Χρήστος Μαρτίνης, από “το ξένο φως”

7.
ακίνητο το σώμα μου και προσημειωμένο τα χέρια μου
τα δάχτυλα σάρκες εις χείρας τρίτου η γλώσσα μου
τα μάτια μου τα νύχια μου το σπέρμα όλα καταχωρήθηκαν σε
χωριστή μερίδα τα δάκρυα ρυθμίστηκαν σε βάθος τριετίας η
γλώσσα μου στη Ζάκυνθο στον Έβρο το συκώτι οι πνεύμονες
τινάζονται στον ήλιο της Αθήνας το γέλιο μου τοκίστηκε
σε ωριαία βάση αιτήθηκα πρωτόκολλο κοινό για το κορμί
μου οι υπεύθυνοι αρνήθηκαν λόγω νομολογίας μού τόνισαν
κύριε το σύστημα δεν το υποστηρίζει τις εγκυκλίους μού
έφεραν μού έδειξαν αποφάσεις χίλια εκατό του έβδομου
κάθετος δυο χιλιάδες εικοσιπέντε είκοσι του ενενήντα πέντε
κι όσο στεκόμουν στην ουρά κομμένος σε κομμάτια έψαξαν
προσημείωσαν τα έντερα τη σπλήνα το αφρισμένο σάλιο μου
τις σηκωμένες τρίχες τακούνια χαρτοφύλακες πατήσαν στη
χολή μου σφράγισαν τις ανάσες μου με στρογγυλή σφραγίδα
και με αρχειοθέτησαν ως πράξη τελική

*“το ξένο φως”, εκδ. Υποκείμενο, 2017.

Αντώνης Μπουντούρης, Η χώρα μυρίζει θειάφι

Παραδοθήκαμε σε δανειστές και σε τουρίστες.
Θρυμματίζεται η ζωή το καλοκαίρι.
Οι παλιές δροσερές μας αυλές
γίναν στολιστικά για γάμους Ασιατών.

Φώλιασε και θέριεψε
ο ψεύτικός μας εαυτός.

Δε βρίσκουμε χρόνο ούτε για προσκύνημα
στα κοιμητήριά μας.

Τ΄αγιοκάντηλα στα ξωκκλήσια ανάβουν για
τις ανάγκες της φωτογράφισης.

Οι αψιές νησιώτικες φωνές
μοιάζουν όλες γυναικείες.

Στ΄απόφεγγο όλα δείχνουνε πιο μαύρα.

Κουρασμένα ματόφυλλα
Μάτια που δε βλέπουν.

Γιώργος Δομιανός, από την “Πάσα Ανάσα”

ΕΙΣΟΔΟΣ
μη μιλάς· σταμάτα λίγο. έχεις ακούσει πώς αναπνεέει η
θάλασσα; έχεις πέσει μεσα σε γκρεμό ανθρώπου; το κόκκινο
έχεις καταφέρει να το μυρίσεις; σε έχει ερεθίσει θρήνος; έχει
πεταχτεί απογευματινός ήλιος μεσα από την τσάντα σου;
έχεις πρωτοφιληθεί σε κτελ; έχεις μαραζώσει γιατί μπαίνει η
άνοιξη; έχεις κλάψει χωρίς μάτια; εχεις παρακαλεσει τη σκιά
σου να σταματήσει να είναι τόσο γρήγορη; έχεις αλληλομισηθεί
με ποίημα; έχεις απαντήσει στις φωνές; τον θόρυβο, έχεις
προσπαθήσει να τον σφάξεις; τον θόρυβο, τον θόρυβο, τον
θόρυβο, τον θόρυβο

εγώ
που πριν ξαπλώσω

γεμάτος αποσπάσματα
θα κλείσω
το παράθυρο
να φυλακίσω
το μακέλεμα,
να γίνω τελετάρχης
του μνημοσύνου
του θαύματος

δε γνωρίζω ποιος είμαι

τέσσερις και είκοσι πέντε προ μεσημβρίας

*“Πάσα Ανάσα”, εκδ. Υποκείμενο, Δεκέμβριος 2016.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, ανάγκες

Έπιασες
το βλέμμα του,
κρυφοκοιτούσε αλχημείες,
σκέψεις
διαγώνιες,

έσερνες και το δάκτυλο
στο λαιμό
του ποτηριού,
κρυμμένες λέξεις στο σάλιο της σιωπής,

και κατρακυλούσες,
με τις σταγόνες του μπλουζ,
στην κόλαση
των υγρών,
ανέβαιναν με μάχες επικές στα ρίγη της προδοσίας σου,

μετακίνησες και
το φως,
για να φέρεις το σκοτάδι
στο μηδέν,
πήρες τη γουλιά καπνού,
τη ρούφηξες στα σπλάχνα του οργασμού,
Μέτρησες τα βήματα
για το άπειρο της φθοράς σας

και
άρχισες
να ξεφυσάς,
Την άνευ όρων σου παράδοση

*Από τη συλλογή “πάτησε το κουμπί”, εκδ. Οσελότος, Ιούνιος 2015.

