Παύλος Αβραμίδης, Αζήτητα – …ένα ποίημα εν είδει μικρού μανιφέστου…

Andrea Kowch, Τhe catch

Andrea Kowch, Τhe catch

Προσέχω πάντα με τι ταχύτητα πάω στα αζήτητα.
Υπάρχει μια γενική κατηγόρια.
Λες και νέα και παλιά γενιά είναι χώρια.
Φαίνεται η ποίηση είναι σταθμός του τραίνου
Ανακοίνωση σε όρια στενά κι εξυπηρετικά.
Πού θα πας, πού θα κατέβεις, πόση ώρα θα περιμένεις. Πόση ώρα περίμενες.

Ό,τι προσπάθειες και να κάνεις τους συντεχνίτες δεν τους φτάνεις.
Σ΄ευχαριστώ χρυσή μου, σ΄ευχαριστώ χρυσέ μου.
Έχουν ανταλλαγεί καμιά δεκαπενταριά Νόμπελ σε μια βάρδια διαδικτύου.
Πρέπει την κολακεία τους να την ξαρμυρίσεις για να τη φας.

Κι όλα ψεύτικα. Σαν τα πλαστικά πιάτα των εξοχικών στην Ανάφη, την Άνδρο και τη Τζια.
Ό,τι τους αρέσει, ειλικρινά λένε
Με γουρλωμένα μάτια. Με εξόφθαλμη επιταγή στον άδικο τον ξένο.

Τους αρέσουν τα αλεξίπτωτα επειδή δεν τους αρέσει να πέφτουν.
Και πώς να πέσουν όταν έχουν βάλει μέχρι τον ουρανό νεκρά ποιήματα.

Αν εγώ είχα σκαρφαλώσει βραδιάτικα στον τοίχο θα΄μουνα κλέφτης.
Αν είχα τελειώσει με άλλου ποιητή το στίχο θα΄μουνα ψεύτης και υποκριτής.
Όμως όταν πας συστημένος στη μάχη ή με μεγάλο στρατό
Δε θα ξημερώσει ποτέ ο ήλιος
Ιδίως αν τρέχει μες τη μέρα κατά μήκος σ΄αυτή τη μεσοράχη
Όταν ελλείπουν οι στιγμές απόγνωσης πάνω απ το χαρτί, τα έναντι της ιστορίας άγχη
Τι να τον κάνεις τον εχθρό
Να σου κρατάει το ζάρι;

Αλλά κανείς τους στο Poetry ή στο Paris Review εκτός των Μεγάλων
Δεν έχει δημοσιευτεί ούτε καν συνεντευξιαστεί
Ούτε σαν όνομα υπάρχει, ούτε σα νύξη μηδαμινή.
Κι είναι 50 χρονών άνθρωποι και βάλε
Μα είναι απασχολημένοι με τα blogs των φίλων τους
Και των ηθικών το μάτι βάλε βγάλε.

Σέρνουν του μέτριου και κενού τον χορό
Που βελτιώνεται μόνο από πεποίθηση
Όλο και δυνατότεροι με τα Ναι τους
Όπως περίπου λέει ο πεθαμένος ποιητής
Ούτε απ΄αυτό το δρόμο πας χαμένος.
Και δε λέω ότι είσαι άχρηστος.
Μόνο τυχαία καλός και πουλημένος.

Για τα ψώνια της ημέρας που έκαναν καθώς και που συνάντησαν
Και τα χιουμοριστικά ποιηματάκια των φίλων τους φυσικά
Που τάχα πρέπει να σωθούν, σαν αίγαγροι.

Άλλη ελπίδα δεν τους μένει για διάκριση.
Οι έλληνες του εξωτερικού και η ξένη αλληλογραφία.
Να πνίξουν τις πρωτότυπες ιδέες και τη θεματολογία.

Μα πώς να τους πάρει στα σοβαρά ο ξένος
Ο αναγνώστης που θα διαβάσει το βιβλίο τους Κυριακή πρωί
Μπροστά στα παγκάκια του καθεδρικού της Αμιέν
Όταν η αγαπημένη λέξη τους είναι το «τεριρέμ».

Που κανείς πια δεν ξέρει τι σημαίνει
Μόνο η Χάρις ή πως-τη-λένε Αλεξίου
(Ζώρζ Μπρασσάνς εσύ δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς,
εσύ δόξασες το στίχο και τη μελωδία
κι έπλενες τα χέρια σου δίπλα στον καμπινέ του στόμφου)
Ή ο τριαντάχρονος ή ο εικοσάχρονος
Που όταν γράφει ποιήματα με τις εκφράσεις τις ηλικίας του
δεν του αρέσει να μένει.

Θυρόφυλλα απροσάρμοστα
Δάκρυα προ καιρού χαμένα
Ίσως για μια πάστα που έπεσε στο καναπέ
Δειλία για τα περασμένα.

