“Το ψωμί στο γόνατό μου και άλλα ποιήματα” του Οκτάι Ριφάτ

Πίσω απ’ την κλειδωμένη πόρτα του απογεύματος
χαζεύω τις καλαμιές

(«Στην όχθη»)

Ο Οκτάι Ριφάτ (Oktay Rifat Horozcu, 1914-1988) το 1941 εξέδωσε μαζί με τους Ορχάν Βελί Κανίκ και Μελίχ Τζεβντέτ Αντάι το περίφημο βιβλίο Garip (Παράξενο), το οποίο έδωσε το όνομά του στο πρωτοποριακό λογοτεχνικό κίνημα Παράξενη Ποίηση που κυριάρχησε τα επόμενα χρόνια στα τουρκικά γράμματα και συνίστατο στην απόρριψη των παραδοσιακών μορφών ποίησης και στην εισαγωγή της τουρκικής λογοτεχνίας στον ευρωπαϊκό μοντερνισμό.

Ειδικότερα, όπως γράφει ο καθηγητής τουρκικών σπουδών Αριστοτέλης Μητράρας στον πρόλογο της ανθολογίας, το κίνημα της Παράξενης Ποίησης στην Τουρκία χαρακτηρίστηκε από τον ενστερνισμό του υπερρεαλισμού, του ντανταϊσμού και της αυτόματης γραφής, ενώ απευθυνόταν στον απλό άνθρωπο και ασχολιόταν με τις ευαισθησίες και τα βιώματά του. Ήταν μια ποίηση με έντονα υλιστικά στοιχεία και με την ειρωνεία σε εξέχουσα θέση.

Ο Ριφάτ, ο οποίος δημοσίευσε μαζί με τον Ορχάν Βελί Κανίκ το ποίημα Ağaç (δέντρο), που θεωρήθηκε μανιφέστο του κινήματος, μεταφέρει ενίοτε την ιδεολογία του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού στην ποίησή του, προσδίδοντας σε αρκετά ποιήματά του αγωνιστικό-επαναστατικό χαρακτήρα για να τονίσει την αξία της αντίστασης, αλλά και για να ασκήσει κριτική στο καθεστώς μιας κοινωνίας υπό καταπίεση. Άλλα θέματα στην ποίησή του είναι η απελπισία, η θλίψη, η απογοήτευση και η απαισιοδοξία, πάντα μέσα στο πλαίσιο της καθημερινότητας και των απλών πραγμάτων, χωρίς να λείπουν και ποιήματα όπου ο Ριφάτ φαίνεται αισιόδοξος και εκφράζει την προσδοκία ότι θα έλθουν καλύτερες μέρες για τον άνθρωπο.

Όντας αντίθετος με την ιδέα της λογοτεχνικής «σχολής» και πιστεύοντας ότι η μονόπλευρη κατεύθυνση ενός κινήματος φθείρει πνευματικά, ο Ριφάτ θα αποχωρήσει τελικά από το κίνημα της Παράξενης Ποίησης, μόλις αποβιώσει ο ηγέτης του, Ορχάν Βελί Κανίκ.

Η συγκεκριμένη ανθολογία είναι χαρακτηριστική της ποιητικής του Ριφάτ. Πολλά ποιήματά του είναι απλώς παράξενα: πιάνονται από μια στιγμή και αφηγούνται ιστορίες που όμως δεν μαθαίνουμε ποτέ πώς συνεχίζονται, πολύ περισσότερο πώς τελειώνουν. Η γραφή του επιστρέφει πάντα στη φύση, η οποία προβάλλει σαν τη μόνη σταθερά σε έναν κόσμο αναπάντεχο και γεμάτο παράδοξα. Ως εκ τούτου η εικονοποιΐα του που συνδέεται με αυτήν είναι εκπληκτική, όπως δείχνουν και τα ακόλουθα αποσπάσματα:

Έτσι είναι
ο άνεμος της άνοιξης: τα σύννεφα περνούν,
η μπόρα σταματά, το φως
αντανακλάται σε βρεγμένα φύλλα.

