Lale Alatli, Εκείνο το παιδί

Σχέδιο: Χρήστος Αλαβέρας

Είμαι εκείνο το παιδί
κουβαλούσα ένα αστέρι
εσύ δεν με θυμάσαι,
έκανα ποδήλατο στα σοκάκια σου
έτρωγα παγωτό των δέντρων σου στις σκιές,
έπαιζα με φίλους
ας φώναζε η μάνα το σούρουπο.

Είμαι εκείνο το παιδί
κανείς δεν θυμάται πλέον
το σπίτι μας έγινε πολυκατοικία
κι εγώ ένας αριθμός στην ιστορία.

Η γιαγιά μού χάριζε όλοντον κόσμο
όπως κάθε γιαγιά
ο μπαμπάς με προστάτευε
όπως κάθε μπαμπάς
η καρδιά της μάνας χτυπούσε για μένα
όπως κάθε μάνας
εγώ όμως δεν έζησα
όπως κάθε σου παιδί.

Είμαι εκείνο το παιδί
με κατάπιε το τρένο
στην πλατεία Ελευθερίας σου
μια ομιχλώδη μέρα σαν σήμερα,
τελικά για ποιους είναι η ελευθερία
σ’ αυτήν την πλατεία;

η γιαγιά δεν άντεξε
ο μπαμπάς δεν μίλησε
η καρδιά της μάνας έγινε στάχτη
έφαγε κι εκείνους το λαίμαργο τρένο
που ποτέ δεν χόρταινε.

Είχαμε όλοι αστέρια
γίναμε καπνός μια μέρα
κι η μαυρίλα του, Θεσσαλονίκη μου
έβαψε τη δίκιά σου ιστορία.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο τεύχος 47 (Ιανουάριος -Φεβρουάριος – Μάρτιος 2018) του περιοδικού “Ένεκεν”. Το σκίτσο της ανάρτησης συνοδεύει το ποίημα.

Ali Cobby Eckermann, Kumana

There is no life
but Family.

When I am young
I live with my Family.

When I grow up
I leave my Family.

When I am lonely
I miss my Family.

When I am drunk
I reverse-charge my Family.

When I pass away
I unite my Family.

There is no life
but Family.

KUMANA

Δεν υπάρχει ζωή
αλλά Οικογένεια.

Όταν είμαι νέα
ζω με την Οικογένειά μου.

Όταν μεγαλώσω
αφήνω την Οικογένειά μου.

Όταν είμαι μόνη
αναπολώ την Οικογένειά μου.

Όταν είμαι πιωμένη
επιβαρύνω την Οικογένειά μου.

Όταν πεθάνω
ενώνω την Οικογένειά μου.

Δεν υπάρχει ζωή
αλλά Οικογένεια.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Τέλλος Φίλης, Εν Βοδενοίς

Τα Βοδενά, σημερινή Έδεσσα

στον Μάρκο

σήμερα έχασα το χώμα μου
οι λέξεις δεν φυτρώνουν στα τσιμέντα
θέλουν αγέρι, χώμα και νερό
να σκαλιστούν, να ποτιστούν, να ταξιδέψουν

κι έμεινα καράβι α α α αταξίδευτο
καταμεσής της άκαμπτης ασφάλτου
που πατρίδα δεν ξέρει τι σημαίνει

*Από το “Εντευκτήριο”: http://entefktirio.blogspot.com/2019/01/blog-post_2.html

Ρογήρος Δέξτερ, Από τις “Σχεδίες”

ΑΜΑΖΟΝΙΑ (15)

Τί κι αν μας πήραν στο φαλάγγι
Τί κι αν μας νίκησαν στον πετροπόλεμο
Κι αν μας χλευάζουν
Που χάσαμε τα υπάρχοντά μας
Που φάγαμε όλο το μάννα τ’ ουρανού
Στην έρημο
Που μας άφησαν μόνους
Τα χέρια των κοριτσιών με τα βελούδινα βλέμματα
Και τα χαμόγελα απλωμένα στον ήλιο σα λιακάδα
Η έκσταση πέφτει από ψηλά
Και γίνεται τόξο
Στα χέρια τού Θεού
Φαρέτρα γεμάτη στίχους
Που όσο κι αν κοκορεύονται οι αλαλαγμοί στην έπαρση
Θα γίνουν κάποτε τραγούδι στην ερημιά
Τρυφερού κοριτσιού που φανερώνει με χάρη
Την όαση που κρύβεται πίσω απ’ τά πέπλα της.