Και έχοντας το κεφάλι του υπόπτου στη γκιλοτίνα ανφάς
Αντιδρούν για της ελληνικής ευρυπρέπειας τις απολιμάρες
Αχ βρε ψευτοηθικέ και ψευτοαυστηρέ ακόμα γαργάρα
Από πρόβες με την αόρατη μπέρτα του βασιλιά που΄χεις να κάνεις αφού πας.

Τελικά ο καλύτερος είναι αυτός που έχει πάει τις πιο πολλές διακοπές
Βοηθάει, δε λέω, στη σύσφιξη του ανθρώπινης ουσίας για να μη χύνεται
Σε υπονόμους νυχτερινού ονείρου που η δίκαιη μοναξιά έχει πεταχτεί.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από την ιστοσελίδα του περιοδικού “Βαβυλωνία”: http://www.babylonia.gr/2015/12/26/pavlos-avramidis-azitita/

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Μέρες

reflection-boat

Aπόψ’ αδιάθετο το ραντεβού μας
Μείναμε πες ονειροπόλοι…

Σ’ ακρόγιαλα ανύποπτα του νου μας
Πως μέσα μας αφρίζουν διαόλοι.

Απόψ’ αδιάθετο το ραντεβού μας

Μείναμε, πες, άκαιρο μπόλι…

Στ’ ακρόγιαλα τού ημιθανούς πνιγμού μας

Και πέρα μας μακραίν’ η πόλη.


*Από τη συλλογή “Εφημερόπτερα”, 2015.

Κρίτων Αθανασούλης, Ταξίδι

4989262765_43df6d09e2_b

[ ] Είναι καιρός πιά να το πούμε
πώς τούτο το ταξίδι
θα βαστάξει πολύ,
γιατί οι δρόμοι μας κλείστηκαν
από τα πάθη πού προπορεύονται.
Ταξιδεύουμε και πολεμάμε,
χανόμαστε πολλοί μες στην προσπάθεια,
κι άλλοι νοσταλγούμε ένα τέλος,
γιατί σώθηκαν πια τα τρόφιμα της ψυχής
κι ο ύπνος κρεμάστηκε στα βλέφαρά μας

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρεις

Έργο: Δημήτρης Αληθεινός

Έργο: Δημήτρης Αληθεινός

Δεν υπάρχει καινούργια γλώσσα
ούτε λέξεις αθώες.
Στους τοίχους αποκολλημένοι σοβάδες
και θρυμματισμένα κόκκαλα, που
κάποτε υπήρξαν γροθιές.
Εδώ -και χρόνια- όλα νοικιάζονται
για 99 χρόνια.
Τρεις φορές τα χρόνια του Χριστού
τρεις φορές σταύρωση
-χωρίς ανάσταση-
τρεις εις θάνατον.
Εδώ και χρόνια.

Fernando Pessoa, Από τα Ασύνδετα Ποιήματα

images

Μου λες πώς είσαι κάτι περισσότερο
από μια πέτρα ή ένα φυτό.
Μου λες πώς αισθάνεσαι, σκέφτεσαι καί ξέρεις
ότι σκέφτεσαι καί αισθάνεσαι.
Λοιπόν οί πέτρες γράφουν στίχους;
Καί τα φυτά έχουν ιδέες για τον κόσμο;

Ναί: υπάρχει διαφορά.
Άλλα δεν είναι ή διαφορά πού νομίζεις.
Γιατί τό νά εχω συνείδηση δεν μέ υποχρεώνει νά έχω θεωρίες γιά τον κόσμο.

Μέ υποχρεώνει μόνο νά είμαι συνειδητός.

“Αν είμαι κάτι περισσότερο άπό μιά πέτρα ή ένα φυτό; Δεν ξέρω.
Είμαι διαφορετικός. Δεν ξέρω τί είναι περισσότερο ή λιγότερο.

Έχω συνείδηση είναι κάτι περισσότερο άπό τό έχω χρ?μα|
Μπορεί καί ναί μπορεί καί όχι.
Ξέρω ότι απλώς είναι διαφορετικό.
Κανείς δεν μπορεί νά άποδείξει ότι είναι κάτι περισσότερο άπό τό διαφορετικό.

Ξέρω οτι ή πέτρα είναι πραγματική κι ότι τό φυτό υπάρχει.
Το ξέρω γιατί υπάρχουν.
Τό ξέρω γιατί οί αισθήσεις μου μου τό δείχνουν. Ξέρω πώς κι εγώ επίσης είμαι πραγματικός.
Τό ξέρω γιατί οί αισθήσεις μου μου τό δείχνουν, αν καί μέ λιγότερη καθαρότητα απ’ δ,τι μου δείχνουν την πέτρα καί τό φυτό.
Δεν ξέρω τίποτε άλλο.

