Antonio Machado, Δύο ποιήματα

Ω! Μοναξιά, μοναδική συντρόφισσα

Ω! μοναξιά, μοναδική συντρόφισσα,
Ω! Μούσα εσύ του θαύματος που έδωσες
στη φωνή μου λόγο που εγώ δεν σου ζήτησα,
με ποιον μιλώ; Απάντησέ μου.
Μακριά από της γιορτής τη μασκαράτα,
τη θλίψη μου διασκεδάζω μόνος, χωρίς φίλο,
μαζί σου, αφέντρα με το καλυμμένο πρόσωπο,
πάντα κρυμμένη σαν μιλάς μαζί μου.
Σήμερα σκέφτομαι: αυτός που είμαι θα είμαι·
το βαρύ μου αίνιγμα δεν είναι αυτό το πρόσωπο
που μου παρουσιάζει ο καθρέφτης,
μα το μυστήριο της φωνής σου αγαπημένης.
Αποκάλυψέ μου το πρόσωπό σου για να δω
αν με ατενίζουνε τα διαμαντένια μάτια σου.

***

Ο θάνατος του λαβωμένου παιδιού

Ξανά η νύχτα… Είναι το σφυρί
του πυρετού στα επιδεμένα μελίγγια
του παιδιού. -Μάνα το κίτρινο πουλί!
Οι μαύρες και οι μενεξεδένιες πεταλούδες!
-Κοιμήσου, γιε μου. Και το χεράκι σφίγγει
τη μάνα του στο στήθος—, Ω! άνθος της φωτιάς!
Ποιος θα σε δροσίσει, ανθέ του αιμάτου, πες μου;
Μυρίζει λεβάντα το φτωχικό δωμάτιο.
Έξω λευκάζει η αυτάρεσκη σελήνη
το θόλο και τον πύργο της μαύρης πολιτείας.
Ένα αθέατο αεροπλάνο ζουζουνίζει.
—Κοιμάσαι, ω! γλυκέ ανθέ του αίματός μου;
Και η τζαμόπορτα του μπαλκονιού αντιλαλεί.
Ω, γλυκέ ανθέ μου κρύε, κρύε, κρύε, κρύε!

*Από το βιβλίο “Antonio Machado, Ποιήματα”, σε μετάφραση Ρήγα Καππάτου, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2009.

Νικόλαος Κάλας, Ο Οιδίπους είναι αθώος

Αύριο δε θ’ απομείνει τίποτα πια
Τό δέρμα των χεριών θα ξαναγίνει κονιορτός
Την άνοιξη δε θα υπάρχουν πλέον αστέρια
Ρητινωμένο αίμα θα κυλάει στις φλέβες μας
Θ’ ανοίγει κανείς τη γη όπως αυτές τις πόρτες που δε θα ξανακλείσουμε ποτέ
Όλη η γη αυτή τη χρονιά θα είναι σαν πληγή
Δεν θα χρειαζόμαστε πλέον πυξίδες
Δεν θα υπάρχει πια μέλλον ούτε τόλμη ούτε αστέρια
Κανένας να περάσει
Κανένα κεφάλι τόσο ψηλό που να πρέπει να σκύψει
Οι χειρονομίες δε θα έχουν νόημα
Όλες οι πλευρές του ζαριού θά ’ναι ϊδιες
Η έρημος ίδια με τους πάγους

Ω κόμη νήσος ευτυχισμένη ενός αντικατοπτρισμού!

Δέν έχω πια αινίγματα για κανέναν
Κατέσφαξα τα πάντα
Ό,τι αγαπήθηκε με βία και σωρεύτηκε στη ζωή μου
Το πήρε το ρεύμα κοιμάμαι σε υγρό κρεβάτι
Έναν ύπνο γεμάτο θορύβους
Σέ νύχτα ατελείωτη

(Παρίσι 1938 – Μεκνές 1939)

*Από το βιβλίο Νικόλαος Κάλας, “Δεκαέξι γαλλικά ποιήματα και Αλληλογραφία με τον Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς”, σε μετάφραση Σπήλιου Αργυρόπουλου-Βασιλικής Κολοκοτρώνη, εκδόσεις Ύψιλον/Βιβλία, 2002.