ΑΜΑΖΟΝΙΑ (2)

Σε κούρασαν τα πήγαιν’-έλα
Οι αργές εκστρατείες για το ανώφελο δέρας
Νησιά των Μακάρων-Αχερουσία-Γάργαρα Άκρα
Οι δούρειοι ίπποι που βόσκουν στους λειμώνες τού Κάικου
Οι τόσοι εξωκεανισμοί τού γαλαξία
Κήρυκες στα τείχη
Που φωνασκούν με σούρτα φέρτα
Ή τάχα κόπτονται για τις μεγάλες ταραχές
Ομηρικών πολέμων•να γύρεις εδώ
Πριν οι καημοί φτάσουν στον κόμπο
Πριν έρθει ο τετελεσμένος χρόνος
Που κάθε μέρα συντάσσει
Τις συντριβές και τις αποδημίες•
Εδώ κάτω απ’ τά πράσινα φτερά
Τής φυλλωσιάς των δέντρων
Όσα ονειρεύτηκες κάποτε
Έγιναν ξέφρενα άλογα που θα σε φέρουν
Στ’ αέρινα λιβάδια τής αμαζονίας
Στη χώρα με τα κοπάδια τού ήλιου που βελάζει•
Πιο πέρα ένα σουραύλι που βουλιάζει τραγουδά
Το τραγούδι τού βοσκού που ανεβαίνει με σκάφανδρο
Απ’ τό βυθό βαθιά τού ύπνου των ονείρων
Των συνειρμών κόρης εκστατικής που τρέφει
Κι από ‘να αηδόνι σε κάθε της μαστό•
Να το θυμάσαι
Αλλιώς θα πέσουν τα ζάρια
Και οι προθέσεις αύριο θα ονομαστούν γεγονότα
Και τα τριζόνια θ’ αφήσουν να πέσει
Γλυκά το μέλι στη φωνή σου
Όπως αφήνουν και πέφτουν τα φιλιά τους
Οι γυναίκες που μας αγάπησαν στο μέλλον
(σκιρτούν με σφρίγος σα δορκάδες οι μαστοί τους
και οι ρόγες τους είναι αιχμές στού έρωτα τα τόξα).
Όσο κεντάς τον ίμερο θα υπάρχεις
Με το χωνί μιας ανεμώνης άκουσέ με
Μακριά από τους νυγμούς τής Σφίγγας
Μακριά απ’ τά πλήθη που τεκταίνουν τις πλεκτάνες τους
Τα χρόνια κυλούν σα βράχια
Βραχωμένα ψηλά σαν όνειρα
Και τα γεγονότα γίνονται μνήμη
Ο χρόνος μας τελειώνει,δεν το βλέπεις
Σε λίγο
Θα κολυμπάμε στην κλεψύδρα τ’ ουρανού.

Νίκος Νομικός, Πέντε ποιήματα

Πρόθεση

ξάστερο το μέτωπο του δικαίου
πρόλαβε να σώσει το αίμα του
μόλις άνοιξε τις πόρτες του ο ήλιος
στα παγκόσμια σκοτάδια.

***

Ψηλαφιστά οράματα Α’

Αμυδρό του φεγγαριού το φως
και στο νυχτερινό παράθυρο
μοναχική ορθώνεται η φυλλωσιά
της λύτρωσης, απ’ τον μεγάλο αγώνα.
Η νύχτα πάντα με γεμίζει προσφορές
με τα λυχνάρια της ασκητικής
από τα χρόνια εκείνα των Κεράμων *
με βήματα και σύμβολα, παλιάς μυσταγωγίας
έτσι που να ’χει ο μισεμός περαστική ηλικία.
Απόψε, απλώνεται παθητική η σκιά
στου αρχάγγελου τα χέρια
κι αρχίζουνε οι αλλοτινές μου ζωγραφιές
να λυώνουνε στα πρωτοβρόχια
στ’ ανέπαφο σημείο της καρδιάς
που διώχνει τρικυμίες.

*Κέραμοι. Περιοχή της Αλεξάνδρειας με τον αρχαίο ναό του θεού Άμμωνος.

