Αλέξης Αντωνόπουλος, Εκείνα που άλλοι θ’ αποκαλούσαν περιττά

Μπορεί ο ήλιος να έχει δύσει, μα η κουζίνα είναι πιο φωτεινή από ποτέ: Τα γέλια είναι περισσότερα κι από τις μυρωδιές.

Η μαμά, βλέπεις, δείχνει στον Θανάση πώς να μαγειρεύει. Μπορεί ο Θανάσης να θέλει ακόμα έντεκα χρόνια μέχρι να γίνει ενήλικας, αλλά η μαμά του Θανάση είναι σοφή και ξέρει: Δεν χρειάζεται να έχεις ανάγκη να κάνεις κάτι για ν’ αξίζει να το κάνεις· πολλές φορές η ζωή βρίσκει το νόημα της ενώ κάνουμε εκείνα που άλλοι θ’ αποκαλούσαν περιττά.

Τη στιγμή που η μαμά είναι έτοιμη να δώσει στον Θανάση μια κουταλιά από τη σάλτσα, ο Θανάσης κλείνει γελώντας τα φώτα της κουζίνας και κρύβεται στο σκοτεινό σαλόνι. Το σαλόνι είναι μεγάλο, με πολλές κρυψώνες· και μόλις η μαμά του τον βρει, θα συνεχίσουν μαζί τη μαγειρική.

Ο Θανάσης είναι εφτά χρονών, κι όταν είσαι εφτά χρονών η αίσθηση του χρόνου είναι πιο σχετική από ποτέ – όμως ακόμα κι ένας ενήλικας θα ένιωθε ότι μπόλικος χρόνος είχε περάσει, και η μαμά δεν ερχόταν να βρει τον μικρό μας φίλο.

Έτσι, ο Θανάσης πλησιάζει την κουζίνα – κατευθυνόμενος κατευθείαν προς τον διακόπτη που θα κάνει το δωμάτιο ξανά φωτεινό· και να σου η μαμά, πριν καν προλάβει ο Θανάσης ν’ ανάψει τα φώτα: Του δίνει ένα σκαστό φιλί στον ώμο, και τρέχει να κρυφτεί με τη σειρά της στο σαλόνι.

Ο Θανάσης γελάει. Ο Θανάσης γελάει, γιατί για το ανθρώπινο μυαλό κάποια πράγματα ποτέ δεν θα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. Ο Θανάσης γελάει γιατί ήταν η μαμά του που του φίλησε τον ώμο και που τώρα τον περιμένει κρυμμένη στο σαλόνι. Ο Θανάσης γελάει γιατί εκείνη η σκιά στο πάτωμα της κουζίνας δεν είναι το πτώμα της μητέρας του με σχισμένο τον λαιμό. Δεν υπάρχει αίμα.

Ο Θανάσης γελάει· γιατί τα παιδιά πάντα πρέπει να γελάνε ενώ παίζουνε κρυφτό.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Βόλια (απόσπασμα)


 
ΕΙΜΑΣΤΕ Ο ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ

– Κόρη μου, πῶς να τραυλίσω ἕναν χειμώνα δυάρι
μόνο χάπια·
μόνο μίσος κι αὐτό σπασμένο

Ὁ γέρος μοῦ σπάζει καρτέλα: δέν ξέρει πῶς

’δρωνει κρόταϕος ἡ μέρα στήν πρώτη παρα –
ϕορά

καί πιάνει τήν τρέλα ἀπό τόν σπόνδυλο

– Δέν εἶμαι ἄγγελος κι ἡ γλώσσα μου κρατάει σκοτάδια

Κάποτε γαβγίζω ψώρα ὡς τό κόκαλο τήν

ἐξουσία τῆς οὐρᾶς του

κι ἔξι-ὀκτώ παίζουμε νευρικά με τα ξυράϕια

τοῦ συστήματος

Δέν εἶναι πώς ξοδεύουμε ϕλέβα στίς δομές
Τήν Πέμπτη τρῶμε 500 μιλιγκράμ μέ τά
βραστά λαχανικά μας
Καί λέμε κίνδυνο αὐτό τό ζωντανό σκουλήκιΚι ὁ Βόλια κραύγασε στή
συνέλευση: «Ποτέ οἱ Ἕλληνες δέν ταυτίστηκαν μέ τό κράτος»
Καί στά Χαυτεῖα οἱ «δικοί τους» ἄσκησαν τήν κατασταλτική
ἱεραρχία ϕύλακα καί πολίτη σέ ἀριστεριστές,
ἀνένταχτους καί συμπαθοῦντες τοῦ κινήματος.
Τσάκισες μ’ αὐτή τήν ἱστορία.