14 χρόνια χωρίς τον Μανώλη Αναγνωστάκη

*Από τον Κώστα Καραμάρκο

One of my beloved Greek poets, Manolis Anagnostakis, passed away on June 23, 2005. Αγαπημένος ποιητής ο Μανώλης Αναγνωστάκης, που πέθανε σαν σήμερα το 2005.

Σημαδούρες ζωής οι στίχοι του στην Ερατυρα του 1979, στη Μελβούρνη του 1984, στη Θεσσαλονίκη του 1998, στην Αθήνα του 2009, στη Μελβούρνη του 2019.

“Δέχτηκες τελικά, στο βάθος, κάθε αναθεώρηση, κάθε αλλαγή πορείας, κάθε αποστασία. Δεν είναι πάντα η θέληση λίγη- είναι πολλές φορές ο πόνος μεγάλος. Κρίνεις γνωρίζοντας μόνο ως εκεί που έχεις φτάσει, όχι ως εκεί που θα μπορούσες να φτάσεις αν και αν και αν…”

As correctly stated in Wikipedia “Manolis Anagnostakis (10 March 1925 – 23 June 2005) was a Greek poet and critic at the forefront of the Marxist and existentialist poetry movements arising during and after the Greek Civil War in the late 1940s. Anagnostakis was a leader amongst his contemporaries and influenced the generation of poets immediately after him. His poems have been honored in Greece’s national awards and arranged (e.g. by Mikis Theodorakis) and sung by contemporary musicians.”

“Now He Is a Simple Spectator – Poem by Manolis Anagnostakis

Now he is a simple spectator
An insignificant fellow in the crowd
Now he no longer applauds nor is applauded
A stranger wandering to the call of the streets.

The new trumpeters come from afar
From the chosen classes of the future
Their cries demolish the decayed walls
They melt the mud into luminous streams.
The pure are coming, the non-hypocrites,
Violators, non-participants, virgins,
Crafty fellow diners, these innocents,
And the registrars of our days.
The great blaze is coming
Amid the jets of merry water.
The final proscriptions are coming.

But now he is a simple spectator
An anonymous little fellow in the crowd
With his arms on his chest a dead man laid out
Now he no longer applauds nor is applauded.”

(Always know the when and the how).

*Translated by Philip Ramp

Μαρία Γερογιάννη, Τέσσερα ποιήματα

Artwork: Jerry Velsmann

Όπως το χιόνι κι η σκιά

Η σκιά φώτισε το μισό βουνό
Το χιόνι έλιωσε και άσπρισε το άλλο μισό

Οι πληγές δεν είχαν φωνή, να μην ξυπνήσουν τη σιωπή
Άνοιξε το παράθυρο στη δύση
Σκορπίστηκε στον Ουρανό της λήθης

***

Διαδρομή

Τη σιωπή σου έχτισες με πέτρες
που ζέσταιναν αναπνοές παιδιών
Τον θυμό σου δεν τον δώρισες
ήθελες δώρα πάντα ακριβά
Κοίταξες των ενοχών τις φιγούρες
Τι κρίμα
Σε περίμεναν ακόμη

***

Οι Απέναντι

Και ο συρμός ξεκίνησε να σβήσει τη βοή του

Κορνίζα στο υπόγειο οι Απέναντι
Μαύρο, χακί, πορτοκαλί, μακρύ το ράσο, δυο κόκκινα σαντάλια

Ήθελα ένα βλέμμα να ζωγράφιζα
Ούτε ψυχές δεν πρόφτασα

Οι Απέναντι – ξερό κλαδί παρασυρμένο στο ποτάμι

***

Πορτρέτο

Ο κύριος με το μαύρο καπέλο του
λίγο λοξά
όπως λοξό και το βλέμμα

Η γραμμή που διαγράφει τη μύτη
λίγο πριν τελειώσει τον προορισμό της
χάνει την ισορροπία της
λοξά και αυτή τελειώνει

Λοξά δεμένη κι η γραβάτα

Πώς όλα τούτα τα λοξά
να τα ισιώσει μόνο με το χαμόγελο;

Έτσι και το μειδίαμα λοξό τού βγήκε.

*Από τη συλλογή “Άδειοι στίχοι”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012.