***

Ψηλαφιστά οράματα Β’

Σε όλες τις μέρες της ανάστασης
του τρίτου φωτός, έχει κρεμάσει
η συννεφιά στα μάτια του δικαίου
των παθών μου τον τάραχο.

Κι ερωτώ τον φιλάδελφό μου Ιππότη
με την μεγαλωσύνη της ρομφαίας του
μήπως, τελειώνουν οι δημιουργίες
στις μέρες μου.

Μήπως, δεν βιάστηκα να προλάβω
τ’ αλύπητα χρέη μου
και να μη διάβασα σωστά
τον κανόνα των αγίων παθών.

Μ’ έταξε όπως βλέπεις, η αιώνια μάνα μου
να προσέχω τα έργα και τις μέρες της
σαν έρχεται να με σώσει
μια πλημμύρα ανοιξιάτικη
στην οδό της κρίσης.

Σεπτ. 2010
Δυτικά της Ερήμου
Εμιράτα

***

Οι μεγάλες ώρες

Είν’ ο καθείς και η λάμψη του
κι απ’ της ανάσας τον σεισμό
θα σωριαστεί η θλίψη
κι έτσι όπως τη βλέπεις
να αποσύρεται, η νύχτα ετοιμόρροπη
καινούργιος ήλιος θε ν’ ανθίσει
μέσα απ’ το βάθος της πηγής.

***

Εφιαλτικό

Τα κίτρινα φώτα
μη τα βλέπεις πια
παντού υπάρχουν
εραστές του σκότους.

Οι καλές ώρες θρυμματίζουνται
τα είδωλα γιορτάζουνε
την θλίψη της καρδιάς.

Δυο δάκρυα παιδικά
φοράνε ακόμα τ’ αποφόρια
της όμορφης ευημερίας.

Ο ονειροπόλος της θεάς Καλλής
κουράστηκε να καταγράφει
τις φθορές, κι αξόδευτους αφήνει
τους πάμφυλλους ροδώνες.

Σεπτ. 2010

*Από τη συλλογή “Πορεία της βαθιάς πηγής”, Εκδόσεις “Στοχαστής”.

**Ο Νίκος Νομικός ζει και δημιουργεί στη Μελβούρνη.

Στη μνήμη του Μάρκου Μέσκου – Όνειρα στον Άδη – Τρία ποιήματα

ΟΝΕΙΡΑ ΣΤΟΝ ΑΔΗ

Το άδειο ποτήρι του νεκρού είναι·
μην τσουγκρίζεις μαζί του.

Σταγόνα δεν πέρασε ποτέ
Νέκυια σε ονόμασαν παλιά και Άδη
και Τάρταρα της Γης έγκατα λυώνοντας
τα κόκκαλα όσων έζησαν στο πάνω Φως·

Ου Τόπος
που με πουλιά κι ανθούς
χαράματα και δειλινά και νύχτες μαγικές
τον τραβούσαν κάτω – όλα πονούν εδώ μονολογούσε
(υπάρχουν πετούμενα στον Άδη; Γιατί
δεν απαντούν οι λέξεις;)

Αν πρόλαβε κάποιο κερί ν’ ανάψει
λίγο κατόπιν έσβησε στον άνεμο
τρεμούλιασε η λάμψη του και χάθηκε οριστικά
από ανίκητο μαύρο του θανάτου.
…Καιρός των θηρίων πάλι.

(Θεσσαλονίκη, 22.2.2016)

~~..~~

ΤΟ ΧΙΟΝΙ

Φαρμακωμένα τα γηρατειά ψέματα λένε

Δεν άνοιγαν τα χείλη του πώς να μιλήσει
σαν κάτι μεταξύ ζωής και θανάτου –

κοσκίνιζε το χιόνι ο ουρανός
χειμώνα καιρό δίσεκτα χρόνια
το φόρτωνε στα μονοπάτια της σιωπής

τώρα λευκά τα ρόδα τ’ ουρανού στο χώμα
κάτω από το πέλμα της περαστικής ζωής
εκεί που ο νεκρός ασάλευτος
ετοίμαζε τα λευκά του δώρα εξισωμένος
στον Βοριά στον Νοτιά στην κόκκινη Δύση
και στα προνόμια της άπιστης Ανατολής.