(«Μετά τη βροχή»)

Όταν τα σύννεφα κοκκινίζουν
τα πουλιά μοιάζουν πιο λευκά·
[…] με τεράστια βήματα ο ουρανός
πατάει πάνω σε απογεύματα κι ελπίδες.

(«Ουρανός»)

Το βουνό, ο ουρανός, τα πουλιά, τα ψάρια, η θάλασσα, το άλογο είναι στοιχεία που επανέρχονται ολοένα στην ποίησή του και ενίοτε συμβολοποιούνται με έναν ήπιο τρόπο:

Τα ποιήματά μου είναι ψάρια
κι ένας γλάρος τινάζεται,
βουτάει και τα πιάνει –

(«Δες τι κρύβει ο βυθός»)

Η φύση παραπέμπει στην αθωότητα κι έτσι αρκετά ποιήματά του την αναδεικνύουν ως συνθήκη ενός αυθεντικού τρόπου ζωής, όπως φαίνεται π.χ. στα «Ο ποιητής, το κορίτσι και το πτηνό» ή «Κούνια και δρόμος», το οποίο παραθέτω ολόκληρο επειδή είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο ο Ριφάτ διαχειρίζεται τη στιγμή: ως αφετηρία για μία δήλωση ή ένα συμπέρασμα.

ΚΟΥΝΙΑ ΚΑΙ ΔΡΟΜΟΣ

Το κορίτσι κάνει κούνια όρθιο·
πηγαίνει μπρος-πίσω και κοιτάζει
από σύννεφο σε σύννεφο
– δέντρο, τριφύλλι, ουρανός: όλα δικά του

«Παλαβό κορίτσι»,
λέει ο περαστικός,
«νομίζει πως τελειώνει ο δρόμος
εκεί που πέφτει η πέτρα του».

Κουβάρι όλα
– όνειρο ή πραγματικότητα
μόνο παιδιά και ποιητές
μπορούν να λύσουν πολύπλοκα προβλήματα.

Τον αυθεντικό τρόπο ζωής όμως, πρέπει κανείς να παλέψει για να τον κατακτήσει. Έτσι, δεν λείπουν ποιήματα που είναι μαχητικά και εμψυχωτικά, όπως π.χ. το ποίημα «Η ελευθερία έχει χέρια», απ’ όπου και το ακόλουθο απόσπασμα:

Αυτό θα πει ν’ αγαπάς την ελευθερία:
άπαξ και σ’ έπιασε, μην της ξεφύγεις
μην τη συνηθίσεις ποτέ –
από την πραγματικότητα ονειρεύεσαι κάτι πιο πραγματικό.

Ο Ριφάτ παίζει επίσης συχνά με το στοιχείο του αναπάντεχου ή του αιφνιδιασμού, όπως στα ποιήματα «Μια χειμωνιάτικη νύχτα» ή «Μήλο», απ’ όπου και οι ακόλουθοι στίχοι. Συχνά το αναπάντεχο δίνεται με σουρεαλιστική διάθεση:

Ρίχνω το δίχτυ στο παράθυρο
και πιάνω γυναίκες και παιδιά, σακάτηδες ζητιάνους,
καρακάξες και σκυλιά, πιτσιλωτές γάτες,
κάνα δέντρο, λίγο φως και βρύα.

Όπως γράφει στο επίμετρο ο μεταφραστής του βιβλίου, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, η γλώσσα του Ριφάτ είναι αποφασισμένη: θα φέρει στο επίπεδο της τέχνης την ανεπιτήδευτη ευαισθησία και τον στοχασμό του καθημερινού ανθρώπου. Για του λόγου το αληθές, παραθέτω το εναρκτήριο ποίημα της ανθολογίας:

ΑΣΤΡΑ

Δίπλα στο βιβλίο το τετράδιο
δίπλα στο τετράδιο το ποτήρι
δίπλα στο ποτήρι το παιδί
στο χέρι του παιδιού μια γάτα.
Και πέρα μακριά: άστρα, αμέτρητα άστρα.