Lawrence Ferlinghetti, Οι παλιοί ναυτικοί

Στην πράσινη όχθη του ποταμού
ηλικία κοντά στα εξήντα
αρχίζω
να ξαναθυμάμαι
τον παππού μου Desir
στα νησιά της Παρθένου
Την τελευταία φορά που τον είδα
ζούσε σε μιαν απόμερη ακτή
του Αγίου Θωμά
σε μια μικρή καλύβα
κάτω απ’ τους φοίνικες
Ογδόντα χρόνων
ευθυτενής σαν Βίκιγκ
(εκεί που κάποτε οι Δανοί αποβιβάστηκαν)
στεκόταν αγναντεύοντας
πάνω απ’ την ακύμαντη θάλασσα
μάτια γαλάζια ή γκρίζα
με τη θάλασσα μέσα τους
αλάτι στα ματόκλαδα
Ανέκαθεν
υπήρξαμε θαλασσοπόροι
Τώρα
δεν έχει αλάτι εδώ
δίπλα στο μεγάλο ποτάμι
στην ορεινή άγονη έκταση
Παλιοί ναυτικοί
έριξαν στα ρηχά
το ατσάλινο καμάκι
— χωρίς αυτό ήσαν χαμένοι —
πήδηξαν έξω και πεθάνανε

*Από τη συλλογή «Βορειοδυτικός οικολόγος» (1978). Πάρθηκε από το βιβλίο “Ferlinghetti Ποιήματα”, σε μετάφραση Ρούμπη Θεοφανοπούλου, εκδόσεις Πρόσπερος 1989.

Αργύρης Χιόνης, Δύο ποιήματα

ΑΡΙΑΔΝΗ

Δεν έχουμε πια που να πάμε-
τα πράγματα επαναστατούν,
δεν μας αναγνωρίζουν το δικαίωμα
να κυριαρχούμε πάνω τους
τα σπίτια που χτίσαμε γίναν φυλακές,
οι πολιτείες που ρυμοτομήσαμε γίναν λαβύρινθοι.
Ώ Αριάδνη, Αριάδνη…
κάποτε προφέραμε τ’ όνομά σου,
κάποτε τραγουδούσαμε τ’ όνομά σου
και βρίσκαμε την έξοδο.
Τώρα, η μουσική δεν υπακούει πια στά δάχτυλά μας·
απέβη εις πένθος μας η κιθάρα
και ο ψαλμός μας εις κλαυθμόν ημίν
και μένουμ’ εδώ, ακίνητοι στη μέση των πραγμάτων
που μεγαλώνουν γύρω μας
σαν δέντρα άγρια και σκοτεινά,
στενεύοντας αδιάκοπα τη σκέψη,
στενεύοντας αδιάκοπα τον ουρανό.

ταξίδι που τόσα χρόνια λογαριάζαμε
δεν θα γίνει ποτέ, Αριάδνη.
Τα πλοία φύγαν μόνα τους απ’ το λιμάνι,
κι η θάλασσα,
τόσο πικρή η θάλασσα για την ψυχή μας
που ν’ αποστρέφουμε το πρόσωπο στη θέα της.

Όχι, δεν έχουμε πια πού να παμε.