(Θεσσαλονίκη, 28-31.1.2017)

~~..~~

ΤΑ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ

Εδώ που όλα πονούν

Ανήσυχο
από το πρωί
στα κλαριά
της γκορτσιάς
ανεβοκατεβαίνεις
σαν την ψιλή βροχή
πουλί μου
σκορπίζοντας τη στάχτη σου
τραγουδώντας.

(Θεσσαλονίκη, 10.3.2017)

*Τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από εδώ: http://apoikia.gr/markos-meskos-oneira-ston-adi/?fbclid=IwAR2m7A0xNnSEhjBTm-RQqdrz3dDyWYtk-9DV2-OjWKtL4w_ORmexubCbx38

**Στο βίντεο της ανάρτησης ο Μάρκος Μέσκος καταθέτει τη δική του συνεισφορά με τίτλο “Παραλειπόμενα από την καθημερινότητα της ομάδας των ‘Σημειώσεων'”, στο Διήμερο για το περιοδικό “Σημειώσεις” που έγινε στη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβρη του 2017.

Άννα Αχμάτοβα, Δύο ποιήματα

Εξομολόγηση

Σιωπηλός, συγχώρεσε τα κρίματά μου.
Λυκόφως βιολετί κάνει να σβήνουν τα κεριά.
Βαρύ το πετραχήλι πέφτει πάνω
Στους ώμους και την κεφαλή.

Μην είναι η φωνή που λέει: “Κόρη! Σήκω…”
Χτυπάει η καρδιά πιο δυνατά…
Τ’ άγγιγμα χεριού απ’ το υφάδι πάνω
Εκείνης, που ταραγμένα, προσκυνά.

1911
Τσάρσκογιε Σελό

***

Βενετία

Στο τρυφερό, το πράσινο, το λαμπερό νερό
Χρυσός περιστερώνας πλέει.
Τ’ αγέρι τ’ αλμυρό τα ίχνη σβήνει
Από τις μαύρες γόνδολες.

Στο πλήθος, πρόσωπα τρυφερά, παράξενα
Σε κάθε μαγαζί παιχνίδια λαμπερά:
Σε μαξιλάρι είναι κεντητό των λεόντων το βιβλίο
Σε μάρμαρο είναι σκαλιστό των λεόντων το βιβλίο.

Σαν πίνακας αρχαίος, ξεθωριάζει,
Ο σκουρογάλανος ουρανός σαν παγώνει
Σε τούτα τα σκοκάκια στενάχωρα δεν είναι
Η υγρασία και η ζέστη δεν σε πνίγει.

1912

*Από το βιβλίο ΄Ροζάριο”. Μετάφραση: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, Εκδ. Φίλντισι/σαμιζντάτ, Μάρτιος 2012.

Tristan Tzara, Τα πρώτα ποιήματα

Ο ιδρυτής του Νταντά έγραψε στην μητρική του γλώσσα, τα «Πρώτα (του) ποιήματα», τα οποία ο Ion Vinea φρόντισε να δημοσιεύσει στα διάφορα περιοδικά της ρουμανικής avant-garde. Το 1934, οι Ρουμάνοι φίλοι του Tzara μάζεψαν τα προ-ντανταϊστικά έργα του στον τόμο Primele poeme. Με τον ίδιο τίτλο, μια πληρέστερη έκδοση κυκλοφόρησε και το 1971.

Η καταιγίδα και το τραγούδι του λιποτάκτη



Ι
Έσκασε το φως μέσ’ απ’ τα βλήματα
Κι η αστραπή έγινε θρύψαλα στη χούφτα μας

Που σαν παλάμη του Θεού σε πέντε δάκτυλα άνοιξε

Τους λόχους προλαβαίνουμε τους ξαπλώνουμε χάμου

Συνθλίβουμε κουφάρια παρατημένα στο χιόνι

Μέσ’ από τις κοιλάδες που σαν βεντούζες
  
ρούφηξαν τους εχθρούς

Και τους αφάνισαν πέρα ως πέρα στο πιο γαλάζιο τους 
  
βάθος.



Τη σάρκα κατατρώει, τα κόκκαλα τα σπάει η παγωνιά

Κι εμείς αφήνουμε να κλάψει την καρδιά.