Αντιγόνη Βουτσινά, Δύο ποιήματα

Philip Guston, Zone

Άλλοθι

Μοιάζει αστείο,
μα τις νύχτες κυκλοφορώ κρατώντας ένα σάπιο μαχαίρι
-δεν βρήκα, βλέπεις, άλλον τρόπο να κόψω
τις κακές συνήθειες –
μόνο που έτσι, κάθε βράδυ, έχανα όλα μου τα δάχτυλα.
Υιοθέτησα λοιπόν μια παραπληγική αφή,
κυρίως για να μην κατηγορηθώ για έγκλημα
αφού στο γάμο της μητέρας μου,
όλοι είπατε ότι πέταγε από τη χαρά της
και ναι,
η μάνα αιωρούνταν.

Μα τόσοι καλεσμένοι
και μόνον εγώ κατάφερα να δω
ότι ήταν
θηλιά
αυτό το υπέροχο το κόσμημα
που φόραγε
τριγύρω στο λαιμό της;

***

παλέτα συναισθήματος

Κάθε βράδυ, πιάνω ένα σμήνος αλεπούδες
καθώς αυτές
πετάνε απ’ τα σπίτια σας μες στην ψυχή μου
και τις βάφω άσπρες.
Εκείνες μετά, πεινάνε πολύ
και τρώνε τους αγγέλους ή τις κότες τους.
Ματώνουν τα πόδια τους
και επιστρέφουν
κατακόκκινες.

Γι’ αυτό, σας λέω,
μη μ’ αδικείτε·
δεν έμαθα ποτέ
τι είναι
το πορτοκαλί.

*Από τη συλλογή “το λάθος ποίημα”, εκδ. Μελάνι, Μάρτης 2012.

Παναγιώτης Χαχής, S.S.Great Eastern

οι αισθήσεις με πάνε στις αισθήσεις
Νίκος Καρούζος

πριν γίνει μάτι ή συσπείρωσις τον σκότους
Ανδρέας Εμπειρίκος

Κιβωτός και ναυάγιο
Ψίθυροι στα κάτω
Χείλη του κόσμου
Φυλλομετρώντας σώματα
Με βλέμμα σαρκοβόρο
Δέκα εικόνες ηδονής
Που χάνονται στα δάχτυλα.

Στον σκοτεινό θάλαμο
Από τη σάρκα
Στη γραφή
Ο φακός
ήταν
ο φαλλός
του μέλλοντος

*Από τη συλλογή “Hotel Nada”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιανουάριος 2018.

Πόπη Γιόκαλα, Μετανάστης πολέμου

Όταν η νύχτα μιλάει για πόνο-
Τ’ αστέρια κοκκινίζουν-
Ο αέρας τρέμει από αιώνιους αποχωρισμούς-
Οι ποιητές χωρίς χαρτί, μολύβι… γράφουν τη δύνη του πολέμου, που δαγκώνει τα σωθικά τους σε πρόσωπα ασάλευτα.

Ολόκληρη η Ζωή… είναι η θαμπή ανάμνηση μιας άλλης Ζωής.

Πώς ν’ αναπνεύσεις;
Δεν έχει αέρα-
Πώς να κρατήσεις άλλη μια μέρα;
ΚΕΝΟ ΚΕΝΟ ΚΕΝΟ

Λυγμός, αναστεναγμός, πνιγμένο βουβό κλάμα-

Πνοή φόβου-
Βλέμμα μελαγχολικό-
Σιωπή που κραυγάζει-
Θλίψη σκορπισμένη παντού-
Μεταίωρη ψυχή-
Περπάτημα αβέβαιο-
Κλεισμένος εαυτός-

Όνειρα, αισθήσεις, ελπίδες, ζωή…..
Θάβονται και πνίγονται-

– ΦΟΒΟΣ ΠΑΝΤΟΥ –

Μάτια που καθρεφτίζουν τη φρίκη του πολέμου-
Παιδιά που ο σπαραγμός τους σκίζει ψυχές-
Χάνεται στις πέτρες-
Το αίμα κυλάει στο κορμί τους νερό-

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ ΑΡΓΑ –
ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΖΕΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ –

Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα

ΜΙΚΡΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει
Τον καλπασμό του αλόγου.

(Έρως μελαχρινός)

Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.
Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου
εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι
τ’ ονειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,
ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,
κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.

