Μάκης Αποστολάτος, Μικρή ανθολογία ποιημάτων

love-is-prsent

ΑΠΟΠΛΟΥΣ

Ο ήλιος πέφτει με νωχέλεια
η μέρα γέρνει στους ώμους του
βουλιάζει, βουλιάζουν, βουλιάζουμε

Ταξιδεύουν τη ζωή μας τα μελτέμια
το καράβι το λένε “Νηνεμία”
χάσαμε την αίσθηση του χρόνου
διαπλέοντας προφανώς τις ακτές τις ακινησίας
ξεχάσαμε να λύσουμε τους κάβους
της μακαριότητας.

(από τη συλλογή Η απεργία των αγγέλων)

22-8-86 ΑΓΙΟΣ ΝΑΟΥΜ ΟΧΡΙΔΑΣ

Είμαστε εδώ μ’ αποσκευές γεμάτες όνειρα, μνήμες
μ’ ένα τραγούδι να χαϊδεύει τα μαλλιά
καταμεσήμερο πιστοί της νύχτας με τ’ ολόγιομο φεγγάρι

Πάνω απ΄τους ίσκιους ήλιος ράθυμος
κυλάει φορτία νοσταλγίες
Είμαστε εδώ στο φως τ’ απερίγραπτο
μέσα στο κλάμμα της γκάιντας
κάτα απ’ τον ίδιον ουρανό, εραστές και προδωμένοι
μ’ ένα κομμάτι θάνατο στην τσέπη
για να πληρώσουμε καιρούς που φύγαν άδειοι
και να γεμίσουμε αμπάρια μοναξιάς.

Είμαστε εδώ με τ’ αλκολίκι βιωμάτων στις αρτηρίες
καθένας μια ιστορία μικρή χωρίς τέλος
ο διπλανός μου, πάω στοίχημα
γυμνός τ’ απόβραδο σ’ ερωτικές ανάπαυλες
φυλλομετρούσε προσδοκίες.
Τώρα ρεμβάζει με της Οχρίδας τη γαλήνη στα μάτια
Βρίσκομαι εδώ, της ουτοπίας προσκυνητής
Όταν τη φτάνω ξεγλιστράει από τα δάχτυλα
ντύνεται γυναίκα
φεύγει για να βγάλει από την άπνοια τη ζωή.

Η ομορφιά πλανιέται γύρω γένους θηλυκού
φόρεσε δεκάδες γυναικεία ονόματα
και σεργιανάει στων σερνικών τα δώματα.
Η Μπίλιανα μιλάει με τη σιωπή της
κάνει σπουδές στη γλώσσα των ματιών
κρεμάει στις οθόνες οράματα που στάζουν
κάνει σπονδές στη γλώσσα των κορμιών.

Η Αττική ξαπλώνει με νωχέλεια
βουλιάζει στο νέφος
σε λίγο οι μύθοι θα χαθούνε στη βροχή.

(από τη συλλογή Η απεργία των Αγγέλων)

ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΔΙΑΜΟΝΗΣ

Το μπουκέτο σου το λένε παρελθόν
ο παραλήπτης του “αγνώστου διαμονής”
αποδήμησεν απ’ την οδό του καθήκοντος.
Τώρα ληστής των αισθήσεων
καταναλώνει Σαββατόβραδα
ξεφτίζει Κυριακάτικα απογεύματα
ξοδεύεται στην εξορία της πόλης.

Το μπουκέτο σου ανθίζει Παρασκευές χωρίς μέλλον
ξεχνιέται Κυριακές δίχως παρόν
μαραίνεται Δευτέρες και με φθίνει.

(από τη συλλογή Η απεργία των αγγέλων)

Ο ΛΑΙΜΟΔΕΤΗΣ ΤΟΥ ΑΖΩΡ

Δεκέμβρης ’72 βγάζω τα γραφήματα τούτα μαζί με άλλα, σεργιάνι στα τυφλά. Διαδρομή χωρίς νόημα ίσως, απ’ τα συρτάρια μου σε ξένα ράφια … και χωράφια. Τώρα πλέον δεν υπάρχει μήτε χρόνος να ψάξω στ’ αζήτητα το κατακερματισμένο μου πρόσωπο. Μα δεν με ξέχασαν. Πέρασα στα μητρώα
περιουσιακών στοιχείων και παραμένω απροσάρμοστος κληρονόμος των καιρών,
τέως ιδιοκτήτης διάτρητων οραμάτων, μ’ ένα ρολόι στην καρδιά κι υπακοή στα δάκτυλα, μη δείξουνε τους βολεμένους φίλους.

Ο Αζώρ έπαψε να γαυγίζει
ο λαιμοδέτης τρανή απόδειξη προαγωγής του μπόγια
στην ισχνών αγελάδων τις παρατεινόμενες εποχές.
Ακροβατούμε στις ζώνες του ανέφικτου
το τσίρκο παρουσιάζει τους έρωτες των κομπιούτερς
Πόρνη μας ξόδεψες και σε είπαμε ζωή
κούπα σημαδεμένη.