Γιατί γλιστράμε κατά μήκος του ξεκοιλιασμένου βουνού;

Βρηχώμενα ξαμόλησεν η καταιγίδα τα λιοντάρια της

Στο τσακισμένο δάσος

Δε φτάνει ο πυρήνας της καρδιάς ο ζοφερός εκείνος
άνεμος

Κι εμείς από κύμβαλα αραιά περιμένουμε

Ν’ ακούσουμε τη διάφανη φωνή ιερή 

Σε λόφους λεπρούς στην κρυψώνα

Είναι σαν μάτι νεκροκεφαλής 

Βρήκαμε εμείς καταφύγιο τους φόβους μας της καταιγίδας

κουβαλώντας

Κι εκεί ο ένας από μας 

Άρχισε ξάφνου να παραληρεί.



Τα λόγια του εγώ μάζεψα – όσα

Στοιχειώνουν σαν βρικόλακες τη φεγγαρίσια μου γαλήνη

Για να σου φτιάξω χάντρες από δόντια καρχαρία

Με στρόβιλους από εφιάλτες.

Το σκουριασμένο μάτι κατευθύνει τη φωτιά

Εμείς μπαίνουμε μέσα στης εσχατιάς το στόμα

Ενώ κάτω απ’ την οδοντοστοιχία των οχυρωμάτων, 
          
οι άλλοι

Περιμένουν.



Τόσο βαθύ το σκοτάδι που μόνον οι λέξεις φωτίζουν.


ΙΙ
Κάτω από την αιθάλη του αδέσποτου ελάτου

Οδύρεται του λιποτάκτη το τραγούδι.

Κακή φλογέραν έφτιαξε σαν άρχισε να κλαίει ξαφνικά.

Πήζει ο αφρός της παγωνιάς και τα κλωνάρια γίνονται 
         
αλάτι•

Και κατατρώει τη σάρκα και σπάει τα κόκκαλα.



«Με τις γροθιές σφιγμένες και το λαιμό απλωμένο τον
        
πειρασμό της νύχτας φθάνω πια•

Ατσάλινο παγόβουνο εν μέσω της αδράνειας των άστρων

Με το δικό του κλάμα ακονίζει της ψυχής τα σπαθιά.



Σαν μέσα σε τουλίπα κιτρίνισε το φως του κόσμου,

Κι από κλίνες τα σύννεφα αντλούν το γαλάζιο σκοτάδι•

Μέσα σ’ αυτό εγώ τρέχω και με δαγκώνουν φίδια 
   
της βροχής

Να πάω στον φωτισμένον ορίζοντα το φως μου.



Μέσα στης θλίψης τα βάθη,

Όπως βροντή κάτω από θόλο ασφυκτικό,

Είμαι διαβάτης με το πνεύμα σκοτεινό,

Σκοτεινό.



Εδώ ο καημός του νόστου είναι τραχύς•

Μα, όπως βλέπεις, φρόνιμα έχει ανθίσει

Σε σπάργανα αστρικά, όλ’ απ’ ασήμι

Το βρέφος που οι Γραφές έχουν μηνύσει.



Μόνο για με δεν είναι ωραία η νύχτα αυτή.

Το αιχμάλωτο τραγούδι την πίκρα του σπέρνει επάνω
       
απ’ το σύνταγμα,

Λες και ξεσκίζουν νυχτερίδες κουρέλια νύχτας στο κελί.

Μόνο για με δεν είναι ωραία η νύχτα αυτή,

Μόνο για μένα, αλί.



Ιδού: το σώμα μου διασπάται εις χουν και ψυχή,

Τι σε ποθώ με καταιγίδα και βρηχυθμό γοργόνων

Ψηλότερα απ’ τα σύνεφα όπου έσκασαν τα μανιασμένα 
         
βλήματα.



Αφού πολεμούν οι λαοί,

Γιατί να κρέμεται η σελήνη τόσο κόκκινη

Σαν βουλοκέρι του Θεού επάνω σε μια βίβλο ειρήνης;



Οι βόμβες θρυμματίζουν τη μαβιάν ασπίδα τ’ ουρανού,

Τα παγωμένα σύννεφα δαγκώνουν κι ατσάλινες λαμαρίνες
   
πέφτουν στην πάχνη
Τρίζουν τα δέντρα σαν τα ξάρτια στο καράβι

Μαδούν οι νυχτερίδες τη μαργαρίτα της σελήνης.

Τις διώχνει ο αγέρας, τις σκορπάει εδώ κι εκεί.

Μόνο για με δεν είναι ωραία η νύχτα αυτή,

Μόνο για μένα αλί».