Ανανίας Ραφτόπουλος, Ηλιοτρόπια

μόλις περάσει από μπροστά μας
η αμαξοστοιχία του πρώτου θέρους
θα δούμε τα ηλιοτρόπια
σ’ εκείνες τις πλαγιές
που σπείραμε τα παιδικά μας όνειρα

φύτρωσαν απ’ τις ρίζες μας
περνώντας τις ελπίδες μας στο μπόι
πιστά στο φως μέχρι να δώσουνε το σύνθημα
και βάψουνε τα πρόσωπα του ουρανού
στα χρώματα
ενός ανέμελου χορού της εφηβείας
όσα πυροτεχνήματα απομένουνε
στις γειτονιές του ορίζοντα μας
πριν σκύψουν το κεφάλι απ’ τη θλίψη
για τη φυγή μου πριν το τέλος του καλοκαιριού

ίσως να ξέρουν
πως όταν σβήσουνε τα χρώματα
και τυλιχθεί τριγύρω τους
το έναστρο ύφασμα της ξενιτιάς
και σαν περάσει η εποχή
του ανέμελου εφήβου
η θλίψη τους θα δώσει τους καρπούς
στους νεαρούς σε παραγωγική ηλικία
που περιμένουν στην ουρά
ενός υπερταμείου της ανεργίας
και μασουλάν αμήχανα
δυο κούτες πασατέμπο

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://losinnuendos.com/2019/06/20/iliotropia/

Ζαχαρίας Στουφής, Μέτρια ποίηση

Από τότε που διορίστηκα ταξιθέτρια του χάους
δεν προλαβαίνω να ασχοληθώ καθόλου με την ποίηση.
Εσείς όμως, οι νεο-μυημένοι στη γραφή
και εσείς οι ακούραστοι διώκτες της σιωπής
είναι καιρός, νομίζω, να γράψετε τα αδιάβαστα ποιήματα.
Δεν θα τα τραγουδήσουν οι γενιές που δεν θα ’ρθουν
θα παραμείνουν σε βιβλία κλειστά όταν
οι σαβάνες θα πολιορκούν τα τσιμέντα.
Στο ενδεχόμενο ενός οριστικού τέλους
να γίνετε οι πιο μάταιοι προφήτες
(αφού κανένας δεν θα υπάρχει για να σας δικαιώσει)
γράφτε την ατραγούδιστη και ύστερη κατάσταση
του τέλους.

Βασίλης Βασιλειάδης, Naif Ποίηση

Γιά ιδές τους
μέ πόσο ιδρωμένη περηφάνεια τσακίζονται
νά αλγεβροποιήσουν τήν καθημερινή τους ζωή
όσο γίνεται περισσότερο,
γιά στήσε αφτί
ίσως μπορέσεις ν’ ακούσεις
τί φέρνει σ αυτόν τόν κόσμο
ό πολιτισμός πού ορίζεται από τούς αλγόριθμους
καί τόν χειρίζονται τεχνοκρατούμενοι εγκέφαλοι
μέσα σέ κεφάλια τετράγωνα
αποκομμένοι από τόν ουρανό καί τή θάλασσα,
σέ φώναζα,
όσο είναι καιρός
εσύ μείνε ερωτοεγκέφαλος
άτακτος καί χαοτικός,
επέμενε νά γίνεις καί νά μείνεις τό λάθος τής κατάστασης,
σέ φώναζα
έλα στήσου δίπλα μου
καταντίκρυ σέ αυτή τήν άνοη πολυνοητικότητα,
νά είμαστε μαζί, εδώ, παραέξω από τόν ζήλο τους πού είναι ό θάνατος,
νά αγριέψουμε καί νά τούς φτύσουμε,
τέτοιο φτύσιμο πάντα χαλάει τίς τάξεις καί τίς νομοτέλειες,
αλλά τό μυαλό σου ψυχαναλυμένος οπαδός τού νιρβάνα
δέν άκουγε πού έσκουζα
τώρα
καταμεσίς στόν όλεθρο
μέ ρωτάει ή ζωή σου ρημαγμένη από τήν πρόοδο
κατά πού νά πάει,
ποιά έξοδο νά πιάσει μπάς καί σωθεί;