***

ΔΙΑΣΠΟΡΑ

Στο δρόμο, πάλι στο δρόμο,
με τις αποσκευές μας που λιγόστεψαν
σαν το κουράγιο,
με τα κορμιά μας που πορνεύτηκαν
ώς τον εξαγνισμό
και τις ψυχές μας που δεν έχουν πια αξία-
πληθωρικά νομίσματα
μια μέρα ύστερα απ’ την έκδοσή τους.
Στο δρόμο, πάλι στο δρόμο,
διατηρημένοι από την άρμη
των δακρύων και του ιδρώτα μας,
όρθιοι μέσα σέ βαγόνια τραίνων
ή σ’ αμπάρια καραβιών κι αμίλητοι
σαν λειτουργοί φριχτού μυστήριου.
Και να μην είμαστε ούτε καν νεκροί,
γιατί ακόμα κι οι νεκροί έχουνε ρίζες και ριζώνουν
και δένουνε καμιά φορά καρπούς
και ζουν συχνά μες στα όνειρά μας.
Στο δρόμο, πάλι στο δρόμο,
κουβαλώντας μέσα μας το δρόμο,
οδοιπόροι και πορείες,
διανύοντας τον εαυτό μας,
χαμένοι μες στον εαυτό μας.

*Από τη συλλογή “Σχήματα απουσίας” (1973) που περιλαμβάνεται στον συγκεντρωτικό τόμο “Η φωνή της σιωπής – Ποιήματα 1966-2000”, εκδοσεις Νεφέλη, 2006.

Joan Brossa, Τέσσερα οπτικά ποιήματα


*Ο Joan Brossa (1919–1998) ήταν Καταλανός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, σχεδιαστής και καλλιτέχνης που ασχολήθηκε με την οπτικότητα. Ήταν ένας από τους ιδρυτές της ομάδας και της έκδοσης Dau-al-Set (το 1948) καθώς και μια από τις προδρομικές φυσιογνωμίες της οπτικής ποίησης στην καταλάνικη λογοτεχνία.

Άννα Αχμάτοβα, Δύο ποιήματα

1
Ασημολουσμένος και πάλι
Τ’ αγίου Ισαάκ ο ναός.
Τ’ άτι του Μεγάλου Πέτρου
Κρυώνει κι αυτό.

Αγέρας άγριος και πνιγηρός
Καπνιά σκορπάει απ’ τις καμινάδες.
Αχ! Η νέα μας πρωτεύουσα
Στον τσάρο δεν αρέσει.

2
Ήρεμα και σιγανά χτυπάει η καρδιά,
Όλα αυτά τα χρόνια!
Κάτω από τούτη την αψίδα
Οι σκιές μας θα μείνουν αιώνια.

Τα βλέφαρά μου χαμηλά
Μα βλέπω πως μαζί μου είσαι,
Στο χέρι σου για πάντα κρατάς
μια κλειστή δική μου βεντάλια.

Δίπλα σταθήκαμε μαζί
Στων θαυμάτων την ευτυχισμένη στιγμή
Την ώρα που πάνω από το Θερινό Κήπο
Ανέτειλε το ροδόχρωμο φεγγάρι.

Δεν θα περιμένω πια
Μες απ’ το μισητό το παραθύρι
Τις μελαγχολικές συναντήσεις
Που την αγάπη ξεδιψούν.

Είσαι ελεύθερος, όπως κι εγώ
Το αύριο καλύτερο θα είναι από το χθες, –
Πάνω από τον φουρτουνιασμένο Νέβα
Κάτω από το παγωμένο χαμόγελο
Του Αυτοκράτορα Πέτρου.

(1913)

***

Ξέρω, ξέρω τα παγοπέδιλα ξανά
Θα τρίξουνε πνιχτά.
Στο γαλανό τον ουρανό Σελήνη ερυθρά
Γλυκιά είν’ του λειμώνα η πλαγιά.

Λάμπουν τα παραθύρια στην αυλή
Εκεί μακριά στη σιωπή.
Μηδέ δρομάκι, μηδέ και μονοπάτι
Παρά μονάχα τρύπα σκοτεινή.

Νεράιδων δέντρο εσύ Ιτιά
Το δρόμο μη μου κόβεις!
Στα χιονισμένα σου κλαριά κουρούνες μαύρες
Κουρούνες μαύρες ξαποσταίνουν.