Ναί, γράφω στίχους, κι ή πέτρα δέν γράφει στίχους.
Ναί, έχω ιδέες για τον κόσμο, ενώ τά φυτά δέν έχουν.
Άλλα είναι γιατί οί πέτρες δέν είναι ποιητές, είναι πέτρες.
Καί τά φυτά είναι απλώς φυτά, καί όχι στοχαστές.
Μπορώ νά πώ πώς είμαι ανώτερος τους γι’ αύτό
όπως καί κατώτερός τους.
’Αλλά δέν λέω αύτό: λέω γιά την πέτρα, «είναι πέτρα»,
λέω γιά τό φυτό, «είναι φυτό»,
λέω γιά μένα, «είμαι έγώ».
Δέν λέω τίποτε άλλο. Τί άλλο πρέπει νά πώ;

*Περιέχεται στο βιβλίο “Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο”, σε μετάφραση και επιμέλεια Μαρίας Παπαδήμα. Εκδόσεις Γκούτενμπεργκ, Αθήνα 2014.

Δήμητρα Καραφύλλη, Επτά ποιήματα

Artwork: Adolph Gottlieb

Artwork: Adolph Gottlieb

ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ

Ήπια, ήπια ποτά
ποτάσα, σαλέπι, πίπερμαν
μάνγκο, Γκόρντονς ντράι τζιν.

Ωραίο το διάλειμμα, μα λίγο
λίγο λικέρ ακόμα – μάμα μία.
Μια ώρα ακόμα Ταρζάν, Γκαμπέν, Γκαμπόρ.
Χολλυγουντιανό φολκλόρ.

Happy End

***

ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Πάνε χρόνια
που έχω διακόψει τις σχέσεις μου
με ενιαύσια αμνοερίφια
σε χωνεμένες θράκες.
Η τσίκνα μάλλον με αηδιάζει
εντούτοις μια τρελλή σκέψη
φώλιασε αναπάντεχα στο νου μου
ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι, καθώς
η γαργαλιστική μυρωδιά
ξεροψημένου κρέατος με σκανδάλισε.
“Λες η γειτόνισσά μου να ξέχασε να κλείσει το γκριλ;”
Βούλιαξα νωχελικά στην αιώρα μου
και με χαμόγελο γλυκιάς προσμονής
γλάρωσα εισπνέοντας το δαιμονικό άρωμα.
Τι κρίμα… Απ’ τη λάρα δεν μ’ έβγαλε
ούτε η σειρήνα της πυροσβεστικής
ούτε το κελάηδισμα του ασθενοφόρου…
Αλλά το κακαριστό γέλιο
της διπλανής μου.
“Στην υγειά μας βρε παιδιά.
Να σκάσουν οι εχθροι μας.
Το τσικινισμένο είναι πιο νόστιμο”.


***

“ΠΙ”

Πάμε Βάρη – Κορωπί
ν’ αγοράσω ένα “Πι”.
Με το “Πι” θα περπατώ
να πηγαίνω στο γιατρό.
Όταν βγαίνω απ’ τ’ αμάξι
με το “Πι” θα είμ’ εντάξει.
Με το “Πι” και το μπαστούνι
θα χτυπάω το κουδούνι.
Στο γιατρό με το μουστάκι
θα κλαφτώ για καροτσάκι
επιγονατίδες, πάτους
με τα χρήματα του κράτους.
Στο σκαλί το τελευταίο
θα ‘μαι έτοιμη για ΚΤΕΟ.

Υποκλίνομαι στο ΙΚΑ
που μου έφτιαξε την προίκα.

***

ΤΟΥ ΣΥΡΜΟΥ

Πρόσωπο: Αλαβάστρινο οβάλ
πλαισιωμένο από τούφες πλατινέ, απείθαρχες.
Μάτια: Γαλάζιες δέσμες φωτεινές
που σκίζουν την πυκνή σκιά και διαχέονται
σε λεωφόρους πλαστικών φαντασιώσεων.
Χαμόγελο: Αμυδρό σε χείλη υγρά
πρόθυμα να προφέρουν το όχι σαν ναι.
Κορμί: Λεπτεπίλεπτο, κινέζικο ιδεόγραμμα.
Το πρότυπο της εποχής μ’ ακολουθεί παντού.
Απ’ τα τεράστια πανό, ως τη μικρή οθόνη
σ’ επίμονη προσπάθεια να με προσηλυτίσει.
Ξεφεύγω.

Σ’ ένα βαγόνι του μετρό με περιμένει.
Απέναντί μου, πλάι μου
όρθια, καθιστή, εφαπτόμενη.
Κιτς απομίμηση ελκυστικού πακέτου προσφοράς.
Εγκλωβίζομαι.

***

ΤΟ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟ

Τελικός προορισμός μου, εσύ.
Ένα ένα αδειάζω τα σακουλάκια με την κρυσταλλική άμμο.
Απογειώνομαι.
Το σκαφάκι μου
πολύχρωμο συννεφάκι ανάμεσα στα σύννεφα
με οδηγεί κοντά σου.
Θάλασσά μου.
Στη θέα σου σκίρτησα. Μαγνητίστηκα.
Ακαριαία τράβηξα το σκοινάκι
να προσθαλασσωθώ στην αγκαλιά σου.
Βίαιη πρόσκρουση.
Αποτέλεσμα αχαλίνωτης παρόρμησης.
Σε εκατομμύρια μικρόκοκκους κρυσταλλικής άμμου
θρυμματίστηκα.
Στο αδιάσταλτο της άρνησής σου
συντρίφτηκα.