(από τη συλλογή Ο λαιμοδέτης του Αζώρ)

ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΦΘΟΓΓΟΣ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟΣ

Όταν θα φύγω
του πόνου σύντροφοι, παιδιά της ουτοπίας
απλά σαν την αλήθεια που δεν σας στέρησε η ζωή
μαζέψτε με το μαγνήτη του ειδώλου
τα βούκινα της ιστορίας, χαρίστε μου τη γαλήνη των βυθών.
Σκορπίστε ό,τι γράφω στο Νοτιά,
τα υπάρχοντα να πάρουν
πένητες, ερημίτες, προδομένοι
Η στάχτη του κορμιού ας ριχτεί στο Ιόνιο
χωρίς τελετουργίες κι εξουσίες
Μην πείτε λέξη πουθενά
μονάχα τ’ Αϊ-Γιώργη φίλοι
– αν υπάρχετε –
στην αρχόντισσα του πάθους απ’ τα χρωστούμενα των βιβλίων
δώστε ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα
και να της πείτε:
“Ως παλίρροια στων ωκεανών τις δίνες
ηδονές αναδύονται απ’ τα κοχύλια σου
που εξεγείρονται στα βάθη των μηρών
και διαλύουν την επικράτεια της Νεφέλης
Κυριαρχεί η αιωνιότητα των στιγμών
Ολονυχτίες στο άπειρο…”

Το τραγούδι έπαψε να στάζει την ερημιά των σωμάτων.
Απ’ τις ρωγμές του φθινοπώρου
ανεβαίνει στα χείλη του λεβάντε
το ορατόριο της βροχής.

(από τη συλλογή Ολονυχτία ή το αλφάβητο του έρωτα)

ΕΡΗΜΗΝ

Σ’ αυτόν τον τόπο που γεννήθηκε η άνοιξη
όλα ειπώθηκαν, τι ν’ απογράψω.
Το σώμα έχει ανάγκες
δε ρωτά
κι αδυνατεί το πνεύμα.
Πώς να συλλάβω τους παλμούς των ψευδαισθήσεων
και να μετρήσω τους σφυγμούς της ανημπόριας;
Ως τα ποιήματα
να κυοφορήσουν τους ποιητές
θα ιδιωτεύω.

(από τη συλλογή Διαστολή και συστολή των σωμάτων)

Η ΠΥΡΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Μην καις τις λέξεις για να ζεσταθείς
άσ’ τις ελεύθερες.
Θα επωάσουν μνήμες
θα γεννήσουν δρόμους και περάσματα
να διαφύγουν οι αγωνίες της ύπαρξης
κι ο φόβος του θανάτου
Απέναντι στη σιωπή βάλε σε παράταξη
τις λέξεις, όχι για πόλεμο, αλλά ν’ αγκαλιαστούν
αδελφικά, τη μοναξιά να κάψουν μόνο
Αν ενωθούν τα χνώτα τους, αρκούν
θα γίνουν σώμα να ζεστάνουν την καρδιά μας.

(από τη συλλογή Διαστολή και συστολή των σωμάτων)

ΝΤΕΜΟΝΤΕ

Σκοπεύουμε στην καρδιά των πραγμάτων κι αστοχούμε
Άλλοι χάθηκαν στους σκοπούς κι άλλοι τους έχασαν
Πολλοί γυρνάνε άσκοπα μαζί με τον καιρό
Χάνουν τον εαυτό τους
Ίσως δεν αγαπήθηκαν, δεν τον αγάπησαν ποτέ.
Όσα κυοφορούσαν κίνηση χανόντουσαν στ’ αζήτητα.
Η ζωή δεν θέλει ανούσιους στίχουνς ντεμοντέ
Ξέρει πως στην επόμενη στροφή παραμονεύει ο θάνατος.

(από τη συλλογή Διαστολή και συστολή των σωμάτων)

ΚΑΙ ΕΙΣ ΧΟΥΝ ΑΠΕΛΕΥΣΑΤΟ

Όπου κι αν κατοικούν τα σώματα
έχουν κοινή κατάληξη στο τέλος
Πρώτη στάση ο πόνος
ακολουθεί το σκοτάδι,
νόμοι αδυσώπητοι αδυνατίζοντας τη μνήμη
τ’ αποσυνθέτουν ώστε απρόσκοπτα
να οδηγηθούν στην ανυπαρξία
Κάποτε σκαλίζουν σε μάρμαρο τα πάνω τους
προτομές ψυχρές χωρίς να αιχμαλωτίσουν
έστω μια πνοή του ψυχισμού τους
Τα κάτω δε μένουνε στη μνήμη
μόνο κάποιες γέρικες υπάρξεις
αν δεν έφυγαν για το στερνό ταξίδι
θα νοσταλγούν τις άδειες νύχτες
των ηδονών που πέρασαν για πάντα.

(από τη συλλογή Διαστολή και συστολή των σωμάτων)

ΑΝΑ-ΠΑΥΛΑ

Το τίμημα των επιθυμιών
βαριές ανάσες
Η αλμύρα της θάλασσας
σβήνει στα μάτια
κι ανοίγει πηγές δακρύων και νόστου
Μια ανα-παυλα περικλείει τη ζωή
κόκκινες καμπύλες, γκρίζες τεθλασμένες, μαύρες κάθετες
Ε-ΡΩΤΑΣ
ΔΙ-ΑΓΩΝΙΕΣ
ΘΑ-ΝΑΤΟΣ

(από τη συλλογή Διαστολή και συστολή των σωμάτων)

*Επιλογή: Χριστίνα Λιναρδάκη για το στίγμα Λόγου

http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/11/3.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

Γεωργία Τρούλη, Δύο ποιήματα

14341666_944343799021739_609907760_n

Ακριβώς την στιγμή που υπάρχουμε

Σε αυτήν την καμπύλη του χρόνου θα συναντηθούμε
Δυο μικρές περιπτώσεις αγωνίας
Σε μια ιστορία που περιέχουμε και δεν μας περιέχει
Κι έπειτα η μουσική, το θάμβος, η φαντασίωση, η προσμονή , η ματαίωση
Ακριβώς την στιγμή που τα μάτια μας θα κοιτάξουν
Ούτε αλλήθωρα, ούτε ονειροπόλα το ένα το άλλο
Τότε θα είμαστε σε θέση να τα βγάλουμε
Να τα τοποθετήσουμε στο στόμα
Και μετά πάλι στην θέση τους.