Ο Ριφάτ έχει έναν δικό του τρόπο να μας συστήνει εκ νέου τον κόσμο. Είναι ένας τρόπος παράξενος, όμως τρυφερός και δίκαιος· ταυτόχρονα, είναι αποκαλυπτικός των ανθρώπινων δυνατοτήτων: «είναι μέρα, πιες λίγο φως/ με τη φούχτα σου» («Κάποιες μέρες»).

Χριστίνα Λιναρδάκη
Φιλόλογος, μεταφράστρια

*Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr με τίτλο “Μιλώντας για τα απλά”. Εμίς το αναδημοιεύουμε από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/03/blog-post_6.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Στέλιος Ροΐδης, Προτομή

Δεν έχω έμπνευση φαίνεται
Δεν έχω θέσει τους όρους μου
Είναι γυμνή και πρόκειται να με μισήσει
Η ποίηση στα όνειρα της μας δόθηκε σαν πραγματικότητα
Σαν αθλιότητα που κατάπιε τους αθώους
Κάποιοι δουλεύουν σαράντα χρόνια την ίδια προτομή
Δεν την κοιτάζουν πια τους κοιτάζει
Απογυμνωμένη λατρεία
Η στύση των ειδώλων και καπνός από τα προηγούμενα
Κάποιος στη θέση σου να κάνει την βρώμικη δουλειά
Όσο εσύ θα τον διασκεδάζεις
Κλίση στις τέχνες του ανεφάρμοστου
Ψέματα που δεν χρειάζονται όταν σε πολιορκεί
Ο παλιός λογαριασμός που κλείνει
Δρόμοι με χαλινάρια και άνθρωποι που έρχονται από εκεί που πηγαίνεις
Πανδοχεία εραστών που δεν καταδέχονται τον τελευταίο αιώνα
Κτίρια γεμάτα στρατιώτες και νεογέννητα
Αβρότητα πριν την σφαγή
Η φτώχεια σε όλο της το μεγαλείο
Φτάνει να μη με αγαπούσες και όλα θα γινόντουσαν
Κουράζω την απόσταση και μένω ίδιος τόσα χρόνια
Σαν συστατικό περιφέρομαι στη ζωή σου
Πρόθυμος να σε ικανοποιήσω, να κάνω καλά τη δουλειά
Πριν φτάσω στον επόμενο μπελά
Αρκετά κουρασμένος για να πω τελείωσε
Και όλα τότε να αρχίσουν

Κώστας Ταχτσής, Κοιτάζοντας για τελευταία φορά

Το πλοίο μας σαλπάρισε. Σιγά σιγά
θ’ αφήσουμε τώρα και το λιμάνι. Ο ήλιος
βυθισμένος στον ορίζοντα, χρυσίζει
για στερνή φορά, ποιος ξέρει, τη γη
όπου πρωτόειδαμε το φως του. Σε λίγο
η απόσταση και το σκοτάδι ίσως για πάντα
θα τη σβήσει. Φεύγουμ’ απ’ την ανόητη
κατακραυγή του κόσμου. Σ’ αυτό τον τόπο
οι άνθρωποι δεν ξέρουν να εκτιμήσουν
τους λεπτοτάτους στίχους μας. Τους θίγουν,
ισχυρίζονται, τ’ αθώα μας καμώματα,
δεν βλέπουν, δεν το νιώθουν, πως τα καμώματα
αυτά είναι των στίχων μας η αιτία.
Μακριά από την ενοχλητική μας παρουσία
ίσως τους στίχους μας καλύτερα εκτιμήσουν
ίσως μεγάλους ποιητές μάς πούνε κιόλας.
Μα προ παντός, στα ξένα εκεί – οι ξένοι
είναι πάντοτε επιεικείς στους ξένους –
πιο λεύτεροι, πιο ξένοιαστοι
στις μυστικές συνήθειες θα δοθούμε.

Τι γρήγορα που νύχτωσε. Δεν μπορεί πια κανείς,
μ’ αυτή την ψύχρα, στο κατάστρωμα να μένει.
Γη της πατρίδας, γη αγαπημένη, καληνύχτα.