***

ΧΑΜΑΜ

Συχνά
με τη στρόφιγγα του ζεστού στο τέρμα
κάνω το λουτρό χαμάμ…
Ορατότης μηδέν.
Φαντάζομαι πως είμαι σε λίμνη στη μέση ενός λειμώνα.
Τριγύρω εφήμερα λουλούδια με γυαλιστερά πέταλα.
Ζωγραφισμένες μονοκοντυλιές
καθώς ο δείκτης του δεξιού μου γλιστράει
στα ιδρωμένα πορσελάνινα πλακάκια.
Κερκοφόρα πουλιά χωρίς λαλιά.
Ψάρια με φτερά χελιδονιού.
Τρελές πεταλούδες με ασύμμετρα σχήματα
και μακριές κεραίες.
Όταν ανοίγω το φινιστρίνι ν’ αναπνεύσω
τα πετούμενα εξαφανίζονται μαζί με τα λουλούδια
και η λιμνούλα μου παγώνει.
Άλλοτε πάλι
μετά τη διαδικασία δημιουργίας ατμόσφαιρας χαμάμ
χαλαρώνοντας καταμεσής της λίμνης
με το μοσχοσάπουνο
Γιώργος, Μυρσίνη, Χαρά, Όσλο, Αθήνα, Μασσαλία
χαράζω στο λευκό σμάλτο της μπανιέρας…
Μικρά ταξίδια επιστροφής
που τελειώνουν μόλις σπάσει και η τελευταία
ιριδίζουσα αρωματική σαπουνόφουσκα.

***

ΧΟΥΣ ΗΝ

Σ’ έχασα Χουσεΐν, κι αναζητώ
δυο φωτεινές γαλάζιες χάντρες,
τα μάτια σου.
Το ρυθμικό ήχο της ανάσας σου. Λυτρωτικό.
Ψυχούλα, ζωούλα, αγκαλιά μου.
Ώρες μπροστά στο τζάμι να ονερεύεσαι
αυτό που φοβόμουν. Παιχνίδι στο δρόμο.
Πόσα πολλά μου στέρησες,
πόσο ακριβή η ελευθερία.

Ψιτ, ψιτ, μικρέ μου δραπέτη
φωνάζω, σε ψάχνω στη γειτονιά.
Κάτω από αμάξια γονατίζω και προσεύχομαι.
Σε μια κηλίδα καταμεσής του δρόμου αναγνώρισα
το αποτύπωμα του κορμιού σου, Χουσεΐν.

Χους ην.

*Από τη συλλογή “Στο βάθος κήπος”, εκδ. Αρκαδικός Κήρυκας, Αθήνα 2011.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Δεκατέσσερα χαϊκού από τις “Έξυπνες βόμβες”

03af2cd8c7c76f21e6b873ff0f45e636_xl

μια εικόνα:
χίλιες λέξεις αξίζει
ένας του στίχος.

είμαι ντεμοντέ.
Περασμένα τριάντα
κι ονειρεύομαι.

έβαλε φωτιά
να κάψει το παρελθόν
κι έγινε στάχτη

άσπλαχνη μέρα
δολοφονεί τη νύχτα
και τ’ όνειρό μου.

χρήμα ο χρόνος.
Όσο τον σπαταλάω
τόσο φτωχαίνω.

μάτωσα πάλι
μα δεν παραδίνομαι.
Τον στίχο ψάχνω.

ανεκπλήρωτα
όλα τα όνειρά σου
μα δεν ξύπνησες.

Τα ψάρια ψητά
μες στον φούρνο με λάδι
και πετρέλαιο.

νέκταρ των θεών:
σε μικρό ταβερνάκι
ούζο με μεζέ.

τα χείλη βουβά.
Μισάνοιχτα προσμένουν
την απάντηση.

φιλί της ζωής
λέγανε το φιλί της.
Τον φαρμάκωσε.

θάλασσα βαθειά.
Πνιγμένες οι ελπίδες
και τα όνειρα.

πικρός ο καφές.
Τη γεύση του γλυκαίνει
με το φιλί της.

σαν σκύλος πιστός
παντού με ακολουθεί
ένα της βλέμμα.

*”Έξυπνες βόμβες”, εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα 2016.

Γιάννης Ρίτσος, H σονάτα του σεληνόφωτος

(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μία ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ’ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ’ τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.)