Οκτώβριος 1913
Τσάρσκογιε Σελό

*Από την ενότητα “Ποιήματα για την Πετρούπολη”, που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Ροζάριο”. Μετάφραση: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. Εκδόσεις Φίλντισι/Samizdat, 2012.

Kenneth Rexroth, Από την “Κτηνολογία”

Αγελάδα

Η ευχαριστημένη αγελάδα δίνει γάλα.
Όταν τη ρωτούν “Δίνεις γάλα;”
ενώ σίγουρα θα δώσει, απαντά “Όχι”.

***

Αετός

Ο αετός είναι πολύ υπερήφανος.
Μένει μόνος του, με τον εαυτό του,
εκεί ψηλά στον ουρανό.
Μόνο οι γενναίοι βρίσκουν το σπίτι του.
Λίγα τηλεσκόπια είναι οξύτερα
από τα μάτια του.
Νομίζω ότι είναι όμορφο να είσαι υπερήφανος,
αλλά θυμήσου πως όλα τα υπόλοιπα πάνε μαζί.
Υπάρχει ένα άλλο είδος αετού
πάνω σε σημαίες και σε χρήματα.

***

Ρέγγα

Η ρέγγα είναι γόνιμη.
Υπάρχουν πολλών ειδών ρέγγες.
Μερικές ρέγγες τρώγονται ωμές.
Πολλές παστώνονται και γίνοται τουρσί.
Αλλά οι περισσότερες χρησιμοποιούνται για λίπασμα.
Κοίτα μήπως μπορείς αυτό να το εφαρμόσεις
στα μαθήματά σου για την ιστορία.

***

Κουνάβι

Το κουνάβι φορά μια μαύρη μάσκα
και πλένει τα πάντα πριν τα φάει.
Αν του δώσεις ένα κύβο ζάχαρης,
θα τον πλύνει και θα κλάψει.
Μερικές από τις γλυκύτερες ηδονές
της ζωής μπορείς να τις απολαύσεις
αν δεν σε πειράζει η λίγη βρώμα.
Εδώ ένα προσωπείο
δεν θα σε βοηθήσει.

*Από το βοβλίο “Kenneth Rexroth, Κτηνολογία. Σχέδια Clifford Harper. Εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα, Δεκέμβρης 1995.

Η Θάλασσα με τα 150 επίπεδα, Φάνης Παπαγεωργίου

Γράφει ο Θάνος Γώγος

Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα (εκδόσεις κουκούτσι) είναι το δεύτερο βιβλίο του Φάνη Παπαγεωργίου (προηγήθηκε το πλυντήριο άστρων, εκδόσεις λογότεχνον).

Έναν ποιητή πρέπει να τον απασχολεί όχι μόνο το τι θέλει να πει , αλλά πώς θα εκφράσει αυτό που θέλει να πει και είναι αυτό ακριβώς το πώς για εμένα που διαχωρίζει την ποίηση από απόπειρες ποίησης και ποιητικές σκέψεις .Αυτό που εδώ ονομάζω πώς , μπορώ να το χωρίσω στα δύο. Από τη μία τα καθαρά τεχνικά χαρακτηριστικά (η ροή του λόγου, η αφαιρετικότητα, η επιλογή της δομής του λόγου, με λίγα λόγια το καλούπι που θα μπει μέσα η ουσία, το σχήμα των ποιημάτων.) Το δεύτερο πώς είναι η μορφή της έκφρασης. Το αν θα στοχαστεί και θα γράψει στίχους με πλήρη συνείδηση, αυτό που νομίζει πως γνώρισε μέσα από τη παρατήρηση και την ερμηνεία , αυτό που ένοιωσε και η ανάλυση του. Ή θα γράψει μέσα από τις αισθήσεις, συνδυάζοντας κομμάτια συνειδητής σκέψης και αφήνοντας παρορμητικές εικόνες ελεύθερες , χωρίς να γνωρίζει και ο ίδιος γιατί ακριβώς σε κάθε σημείο έδεσαν συγκεκριμένες λέξεις και εικόνες. Αν αυτό το πώς είναι επιτυχημένο θα πρέπει το αποτέλεσμα να είναι προσιτό στις αισθήσεις και ως ένα σημείο προσιτό στη λογική, όση προσιτή είναι μια πράξη που συμβαίνει μπροστά μας και μας προκαλεί κάποια παραπάνω σκέψη ή συναίσθημα χωρίς να γνωρίζουμε τίποτα άλλο. Το δεύτερο πώς ωστόσο πρέπει να μπει μέσα στο πρώτο , το ελεύθερο το ασυγκράτητο πρέπει να μπει μέσα στην αυστηρότητα της δομής . Να συνυπάρξουν σε ένα

