράχια
πλάι σε όσα απώθησε
η καταναλωτική καθημερινότητα
τιμητικές παρελάσεις των καθαρών σε συγκεντρώσεις ψυχών ∙
βλέμματα σε εκθέματα
μάτια που δεν κλάφτηκαν από βουρκωμένους καθρέπτες
ανείπωτα ποιήματα για βασανιστικά πλεούμενες ψυχές
προέλευση εγγραμμένη στο σώμα ως μαρτυρία και σύμπτωμα
εκούσια απαίτηση η κλίση των ρημάτων της ζωής με ένα «δεν» μπροστά
Δυο φορές Ξένος: εντός κι εκτός
Νέττα, 4/11/2015
***
Στάση Αναμονής
εγκλωβισμένη σ’ ένα βαγόνι στο κενό
ακροβατώντας στις λεκτικές ραφές
πλέκω τις φωτογραφίες του παρελθόντος
για να φωτίσω ένα άχρωμο παρόν
κλείνω τα ρήματα του μέλλοντος
με φοβισμένα «θα»
και δευτερεύουσες του χθες
απαλύνω τις πληγές του σώματος
με αθεράπευτα δάκρυα
κρατώ τα ακρωτηριασμένα κομμάτια
και τα ράβω ξανά στο σώμα μου
αναμειγνύοντάς τα με λέξεις
σκαλίζω στο μέλλον
να αποκόψω τα ασθενικά σημάδια της αδράνειας
αναμένοντας
Νέττα, 17/5/2016
Του Νότου
Οι Δώδεκα Απόστολοι
είναι βράχοι
μοναχικοί στη θάλασσα
έτσι, παρότι ατίθασος είναι ο συμβολισμός
επικυρώνεται τουλάχιστον
στο ότι
η αγιότητα
είναι μια
δαρμένη, θαλασσοδαρμένη αλήθεια
μια σκανδαλοθηρία
του Νότου, όπως είναι οι τόσες άλλες,
οι υπόλοιπες
αλήθειες του
***
Υστερώ να πιστέψω
Σήμερα, όταν σε είδα
τα μάτια σου ήταν αλμυρά
όπως της διχασμένης μέρας
πάνω από τα μοναχικά φύκια…
σε μια έρημο μόνο τα μαλλιά σου μείναν,
το περασμένο καλοκαίρι
σ’ ένα στενό δρόμο
στην όαση
σε πρωτογνώρισα
να περιμένεις ένα ταχυδρόμο
να σου μιλήσει
με τα γράμματα τα κλειστά των άλλων…
ήταν όλα μηχανισμοί
και ειδωλολατρείες των πιστών της σταθμευμένης σιωπής
εγώ, σου το είχα υποσχεθεί
κι έπρεπε να με πιστέψεις
πως κάποια στιγμή θα φαινόταν
το πουκάμισό μου ανοικτό στο στήθος των αστεριών
που μαζεύτηκαν πάνω από τον ύπνο σου
και στριμώχνονταν ποιο από όλα ν’ αγαπήσεις
είμαστε πολύ προσωρινά ντυμένοι
με το γρήγορο
υστερώ να πιστέψω γιατί
γιατί δεν μ’ αναγνώρισες
από τα σημάδια των ήλων μου
*Από την υπό έκδοση συλλογή “Τα Σκέρτσα της Αλέγκρας”.
Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς που σκύβουν
Πάνω από ένα καθαρό κομμάτι χαρτί
Μέσα σε βρόμικες διαλυμένες κάμαρες
Γεμάτοι οργή κι απόγνωση
Αποφασισμένοι ωστόσο
Να το λεκιάσουν με λέξεις
βρόμικες λέξεις
άγιες λέξεις
λέξεις κλειδιά
ιδέες φαντάσματα
λυτρωτικές φράσεις
Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς τους μανιακούς του λόγου
Να γλείψω το μελάνι από τα δάχτυλά τους
Να φιλήσω τα παραμορφωμένα τους μέτωπα
Να συμμαζέψω τις τσαλακωμένες τους ονειρώξεις
Να διορθώσω τα ορθογραφικά λάθη του έρωτα τους
Να τους καθησυχάσω
Να τους πείσω πως δε χρειαζόμαστε άλλο αίμα γι’ απόψε
Πως χορτάσαμε
Κι ύστερα να τους βάλω στο κρεβάτι
Και να τους νανουρίσω
*Από το βιβλίο «Πώς τολμάς και νοσταλγείς, τσόγλανε;», εκδ. Α.Α. Λιβάνη 1999.