***

Χλοοτάπητας

Υπήρξε μια φριχτή διαπίστωση της απουσίας
Κι ο χρόνος μεγάλωσε
Κι έφυγαν οι δυο τρεις στιγμές
Δεν ακολούθησαν ούτε βήμα-
Ούτε προορισμό είχαν.
Κι η ανάμνηση μένει στιλπνή
Εκείνη
Οι στιγμές
Που τα χέρια της δένουν τον λαιμό του
Κι εκείνος να μοιάζει με κορμό εκατόχρονου δέντρου
Που ποτέ δεν τού ‘λαχε να δει καφενείο στη σκιά του
Ν’ ακούει συζητήσεις άλυτων θεμάτων
Από ανθρώπους που ζουν στο μεταίχμιο μας κρίσιμης αναπνοής
Μικρή συμπύκνωση στα χείλη της που δεν ένιωσε ποτέ αρκετά
Τις σχισμές των δικών του

Έτσι αποφάσισαν να κουρέψουν το γρασίδι
Να δημιουργήσουν γκαζόν
Κι έπειτα πάνω να αφήσουν
Χλοοτάπητα ιστορίας
Έγιναν δύο σεισμοί
Οι ρωγμές σχηματίστηκαν
Κρακελάρει το σώμα μιας γης
Χαμόγελα θλιβερού κλόουν
Έδαφος που από μέσα λάβα καμιά δεν δημιουργεί
Και καμιά δυνατότητα να ενωθεί το ένα χάσμα με το άλλο

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι έργο της ποιήτριας.

Ζαχαρίας Στουφής, Σε κρίση αυτοκριτικής

35066294ee50c4e9626d637f42e2b3c0

1)
Ναι, σε αυτή την ζωή ή την άλλη… πολλά μπορεί να μου προσάψουν, όμως, δεν θα ήθελα ποτέ να με χαρακτηρίσουν  αλτρουιστή ή διανοούμενο.

2)
Τίποτα δεν βαριέμαι περισσότερο, όσο τις ποιητικές βραδιές.

3)
Τι μαρτύριο κι αυτό! Κάθε φορά που μπαίνει μια συλλογή μου στο τυπογραφείο, συνειδητοποιώ πως δεν έπρεπε να την τυπώσω…

4)
Όταν πρωτομπλέχτηκα με την ποίηση, όλα έδειχναν πως θα κάνω πολλούς και σπουδαίους φίλους, τελικά όμως, έχασα και αυτούς που είχα.

5)
Πολλές φορές μου λένε πως… να… με όλα αυτά που γράφεις ενοχλείς! Δεν γίνεσαι ευχάριστος! Τους προκαλείς! (και τότε είναι που τους απαντώ με μια θυμωμένη έκπληξη).
-Δεν κατάλαβα! Αυτή ακριβώς δεν είναι η δουλειά μου;

6)
Υπάρχουν ποιήματα που με έκαναν να κλάψω τόσο σπαρακτικά, όσο, κανένας άνθρωπος δεν θα καταφέρει.

7)
Πραγματικά, δεν ξέρω τι διάολο να πω. Αφού υπάρχουν τόσα χόμπι, τόσες τέχνες, τόσα επαγγέλματα… πως μπλέχτηκα έτσι με την ποίηση!

8)
Όταν ο ποιητής αρχίσει να νιώθει την ανάγκη να συμβουλεύει τους νέους ποιητές, σημαίνει, πώς άρχισε να γερνάει.
Αυτό δυστυχώς συνέβη και με μένα…

9)
Τόσο πολύ αφέθηκα στο τάλαντο, τόσο πολύ εμπιστεύτηκα την ποίηση, που άφησα τον μέσα μου φασίστα να μεγαλώνει ανεξέλεγκτα.

10)
Σιχαίνομαι απίστευτα αυτούς που γράφουν προλόγους για ποιητικά βιβλία άλλων, καθώς και τους ποιητές που επιζητούν να προλογιστεί από άλλους το βιβλίο τους.
Πρόκειται για γελοιότητες…

11)
Μεγαλώνω, ωριμάζω, γερνάω.
Είμαι έμπυρος και ξέρω το σωστό!
Αυτό σημαίνει πως δεν είμαι πια ποιητής. Ο ποιητής, δεν μεγαλώνει, δεν ωριμάζει, δεν γερνάει και κάνει πάντα λάθος.

12)
Λυπάμαι πολύ για τον εαυτό μου, αλλά, κάνοντας ποίηση σε μία χώρα που θεωρούν το πολίτευμα, δημοκρατία και  την τηλεόραση, ενημέρωση, το μόνο που μπορεί να είμαι, είναι να είμαι τρελός.

13)
Με αυτά που γράφω με αντιπαθούν ακόμα και οι φίλοι μου, οι συγγενής μου και γενικότερα οι μαλάκες,  (απ΄ όπου κι αν προέρχονται).

14)
Μετά από κάθε ποιητική βραδιά που συμμετέχω κι εγώ με ποιήματά μου ή μετά από κάθε δημοσίευση ποιημάτων μου σε περιοδικό, οι φίλοι μου λένε ότι το έργο μου ξεχωρίζει. Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε η ελληνική ποίηση έχει πάψει να υπάρχει.