2014, Θεσσαλονίκη

Μαρία Πανούτσου, Ουρλιαχτό 2019

είδα τα μεγαλύτερα κεφάλια της γενιάς µου ρημαγμένα
από την τρέλα υστερικά, γυμνά, ξελιγωµένα

Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Ουρλιαχτό 1956

δολοφονείται
δολοφονείται
ο καιρός της ελευθερίας σας
έγκειται

στις φύλακες οι έχοντες κοινό νου
όσοι δεν βάφουν με αίμα τας χείρας τους
όσοι κρατούν αντί για λουλούδι στο χέρι
την βάλανο των επιθυμιών τους
την συμπόνια, το χαμόγελο, την χαρά
το θεϊκό χέρι του Μιχαήλ Αγγέλου
τα σκέλια και το στήθος αγγιγμένα
από αγαπημένους συντρόφους,

όλοι αυτοί στις φύλακες, εμπρός
όσοι δεν έχουν αίμα πιτσιλισμένο
στο πρόσωπο
από θύματα ανίερης οργής

δολοφονείται ω!! εσείς παιδιά μιας καρδιάς
κομμένης και ραμμένης σε κομματάκια
ίδια με μαύρα σοκολατάκια
σαπισμένα και δηλητηριώδη
εσείς ασήμαντοι μιμητές του Frankenstein

Αδημοσίευτο ©Μαρία Πανούτσου 2019

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Πιάνω απ’ το σβέρκο το φως
Και του βγάζω τα μάτια
Πιάνω απ’ τα μαλλιά το σκότος
Και του ξεριζώνω τον θάνατο.

Ρίχνω στο πηγάδι τον ήλιο
Και του πνίγω τη λάμψη
Ρίχνω στο κρεβάτι το φεγγάρι
Και κοιμόμαστε αγκαλιά.

Βάζω τρικλοποδιά στη χαρά
Και την αφήνω ανάπηρη
Βάζω περιορισμό στη λύπη
Και τη στέλνω αδιάβαστη.

Δίνω μια σπρωξιά στη μέρα
Και την πετάω στην άβυσσο
Δίνω μιαν ανθοδέσμη στη νύχτα
Και την κάνω ερωμένη.

Γεννιέμαι μ’ έναν έμφυτο φόβο
Πεθαίνω μ’ ένα επίκτητο πάθος.

***

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Μαζεύω πακέτα από τσιγάρα
Για το χριστουγεννιάτικο δέντρο
Πουλιά με κοιτάνε που γράφω
Αρπάζω ένα και το κάνω στολίδι
Άρχισε να κλαίει με λυγμούς
«Σ’ αγαπώ, γι’ αυτό σε κρέμασα».

Φυσούσε απ’ το σπασμένο τζάμι
Κάποιο παιδί μπήκε στο δωμάτιο
Το κρύο τού περόνιαζε τα χέρια
Οι ήρωές του είχαν πια πεθάνει
Μα εγώ μάζευα μικρές καρφίτσες
Και τις έβαζα στα τσιγαρόκουτα
Τα πουλιά με κοιτούσαν παράξενα
Να τρυπώ τα χάρτινα ποιήματα
Μετά βγήκα στον δρόμο κι έτρεχα
Ώσπου με αναγνώρισε ο Θεός
Και με μεταμόρφωσε σε πουλί.

Τώρα με δύο σώματα ανεβαίνω
Στο δέντρο του θανάτου μου.

*Από την ενότητα “Ο Εισπράκτορας” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Υπό το μηδέν”, εκδ. Στοχαστής.