*Από το βιβλίο “Το Καφενείο το Βυζάντιο κι άλλα ποιήματα”, εκδόσεις Ερμείας.
**Σχετικός σύνδεσμος https://dimartblog.com/2015/10/08/tahtsis2/

Πάνος Κουτρουμπούσης (1937-2019), Τρία ποιήματα

Λωρήν

Γλυκά φιλιά
Κι η Λωρήν μ’ ερωτεύτηκε

Τόσα φιλιά
κάτω από παράθυρα μπροστά στη θάλασσα,
κάτω από χίλια μάτια
που μας παρακολουθούσαν,
και πίσω από δένδρα
σε καράβια, τραίνα
σε δημόσιες πλατείες
και τη νύχτα
γλυκές αγκαλιές
κι η Λωρήν
τρελλή για μένα
κι εγώ
για την Λωρήν
γλυκά φιλιά

***

Η βροχή στο διάστημα

Στην Οδό των Ακακιών
ούτε χθες, ούτε σήμερα, ούτε αύριο
σα να περιμέναμε
μ’ άδειο βλέμμα
πίσω από παράθυρα

Ενώ
σε μαγνητικό αστεροειδή λαβαίνει χώρα
ένα δαιμονιακό
υπερ-επιστημονικό πανηγύρι
για τον Ευγενικό Ιωάννη
Που κρεμάστηκε
παλιομοδίτικος, μοναξιάρης
με Διαγαλακτικό θυμό στα μάτια
και τώρα πλέει σε τροχιά
έξω από πολύχρωμα κρυστάλλινα φινεστρίνια

***

Θυμήσου

Θυμήσου με.
Θυμήσου το μωβ
πού ‘κρυβε τον ήλιο

Πόσα χαρακώματα
ανοιγμένα
μπροστά μας
Περπατούσαμε σαν…
μεθυσμένοι;
δεν βλέπαμε ο ένας τον άλλο.

Θυμήσου
τον ήλιο πίσω απ’ τα μάτια σου.
Ο άλλος ήλιος θα φωτίζει
τον Δρόμο των Λωτοφάγων

*Από τη δίγλωσση συλλογή “Η εποχή των ανακαλύψεων”, εκδόσεις Futura 2002.

Φάνης Παπαγεωργίου, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΚΑΡΤΕΣΙΑΝΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

Η μέρα είναι μέρα μόλις δεις το φως
μόλις οι δείκτες σημάνουν ορισμένη ώρα
άγνωστο πως το φως κατέβηκε στα μάτια
γαντζώθηκε από το πόμολο και πως οι εραστές κατέβηκαν στον ύπνο

Η νύχτα είναι νύχτα
χάρη στις καμπυλώσεις των αστεριών
το άδειασμα των θαλασσών στον ουρανό
στην κοιτίδα ενός νεκροταφείου
και στο μεσονύχτιο ρολόι

Οι εραστές είναι εραστές
μόλις φιληθούν στα πεταχτά πριν πάνε
τα σώματά τους στη δουλειά
τα χέρια μόλις γίνουν κομπολόι
το αίμα αγγίξει το σημείο βρασμού του
και μόλις η αντωνυμία γίνει επιθετική
μέσα στην κτητικότητά της

Το φιλί είναι φιλί
στο μηχανικό πλησίασμα των χειλιών
όταν κάποιος περιμένει -αδιάφορο ποιος-
όταν η περιβολή λύθηκε και γυμνώθηκε
και τελείως γυμνή έχασε τα ρούχα της
όταν μέσα στα βολτ του κοβαλτίου
δένεται το σώμα σε ένα άλλο σώμα

0 κύριος Χέγκελ να πάει για ύπνο
είναι μεσάνυχτα
Ακριβώς

***

ΠΑΡΟΛΟ ΤΟΝ ΤΕΤΡΑΠΤΥΧΟ ΤΗΣ ΗΛΙΟ

Στους θαλάμους αφίξεων
οι διάδρομοι αλείφονται με μέλι

Τα μάτια κατεβαίνουν σαν τσαμπιά στα χέρια
κόβοντας τον ήλιο από την τροχιά του

Εκτός κι αν τύχει, όπως λένε,
και βρεθείς σε εκείνους τους βαστήρες

Ίσως τους λένε έτσι ακόμα,
καθώς βαστούν ακόμα τη συνήθεια
της επιστροφής και της λαχτάρας

Κι όπου μέσα μπαινοβγαίνουν
σύν-τεκνοι
συμ-πατριώτες
συν-οδοιπόροι
και λοιποί συγγενείς

Στο όχι και τόσο
συντροφικό μας
Σύμπαν

*Από τη συλλογή “Διώρυγα μεταξύ νεφών”, Εκδόσεις Θράκα, 2018.