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια – δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ’ η φθορά του.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ’ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου – η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ’ η καρδιά μου).
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, – όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία –
λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
– μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει
ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου
είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς
με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε
οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου, – διατήρησα καλή την όρασή μου
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
– 8, 16, 32, 64 –
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 –
κ’ οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα –
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; –
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, – φοβήθηκα
τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι
που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων –
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)
μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,
στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ‘βλεπα)
– ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις,
σου φθάνει ο θαυμασμός σου, –
θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. –
Όχι, δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη,
κάτι θα τρίξει, – ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, – δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, –
ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, –
κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή
παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, – πώς να το φέρω; – Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, – αυτό μου απόμεινε,
αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με την γριά βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ’ αφήνουν πια να βγουν έξω
μ’ όλο πού πίσω απ’ τούς τοίχους
μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας –
κ’ η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για που και γιατί –
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου – έστω κ’ ενός αργού θανάτου-
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ’ τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κ’ η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες
που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια πίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
– δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια –
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, – σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου,
τι δυνατό φεγγάρι, – η πολυθρόνα, λέω
– κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι
μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, – αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα,
είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε,
ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος
ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, –
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε;

Βαθύ βαθύ το πέσιμο,
βαθύ βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, –
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, – πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος.
Έτσι κάθε απόβραδο
έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν’ ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο
πού κάνουν οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ’ ετοιμάζω δυο – ποιος να τον πιει τον άλλον; –
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας
απ’ το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες – τι να τις κάνεις; –
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει
να βγω απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, – όχι, όχι το φεγγάρι –
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,-
ν’ ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

walk1

Λογοτεχνικά ιστολόγια: η αφανής ποίηση του διαδικτύου

Της Σταματίνας Τσιμοπούλου*

Ποίηση του διαδικτύου

Ποίηση του διαδικτύου

Κατόπιν πρόσφατης διαδικτυακής ανασκαφής, νέα  λογοτεχνικά ιστολόγια- κοινώς blogs- ήρθαν να προστεθούν στους σελιδοδείκτες μου, ανοίγοντας ένα νέο παράθυρο σε εκείνη την αφανή- αλλά όχι άφατη λογοτεχνία- που στριμώχνεται στις παρυφές του ιστοχώρου και όλο λανθάνει της ευρείας αποδοχής και αναγνώρισης, δίχως συχνά να υστερεί σε περιεχόμενο και πρωτοτυπία.
#1 “caricature of intimacy”
Το ιστολόγιο “caricature of intimacy” κατέχει τα σκήπτρα της διαδικτυακής αυτής εξόρυξης, συγκροτώντας ένα σκληρό λογοτεχνικό πυρήνα με μια γραφή τραχιά μα συνάμα και νεόκοπη.  Το εν λόγω blog μετράει σχεδόν τέσσερα χρόνια διαδικτυακής παρουσίας και διατίθεται ελεύθερα προς σφυγμομέτρηση του ποιητικού παλμού της δημιουργού του. Ολίγον τι αιρετική και ταυτόχρονα παιδιάστικα αθώα, η Τσεβή Τζιτζίκου εξορμεί στις ουτοπίες του λόγου, για να αποκρυσταλλώσει στο χρόνο τις δικές της καθημερινές συναισθηματικές ευτοπίες και δυστοπίες. Τα ποιήματά της αναδίδουν μια αφοπλιστική αυθεντικότητα και η ανάγνωση κυλά εν είδει λαχταριστού χρονογραφήματος. Η προκλητικότητα του ύφους της, και η ευθύβολη ματιά της στα πράγματα μετατρέπουν εκείνο το άλλοτε κρυφό νόημα στην πιο άμεση δήλωση ενώ απογυμνώνουν το περιεχόμενο των ανθρώπινων σχέσεων στα πιο καθαρά και σχιζοειδή θραύσματα του είναι.


Caricature of intimacy: «Γέμισαν τα δειλινά τον αέρα με τ’ άρωμα του ήλιου που πήγε να πνιγεί πίσω απ’ των αιώνων το λαμπρό νεκροταφείο»

Caricature of intimacy: «Γέμισαν τα δειλινά τον αέρα με τ’ άρωμα του ήλιου που πήγε να πνιγεί πίσω απ’ των αιώνων το λαμπρό νεκροταφείο»

Καιρός

Το παραμύθι δεν τελειώνει
αν δε το πω εγώ.
Πότε θα γκρεμίζω
πότε θα χτίζω
τα υποθετικά μας κάστρα
τα φανταστικά μου άλογα.
Πότε θα καίω εσένα
πότε ολάκερο το βασίλειο.
Πύκνωσε η βλάστηση,
μέσα στην ομορφιά της
σκίστηκα γυμνή,
ανάμεσα στ’ αγκάθια.
Η νίκη μου θα είναι
να περάσω το πλακόστρωτο
κάνοντας μια σκέψη
για εκείνο το μπαλκόνι,
που να μην έχει στίγμα
πραγματικότητας.
Το παραμύθι δεν τελειώνει
αν δε χορέψεις στο σκοπό.
Αυτόν που σου ψιθυρίζω
μέσα από τις λέξεις
που άτακτα εγκαταλείπω.
Εδώ.
 