15)
Τον τελευταίο καιρό βρίσκω ωραία ποιήματα με γνήσιο αυθορμητισμό σε συλλογές νέων και πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών που πιθανότατα δεν τους έχει δηλητηριάσει ακόμα η «κατεστημένη» ποίηση.
Αυτές οι γραφές, ή είναι τουλάχιστον ελπιδοφόρες, ή έχω αρχίσει να γερνάω επικίνδυνα.

16)
Το πιο αγαπημένο μου σπορ και η μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης συνάμα είναι η μελαγχολία. (ούτε πρίγκιπας να ήμουνα)

7446e61ff01dea9d241cf35dd8bdeeec

17)
Πια έχω μπλοκάρει, θαρρείς και δεν με συγκινεί η ποίηση, δεν βρίσκω κάτι καινούριο και ενδιαφέρον να διαβάσω. Κάθομαι λοιπόν και ξαναδιαβάζω τα ποιήματα που με γαλούχησαν.

18)
Ότι έκανα πάει… το έκανα….
Έχει πια τελειώσει. Τώρα πια είμαι ότι δεν κατάφερα, αυτό είναι το βιογραφικό μου.

19)
Είναι απορίας άξιο το γεγονός ότι (αν δεν ήμουν ποιητής) αυτό που θα ήθελα να ήμουν, είναι, βασανιστής και δήμιος καθηγητών πανεπιστημίου.

20)
Αχ, πόσες φορές θα ήθελα πραγματικά να ξυπνήσω ένα πρωί και η ποίηση να μου είναι μια άγνωστη λέξη.

21)
Σε όλη μου τη νεότητα παιδεύτηκα να μάθω να τα γράφω τα ποιήματα και τώρα στα 40, κάνω ταχύρυθμα για να μάθω να τα ζω τα ποιήματα.

22)
Πολλές φορές έκπληκτοι με ρωτούν οι φίλοι. Πως είναι δυνατόν να μην βγάζουν τα βιβλία σου μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι; Πολύ απλά τους απαντώ· τα βιβλία μου (ποίηση, λαογραφία, δοκίμιο) δεν πουλάνε κι εγώ δεν είμαι διατεθειμένος να κάνω εκπτώσεις, γράφοντας μυθιστορήματα και διηγήματα.

23)
Οι πιο ωραίες μου διακοπές, είναι τα διαστήματα που ξεχνάω ότι, έχω γράψει εγώ τα όσα έχω γράψει.

24)
Δεν θέλω να ξαναγεννηθώ για να έχω μια δεύτερη ευκαιρία, μια δεύτερη αρχή. Μονάχα να έρθω σε ειρήνη με τον εαυτό μου θέλω.

25)
Ένας ακόμα λόγος για τον οποίο δεν φοβάμαι τίποτα και κανέναν, κάνοντας πάντα αυτό που μου αρέσει, είναι γιατί έχω κατακλυστεί από το μηδέν, την σίγουρη κατάληξη των πάντων.

26)
Αυτές οι καθημερινές μου δημοσιεύσεις, (ας τις ονομάσουμε ημερολόγια ενός κακού ποιητή) μου έχουν δώσει να καταλάβω πόσο ανυπόφορος είμαι ακόμα και για τους «φίλους μου».

27)
Όταν ένα βιβλίο μου ενοχλεί τους φασιστοδεξιούς, τότε ξέρω πως είναι καλό. Όταν όμως ενοχλεί τους αριστεροπροοδευτικούς τότε θα μπορούσα να ισχυριστώ πως είμαι πρωτοπόρος στην τέχνη μου (αλλά αυτό δεν έχει και τόση σημασία). Σημασία έχει ότι μου επιτρέπουν οι οπαδοί και των δύο, αυτών πολιτικών τάσεων, να τους βάλω στο ίδιο σακί και να τους πετάξω στα σκουπίδια.

28)
Αυτή η μαλακία με τα καλλιτεχνικά ψευδώνυμα με ξεπερνάει και ειδικά όταν το κάνουν ποιητές, αποκρύπτοντας το πραγματικό τους όνομα. Λυπάμαι πραγματικά!

21ba4a38263f35635b5b7d047dd743aa

29)
Προς ζακυνθινούς επιστολή:
Στο δηλητήριο σας έχω ανοσία, την μαλακία σας έχω αποκηρύξει, το μίσος σας και η σνομπαρία σας επιβεβαιώνουν την αξία μου.

30)
τελικά η γνώμη μου περί ποίησης έχει μεγάλη βαρύτητα.
κάθε φορά που ανοίγω το στόμα μου πολλές κωλότρυπες σφίγγουν.

31)
Και λέω,
θα αλλάξω τέχνη.
Και κάνω λαογραφία, και κάνω θέατρο, και κάνω performance.
Μα είναι πια αργά.

32)
Όλους εσάς που βλέπετε ποδόσφαιρο σας παρακαλώ μη διαβάζετε τα ποιήματά μου.
Δεν θέλω, εξάλλου, τόσοι ποιητές υπάρχουν…

33)
Αλήθεια, πόσα χρόνια πάνε που έχω να κλάψω για ένα ποίημα;

34)
Εγώ να σκέπτομαι σοβαρά πως δε πρέπει να ξαναγράψω, πως δεν υπάρχει κανένα νόημα να επαναλαμβάνομαι και να μου λέει ο μαλάκας πως είμαι στην πλέων δημιουργική μου περίοδο.

35)
Σήμερα ήθελα πολύ να γράψω ένα καλό ποίημα μα… δεν έχω καμιά ιδέα… δεν ξέρω τι να πω…
Τελικά μου είναι ανυπόφορο να είμαι καλά.

36)
Κάθε φορά που μπαίνω σε λεωφορείο του ΚΤΕΛ συνταξιδευω με την ποίηση.

37)
Αφού μπορείς και σωπαίνεις ξανά και ξανά
Πάνα πει πως ή ποίηση μέσα σου τελείωσε.
(Σε μένα μιλάω)

38)
Και όλα αυτά δεν είναι παρά
Το ημερολόγιο ενός κακού ποιητή
Που θέλει να διασφαλίσει την απέχθεια σας.

39)
Είναι πλέον σίγουρο
Για όλα μου φταίει ή ποίηση
Χωρίς ποτέ να μου έχει κάνει κάτι.

40)
Μετά από χρόνια ξαναδιαβάζω τα ποιήματά μου και βλέπω ότι δεν είναι ποιήματα.
Είναι γράμματα που έστειλα στον εαυτό μου και αυτός δεν τα παρέλαβε ποτέ

41)
Μπορώ άνετα να ισχυριστώ ότι με έχουν καταστρέψει τα ναρκωτικά (όχι δεν έχω πάρει ποτέ) απλά η δική σας εξάρτηση αποτέλεσε την καταστροφή μου.

42)
Δεν γράφω ποιήματα
Τον Κώστα Καρυωτάκη επιβεβαιώνω.

43)
Αγαπητοί μου φίλοι σας παρακαλώ μην μπείτε ποτέ να ψηφίσετε το νέο μου βιβλίο στα Public.
Γιατί ποτέ ποτέ δεν θα το βρείτε.

44)
Και ούτε μια διακήρυξη σιωπής δεν πρόλαβα να γράψω που να προσδιορίζει την πνευματική μου αυτοκτονία.

*Αναδημοσίευση από τη Θράκα στο http://www.thraca.gr/2016/12/7.html

47e93c0bb2912a3a76ef8bd3067b867d

Γιώργος Β. Μακρής, Συμβάντα

giorgosmakrisaytoxeires

Σήμερα κυμαίνομαι πάλι, δίχως να παίρνω μια απόφαση
κυμαίνομαι και σήμερα
δεν μας ενδιαφέρει ανάμεσα σε τι κυμαίνομαι.
Είμαι ένα γυαλιστερό εκκρεμές.
Ίσως μονάχα αυτή η κύμανση να υπάρχει.
Μια κυρία με στόμα σοβαρό σηκώνεται από τον πάγκο και λέει στα άνθη με την κλειστή της ομπρελίτσα.
Μα εγώ προχωρώ λυπημένος
χωρίς να ξέρω τι να λέει ακριβώς.
Θυμάμαι διάφορα πρόσωπα σε καταστρώματα σκαφών.
Ούτε κι αυτό εντελώς δε θυμάμαι…

(1944)

*Από το βιβλίο “Γιώργος Β. Μακρής: «Γραπτά»” Εκδόσεις Εστίας (1986). Εισαγωγικό σημείωμα – Σημειώσεις – Επιμέλεια: Ε. Χ. Γονατάς.

Γιάννης Ρίτσος, Ο χώρος του ποιητή

kavafis_ritsos-copy

Το μαύρο, σκαλιστό γραφείο, τα δυό ασημένια κηροπήγια,
η κόκκινη πίπα του. Κάθεται, αόρατος σχεδόν, στην πολυθρόνα,
έχοντας πάντα το παράθυρο στη ράχη του. Πίσω από τα γυαλιά του,
πελώρια και περίσκεπτα, παρατηρεί τον συνομιλητή του,
στ’ άπλετο φως, αυτός κρυμμένος μες στις λέξεις του,
μέσα στην ιστορία, σε πρόσωπα δικά του, απόμακρα, άτρωτα,
παγιδεύοντας την προσοχή των άλλων στις λεπτές ανταύγειες
ενός σαπφείρου που φορεί στο δάχτυλό του, κι όλος έτοιμος
γεύεται τις εκφράσεις τους, την ώρα που οι ανόητοι έφηβοι
υγραίνουν με τη γλώσσα τους θαυμαστικά τα χείλη τους. Κι εκείνος
πανούργος, αδηφάγος, σαρκικός, ο μέγας αναμάρτητος,
ανάμεσα στο ναι και στο όχι, στην επιθυμία και τη μετάνοια,
σαν ζυγαριά στο χέρι του θεού ταλαντεύεται ολόκληρος,
ενώ το φως του παραθύρου πίσω απ’ το κεφάλι του
τοποθετεί ένα στέφανο συγγνώμης κι αγιοσύνης.
«Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, –ψιθύρισε μόνος τους–
τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος».

*Από τη συλλογή «12 ποιήματα για τον Καβάφη» (1963). Επίσης, από το βιβλίο Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Θ΄, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 179.

1963 gia ton kabafh.TIF

1963 gia ton kabafh.TIF

Νίκος Καρούζος, Ποιήματα

unnamed


Η διαλεκτική του φωτός και του σκότους

Από μαρτυρία της κυπριακής τραγωδίας του 74.
– «Επρόσεξα ότι πάνω στο νεκρό
σώμα της Σωτηρούς ελaχταρούοεν ολογαίμοτη η κορούδα της,
ονόματι Μαρία, ηλικίας
περίπου δεκατριών μηνών.
Η Μαρία έκλαιε και έγλειφε τα αίματα της μητέρας της».
Ανάμεσα έξι και εννιά ο Ιησούς η κουταμάρα του έρωτα
την πάσαν ώρa χρόνος (έχω γράψει όπως βλέπετε τη λέξη χρόνος εδώ…)
και προσθέτω την ανατολή του ήλιου ωσάν
(αλλά τι ωσάν ημπορεί νο είναι η ανατολή του ήλιου;)
κι ας αποφεύγουμε της γλώσσας ηδυπάθειες.
Ονόματι Μαρία περίπου δεκατριών μηνών ολογαίματη θάμβος.
Αλλά ο θάνατος υποκάτω της λάμψεως ιδιώτης (IDIOT)
εχτός αν έχουμε αναστολή του ήλιου στο συλλαβισμό.