Αλέξανδρος Δάρας, Δύο ποιήματα

Όνειρο η αλήθεια

Ο μεγάλος ρυθμός προχωρά μπροστά
στο βάθος μικρές κινήσεις ακατάλυτες.
Με μια ζωή σαν όνειρο
που ζεις σα να ’ταν ψέμα,
ζωή παραμυθιάστρα
ζωή παραμυθένια.
Αγκιστρωμένη σ’ ουρανούς,
σε σύννεφα, σε άστρα
σε νιώθω που βουτάς
σε νιώθω που ρουφάς
σε νιώθω που ανασαίνεις,
ψυχή μου παραμυθατζού
και παραμυθιασμένη.
Το ξέρεις, ποτέ η ζωή δε φτάνει.
Όμως εσύ της φτάνεις.
Κι ό,τι από σένα περισσεύει
είναι οι νεράιδες και τα ξωτικά.

***

Το είναι

Η μέρα έσβησε τις επαναλήψεις
κι η αύρα του κύματος ξεπρόβαλε ολόγυμνη
απ’ το κατώφλι του βράχου
που έτρεξε να συμφωνήσει
για τις αρετές της εγρήγορσης.
Τα κορμιά και τα όντα των μορφών αναρρίγησαν
και ζήτησαν το τώρα.
Κι από τότε που αποσύρθηκαν οι αόριστοι,
κάθε στιγμή είναι η στιγμή
που μόλις έχουν σβηστεί οι αόριστοι.
Η ίδια στιγμή, είναι
και πώς να ξεκολλήσεις το ένα είναι
από το άλλο.
Θέλεις παιχνίδι. Θες το τυχαίο.
Το άγνωστο, το ατελές.
Συντονίζεσαι μαζί του στο κύμα.
Και εναλλάσσεις τους ρυθμούς
με ανάγκες και νοήματα.
Και ο ρυθμός ρωτάει το νόημα:
Υπάρχει άραγε καμιά ανάγκη
για όλο αυτό εδώ το είναι;

*Από τη συλλογή “ή”, Εκδόσεις Ίδμων, 2007.

Τζίμης Ευθυμίου, Τρία ποιήματα

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΠΑΝΙΕΡΑ

Με το Χρόνο συναντιόμαστε σπανίως
Στο δρόμο ή αλλού
Βεβαίως κάνουμε πως δεν ξέρουμε
ο ένας τον άλλο
καθώς όλοι μας οι εαυτοί
κοιτάνε προς τα δω
Φυσικά με κοροϊδεύει σταθερά
Χτες κοιμήθηκα τόση ώρα
που είδα τα ίδια όνειρα σ’ επανάληψη
Βεβαίως τον εγκλωβίζω όπου μπορώ,
ακόμα και σ’ αυτά εδώ τα ποιήματα
που μουσκεύουν στη μπανιέρα
ενώ η καλή μου κάνει αφρόλουτρο
και να, μέσα της
εισχωρώ όπως σε
τούνελ
Τόσο μέσα,
που ήδη βλέπω
τον απέραντο ανοιχτό
στο βάθος δρόμο.

Την Εθνική οδό.