Πάλι εσύ

Ποια είναι τα όρια σου, κι αν τα ξεπεράσεις τι θα συμβεί;
Ακούω μελωδίες και τ’ αυτιά μου πλημμυρίζουν από σένα.
Στο μυαλό μου σ’ αγγίζω με φτερά αγγέλων
τόσο απαλά ώστε να νομίζεις πως κοιμάσαι.
Θαυμάζω το δέρμα σου και κλαίω που τα κύτταρά μου
δε θα μπορέσουν ποτέ να το διαπεράσουν.
Δύο όντα, ένας έρωτας, ο δικός μου.
Κάθε φορά που αναπνέω καθαρό αέρα
μπαίνεις μέσα μου σαν σκόνη
κάθεσαι πάνω στα πνευμόνια μου
και στέκομαι στο λιμάνι
σκέφτομαι να πηδήξω
για να σε πνίξω
να πάψεις.
Ζητάω να δω στα μάτια σου
όλα τα μυστήρια του μάταιου κόσμου
το μειδίαμα σου μου εξομολογείται
το φόβο σου να ‘ρθεις κοντά μου
και το λατρεύω, όπως λατρεύω κάθε τι
που ήρθε δίπλα μου σπασμένο
κι άφησε να το σπάσω δυο φορές.
Πρώτη, δεύτερη, 5 μέρες
5 χρόνια.
Πόσες φορές ζητάς να μ’ αρνηθείς;

#2 “Cenicero”

Ακόμα, από το λογοτεχνικό ψηφιδωτό του αχανούς διαδικτύου, το blog της Μέλπως Μέντε, “Cenicero”, που στα ισπανικά σημαίνει τασάκι, υπερέχει στις λογοτεχνικές μου προτιμήσεις, ίσως διότι η εν λόγω ποιητική μάζα κάθε άλλο παρά με στάχτη μοιάζει, κι όμως οι στίχοι της επιμένουν να αιωρούνται στην μνήμη, καιρό μετά την πρώτη ανάγνωση. Έρωτες και καθημερινά πάθη, ιδέες και λύσεις που δεν βρίσκονται παρελαύνουν σε σκοτεινό φόντο, και καπνίζονται με εξίσου συμβατή μουσική υπόκρουση. Τα αποτελέσματα αυτών των αναζητήσεων κατατίθενται και προσπαθούν να σβήσουν στο φιλόξενο τασάκι της δημιουργού τους. Το εν λόγω ποιητικό αποθετήριο [“Cenicero”] αριθμεί έξι χρόνια ηλεκτρονικής ζωής και φέρει πάνω του θετικά τα αγγίγματα του χρόνου. Η γραφή νοσταλγική και φορτισμένη, προδίδει σκληρές αναμετρήσεις με τα φαινόμενα, τα τυχόν αδιέξοδα και τις υπαρξιακές απορίες , ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που η γλαφυρότητα της απόδοσης μας ξεναγεί στα παρασκήνια, μιας ζωής, αν μη τι άλλο, συγγενικής με τη δική μας.


Cenicero:«Και θα σου λέω παραμύθια τις νύχτες, για να κοιμάσαι πιο εύκολα αλλά μόνη σου…Και ‘γω θα σβήνω, όταν θα σβήνει και η οθόνη σου».

Cenicero:«Και θα σου λέω παραμύθια τις νύχτες, για να κοιμάσαι πιο εύκολα αλλά μόνη σου…Και ‘γω θα σβήνω, όταν θα σβήνει και η οθόνη σου».

But I still have to face the hours, don’t I?

Τώρα που τίποτα δεν σκέφτομαι
και παραιτήθηκα από την προσπάθεια να καταλάβω
κρύβομαι απ΄όλους αυτούς που μου ζητάν το λόγο
και γυρνάω στην βέβαιη ανασφάλεια μου
Τώρα που εκείνος ξεθωριάζει αντί να εκρήγνυται
και με κάνει να αμφιβάλλω για την ύπαρξή του
έρχεται στον νου μου η σκιά του δέντρου πίσω του
και όχι η δική του αυστηρή όψη
Τώρα που εκείνη έφυγε και εκείνη θρηνεί
θρηνώ μαζί τους την χαμένη συνήθεια
μαζεύω τα χυμένα τους δάκρυα
και τα κρατώ πετρωμένα κάτω απ το μαξιλάρι
Τώρα που ανακαλύπτω αυτόν
που τον φοβάμαι και τον ποθώ
και τρέμω στην ιδέα της απουσίας του
γίνομαι πάλι εκείνη που έλειπε για χρόνια
Τώρα που γνωρίστηκα με την απουσία της
κρατιέμαι με κόπο στην κατάλληλη απόσταση
τόσο που ο πόνος της να μην ξεπερνάει τον δικό μου
τόσο που τίποτα να μην ισχύει
Τώρα που δήλωσα την σειρά των πραγμάτων
νιώθω τα λόγια στιβαρά και άκαμπτα
ανίκανα να ανταποκριθούν σε όλα εκείνα
που έγιναν και όχι, μέσα η έξω από το μυαλό μου
Νιώθω εκείνες τις ώρες ανάμεσα
να βαραίνουν στο σώμα μου
να μαζεύονται και να μου ζητάν το λόγο
ψάχνω λοιπόν μια βολική γωνιά στην άκρη του εαυτού μου
Ψάχνω την μουσική που θα με φιλοξενήσει
θα γεμίσει το τρομακτικό κενό
θα φροντίσει τις πληγές- όχι τις δικές μου
μα όλων εκείνων που με βασανίζουν και μου δίνουν νόημα