(Έρως μελαχρινός)

Σκέπτουμαι μια ζωή που θα ‘τανε βαριά σα σήμερα,
μονάχα αν έλειπες ταξίδι. Το πρωί σκέπτουμαι
τα μέλη σου σφιχτοδεμένα – εκεί κάπως εντοπίζω
την αγκαλιά σου. Το βράδυ βλέπω τα χείλια σου σαν
το δαγκωμένο φρούτο.
Έλα, η μέρα είναι τόσο ωραία – τα ποιήματα που
αγαπώ θέλω να τα ζήσω μαζί σου. Μπορούσα τόσα πράματα
να τα μετατρέψω σε χαρά και να σ’ τα δώσω.
Κάθε στιγμή μπορούσα να σου την κάνω μουσική
πρωτόγονη, γούνα μαλακιά, ζεστή, ηλεκτρισμένη, που
βουλιάζει βαθιά μέσα. Χορός τέλεια ελεύθερος, αντί από
μέλη να ‘χεις φτερά, και πάλι φτερά ονείρου. Ή μυρουδιές
—μήπως θέλεις μυρουδιές; Τότε θα ‘ναι μυρουδιές δροσερές,
σαν μικροί καταρράκτες όλο πολυτρίχι – ή σαν γιαλός
το πρωινό όπου βγαίνει και λιάζεται το φύκι, ο σταυρός,
ο αχινός – και το κύμα στην αμμουδιά δεν είναι σοβαρό,
μα παίζει. Πέρα βέβαια η θάλασσα έχει μιαν απαλή τραγικότητα.

(Έρως μελαχρινός)

Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί,
σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη
τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα,
και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.

(Έρως μελαχρινός)

Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου,
τα χέρια σου δυο μικρά τρυφερά καβούρια.

(Έρως μελαχρινός)

Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω
να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ‘ναι
σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.

(Έρως μελαχρινός)

Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά.
Το σιγανά κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση
της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.
Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.
Η ποίησή μας είναι η ζωή.

(Έρως μελαχρινός – Μάης Ιούνης και Σεπτέμβρης)

Εθωρούσεν ο νιος πίσω απ’ την αγναντεύτρα κουρτίνα.
Επερίμεναν οι σπιλιάδες του Αυγούστου μες στους φουσκωμένους φλόκους.
Ένα αγιόκλημα εσκαρφάλωνε αναστενάζοντας και μοσχοβολώντας –
ίσαμε που έμπλεξε μες στο σύννεφο του δειλινού.
Τόσα δάση φλέγονται,
τόσα παγόβουνα λιώνουνε,
τόσες μανόλιες μας λιποθυμούν,
τόσοι κάμποι μας παιδεύουνε.
Εμείς ας σταθούμε γοργόνες, τα στήθια ξέσκεπα στον ήλιο
-η κεφαλή ριγμένη πίσω, τα μάτια στο κατάρτι.
Η θάλασσα είναι παντάνασσα – πλένει όλους τους καημούς μας.

(Έρως μελαχρινός – Μάης Ιούνης και Σεπτέμβρης)

Κάποτε ακουμπάμε τον εαυτό μας σαν ένα κουμπί γυμνό
επάνω σ’ ένα καθρέφτη, και την αυγή βρίσκουμε ένα χαμομήλι
μες στον ανοιξιάτικο κάμπο.
Κάποτε ακουγόμαστε σαν την πιο θριαμβευτική κραυγή ζώου,
κι όταν ξανασταθούμε ν’ ακούσουμε ο ήχος μας είναι
σκληρό γρατσούνισμα φτυαριού πάνω στον άγονο βράχο.

(Έρως μελαχρινός)

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα τα μάτια, και τους καημούς, τα βράχια, τ’ ακρογιάλια,
τους αετούς, τη μουσική όλων των κλαριών, τον αφρό όλων
των κυμάτων.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλους τους ασφοδέλους που φύτεψα στα βράχια, όλα μου
τα μεράκια, τα ντέρτια — το τσιφτετέλι και το ζεϊμπέκικο,
το κρεμεζί μου το μαντίλι και τις γαλάζιες μου τις χάντρες.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα μου τα κολύμπια στην Κινέτα, τον έρωτά μου με το φως
και τα βότσαλα, την αναπνοή μου όταν αγαπώ, το φόβο μου
όταν με διώχνουνε, την έξαρσή μου όταν θέλω, τη χαρά μου
όταν ζω.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλες τις μέρες του χρόνου — δικές μου είναι, από τη μιαν
αυγή στην άλλη — με πλημμυρίζουνε ανοιξιάτικες ευωδίες,
ξεφάντωμα και κορεσμός του ήλιου.

(Έρως μελαχρινός)

*Τα ποιήματα προέρχονται από την έκδοση «Ποιήματα 1944-1985» εκδόσεις Ίκαρος 1989, Αθήνα.