***

Η ΩΡΑ

Την ώρα που οι Βουργουνδιανοί χαρωπά
Βγαίνουν να κυνηγήσουν σαλιγκάρια
Και παίζουν αναγεννησιακές ορχήστρες
Κόρνα και τρόμπες και δοξάρια
Την ώρα που του έρωτα η τρέλα χτυπάει στο ταβάνι
Την ώρα που φτάνει στο λιμάνι η φρεγάτα
Κι οι ανεπίλεκτοι μαζεύονται στα καφενεία
Με ύφος χιλίων καναρινίων
Εκεί που ανατέλλει σε κάμπους
από ράχες βουβαλιών
Πορτοκαλί,
Την ώρα που ανοίγεις τα μάτια σου
Η ώρα που δε θέλεις ν’ αλλάξει.
Την ώρα που ξυπνάνε τα ελατήρια
κι αλλάζουν οι γυναίκες
αι γίνεσαι άμμος στην κλεψύδρα
Και ο ήλιος στη θάλασσα
Άγγελοι σε ψαροταβέρνα
Που όλα εκεί ζωγραφίζουν
Η ταβερνιάρισσα, τα όστρακα, η φέτα
Σαγανάκι, η ατέλειωτη παραλία
Με τις γραμμές του χρόνου πάνω της
γιατί είναι Άνοιξη
την ώρα
Που οι Βουργουνδιανοί, χαρωπά
Βγαίνουν να κυνηγήσουν σαλιγκάρια.

***

ΘΑ

Θα ξεκινούσα μια επανάσταση
αλλά ξέρω ότι θα πέσει πρώτα
στο κεφάλι μου
Ή θα ‘φτιαχνα μια θρησκεία
Αλλά πάλι, εμένα θα σταυρώναν πρώτο
Ό,τι κι αν κάνεις
ο Επιτάφιος θα περνάει
έξω απ’ την πόρτα σου.
Μπροστά μπροστά οι διώκτες σου
Αυτοί που σε εξόρισαν να λεν
την Παρουσία σου
Αυτοί που σε κεράσαν κώνειο
τις ιδέες σου
Κι εκείνοι που σε κρέμασαν
να εξουσιάζουν στ’ όνομά σου
Θα ’φτιαχνα αν μπορούσα μόνο
μια σκιά τόσο φωτεινή
που να μη κλέβεται

*Από τη συλλογή “τί αγνοεί ο ποιητής;”, εκδόσεις Φαρφουλάς.

Μαρία Πανούτσου, Η αλήθεια είναι ένα άλογο μονάχο

Ά Μέρος

Η συνάντηση.

Και περπάταγε απαίδευτη.
Μάτωναν τα πόδια,
και η γλώσσα στεγνή.
Η θύμηση την τρυπούσε,
σε κάθε βηματισμό,
και η ανάσα της είχε ένα σύννεφο για όνομα.
Πώς να καταφύγει
σε τόπο ιερό
εκείνη τόσο αφοσιωμένη;
Παράβγαινε σε μυστικές εξομολογήσεις,
με τις μπαλάντες των μοναχών,
και ό, τι δεν ήθελε να αποστηθίσει.
Η οδός προς τον Γολγοθά είχε ανοίξει,
χωρίς Ανάστασης λουλούδια,
μαζί, ένα σημειωματάριο άδειο.
Πέτρα ήμουν όταν με φώναξες.
Και πέτρα θα γίνω.
Δεν χάνω τίποτα, έτσι δεν είναι;
Η αλήθεια ως σημείο αναφοράς,
χαρίζεται σε εσένα.
Την χαρά του τρύγου να γεύεσαι.
Προϋπήρχε,
η γέννηση μιας ιδέας.
Τώρα τα πάθη κι’ η ταφή τους.
Με γυμνό μάτι και καρδιά,
σε κοιτάζω από την αρχή αγαπημένε.
Εντοπίζω τα ίχνη σου.

Β΄ Μέρος

Η αποχή

Από εκεί περνούσε ένα άλογο μονάχο.
Και εκείνη το ζήλεψε έτσι ελεύθερο που έβοσκε.
Κοιτούσε το σκυμμένο κεφάλι του,
που παράσερνε το λαιμό και τον κορμό, προς την γη.
Τα πόδια του, αργοκινήσεις πάνω στο νωπό χώμα
και γύρω του, η χλόη, δροσερή και τροφαντή
του γέμιζε τα σπλάχνα.
Την ώρα του δειλινού την πονούσε πάντα
το στέρνο, τα μπράτσα, η κοιλιά,
και τα χείλη.
Ήταν η ώρα που γρηγορούσε
η ηδονή να της μιλήσει.
Τότε άρχιζε ο πόνος, με τις πρώτες λέξεις.
Κοίταξε από το παράθυρο μήπως το δει.
Αλλά το άλογο είχε απομακρυνθεί πολύ
και δεν φαινόταν.
Ορίζοντας άδειος.
Ήταν σκούρο.
Το είχαν φέρει από ένα άλλο τόπο, αζευγάρωτο.