***

Λαλώντας απ’ το μέλλον

Δεν έχει stop η ποίηση.
Να προκαλείς αχόρταγες φωτιές
τραγουδώντας τους άχραντους πάγους.
Είμ’ εγώ που σου λέω· που συγκατοικώ

σε υπόγεια υγρασία
με αόρατο τέτανο που καιροφυλαχτεί

και μ’ ανόσιες αράχνες.

***

Χρησμός και Πράγμα

Τι χαίρεσαι; την αθαμβία;
Μα ο θεός νοσεί
σε φρικαλέες αναγκαιότητες

τίκτοντας ελευθερία
πέρκα τραγουδιστή και ηδύχρωμη
στην επιούσια θάλασσα λησμονήσου.

Alejandro Lavquen, Από την ενότητα “Ιεροί εικονοκλάστες”

chile003

I
Οι καθημερινές μεταλλαγές δεν συνθηκολογούν.

Σαράντα χρόνια πολιορκίας
και δεν βρίσκω ένα ξύλινο άλογο.
Η πεδιάδα κάθε απόγευμα βουβαίνεται
με το αίμα που αναβρύζει από το στόμα.
Οι οιμωγές στο Έρεβος
με αναγγέλλουν στους πολεμιστές
που ναυαγούν στη βάρκα του Χάροντα.
Στην Πνύκα οι θεοί παινεύονται
για τα καμώματά τους
και νοθεύουν τα ζάρια πριν κατεβούν
στους λαούς που διαφιλονικούν
ένα κομμάτι ψωμί.
Έχουμε συνηθίσει να περισυλλέγουμε
τους νεκρούς μας
απ’ το πεδίον της μάχης,
ενώ οι ίσκιοι τους ζητάνε
μια έντιμη ταφή.

II
Σέρνοντας στη στεριά ένα καράβι
σήμερα γράφω τη σελίδα
εξορκισμένη απ’ την πυξίδα μου.
Σκέφτομαι τα επόμενα σαράντα χρόνια
να φεύγω από τη μεταμόρφωση
των αντιθέσεών μου.
Επίσης στους 12 στίχους,
που ο γέρο βασιλιάς Ευρυσθέας
έθεσε όρο
ν’ απαλλαγώ από τα πάθη μου.
Δένω στο σώμα μου τη δορά του λιονταριού
και γεμίζω μελάνι τις τσέπες μου.
Στη διάρκεια του δρόμου θα χρίσω ένα-ένα
τα βέλη που χτυπιούνται στη φαρέτρα μου.
Ο θόρυβος αεροπλάνων και τεθωρακισμένων
και στρατιωτικοί με μουντζουρωμένα πρόσωπα
βρίσκονται μόνιμα στη θύμησή μου.

Ill
Η κόρη του Κένταυρου Χείρωνα, στο πρώτο νεύμα
της αυγής, όρθωνε το σώμα της
και κάλπαζε προς την πηγή του δάσους.
Η γυμνή ράχη της αναρρίγηζε και στύλωνε
την υγρασία όλων των Κενταύρων
της περιοχής.
Ένα πρωί με βρήκε γυμνό να λικνίζομαι
επιπλέοντος στα νερά ενός ποταμού.
Δυο στήθη στρογγυλά όπως ηφαίστεια
διέτρεχαν
συνεχώς τη γλώσσα μου.
Το απόγευμα μας βρήκε να διασχίζουμε τις πεδιάδες
κατά την πλαγιά του βουνού Ουϊδόμπρο,
όπου μας περίμενε η συνοδεία της Αφροδίτης.
Η μουσική και οι μάγοι του ποιητή.

*Από το βιβλίο “Τέσσερις Σύγχρονοι Χιλιανοί ποιητές”, σε πρόλογο, μετάφραση και επιμέλεια Ρήγα Καππάτπυ. ΅κδόσεις ‘Εκάτη”, Αθήνα 2012.

Erma Vassiliou, Lettera amorosa

erma-vassiliou

My love,
in infinite starlight and puzzles
of sea murmurs we met when I saw you
we knew each other from our love, in our love
for our love
your body spelled the grounded ground
of the earth correctly
why now? why you?
there are answers that our lips risk not to say
life is arduous, a stone without a nostril
a speechless fish without gills
life is tying our hopes
on Odysseus’ masts
why now? we are longing to unseal our ears
with the heat that words convey
please remember me, I have always been yours
listen to the sirens of love bearing in me your child
in the pouch of time
listen to the cries of love offering you the rights of prophecy,
I recognise your past in me
outside your door, I swear,
no other transitive dreams will I have
than to love you
I am not Theophano
and poorly is my habit stitched
in fabrics of medieval meditated minutes
colours of nobility are thriving now on you
and here I am denuded of my memories and other loves
…resources begin and end with the taste of your kisses
a cheap material of a nunnery
expects my body to never tire
in what I bring you home
tonight
and here I am, my sovereign, my equal
I came through centuries
to keep your sperm in me
and here today my offspring calls you
through light and moons of bight
…and here I am
you lift me, see me naked a loner
remembering I am yours
like then, and every other now
has been forgotten

*From the book “Desire”, Owl Publishing, Melbourne 2016.

