Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Χρήστος Μπράβος, Δύο ποιήματα
Πρώτη βροχή ή Αντιπερισπασμός
Όταν χτυπά η βροχή στους τσίγκους
και σε τραβούν του ύπνου τα τελώνια
γλιστρούν στ’ άδειο πλακόστρωτο οι ίσκιοι
βρεμένοι ώς το κόκκαλο. Επιστρέφουν.
Τρυπώνουν στα ραγίσματα των τοίχων
ύστερα στα θεμέλια κατεβαίνουν
βυθίζονται στου κόκορα το αίμα.
Όταν χτυπά η βροχή στους τσίγκους
και σε τραβούν του ύπνου τα τελώνια
έρχονται πίσω των σπιτιών οι πεθαμένοι∙
σε γνώριμους βυθούς να ξεχειμάσουν.
*Από τη συλλογή “Με των αλόγων τα φαντάσματα” (1985).
Το αλώνι
Αέρας παγωμένος
γνέθει κρύσταλλα∙
αέρας παγερός και παγωμένος.
Μες στο κερί
και μες στο χιόνι αυτός
και λάμνει∙
Με χέρια τσακισμένα αυτός
και λάμνει
Με σκάρτα ζάρια
παίζει ο θάνατος
*Από τη συλλογή “Μετά τα μυθικά (1996).
Arthur Rimbaud, Παλιά, αν θυμάμαι καλά…
Jules Supervielle, Ποιήματα
Αιχμή φλόγας
Όλη του τη ζωή
Του άρεσε να διαβάζει
Μ’ ένα κερί
Και συχνά περνούσε
Το χέρι πάνω απ’ τη φλόγα
Για να πειστεί
Πως ζούσε,
Πως ζούσε.
Από τη μέρα του θανάτου του
Έχει στο πλευρό του
Ένα κερί αναμμένο
Αλλά κρατάει κρυμμένα τα χέρια.
*
Είμαι τόσο μακριά από σας σε τούτη τη μοναξιά
Που για να σας φτάσω
Πλησιάζω το θάνατο στη ζωή μια στιγμή
Και σας αρπάζω τα χέρια, μικρά οστά αγαπημένα.
*
Μέσα στο δάσος το άχρονο
Κόβουν ένα μεγάλο δέντρο.
Ένα κατακόρυφο κενό
Σε σχήμα στύλου τρέμει
Πλάι στον κορμό που κείτεται.
Ψάξτε, ψάξτε πουλιά
Τη θέση της φωλιάς σας
Σ’ αυτή την υψηλή ανάμνηση
Όσο θροΐζει ακόμα.
*
Μένει μόνο ένα καθάριο στήθος αμετακίνητο στη μνήμη
Και το αγκάλιασμα γυμνών χεριών που χρωματίζει φως αρχαίο,
Πυκνά μαλλιά πάνω από μέτωπο χλιαρό ακόμα
Σε πείσμα του χρόνου που δεν μπορεί πια τίποτα ενάντιά του.
Κι αυτή η διχασμένη ανάμνηση αντιστέκεται σκληρά στη λήθη
Στο βάθος μιας απόλυτης σιγής, μοναδικού φρουρού σ’ αυτά τα μέρη.
*
Ο περιπλανώμενος
Έχω, αλίμονο, τόσες φορές αλλάξει ουρανό,
Αλλάξει τρόμο και αλλάξει πρόσωπο,
Που δεν καταλαβαίνω την καρδιά μου πια
Έτσι που πάντα περιορίζεται στην ίδια τη σφαγή της.
*Jules Supervielle, Ποιήματα. Μετάφραση: Ντενίζ Ανδριτσάνου, εκδόσεις Printa.
Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες / Το Σύνδρομο τού Σκαντζόχοιρου
13.
Το καλοκαίρι θα ‘ρθεί και θα ξεσπάσει
Με τα τζιτζίκια που βάζουν φωτιά
Στις κιθάρες τους• και ξέρω καλά
Ή αναπολώ
Ότι το δέρμα σου είναι
Τα πέταλα ενός ρόδου
Και το σώμα σου είναι
Λιβάδι ανθισμένο
Όπου οι άνεμοι τρυπώνουν στις ανεμώνες
Και ύστερα χάνονται στις φυλλωσιές
Και ίσως αύριο έτσι σκεφτώ πιο καθαρά
Μια φράση δική σου που θυμάμαι
Και ούτε ο χρόνος δεν έσβησε
Με τις ακαριαίες στιγμές των αιώνων του
Πως δεν πρέπει να γράφουμε τις νύχτες
Τραγούδια που θα μπορούσαν να ταράξουν
Τη γαλήνη των νεκρών
Που κοιμούνται εν πνεύματι μέσα μας
Την ώρα που τριγύρω
Οι νεκροζώντανοι πληθαίνουν
Δαγκώνοντας ο ένας
Τις σάρκες τού άλλου
Κι εσύ σαρκώνεσαι με τα καλά παιδιά
Που ανάβουν φωτιές στις πλατείες
Μη γνωρίζοντας
Πως σε λίγο η ζωή μας θα γίνει
Η αίσθηση μιας ζαριάς που βγάζει στην κόλαση•
Γι’ αυτό ξέρω καλά
Πως αν σταματήσω να γράφω
Όλα τα γεγονότα
Και όσα δεν έγιναν ποτέ
Σαν τρωκτικά θα ξεχυθούν μέσα από το κεφάλι μου.
Ρογήρος Δέξτερ
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Ο δειλός
Προσεκτικά
μαύροι και ξανθοί,
κρύβοντας τη ματιά τους,
κρύβοντας τα γούστα τους,
όλο στο πλάι,
στον ίσκιο,
παράμερα, –
κυκλοφορούν οι δειλοί
στη δοξασμένη
από ήρωες
χώρα.
Κάθε διευθυντής
για το δειλό
είναι κανόνι,
Ακόμα κι εμπρός σε πρόσωπα συγγενικά του
τα ματάκια ο δειλός χαμηλώνει
και τρυπώνει
στο γιακά του.
Κολλάει
στα χαρτάκια το μάτι,
με των ποδιών
σφιγμένους τους διαβήτες:
«Να μπορούσα να καταχωνιαστώ
πίσω από τη διαταγή…
Να μπορούσα να κρυφτώ
πίσω από την εντολή…»
Δεν μπορείς να καταλάβεις,
αν είναι άντρας
ή ψάρι –
λέξη τζάμπα
κανείς δεν μπορεί
να του πάρει.
Που να βάλει
σφραγίδα και υπογραφή!
«Μόνο να μη
μ’ εκλέξουν,
μόνο να μην
έχω την ευθύνη…».
Αυτί ένα μέτρο
– καθόλου πιο λίγο –
στους διευθυντές
ξωπίσω τρέχει,
τη γνώμη
τη δική τους
ν’ ακούσει,
και αύριο
πρώτος να την έχει.
Αν όμως
ο ανώτερος
γνώμη αλλάξει,
εκείνος
θ’ αφομοιώσει
τη γνώμη του ανωτέρου;
– Γνώμη είναι
δεν είναι γνώμη,
και δεν είναι φοβερό,
να τη χάσεις. –
Κλέψτε,
σφάξτε κοντά του,
δε θ’ ακούσει μήτε κλάμα,
μήτε θρήνο.
«Η δική μας δουλειά
είναι μικρή –
εγώ αυτός καθεαυτός
δεν είμαι και μεγάλος βουβός,
μα το στόμα μου είναι
γεμάτο
νερό,
σαν
νεροχύτης είμ’ εγώ».
Ο δειλός
τυλίγεται
με χαρτόνια
και χαρτιά.
«Πώς να το λύσω;!
Ας το κάνουν άλλοι.
Κι αν ξάφνου
κάνω γκάφα
μεγάλη;».
Μέρα τη μέρα
δένει λεπτά
τα δεσμά
των πιο παράξενων γάμων –
δένει
το λιοντάρι με τα’ αρνί
με τη γάτα
το ποντίκι συμφιλιώνει.
Όλη μέρα
την καρδούλα
ο τρόμος σκεπάζει,
αφορμές για πετάρισμα –
άπειρες.
Των λεωφορείων ο τροχός
τον τρομάζει
και οι ανώτεροι,
και η γυναίκα του,
και η γρίπη.
Το συνδικάτο,
Ο δήμος,
όσοι ζητούν δανεικά,
το νεκροταφείο,
η αστυνομία,
τα δάση,
τα σκυλιά,
ο καιρός,
το κουτσομπολιό,
ο χειμώνας
και οι πρότυπες δίκες.
Τρέμει
και ξαπλώνει ο πολίτης,
το τρέμουλο
τη νύχτα
τον τσακίζει…
Σύντροφε,
τι τρέμεις;
Τι,
συμβαίνει,
λοιπόν;
Στο ενυδρείο,
θέλεις,
να σε βάλω;
Η επανάσταση απαιτεί,
να υπάρχει
θάρρος,
θάρρος,
και άλλη μια φορά –
θ-ά-ρ-ρ-ο-ς.
Δημήτρης Πουλικάκος, Ο τρελλός χορός (απόσπασμα)
μας περιτριγυρίζουν και μας πνίγουν ρίγες μπλε
άσπρες
πράσινες
κόκκινες
και
κίτρινες αστέρια
ήλιοι
σταυροί
δρεπάνια
όλα έτοιμα να κατακρεουργήσουν τον πρώτο που θα παραστρατήσει
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πάλι”, 4:61-64.
Πόπη Γιόκαλα, Τι είναι η Αγάπη;
Χρειάζεται λίγο χρόνο να σκεφτεί τα πράγματα.
Καλύτερα να διαβάζει ανάμεσα σ’αυτές τις στροφές σε περίπτωση που την χρειαστεί όταν γεράσει.
Τώρα αυτό το βουνό που πρέπει ν’ ανέβει μοιάζει με κόσμο ολόκληρο πάνω στους ώμους της.
Καί ανάμεσα στα σύννεφα βλέπει το φως της Αγάπης.
Που την κρατά ζεστή όσο η ζωή μεγαλώνει το κρύο της.
Στη ζωή υπάρχουν πόνοι και στεναχώριες..
Δεν ξέρει αν μπορεί να τις αντιμετωπίσει ξανά.
Δεν μπορεί να σταματήσει τώρα,
έκανε τόσο δρόμο.
Για να αλλάξει αυτήν τη μοναχική ζωή…. θέλει να ξέρει..
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ
Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα
Όσα δεν λένε οι κυρίες
Τίποτε δεν είναι παρθένο
σου ψιθυρίζω πάντα στο
πούπουλο του χεριού σου
οι λέξεις που δεν ακούς
ήταν κυρίες
καμώνονταν πάντα
μια αιώνια παρθενία
αναρωτήθηκα πώς έγιναν τα δυο τρία παιδιά τους
με κρίνο, φύσημα αέρα
θεότητα αποχής;
εμένα, εμάς τα δικά μας γίνανε με έρωτα
ισχυρό πυρετό, κουβάρια κουβέρτες
φωνές πυθίες να εξηγήσεις τι λέγαμε
όσα δεν λένε ποτέ οι κυρίες
εμείς φτώχεια χαρά και μεροδούλι
εμείς αύριο και πολλά πουλιά
εμείς λάχανα ζεστά και κρύα χέρια
με φιλί που αργεί να νυχτώσει στο στόμα
με έρωτα, καυτό έρωτα
***
Victoria Market
Σε είδα με το χάραμα
τέσσερις θα ήταν
στην αγορά για δυο γεμάτα πλαστικά
με σκόνη
πιπερόσκονη
μέσα μου μένει ξύπνια η απορία
οι τοίχοι που βλέπεις είναι όλοι βαμμένοι το ίδιο
oι πράκτορες
τα μυστικά
σε κάνουν και φταρνίζεσαι,
τι να την κάνεις;
δεν φτάνει εύκολα το φεγγάρι εδώ
μα εγώ δεν φοβήθηκα κανένα σου λάθος
μαυρόασπρα όλα εκτός
από το μπλε ψαράδικο
ό,τι αγόρασες πέρσι από την Καλλονή
οι απόλυτες λέξεις στα χέρια τρέμουν
τις βλέπεις
σαρδέλες, ψάρια που θανατίζεις
χρειάζεσαι πούπουλα ξενυχτισμένα φώτα
εγώ περιμένω να δεις κι άλλα
με τα μάτια που χάιδευε η μάνα σου
βρισιές σου μαθαίνουν οι γλάροι
εύκολο μαθητούδι δεν είσαι
χρειάζεσαι μια γερασμένη λέξη
μια λέξη σαν γυναίκα να σου δίνεται
*Από τη συλλογή “Ιδού η Γυνή”, Εκδόσεις Αφροδίτη, 2012.
Θοδωρής Βοριάς, Δύο ποιήματα
Ψηφίδα τῆς πόλης
Τῆς πόλης μιὰ χαμένη ψηφίδα
σοῦ μιλᾶ,
ἕνας ακόμη αἰχμάλωτος
στῶν ἡμερῶν τὴν προπαγάνδα.
-Πότε προλάβανε καὶ μαυροφόρεσαν
μ’ ἐφημερίδες ὅλους τοὺς δρόμους;
Τῶν ἁρπαχτικῶν οἱ κυκλικὲς πτήσεις
στενεύουν πάνω απ’ τὸ κεφάλι μου.
Ἄλλο δὲν ἔχω,
δεκαετίες ληστεύουν τὴν ψυχή μου.
Σωτῆρες μᾶς δείχνουν σιδερένια κλουβιὰ
-παρέχουν κανναβούρι, νερὸ
κι ὁπωσδήποτε μιὰ τηλεόραση-
μᾶς ὁρμηνεύουν νὰ μποