Nikanor Parra, Δύο ποιήματα

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Μέτριου αναστήματος
με μια φωνή ούτε λιανή ούτε χοντρή,
ποωτότοκος γιος ενός δασκάλου
και μιας μοδίστρας μαγαζιού συνοικιακού
αδύνατος εκ γενετής
μόλο που εκτιμάει το καλό τραπέζι
με μπασμένα μάγουλα
και μάλλον μακριά αυτιά·
με τετράγωνο πρόσωπο
που σ’ αυτό μόλις και ξεχωρίζουν τα μάτια,
και μια μύτη πλακουτσωτή κρεολού πυγμάχου
σμίγει το στόμα ειδώλου των Αζτέκας
-όλα αυτά λουσμένα
από ένα φως δυσπιστίας και ειρωνικό-
ούτε πολύ έξυπνος αλλά ούτε και τελείως βλάκας
ήμουν αυτό που ήμουν: ένα μίγμα
από ξύδι και λάδι φαγητού,
ένα αλαντικό από άγγελο και ζώο!

***

ΓΑΛΑΝΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ

-Πάει μια ώρα που είμαστε εδώ
Αλλά πάντα απαντάς το ίδιο·
Πας να με παλαβώσεις με τ’ αστεία σου
Αλλά τα ξέρω απ’ έξω.
Δεν σου αρέσουν τα μάτια μου, το στόμα μου;
-Ασφαλώς και μου αρέσουν τα μάτια σου.
-Αλλά γιατί δεν τα φιλάς τότε;
-Ασφαλώς και θα τα φιλήσω.
-Δεν σου αρέσουν το στήθη μου, τα μπούτια μου;
-Πώς είναι δυνατό να μη μου αρέσουν!
-Τότε γιατί δεν κάνεις κάτι;
Άγγιξέ τα, επωφελήσου.
-Δε μου αρέσει να τ’ αγγίξω με το ζορι.
-Τότε γιατί μ’ έκαμες να γδυθώ;
-Εγώ δεν σου είπα να γδυθείς.
Μονάχη σου γυμνώθηκες:
Ντύσου, πριν έρθει ο άντρας σου.
Άφησε τις κουβέντες
Ντύσου, πριν έρθει ο άντρας σου.

*Από το βιβλίο “Νικανόρ Πάρρα, Ποιήματα και αντιποιήματα”. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος. Εκδόσεις Εκάτη, 2002.

Brianna Bullen reviews Nikos Nomikos’s Noted Transparencies

Noted Transparencies
by Nikos Nomikos
Trans. George Mouratidis
Owl Publishing, 2016

These events told by, the pen of my life, are personal transparencies
that note, the deep voice of the heart, as the years roll by, beneath the
light of divine economy.

Honest and intimate, transparency is the term and practice giving Nikos Nomikos’s Noted Transparency (or Σημειωμένες Διαφάνειες, pronounced ‘Simiomenes Diafaneies’) its immediate impact. Born in Alexandria, Egypt in 1934, Nomikos has published nine poetry collections, with Noted Transparencies the later work of a mature artist. The maturity invoked creates a sense of life lived, of a past haunting a present. The collection contains 30 poetic vignettes, all, with one exception, revealed and written ‘in the mute hours’ of a single night. Out of these night surges the remembrance of a formative childhood moment on the edge of the Nile. Published bilingually by Owl Publishing, its original Greek has been placed parallel to its translated English, marking the first time Nomikos’s work has been available in English, while emphasising that what is being read is a mediated reconstruction of Nomikos’s vision. It has been collaboratively translated by George Mouratidis to convey storytelling over the rhythm.

It moves between dualisms, revealing them to be encompassing each other in paradox: youth and age, liminality and transcendence, memory and reality, creation and destruction, a lifetime held within a single night. The simplicity of Nomikos’s language opens up to a religious enrichment and complex worldly knowledge. Mysticism is contained within the corporeal world. Absence becomes a presence, nostalgia for an imagined past a pleasurable punishment. The ‘rosy coloured springtime’ carries ‘the winter of Persephone’: life and its end mutually constituting forces, not discrete entities.