Συνήθως στα πρώτα βήματα ενός ποιητή αναγνωρίζουμε την ποιότητα στο τι θα πει και βλέπουμε τη δυσκολία στο πώς. Μάλιστα το καθαρά τεχνικό τμήμα του λόγου είναι συνήθως αυτό που δυσκολεύει περισσότερο έναν νέο ποιητή .Η περίπτωση του Φάνη Παπαγεωργίου ωστόσο είναι διαφορετική. Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του πρώτου του βιβλίου είναι τόσο ώριμα που σπάνια συναντώνται σε βιβλίο πρωτοεμφανιζόμενου . Στο τι ήθελε να πει και η μορφή της έκφρασης παρουσίαζαν μια μικρή αδυναμία. Ο Παπαγεωργίου με το βιβλίο του η θάλασσα με τα 150 επίπεδα πετά από πάνω του αυτές τις αδυναμίες και δεν βρίσκω κανένα λόγο αν ένα βιβλίο το κρίνουμε ως μόνο, χωρίς ηλικιακά κριτήρια( κριτήρια που αγαπούν πάρα πολλοί στην Ελλάδα)να αναφερόμαστε σε ποίηση νέου λογοτέχνη. Είναι μια ποιητική συλλογή ώριμη από κάθε άποψη, από κάθε γωνία.

Η Θάλασσα με τα 150 επίπεδα είναι ξεκάθαρα πρώτα ποίηση από τις αισθήσεις για τις αισθήσεις. Η επιθυμία ανταγωνίζεται την πραγματικότητα και ανά στιγμές δημιουργεί τον τρόπο αποδοχής της πραγματικότητας .Όλα τα στοιχεία της φύσης, οι δρόμοι των πόλεων στέκονται σαν φόντο ή σαν βάση της δράσης. Χιλιάδες μικρά εργαλεία γύρω μας να χτίζουν τη σκηνή να χρωματίζουν τον ψυχικό κόσμο του ποιητή και των υποκειμένων που καταπιάνεται. Ακόμα και η μελαγχολία ή ήττα , συναντούν αισθητικά τον τρόπο που χάνουν οι επαναστάτες ή οι ερωτευμένοι

“Η γυναίκα μου…. ..

Όταν πεθάνει θα της ράψουν τα μάτια
Και θα τις καρφώσουν από ένα φεγγάρι σε κάθε ένα
Για να έχει νόημα η νύχτα

———–

“Σε λίγο ο δρόμος θα ξεφόρτωνε οχήματα
Ο ουρανός θα ξεφόρτωνε άστρα
Ο λόφος θα ξεφόρτωνε βουνά
Το χρέος θα ξεφόρτωνε ανθρώπους
Η γη θα ξεφόρτωνε τη κίνηση της