Ο ελάχιστος ή επί 2

Κρύφτηκε πίσω από το βιβλίο της
-μπορούσα ακόμη να την δω
Έμοιαζε απορροφημένη
-πώς θα μπορούσε να ξεγελάσει εμένα
Γύρισε την σελίδα αδιάφορα
-όπως και την κόρη του ματιού της
Διέκρινα πλέον την ακτίνα του βλέμματός της
να περιεργάζεται την μορφή του
να σκαλίζει την περίμετρο του σώματός του
να μετράει τις ρυτίδες που όριζαν τη προσοχή του
Αυτό ήταν όλο.
Όταν με αντιλήφθηκε
της θύμισα
και μ ευχαρίστησε.
Κάθισα εκεί που καθόταν,
συνέχισα το βιβλίο της
ενώ έψαχνα αφορμή
να γυρίσω ακόμη μια φορά την σελίδα…

#3“Rhythm And Poetry»

Ολοκληρώνοντας αυτήν την ιστολογική ποιητική περιήγηση, το ποντίκι μου κοντοστέκεται στο “Rhythm And Poetry», και σε στίχους άλλης αισθητικής. Το blog – ενεργό από το 2014-  φέρει την υπογραφή του Παράταιρου και εξιστορεί τον μίτο της δικής του υπαρξιακής κατάστασης. Μια υποκειμενικότητα που δίχως άλλο απλώνει γέφυρες με το συλλογικό υποσυνείδητο, προσφέροντας αμοντάριστα πλάνα μιας απαιτητικής πραγματικότητας. Αναγνωρίζοντας ο ίδιος ότι το να παραμείνεις ζωντανός ικανοποιείται με υπερπροσπάθεια, εξημερώνει το χάος και τα αδιέξοδα σε στίχους. Το ύφος του λιτό και γκροτέσκο, φωτίζει τα πιο σκληροτράχηλα ερεθίσματα που συνθέτουν την δική του αλήθεια. Στις λέξεις του, εξίσου έντονα, φιλοξενείται το κρητικό ιδίωμα, προδίδοντας λίγη πατρίδα στον λόγο. Η γραφή του κοφτή κι ελεύθερη, εκκινεί από αυτοβιογραφικές μεταδόσεις ενώ παράλληλα απλώνει δίχτυα σε κοινούς τόπους του εκάστοτε τώρα.

Rhythm And Poetry: «Η έντονη στεναχώρια ίσως και να ‘ ναι πιο ανάλαφρη απ’ την απάθεια Ασύγκριτα όλα με το πλησίασμά σου  και μόνο Να με βλέπεις να μετανιώνω για κάθε λέξη που δεν πρόλαβα ή για παραπανίσιες λέξεις που έλεγα χωρίς  να σ ‘ αγγίζω»

Rhythm And Poetry:
«Η έντονη στεναχώρια
ίσως και να ‘ ναι
πιο ανάλαφρη απ’ την απάθεια
Ασύγκριτα όλα
με το πλησίασμά σου
και μόνο
Να με βλέπεις να μετανιώνω
για κάθε λέξη που δεν πρόλαβα
ή για παραπανίσιες λέξεις
που έλεγα χωρίς
να σ ‘ αγγίζω»



Έξω απ’ το παράθυρό μου

Έξω απ’ το παράθυρο
μου βλέπω μια ιατρική καρέκλα
Πιο δίπλα ένα άλλο παράθυρο
και πίσω απ ‘ αυτό ένα σύνθετο γεμάτο βιβλία
Μέσα απ’ το παράθυρο μου είναι μια στοίβα βιβλία
που δεν κατάφερα να διαβάσω ποτέ
Γιατί σκεφτόμουνα εσένα.
Πιο ψηλά όμως έξω απ’ το παράθυρο μου
υπάρχει ένα άλλο παράθυρο
και εσύ ευτυχώς δεν είσαι πια εκεί
Ούτε μέσα απ ‘το παράθυρο μου βέβαια.
Έξω απ ‘το παράθυρο μου είναι ένας κόσμος
γεμάτος με σημεία που συναντηθήκαμε
όταν αποφασίσαμε να δούμε τι κρύβεται έξω απ ‘τα παράθυρα μας
ακόμα και να αποφύγω αυτόν τον κόσμο δεν έχει νόημα
Γιατί πάντα έξω από αυτό εδώ το παράθυρο που γράφω τώρα
θα υπάρχει πάντα το παράθυρο σου