Nomikos’s work is one of return: to childhood, to that moment on the Nile, to faraway times, teachers, possibilities and homelands he has never experienced, and ultimately to God. Nomikos belongs to two prominent writing traditions: Alexandrian-Greek poetry, and ‘first-generation’ Greek-Australian migrant writing. The experience of migration and diaspora is integral to his ultimate concept of return, written as a fragmentary and self-alienating process that needs to be addressed and reconciled.

In any case, no matter whom I asked, nobody knew to tell me, why
they invited us, to this different land.

One process Nomikos offers for reconciliation is through religion. Figures, practices and symbols from Greek Orthodoxy suture the fragments. Central to Nomikos’s vision is the figure of a ‘towering lord-like man, with a parchment spread across his chest.’ Although this figure makes him feel like an ‘ant,’ bringing with him the unknown sublime and ungraspable ‘old, happy world to which (Nomikos) once belonged,’ this figure is not intrinsically negative. This ambivalent figure promises finitude, connection, reassurance and an end to material desire. In this vision, all are moving towards an apocalypse. But even this apocalypse becomes a potential point of return and shared connection between humankind.

While faith is integral to Nomikos’s experience of the world, he acknowledges that the self shifts with time, the world, and chance:

It might have been different, my days’
journey, and subsequently my life might also have been, at
a different course, but due to the war of
1940, and its tragic events, I had put to great trouble
my personal lifeguard, bless him.

Here, religion, myth, and memory create and centre a very personal world, inventing and interpreting both the past and present. While some use these narratives to console and protect, others, as shown in one of his more striking fragments, use them to excuse and conceal:

With the unjustifiable War, for commonplace morality, against
the former Paradise, of Mesopotamia, Iraq,
I felt the same pain, which blackens the hearts of
people, as they run to hide, from the salvational
bombings, and of course in the name of God, as
the great criminals usually tell us.

One way of overcoming selfish inhumanity is offered through self-renunciation. Quoting Nikos Karouzos, another Greek poet Nomikos chanced to meet, ‘I have nothing and I am free,’ Nomikos’s highlights his practice of worldly asceticism, which permeates the pieces. Contemplating ‘at which height is a human being able to / reach his stature, amidst the blows lovingly proffered to him by his good / fortune,’ perhaps Nomikos speculates that it is only with self-imposed limitations on the self that ‘self’ can truly be revealed and given the space to roam free in ‘the decency of spiritual light.’ This is encapsulated in the physicality of his study-room: ‘three by three, / but with vast ascetic dimensions, / full of fires and passions.’

Protagoras’s ‘Man is the measure of all things,’ a humanist standpoint of individual, not absolute truth, is the second tenet of Nomikos’s poetry and worldview. Nomikos is respectful of the ‘permanent binoculars’ (29) through which life is viewed, ‘everywhere and always, within the boundaries of my own/world.’ This leads to accountability and the ethical ability to read the self. The wisdom and classically refined lines of Nomikos make for a beautiful reading experience. Efforts such as these of Owl Press should be made to retain Nomikos’s original Greek, but it would be a welcome joy to see more of this poet’s experiential work become available to a wider audience through translation.

*Brianna Bullen is a 2017 Deakin University creative writing PhD candidate planning on writing a thesis involving posthumanism, science-fiction, neural implants, memory and materiality. Works of a speculative nature imagining possible futures, and those focusing on the body, greatly appeal to her. Her honours thesis focused on clones, robots and art. She has had fiction and poetry published in Wordly, Imagine Journal, LiNQ, NoiseMedium, Verandah, Voiceworks, with arts criticism in Buzzcuts.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Στρατής Παρέλης, Τέσσερα ποιήματα

είναι οι ηθικές που μας σώζουν, είναι οι ηθικές;

δρουν σύγχρονες αγχόνες
σε μια άκαιρη εποχή
φλεγματικά φερέφωνα σπέρνουν ειδήσεις παθιασμένες
περί του δίκαιου των προδοτών-
κι η πατρίδα χωλαίνει·
τί να ξέρω από φυλές που σπαράσσονται όταν
μες την ρουλέτα τρέχει κατά πως θέλουνε οι κρατούντες, η μπίλια;
είναι οι ηθικές που μας σώζουν, είναι οι ηθικές;
προσκολλούμαστε στα βαθιά σύνορα
των δίκαιων ονείρων..