Κόβεται το τραγούδι•

ενώ στο νου: τρώει τη σάρκα και
               
σπάει τα κόκκαλα η παγωνιά 

άσε λοιπόν να κλάψει η καρδιά.


(1914)



*Από εδώ: https://www.poeticanet.gr/kataigida-tragoydi-lipotakti-a-815.html?category_id=152

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Πέντε ποιήματα

Πρωτοχρονιάτικο

Ποδόσφαιρο, πολιτική, δουλειές
Φορτώνουν κι άλλο τις κοιλιές…
Εύχονται “στις υγείες!”.
-Τα οξέα χτυπούν υπερωρίες.

“Λίγο ποτό, μια σόδα ακόμη;”
Λύνουν τη ζώνη στο παντελόνι
Να κάνουν χώρο για το γλυκό.

“Σπέσιαλ σιροπιαστό με παγωτό!”
Καλά να φράξουν οι αρτηρίες.
Μετά, μελάνι σ’ αγγελίες:
“Τον λατρευτό…”.

***

Εξέχον έκθεμα

Ουρές φυτρώνουν
Απ’ τα κρεβάτια
Σπίτια παλάτια
Κλειστά στοιχειώνουν,

Νοικοκυραίοι…
Πια δεν υπάρχουν
Απόλυτ’ άρχουν
Οι αρουραίοι.

Πουλιά και κρήνες
Κήπων σβησμένων
Των κεντημένων
Χαλιών οι ίνες.

Σκόνη στα κάδρα,
Κι εσύ σκονίζεις
Που εικονίζεις
Μια χαράδρα.

***

Χρώμα

Σε μια τυχαία σειρά
μιλούνε τα ποιήματα
τυχαία νοήματα.
ας παραστήσουμε
έστω τους ανόητους
δια λόγους ευνόητους.

Κύριε εκδότα, δεν είν’ αργά.
Τι λέτε, παίζουμε
ακόμα μια παρτίδα;

***

Γης και ουρανού

Ξανθές κορφούλες
Χεράκια στον ήλιο
Ελιές του παππού.

Τρυφερά δεντράκια
Άμποτε νυφούλες
Γης και ουρανού.

***

Σίγαση

Όταν διακόψεις τη φωνή…
Πόσο τα πρόσωπα ημιτελή!
Πόσο ξεκρέμαστοι οι μορφασμοί
Που περισσεύουν.

*Από τη συλλογή “Σε κλειστά βιβλία”, εκδ. 24 Γράμματα, Νοέμβρης 2017.

Dimitris Lyacos, Three poems

I
Sea of iron. Moon silent as pain in the depth of the mind. A body swept here and there on the rock like seaweed or a lifeless tentacle, fruit of a womb ship-wrecked by the winds, ensanguined and flesh-filled mire. The left arm cut short, the right to the end of the forearm, a rotted stick raving amid the water’s lungs. Of the ravaged mouth there remained only a wound which closed slowly. From the eyes a blurred light. The eyes without lids. The legs down to the ankles – no feet. Spasms.

II
Judgment of the sea, shackles from broken sobs
beneath the dry bowl’s split eyelids
an unseen prey –
plunder from passions’ tombs, litanies to the senses
on the point of crumbling, inarticulate melodies, lava
from beheaded rivers
blades of the waves cut deeply into the screen;
development of an hour-glass, epidemic
unmixed visions of heroes leaning
into the drunken veins of the light
the tempest that winters on the marshes –
shedding its leaves the return
of a dismembered body in the spring.

Ill
Dead jaws biting on wintry streams
broken teeth where the victim’s tremor
has disinterred their roots before adoring the hook
around the imprints of the ecstasy and the desolation
among the hecatomb’s aged branches
they are spread like a net towards the pallid sky
which like a trembling kiss falls from your lips;
regiments of the dead whispering unceasingly
in a limitless graveyard, within you
too you can no longer speak, you are drowning
and the familiar pain touches
outlets in the untrodden body
now you can walk no longer –
you crawl, there where the darkness is deeper
more tender, carcass
of a disembowelled beast
you embrace a handful of bed-ridden bones
and drift into sleep.

*From the collection ”Poena Damni The First Death”, Shoestring Press, 2000. Translation: Shorcha Sullivan. The original poems in Greek published as “”Poena Damni Ο Πρώτος Θάνατος”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 1996.