Χρήστος Μαθιουδάκης, 4 ποιήματα γραμμένα στην πλατεία

[1]

Πλατεία Εξαρχείων
Απομονώνομαι εδώ
παρότι οι τρελοί
δεν με αφήνουν
Οι έντονές τους χειρονομίες με ενεργοποιούν
Οι τσάμπα τσαμπουκάδες
των πότηδων
Ένας νομίζω είναι ασφαλίτης
Παίρνω αντιβίωση
Δεν θα πιω. Πίνω. Δεν θα πιω
Πίνω
Το έδαφος μου ανήκει
Καθώς μετακινώ τις πέτρες
Και κόβω τους λαιμούς των τρελών
Οι φωνές τους λένε να φύγω
Οι φωνές που μου λέγαν
να περιμένω
Οι φωνές της γειτονιάς μου
Τα λόγια κάτω απ’ το χαλί τους
Που νικάνε το χαρούμενο
φιλί μου
Στο μέτωπό τους
Τους χαιρετώ ως ηττημένος
Τα παιδιά μου
Οι φρίκες μου όλες μέσα τους
Πόσο τις ξέρω
Πόσο τις αγαπώ
Ξερνώ την ελπίδα να επιστρέψουν
Μαζί τους κι εγώ
Να φύγω
Ένα έμψυχο πτώμα
Μια σάρκινη πίσσα
Να φύγω
Στα καταφύγιά τους
Στα παλιά μου λημέρια
Όλα ανάμεσα στις σκιές
ενός ήλιου καταπληκτικού
Στα αγόρια του έρωτα
Κατάχαμα στη μέση
της πλατείας.

[2]

Πλατεία Εξαρχείων
Έλα πιο κοντά
μου λέει ο Θόδωρας
Τι πιο κοντά του λέω
Να κλείσει η τρύπα, μου λέει
Σήμερα μόνο μια φωτιά
Ο καιρός ζέστανε
Κλείνουν οι τρύπες ρε, του λέω
Μόνο μπαλώνονται
ε;
Μόνο μπαλώνονται.

[3]

Πλατεία Εξαρχείων
Ο Θόδωρας έπεσε στην πρέζα ξανά
Δεν είναι αυτό μου λέει, έχω γνώθι εαυτόν
Ο Αποστόλης βαριέται
Ενώ ο Κώστας σταμάτησε ν’ ακούει φωνές
Γιατί ρε μαλάκα τα μπούμπλε στην κάλτσα;
δώσ’ τα μου να τα πετάξω
Και πώς θα κοιμηθώ ρε Χρήστο;
Πώς θα κοιμηθώ;
Χιλιάδες ψυχές, στρίβω τσιγάρο, ματώνουν
Ίδιες μαζί μου, συντροφεύουν την τρέλα
Πουθενά δε ζουν, δε μαζεύουν κομμάτια,
μα αναγνωρίζουν
Έπειτα αποδέχονται
Ύστερα αγαπούν
Μετά πεθαίνουν
Πήγα να κατουρήσω
Ο Κώστας άσπρισε
Ο Θόδωρας προσκύνησε
Ο Αποστόλης έφερνε κύκλους
γύρω απ’ το κορμί του
Είμαστε κάτι…
Το παίζουμε κάποιοι…
Ενώ δεν είμαστε τίποτα.

[4]

Μας μάθανε να γράφουμε
Όλα καθαρά γραμματάκια
στη σειρά
α βου γου δου
Τιμωρία
Έπειτα μικρές λεξούλες
Πάντα ήταν ο τρόπος που τις προφέρεις
Αργότερα περιγραφή συναισθημάτων
Στρογγυλοποίηση του τετραγώνου
Μεγαλώνουμε σκοντάφτοντας
σε συναρτήσεις λογικές
Ωραιοποιώ κι αρέσκομαι
Γελάω, φοβάμαι να τσαλακωθώ
Κι αρχίζω να διαβάζω θεωρίες
Χρειάζεται να εξω-στραφώ
προς κάθε κατεύθυνση
Χρειάζομαι να ανήκω
Να επικοινωνώ με τον θεό σάρκα
Την υλοποίηση της εξιδανίκευσης
Της ιδέας
Τον υλοψυχισμό των πραγμάτων
Την ανθρώπινη πιστότητα
των λέξεων.