******

νέα μουσική…

το πιάνο σβήνει στην κουζίνα,
διασκελισμούς αντήχησης κάνει η μουσική,
νότες συντάσσονται σε τάγματα και νικούν
την μοναξιά
κατά κράτος,
καταλαμβάνονται οι επαρχίες
του βορά,
ανατινάξεις χαρούμενες τρέπουν τα χρώματα σε ωφέλιμα,
ζωγραφική και των λεπτομερειών,
όπως κι η ποίηση που έγινε
βραδύκαυστη
και κομίζει νέα ουσία
στο βαλτωμένο εγωιστικό βασανάκι μας
που πάλιωσε και πια
συγκινεί γέροντες λόγιους και κυρίες
που έμειναν σαν απολιθωμένες να αναπολούν
στιχάκια αβρά και μες το μέλι τους
μπαγιάτικα.

****

κι η σκέψη αποδεικνύεται ταξίδι κι η σιωπή

κι η σκέψη αποδεικνύεται ταξίδι κι η σιωπή
και το να μένεις άφωνος ανάμεσα σε κείνα που σε αγαπούνε
πράγματα βουβά, αγαλματένια, μέγας πηγαιμός.
ύστερα ξημερώνει και βραδιάζει· παίρνουν τον δρόμο τους τα γεγονότα·
είσαι επάνω στον πλανήτη ονειροπόλος, θέλοντας
να σμίξεις όλα τα φωνήεντα, τις φρυκτωρίες
των ματιών, καθώς ο έρωτας σε πλησιάζει για να δοκιμάσει
στην καρδιά σου την γλυκιά υποταγή
σε ένα όνειρο που βγαίνει πάντα ποιο θλιμμένο μιας
και όλες οι προσδοκίες σου θα βγούνε λανθασμένες- πικρά
σε πάει ο χειμώνας..

***

γερνάω αφήνοντας εκτεθειμένο το επιφώνημα

χωρά τί σε τί- είναι
αστεία αυτά τα περισκόπια: χωρούν
τον θάνατο αλλά
δεν χωρούν την όμορφη ζωή·
λέγοντας τα ωραία μας κυλάει
κάποτε ο χρόνος- μια αισιοδοξία
ανθισμένη
σ’ έναν κήπο αισθημάτων, μια
ατέρμονη χαρά, φέγγος
μες την συνείδηση, σε βρίσκω
πίσω από πράγματα που φθείρονται, σε έχω
εικόνα στο μυαλό, την ώρα
που γερνάω αφήνοντας εκτεθειμένο
το επιφώνημα
φωτίζεται ο δρόμος που θα πάρεις
στον μέλλοντα όπως και να ‘χει θα συναντηθούμε
ξυπνώντας μαζί σε μία κάμαρα που απ’ το μπαλκόνι της
τον μέγα ήλιο αντικρίζεις
που σου γελά.

*Τα ποιήματα και η φωτογραφίa της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή στο http://stratisparelis.blogspot.com

Γρηγόριος Σακαλής, Χαραυγή

Μελαγχολικές
δεν είναι μονάχα οι Κυριακές
είναι κάθε μέρα
που είναι γεμάτη σύννεφα
κι ο ήλιος έχει χαθεί
απ΄ τη ζωή των ανθρώπων
μελαγχολικές είναι οι μέρες
που βρέχει απελπισία
και η ελπίδα έχει κρυφτεί
τόσο τέλεια
που λες και δεν υπάρχει
είναι βαριές οι μέρες
του καιρού μας
σαν να συνωμότησαν οι μοίρες
και η τύχη
χθόνιες δυνάμεις επικράτησαν
πάνω στις πολιτείες
αγγελικοί δαίμονες
τα σώματά μας λύγισαν
οι ψυχές μας πληγώθηκαν
κι όλοι μας περιμένουμε
μια νέα χαραυγή
μα δεν θα ΄ρθει μόνη της.

Κώστας Ρεούσης, Έξι ποιήματα

THE GUARDIAN GARDEN

Πρωινό του Ορφέα πλέον
Κάθε έξοδος γυρίζει αθόρυβα
Έως πανηγυρικά την πτήση
Καθώς το σκεύος χαλκεύεται
Σ’ ανίερες συμμαχίες τ’ ασήμι.

EL ESTOMAGO

Άτσαλα κουρεύτηκε η μέρα
Πετσοκόβοντας την ψυχή
Με την οκά στα παζάρια του
Νότου διακονεύει το σούρουπο.