Μόνο φως κι ούτε σκιά
Ούτε φιλιά ούτε τίποτα

Το Βερολίνο δεν υπήρχε
Ούτε και το τείχος “

Η παραδοχή πως το φως μπορεί να είναι η πραγματικότητα
Άρα η αλήθεια άρα η ήττα

Ο Φάνης Παπαγεωργίου μέσα από την ποίηση του δείχνει τις καταβολές του. Ανήκει στην τελευταία γενιά ανθρώπων στη χώρα μας που πολέμησαν στον δρόμο για τις ιδέες τους. Μέσα από εικόνες δεν αποδέχεται την κοινωνία της εικόνας. Η διαφορά είναι πως όλο αυτό έρχεται επαγωγικά, το νοιώθει ο αναγνώστης. Ο ποιητής δεν είναι σίγουρος , δεν μας ωθεί προς κάποια κατεύθυνση συνειδητά και αυτό κάνει την ποίηση του και τη κουλτούρα του για τον έρωτα και την επανάσταση πολύ πιο αυθεντική από κάποιον που γράφει αυτό που αποκαλούν στρατευμένη ποίηση

Η επανάσταση και ο έρωτας και η απώλεια είναι η βάση ατέλειωτων ποιητικών συλλογών. Είναι όμως και η βάση αναρίθμητων ανθρώπων. Πάντα η ποίηση θα έλκεται ή θα πενθεί ή θα προσπαθεί να ερμηνεύει, να καταγράφει, όσο οι άνθρωποι ερωτεύονται χωρίζουν επαναστατούν ονειρεύονται ,πενθούν και πεθαίνουν. Στο συγκεκριμένο βιβλίο ο ποιητής δείχνει να έχει χάσει την πίστη του στην επανάσταση, στα κινήματα και ωθείται πιο δυναμικά στον έρωτα, όπου και εκεί δεν υπάρχει καμια σιγουριά παρά μόνο χαρές λύπες απελπισία και ελπίδα . Πιστεύω πως το ερωτικό στοιχείο της συλλογής είναι κυρίαρχο και αυτό γιατί ο έρωτας και η επιθυμία για επανάσταση είναι συνδεδεμένες .Το προβληματικό για τον ποιητή και όχι για την ποίηση του, είναι, πως ο ποιητής δεν έχει χάσει την πίστη του στις ιδέες αλλά στους φορείς τους, στους ανθρώπους και στον εαυτό του , σε όσους απέτυχαν και η κοινή λογική έρχεται πως κι o έρωτας είναι ακόμα πιο ανθρώπινος.

*Από την Θράκα στο http://www.thraca.gr/2017/05/150.html

Rainer Maria Rilke, Οι μεγάλες πόλεις σκέφτονται μονάχα τον εαυτό τους

Οι μεγάλες πόλεις σκέφτονται μονάχα τον εαυτό τους

και παρασέρνουν τα πάντα στην αδηφάγα τους βιάση·

θραύουν τη ζωή των ζώων σαν ξύλο ξερό

αναλώνουν λαούς ολόκληρους στη βάσανό τους.

Κι οι άνθρωποι υποδουλωμένοι σε μιαν επιστήμη κίβδηλη

πλανιούνται, έχοντας χάσει το ρυθμό της ζωής
κι επειδή ρίχνονται σε θορύβους το ίδιο μάταιους

αποκαλούν πρόοδο το χνάρι που αφήνουν σαν το γυμνοσάλιαγκα.

Επιδείχνουν την αναίδεια τους σαν εταίρες

και ζαλίζονται μες στο θόρυβο του μετάλλου και του γυαλιού.

Προχωρούν αδιάκοπα κυριευμένοι από μια πλάνη που τους ωθεί εκτός εαυτού.

Ο χρυσός κυβερνά τυραννικά και φθείρει όλες τις δυνάμεις τους…
Και μόνο με το μαστίγιο του αλκοόλ και άλλα δηλητήρια

εμμένουν στη στείρα ταραχή τους.

Οι φτωχοί υποφέρουν κι αυτοί, υπόδουλοι σε τούτο το ζυγό

κι όλα όσα βλέπουν τους καταπονούν.