FROM THE PUBLISHERS

Erma Vassiliou arrived in Australia from her native Cyprus in 1987. She is a true child of the vast Greek diaspora, migrating with her family in 1952 to the then Belgian Congo in Africa and then being sent to Athens to study at Saint Joseph’s French school where she was immersed in the study of French language and literature. Since her arrival in Melbourne, she has published a prodigious body of work including poetry collections, short stories and an autobiography in three volumes – all in Greek. She also has a PhD in Linguistics and speaks many languages. This work is the first to be written in English and contains poems which are an outpouring of strong passion intermingled with irony and quick wit. Erma is what Antigone Kefala has called a ‘flamboyant’ poet, and Australian poetry should embrace new poets whose first language is not English.
http://www.owlpublishing.com.au/chapbook-series.html

Γιάννης Γιαννουλέας, Από τη συλλογή “Απροσδόκητος κήπος”

213643-16426220

ΜΙΑ ΟΡΙΣΜΕΝΗ ΑΣΤΑΘΕΙΑ

Γιατρέ μου,
μια ζάλη έχω στο μυαλό —
ναυτία ανεξήγητη —
τάση προς έμετο —
αν και υποθέτω
ότι η σταθερότητα
— είναι αλήθεια —
συναντάται
στα νεκροταφεία
Όμως, γιατρέ,
χωρίς να απομακρύνομαι διόλου
απ’ την ουσία
ώρες ώρες
χρειάζεται να κρατώ σταθερά τον τοίχο
ειδικά μεσοπέλαγα
όταν απροσδόκητα ξεσπάσει ο άνεμος

***

ΜΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΟΥ ΑΠΟΤΥΧΙΑ

Μειονεκτώ κατά κράτος
στη σφυγμομέτρηση
της εταιρείας
ο υπάλληλος
διαπίστωσε
— δραματικά κάτω απ’ το όριο του δείκτη —
λιγότερο άγχος
λιγότερη σπατάλη
λιγότερη υπεροψία
λιγότερη προσκόλληση στο εφήμερο.
Έτσι δεν κέρδισα
το θαυμάσιο φλιτζάνι-δώρο
για τους νικητές

***

DAY AFTER DAY

Κάθε πρωί
δένω στο λαιμό μου το παπιγιόν του κλόουν έπειτα
κάθομαι σ’ ένα άδειο γραφείο
μπροστά σ’ ένα σιωπηλό τηλέφωνο
δίπλα σ’ ένα φυτό νεκρό
βάζω τα δυνατά μου
και μαζεύω μια χούφτα κέρματα
για την προσπάθεια.

***

ΓΚΡΙΖΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Σχεδόν τρελός
παρακολουθώ
εικόνες χωρίς ήχο
ιεροτελεστίες ολοκαυτώματος
απροσδόκητης ευκολίας σχόλια
ενώ
ακούω θλιμμένα τραγούδια
για το θάνατο
όλων όσους
γνωρίζω.
Ποιος μπορεί να ορίσει
το σχεδόν;

***

ΑΤΙΤΛΟ

Ώρες ώρες δεν χρειάζομαι κανέναν.
μπορώ να κατεβάσω το τηλέφωνο,
να καθίσω στο ζεστό μου σπίτι
παρέα με τα βιβλία μου,
τη μουσική μου,
το ποτό μου
και να αναλογιστώ με την ησυχία μου
πόσο πολύ μου λείπουν όλοι

***

ΥΠΝΟΒΑΣΙΑ

Οσμή φωτός —
απροσδόκητος κήπος.
στο αφρισμένο ποτάμι
επιπλέω
χωρίς καμιά σκέψη
εποχούμενος
σε δυο αστραφτερές
παντόφλες.

***

ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ

Τέχνη —
Σκατά
Απελπισία
Φυγή
Αυταπάτη
Παραίτηση
κι όμως
μια ηλιαχτίδα
απ’ το μυαλό
και πάλι βγαίνει…

***

ΜΑΓΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

Ο κύριος με το μαύρο καπέλο
εμπρός μου
αγνοεί το πρόβλημά μου
αγνοεί το πρόβλημα
αγνοεί
καθολικώς
και βέβαια
τώρα που το αναλογίζομαι
— πώς δεν το σκέφτηκα; —
δεν αγνοεί τίποτα
είναι συνένοχος
συμμέτοχος
έχει κι αυτός το μερίδιό του
απ’ το απαίσιο κέρδος.
Κάθε πρωί
έχω εμπρός μου
έναν κύριο
με καπέλο.

***

ΕΜΨΥΧΗ ΑΠΩΛΕΙΑ

Το βλέπω από τώρα στα μάτια της.
είναι πανέμορφη.
σίγουρα
θα παίξει με δέκα άνδρες
έχει τη δύναμη
να πάρει ένα πτυχίο
έχει τη θέληση
να αφήσει απογόνους
παραπάνω από βέβαιο
στα σαράντα της
θα καταλήξει
ένας κενός,
συλημένος
ναός.

***

ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΖΗΤΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΑ…

Αναγνωρίζω πρώτος
την αστάθεια
των καιρικών συνθηκών,
τα μαύρα σύννεφα
πάνω απ’ τη μικρή μας
βάρκα,
την άτακτη φυγή
των ζώων του δάσους.
Όμως επιμένω!
Ζητώ δείκτη ευφυΐας
χίλια και άνω
Ζητώ αμύθητο
περίσσευμα ψυχής
Ζητώ ακίνητα
ιδανικά κι ευαισθησίες
Αποζητώ μια
πανέμορφη
ποιητική εμπειρία.
Λίγα ή πολλά
ας απαντηθεί
απ’ όσους με διαβάζουν
ένα κρύο απόγευμα
σαν το σημερινό.