SAMBA CANTINA

Ν’ αρχίζει με λικνίσματα
Της αιώρησης που κρύβεται
Το ζήτα χρώματα πολλά
Χρώματα.

ΣΚΟΤΟΔΟΤΗΣ

Ταραγμένος από έμβρυο
Τις πέτρες αιώνων
Θαλάσσης
Γλειμμένων
Μετέχω.

Η ΚΑΜΗΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΓΚΟΥΡΟ

Ο δρόμος φαντάζει μπάσταρδος
Ώστε ο καταρράκτης πλήρης νερών
Να συνοδεύει το δερβίση στις πηγές του
Νείλου
Ορατά των ανθρώπων τεκμήρια
Τόνοι παπύρων βρεγμένοι.

27.07.2000

Σάστισα με τον καιρό
Ο αχαρακτήριστος
Μεστός αριθμών αν
Όχι νερών
Όντας πνιγμένος
Πλέοντας.

*Από τη συλλογή “Ενα τσεκούρι κάθεται στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2015.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Πέντε ποιήματα

ΚΑΤΑΣΑΡΚΑ

Φορώ κατάσαρκα
χειμώνα καλοκαίρι
φύλλα μπασμά από χέρσα χωράφια
κλαδιά που τα πελέκησε η πάχνη

κι άγρια κύματα καμπυλωτά
που φωλιάζουν
και μπολιάζουν τη ζωή μου.

***

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Κυλάει μέσα μου ποτάμι ορμητικό

κατεβάζοντας ρίζες βαθιές
παλιά σεντούκια
και μεγάλα δάκρυα λαμπερά

λόγια που ανατινάχτηκαν απ’ τη φοβέρα

χρώματα κι αρώματα που λησμονήθηκαν
μες στη μεγάλη λάμψη.

***

ΓΥΡΩ ΚΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΚΑΙ ΜΕΣΑ

Τρέχω
σκοντάφτω
γυρίζω
γύρω κι ανάμεσα και μέσα

-τίποτα-

τρέλα διάχυτη απλωμένη παντού
αντηχήσεις μέσα σε παλιοσίδερα
και πλεξιγκλάς.

***

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΟΥ ΣΠΙΤΙ

Το παλιό μου σπίτι γέρνει τις νύχτες

αφουγκράζεται ψιθύρους φτερουγισμάτων
θυμάται φτώχεια και ξεριζωμούς
ξυπνά πρόσωπα που τα παγίδεψε η αντάρα

κι ολοένα προσπαθώ να κρατηθώ
καταγράφοντας ανέμους και θύελλες
που με πνίγουν.

***

ΜΑΚΑΡΙΟΙ

Αμνήμονες

χωρίς μούσα
χωρίς ιστία

μακάριοι αρμενίζουν

σέρνοντας γενεές
επαναλαμβάνοντας το όντως τίποτα.

Η Ιστορία γυμνή
πάντα ωραία
τους οικτίρει.

*Από τη συλλογή “Το αίμα μένει”, εκδόσεις Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2016.

Νικόλαος Κάλας, Ενθάδε κείται η καρδιά

Artwork: Simone Held

Σάν ένα αγρίμι παγιδευμένο
Ένα καράβι που κινδυνεύει
Ένα παιδί μονάχο μες στή νύχτα
Μιά πλανημένη ώρα
Περιμένω