Σαμσών Ρακάς, Αμπερλουδαχαμίν (απόσπασμα)

αχ ένας πόλεμος να γινότανε
ένας πόλεμος για μια γελοία αιτία
ας πούμε επειδή ο κρεοπώλης στη γωνία έγινε χορτοφάγος

ένας πόλεμος να γινότανε
επειδή χώρισε ο Πέτρος τη Μαρία

δε με νοιάζει εμένα η αιτία
ούτε για την ωραία Ελένη έχω έγνοια

ένας πόλεμος να γινότανε έστω με μισθοφόρους
μήπως και σ’ αντίκριζα στα καταφύγια
-γράψτε και τον Αρχίλοχο για εαυτό τώρα που το θυμήθηκα-

να κοιταζόμασταν
να γνώριζα το χρώμα των ματιών σου

(ό,τι κινείται
κι είναι κίτρινο στην πόλη
κάπου μας πάει
το ταξί
το σχολικό
το ασθενοφόρο
το ιπτάμενο λιβάδι στα μάτια σου

μη σταματάς να με κοιτάς
θα πέσω)

Ένα χαϊκού για τον Έμμεττ Λούις Τιλλ

1.
Τα άκρα σου θαμμένα
στον βόρειο μυ, φέρουν
ακόμα το δικό τους παλμό

2.
ο Μισισιπής σε εγρήγορση
παγιδεύτηκε
σε κλίσεις του πόνου…

3.
ένας νεαρός απ’ το Σικάγο
τραυλός που
σφυρίζει κάτι πέρα από τη σάρκα

4.
οι πόροι στο δέρμα σου
άγρια αστέρια π’ αγκαλιάζουν
τα μάτια του νότου

5.
χνάρια που ανθίζουν
μες στο σκοτάδι θυμούνται
το αίμα σου

6.
σε τούτη τη σχολική αίθουσα
στο νότο
το καλοκαίρι κρυσταλλιάζει ένα χειμώνα

7.
ακούω τον παλμό σου
που καταπίνει
ένα φως της αδιαφορίας

8.
τα άκρα σου
απογειώνονται απ’ το έδαφος
σαν μικρά πουλιά

9.
έχουμε γευτεί
την τελετή αίματος
από τα χέρια του νότου

10.
μπλε μεταμεσονύκτιες
ανάσες διασχίζουν
χαμογελαστές γλώσσες

11.
μη λες άλλες λέξεις
ο χρόνος καταρρέει
μέσα στα δάση

12.
τα μάτια κάποιας μάνας
που θυμούνται ένα λίκνο
προσεύχονται γοερά

13.
περπατώντας στο Μισισιπή
κρατάω σφιχτά τ΄ αστέρια
ανάμεσα στα δόντια μου

14.
ο θάνατός σου
ένας πόνος
που δεν κατευνάζει το ποτό.

*Ο Έμμεττ Λούις Τιλλ ήταν ένας δεκατετράχρονος Αφρο-Αμερικανός από το Σικάγο, που δολοφονήθηκε το 1955 στο Μισισιπή επειδή σφύριξε στο δρόμο σε με μία λευκή γυναίκα. Ο Τιλλ αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα του τραυλισμού συχνά σφύριζε γιατί αυτό τον βοηθούσε με τη βελτίωση των συμπτωμάτων του. Η γυναίκα, ενώ κατέθεσε πως είχε υποστεί παρενόχληση και συγκεκριμένα πως την είχε αρπάξει από τη μέση, κάποιες δεκαετίες αργότερα σε μία συνέντευξη με τον Τίμοθι Τάισον, παραδέχτηκε πως αυτό ήταν ψέμα. Ο σύζυγός της και ο αδερφός του απήγαγαν το παιδί και αφού το χτύπησαν, το ακρωτηρίασαν και το πυροβόλησαν στο κεφάλι, πέταξαν το σώμα του στον ποταμό Ταλαχάτσι. Στην κηδεία του, που έγινε με ανοιχτό φέρετρο έπειτα από προτροπή της μητέρας του, ήταν εμφανής η παραμόρφωσή του από τα βασανιστήρια. Μέχρι σήμερα, διάφορα σημεία αφιερωμένα στη μνήμη του στο Μισισιπή καταστρέφονται συστηματικά από ακροδεξιές ομάδες όπως η Κου Κλουξ Κλαν. Δεν καταδικάστηκε ποτέ κανείς για τη δολοφονία του. Αυτό τον Ιούλη θα έκλεινε τα 78.

**Μετάφραση: BlackCat

***Από την ποιητική συλλογή της Sonia Sanchez με τίτλο «Morning Haiku»

****Φωτογραφία: Μamie Till

*****Πηγή: BlackCat – 3/7/2019