***

ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΟ

Αυτός που κάηκε
από τις εμπρηστικές στο Βιετνάμ
εγώ ήμουν
κι αυτός που εκχριστιανίστηκε βίαια
στις σταυροφορίες
εγώ ήμουν
αυτός που φτερούγισε απ’ τον έκτο όροφο
της ασφάλειας
εγώ ήμουν
αυτός που μεθοδικά εξοντώθηκε
σε χιτλερικό θάλαμο αερίων
στην εξορία των γκούλαγκ
που έγινε παρανάλωμα
στον β΄ παγκόσμιο
στη Σερβία
στην κεντρική Αφρική
σ’ όλες τις περιπτώσεις
εγώ ήμουν
μπορείτε να μ’ αναγνωρίσετε
στις φωτογραφίες
των διεθνών πρακτορείων.

***

ΟΠΩΣ Σ’ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Πάντα έτσι ήταν.
τα φυλλώματα της ζούγκλας παίζουν το ίδιο έργο απόψε.
οι ύαινες στήνουν με περίσκεψη
ενέδρες.
καλύπτουν τα
ίχνη.
μένουν στη σκιά
δίχως βιασύνη.
μετρούν με ακρίβεια τα βήματα
για το θανάσιμο
άλμα.
Ακόμα έτσι είναι.
τα θηράματα περιφέρονται
στη δίνη
των αντιφάσεών τους.
αναζητούν
τροφή,
μυρίζουν τον αέρα
για ευκαιρίες,
χτενίζουν
τις μικρές αγγελίες,
τη μισή τους ζωή
την περνούν
στις σκονισμένες ουρές
των υπηρεσιών
για το επίδομα.
Είναι φανερό.
το ταξικό τους
ένστικτο επιβίωσης
έχει ατονήσει
τελευταία.
Ανάμεσά τους βλέπεις κάποια
να χαμογελούν αφηρημένα
όπως σ’ εκείνη τη φωτογραφία της κυριακής
να κλείνουν τ’ αυτιά τους
στις παράξενες προειδοποιήσεις
ενοχλητικών πουλιών
πως
το κοπάδι των δολοφόνων είναι
μια ανάσα μακριά
πεινασμένο
παραταγμένο
έτοιμο
πως καιρός για χάσιμο
δεν υπάρχει
πόσο μάλλον για χαμόγελα.

***

ΣΤΑΘΕΡΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ

Κι όμως.
Σκέφτομαι πως μια μέρα
θα συμφωνήσουν μαζί μου
όσοι έχουν διαβεί
το κατώφλι του θανάτου,
για να επανέλθουν
αποφασιστικότεροι.

***

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Μια εκτέλεση
παραμένει καταδικαστέα
έρμαιο στα στόματα
αυτών που δεν πρέπει να μιλούν,
παραμένει αναποτελεσματική
όσο ένα ποίημα
που το απαγγέλλουν
λάθος χείλη.

*”Απροσδόκητος κήπος”, Αθήνα 2005.

Κώστας Δεσποινιάδης, Πουλιά

1-3

[Το κελάιδισμα]
 
Τα βράδια συχνά ανοίγω το παράθυρο κι ακούω ένα πουλί. Ένα υπόκωφο, μελαγχολικό κελάιδισμα σαν μοιρολόι. Από πού έρχεται αυτή η φωνούλα; Τι προμηνύει μες στα τσιμέντα;
 
[Ο τσαλαπετεινός]
 
Το βράδυ είδα στον ύπνο μου πως ήμουν κυνηγός και σκότωσα έναν πανέμορφο τσαλαπετεινό. Εγώ, που ποτέ μου δεν έχω πιάσει όπλο κι απεχθάνομαι το κυνήγι, ένιωσα στο όνειρό μου μια σαδιστική ικανοποίηση που σκότωσα το αθώο πουλάκι.
 
[Οι κυνηγοί]
 
Παραθερίζω σ’ ένα μικρό, απομονωμένο σπίτι. Κανένας θόρυβος του «πολιτισμού» δεν φτάνει εδώ· το πλησιέστερο σπίτι βρίσκεται στα τρία χιλιόμετρα. Ακούγονται μόνο τζιτζίκια, κοκόρια, τα βελάσματα των προβάτων από κάποια μακρινή στάνη και το θρόισμα των φύλλων. Φύση και ησυχία.
Κάθε τόσο, όμως, από τα βάθη της λαγκαδιάς, ακούγονται πυροβολισμοί. Ένας ξερός κρότος σπάει την ησυχία του καλοκαιρινού τοπίου, σέρνεται για λίγο η ηχώ του κι έπειτα χάνεται.
Κυνηγοί είναι που πυροβολούν τα ελεύθερα κι ανέμελα πουλιά.
 
[Το μαύρο πουλί]
 
Στην Χ.Κ.
Το μαύρο πουλί που διαρκώς με καταδιώκει έρχεται και πετά από πάνω μου τις πιο απροσδόκητες στιγμές· όχι μόνο τις νύχτες και τη βαρυχειμωνιά, όπου φυσιολογικά έχει τη θέση του, αλλά και το κατακαλόκαιρο, στις πιο λαμπρές λιακάδες, σε παραλίες και τοπία ονειρεμένα, σε στιγμές ανείπωτα όμορφες, υπενθυμίζοντάς μου σαδιστικά πως αυτό θα πει την τελευταία λέξη.
 
*Από τις “Νύχτες που μύριζαν θάνατο”

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.bibliotheque.gr/article/60743