Ένιωσα ήδη τά κύματα της επιστροφής
Πού γκρέμισα τη ζωή μου;
Στο περιθώριο καθε ρυθμού δυνάμεις διασταυρώνονται
Ποτέ πιά καυτοί ή παγωμένοι πόνοι
Δε θά ζήσετε άποτυπώματα τέτοιων μεταμορφώσεων
Τίποτα πλέον απ’ δ,τι φτιάχνουν τά χέρια δέν άφήνει ίχνη
Οί σκιές πού έρχονται ποιός ξέρει από πού
Συνοδεύουν έπειτα αντικαθιστούν τίς μορφές από άμμο
Σ’ έναν κόσμο δίχως επιστροφή
Η διάταξη τών αριθμών καί τών άστρων
Μιά παρτίδα σκακιοϋ
Ξετυλίγεται χωρίς εκπλήξεις
Αλλά ή καρδιά ή ίδια μετριέται μέ τή μονάδα τού τυχαίου
Δίπλα μας μπροστά καί πίσω
Οί πνιγμοί διαδέχονται ό ένας τόν άλλον
Η αγάπη δέν είναι φτιαγμένη αποκλειστικά από αγωνίες ‘
Όπως ό κόσμος ή δπως εσύ
Αναπαύεται καμιά φορά πανω σέ κάποια βεβαιότητα
Ή έναν θρόμβο αίματος
Πηγαίνοντας πρός εσένα πρίν τά μάτια
Τό στόμα είναι ήδη ανήσυχο
Οι πύλες τού ναού τού φόβου μένουν ανοιχτές
Κατόπιν άλλες συναντήσεις απρόσμενες
Προστίθενται καί μεταστρέφουν τά σημεία πού μού ήταν εύνοϊκά
(Παρίσι 1939 – Λισσαβώνα 1940)

*Από το βιβλίο Νικόλαος Κάλας, “Δεκαέξι γαλλικά ποιήματα και Αλληλογραφία με τον Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς”, σε μετάφραση Σπήλιου Αργυρόπουλου-Βασιλικής Κολοκοτρώνη, εκδόσεις Ύψιλον/Βιβλία, 2002.

Γεωργία Τρούλη, Δύο ποιήματα

Παχιά ζέστη στο πρόσωπο

Φθορά ήλιου στα μαλλιά
Μάτια που επιμένουν ν΄ ανοίγουν
Τεντώνεται η αργοπορία
Στα πέλματα
Νερό δεν υπήρξε
Τις υπνώτισε καταμεσής του δρόμου
Φύγανε ολάκεροι αφήνοντας
Μια παρτίδα ακροδάχτυλα
Κομμένα φάλαγγα- φάλαγγα
Πάνω στο δέρμα ενός άρρωστου δρόμου
Ιδρώτας
Και μια αίσθηση για ακόμη νερό
Σφίχτηκαν ο ένας πάνω στον άλλον
Απ τους αγκώνες
Ήρθε η νύχτα και μια αίσθηση
Κερατίνης από νύχια
Που έμειναν πάνω στη ζεστή
Άσφαλτο

***

Να ραφτώ κάτω από το δέρμα σου

Μικρόβιο ξενιστής
Να σε βλέπω να μεγαλώνεις από μέσα
Να διαστέλλεσαι
Να παχαίνεις
Να ακούω τους τριγμούς των σκέψεων
Τα αποσπασματικά παιχνίδια
Όταν σου δίνω ένα δίσκο λέξεις-τραγούδια
Και την κλειτορίδα μου επί πίνακι
Υπερτροφική σαν το εγκεφαλικό μας παρέγχυμα
Την άρνηση- την αντίδραση- την επιστροφή
Να νιώθω νεροχύτης που στάζει καιρό
Κι έχει μουλιάσει τα χρονοντούλαπα της ιστορίας
Μέσα σε ένα χώρο που το φως κάθε μέρα δημιουργεί αποχρώσεις
Φυλακίσεις του δέρματος
Και σε μια σελίδα κάθε βράδυ η σιωπή
Να μετατοπιζεί το κέντρο βάρους
Σε μια απόσταση γεμισμένη τσιμέντο
Και πουά ομιλίες
Σπασμωδικά να ενώνονται με κλιματσίδες δέντρων και περικοκλάδες
Και κάθε σπασμένο πρωί
Να δημιουργούν τη ρίζα
Μιας φαντασίωσης
Που δεν
Που δεν ακουμπάει στο πραγματικό
Και στα σφαλισμένα παντζούρια

*Τα σχέδια της ανάρτησης είναι έργα της ποιήτριας.

Δώρα Κασκάλη, Δύο ποιήματα

Ο εικονοκλάστης

Την εύκρατή σου καλλιέπεια λατρεύω.

Το ψάρι αυτοκτονεί στη γυάλα σου

επιτυχώς κρεμιέται απ’ τη μανόλια το πουλί.

Κρατάς ημερολόγιο απωλειών.

Το θάνατο πολεμάς να ορίσεις,

το επέκεινα. Ανεπιτυχώς.

Ζω για τη θρηνωδία

του ευάλωτου ψυχισμού σου.