Γ΄ Μέρος

Ευχή και Κατάρα

Και είπε ο θεός σε εκείνη:
Η επιθυμία σου θα στρέφεται προς τον άντρα σου, αλλά αυτός θα σε εξουσιάζει.
Και της εξήγησε ψιθυριστά, τι σημαίνει αυτό.
Ο Προμηθέας άκουγε σιωπηλός.
Έπειτα, χωρίς βοήθεια και με δεμένα χέρια, περπάτησε μέχρι την άκρη της σκοτεινής θάλασσας, μέχρι εκεί που δεν υπήρχε πια ούτε γης, ούτε όποια άλλη μορφή, παρά το απέραντο ανύπαρκτο.

Σε εξέλιξη.
2018-19

Έφη Καλογεροπούλου, Από τη συλλογή “Έρημος όπως έρωτας”

Κλωστές νήματα υφάσματα
όλα τα πουλάω
μόνο το κουρελάκι αίμα που ξηλώθηκε
δεν βγάζω στο παζάρι.
*
Έχει την υπομονή του δέντρου που καίγεται·
Υπάρχει μια ύλη σιωπής εκεί πριν.
*
Κάποτε
μια αστραπή στάθηκε αρκετή.
Άνοιξαν ταυτόχρονα
τις ομπρέλες της σιωπής
κι έζησαν έτσι άβρεχτοι για χρόνια.
*
Ο αέρας σήκωσε την τελευταία πέτρα·
η γη τρύπησε.
*
Σε χρόνους δύο

σε μια εισπνοή έπαιξες
σε μια εκπνοή έχασες

Ξέχασες.

*

Εκεί
που το παιχνίδι με τις κάρτες
μοιάζει απ’ την αρχή χαμένο
αναγγέλλοντας ήδη
τον επόμενο νεκρό.

Θήραμα και θηρευτής κοιτάζονται
οι κόρες των ματιών τους διαστέλλονται
ο φόβος του θηράματος κατοικεί το μάτι του θηρευτή
και το τυφλώνει
ξερός κρότος ακούγεται
καθώς τα βλέφαρά του ανοιγοκλείνουν
το θήραμα αιχμαλωτίζει το θηρευτή.
Γίνονται ένα.

*

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;

Φωνή ατίθαση χτύπησε στ’ αυτιά του
σκάλα στριφογυριστή με κουπαστή
φάνηκε στο μυωπικό του μάτι
όλα μικραίνουν, καθώς πέφτουν
τι μένει;

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;
Με ακρίβεια ωρολογοποιού -που σφίγγει το κομμένο ελατήριο-
με την τελευταία βιδίτσα που απόμεινε
τράβηξε το τι απ’ την ερώτηση.

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα ύλη
ύλη σιωπής,
πρόσθεσε.

*”Έρημος όπως έρωτας”, έκδοση Ποιείν, 2015.

Κωνσταντίνα Ζαγάρη, Φόβοι

Φόβοι με νύχια ακονισμένα
Γέμισαν τις τσέπες μου
Φθαρμένο το πανωφόρι
Παλιό όσο κι η φτώχεια
Με τη γυαλάδα της απόγνωσης
κρατιούνται οι ξηλωμένες του ραφές
Γέμισαν τις τσέπες μου οι φόβοι
οι πανάρχαιοι
Βαρίδια που με κρατούν σκυμμένη
Ένα με το χώμα γίνομαι
κουλουριασμένη σε στάση εμβρύου
Αναζητώ την επιστροφή στη μήτρα
που με γέννησε
Με νίκησαν οι φόβοι της απώλειας
αγαπημένων
Μη γεννηθώ επιλέγω

23/7/2018