Αισθάνονται στο πετσί τους τα ρίγη του πυρετού

και τριγυρνούν τη νύχτα σαν ψυχές κατάδικες·

είναι απόβλητοι μαζί με όλη τη φύρα της πόλης

και γεννούν την απέχθεια σαν το ψοφίμι το αφημένο στον ήλιο.

*Από τη συλλογή «Το βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου». Επειδή το ποίημα μας άρεσε, το πήραμε από τη σελίδα του φίλου Αλέξανδρου Μικρού στο facebook, όπου δεν αναγραφόταν μεταφραστής ή άλλα στοιχεία.

Ομάδα Από Ποίηση, Τρία ποιήματα

ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟ

Το πρωί θα ξυπνάς το μεσημέρι
Θα πλένεις το μοναδικό σου πιάτο
Δεν θα σε ευχαριστούν τα λόγια
Θα κατουράς
δύο με τρεις ώρες ή και παραπάνω
Θα φοράς τις παντόφλες σου
ένα βρόμικο μπλουζάκι
χωρίς βρακί
Δεν θα σε νοιάζει
Θα γεμίζεις αργά τα δοχεία με νερό
Κι ας βρέχει
Εσύ θα τα ποτίζεις
Έπειτα θα ’ρχεται η νύχτα
Θα χτυπά επίμονα το τζάμι
Θα γρατζουνάει με τα νύχια της
Δεν θα της ανοίγεις
Θα της βγάζεις στο μπαλκόνι
το μοναδικό σου πιάτο να φάει
και νερό
Καλόμαθε τώρα και σου ’ρχεται κάθε βράδυ
να την κοιμίζεις στο κρεβάτι σου Ορίστε μας!

***

Μ’ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕΣ

Μύριζα το φεγγάρι, καιγόταν
δεν γύριζα το κεφάλι, ψήλωνε η σκια σου
κάτι έτριξε, δεν έτρεξα
δεν θ’ αφήσω το φεγγάρι να βγει
Αν είσαι λύκος
βγάλ’ το με το ουρλιαχτό σου

Μια νύχτα μ’ έσυρες στη σπηλιά
δεν το ’χω μετανιώσει
Ακόμα μ’ ανατριχιάζει η δαγκωματιά σου

Το πρωί σε είδα, φυλούσες πρόβατα

***

ΕΜΕΙΣ ΤΑ ΞΩΤΙΚΑ

Τα όπλα μας από χαρτί κι οι λέξεις μας λεμόνι
Οι νύχτες μας κατάσαρκες ενδοφλέβιοι οι έρωτές μας
Πράσινοι είμαστε, όλο αγκάθια
Τρίποδα σκυλιά, γάτες-Κύκλωπες
σπίτια-θανατηφόρα μανιτάρια:
Έλα για καφέ! ,
Τρέχουμε πάνω κάτω για το μεροκάματο
κι ας έχουμε κάσες με λίρες χρυσές
θαμμένες στις αυλές
Μας συναντάς κυρίως στο μέτρο
δεν μπαίνουμε στους συρμους, περιμένουμε.
Αυτή είναι η βασική μας δουλειά
γι’ αυτό μένουμε πάντοτε «ετών δεκαέξι»

Γελάμε κρυφά όταν μας ρίχνετε ψίχουλα
τ’ αφήνουμε για τα πουλιά
Γιατί, φίλοι μου, εσείς κατοικείτε στον κόσμο μας
όχι εμείς στον δικό σας

*Από το βιβλίο “Υπέρ Ονειρίας ΙΙ”, της Ομάδας Από Ποίηση, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012. Στον τόμο αυτό συμμετείχαν οι ποιητές Αντιόπη Αθανασιάδου, Αγγέλα Γαβρίλη, Λένα Καλλέργη, Μαρία Κατσοπούλου, Λία Μέξα, Πέννυ Μηλιά και Ηλίας Σεφερλής.