ΣΙΝΕΜΑΣ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣOΣ

«Ένα αποχαιρετιστήριο πράγμα καθώς ανάσαινε,
κατέβαινε στο χολ»
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Εγώ από την άλλη
Πέρασα την μέρα μου
κλεισμένος στον φωταγωγό
M’ ένα σκοτάδι πηχτό τόσο
που ένιωσα το χρώμα που ‘χουνε οι κόρες μου
Ύστερα βγήκα περιχαρείς στους δρόμους
και το αγέρωχο βήμα μου
προέδιδε την βασιλική μου καταγωγή
Στο ξεπεσμένο μου βασίλειο
κατοικούνε μυριάδες καρέ φιλμ
πάντα της ίδιας γωνίας λήψης
Το υλικό τους εύφλεκτο
και για να κρατήσω ζωντανή την μνήμη
χίλιους αιώνες τώρα γυρνάω με τα χέρια μου την μηχανή
σε δημόσιες υπαίθριες προβολές
Μετά τους τίτλους τέλους
απλώνω την τραγιάσκα μου στους περαστικούς
Μα όταν ξεχνιέμαι πότε πότε
πάντα στο ίδιο καρέ
Τα βλέπω όλα αυτά που με κόπο γέννησαν οι θύμησες
να λαμπαδιάζονται
Κι αφού δεν υπάρχει τίποτα άλλο
να καεί σε μια άδεια πλατεία από πέτρα
το πυρομάνι εικόνων  κυνηγάει να κάψει εμένα τον ίδιο
Κάθε καλοκαίρι όμως όταν ο ήλιος πέφτει
στην ψάθινη τρύπια καρέκλα μου
Συνειδητοποιώ ότι οι μόνες επιλογές μου
κινούνται ανάμεσα σε στάχτες και ένα μυαλό Σίσυφο
20 τσιγάρα μετά
Δεν έχει καμία σημασία
Αφού ξέρω
«Η Αγάπη είναι ένας σκύλος απ ΄την κόλαση»

*Το κείμενο και οι εικόνες της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://artic.gr/nea-logotexnika-istologia/43620/

Γεωργία Τρούλη, Τρία ποιήματα

%cf%83%ce%ba%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%bf10

Χτες βράδυ

Μια ρωγμή την τράβηξα
Από τα μαλλιά
Την έκανα γραμμή
Την μούλιασα σε στάχτη
Ένταση
Μελάνη
Θυμό
Της έδωσα σκέψη
Την τέντωσα
Την γάζωσα
Με όλους τους δυνατούς συνδυασμούς
Κάθε μέρα τρώω ασβέστη
Τον μεταμορφώνω σε βρώμη
Τον πασπαλίζω με γάλα
Δεν υποχωρώ
Γεύομαι πάλι μια δροσοσταλίδα
Στο σκαλιστό σκαμνί

Αλήθεια, τι είναι αυτό
Που κάθε πρωί
Αναδιπλώνει τα κύτταρα;

***

Θα ‘ρθω να σε ξυπνήσω

Ζεματάει πάλι το δέρμα
Σάπιο μήλο ξημέρωμα
Μια αγωνία που δεν
Που δεν έχει γωνία ούτε στερητικό
Δυο σελίδες δρόμος από το μπαλκόνι
Στο τέλος μιας οροφής

Δυο λωρίδες
Ξεχείλωνε σχήμα
Αναδίπλωνε χώρο
Έπειτα
έληγε αποφάσεις
τις τοποθετούσε σε ημερομηνίες
Η εμφιάλωση στην εικόνα
Γέμιζε κάπου εκεί
πάνω κάτω
Χαράματα η ώρα τρεις

***

0-1

Δεν κατάλαβες πως τα αστεία κρύβουν μια σοβαρότητα
Και γι΄ αυτό τόσο γέλιο προκαλούν
Σε αυτούς που ξέχασαν ακόμη και από αυτό
να δακρύζουν
Ή να κατουριούνται
Ήρθαν τότε οι καιροί που το γέμισμα των εποχών γινόταν
Με εικόνες και λέξεις.
Με καμιά αφή και βλέμμα κανένα
Και γέλασαν όλοι στα παραθύρια
Την ώρα που κατουρούσαν σε μια πραγματικότητα
Με την οθόνη στο ένα χέρι
Και την αλλαγή εποχής στο άλλο.

0-1

14555986_960689624053823_105108179_n

*Τα δύο σχέδια που συνοδεύουν την ανάρτηση είναι της ίδιας της ποιήτριας.