Δεν με ρωτάς ποτέ για τη μαρμαρυγή

που εκτρέφω δέκα χρόνια.

Αναρωτιέσαι. Θάβεις την αγάπη.

Με κατηγορείς για ανιστόρητο λυρισμό.

Εγκαλείς απ’ το καταφύγιο του γραφείου σου.

Δεν θέλω να σου δείχνω 

τα χέρια που μου μάδησε
το άλγος της συνήθειας:

νερά, χαρτιά, πιατικά. Η ασχήμια.

Μικρά μου τέμπλα.

Φιλοτεχνώ.

Ιερουργώ.

Κι όταν ’ρθει η ώρα


μ’ όλα σας τα στολίσματα

ψυχρή θα σας ξυλεύσω.

***

Πατέρα σου ταΐζω
με μνήμη το εικόνισμα,
το ξεσκονίζω από τους ρύπους
της ζωής μου.
Μικρέ ήρωα,
οι φίλες μου είναι πουλιά
με σκοτωμένα φτερά.
Τη μια λένε σκλήρυνση κατά πλάκας,
χορεύει κλακέτες με το μπαστούνι της·
η άλλη ρίχνει ιώδιο
στη χαράδρα του λαιμού.
Τα παραδείσια πετούμενα
γίνανε οικόσιτα και
τους ατομικούς αγίους τους δοξολογούν.

Είμαι η κόρη σου
που έχασε από το δράκο
και τον φυλάκισε στο εφήβαιο
υπνωτικό του δίνει
μ’ ονόματα όπως
συστολή, άρνηση και λήθη.
Πατέρα της Κατοχής,
της Μεταπολίτευσης, της Ανάγκης
έπεσα στο κενό των εποχών,
θέλω να βγάλω τα παιδιά
απ’ τη σκιά στον άκτιστο ήλιο.

Τα χέρια θέλω να πετάξω
γιατί δεν τα ‘μαθες πώς να αγγίζουν.
Με προδίδουν αυτό το βράδυ
που προσπαθώ να δώσω σχήμα
στο πρόσωπό του
να ημερέψω τα μάτια του
που στρώνουν το μονοπάτι μιας φυγής.
Πατέρα, έριξα μενεξελί πανί απάνω σου
να μην βλέπεις που τον φίλησα
τρεις φορές στο πρόσωπο
σα να τον φιλούσα
τρεις χειμώνες στο στόμα.

Είναι μισοφαγωμένα τα κορμιά μας
εκείνου από την πλησμονή
το δικό μου από την στέρηση.
Και πεινούν ακόμη την ίδια πείνα.
Πέταξα στο σιντριβάνι
τα κέρματα που έγραφαν “για πάντα”,
τα κεφάλαια έψιλον του έρωτα·
ξεχνώ τα λόγια των ευχών.
Έριξα στη μαύρη σακούλα
τα παιδικά μας παραμύθια
με σένα θριαμβευτή.

Αναπαύσου στα όνειρα της μαμάς.
Εγώ χαράζω ένα οδόσημο,
μια λέξη υβριδική
που συνθλίβει τ’ όνομά μου,
τη στολή του άσπρου ιππότη του,
την εγκαρτέρησή μου, τη λαγνεία του
και μας εφευρίσκει ξανά.

© Δώρα Κασκάλη

Άρης Αλεξάνδρου, Διαύγεια πνεύματος

Τό ποίημα κύλαγε
φυσικότατα
οί συλλαβές χτυπάγαν
σταγόνες τής βροχής στόν τσίγκο
μά ό τελευταίος στίχος
κατακόρυφος άηχος
τίποτα.
Δέν καταλαβαίνω.
Ποιός ό λόγος; πρός τί;
Ξαναδοκίμασε.
Σταγόνες φυσικότατα στόν τσίγκο
μά ό τελευταίος
πρός τί;
Άνασήκωσε τά μάτια, κατάλαβε:
Εμπρός του,
παραβιασμένη
ή έξώπορτα
κι ό διαρρήκτης
νά προχωράει άργά
μέ τίς αιχμές τού όρθάνοιχτου διαβήτη
σημαδεύοντας
ταυτόχρονα
τά δυό του μάτια.

*Από το βιβλίο “Άρης Αλεξάνδρου Ποιήματα (1941-1974)”, εκδόσεις Ύψιλον/βιβλία 1991.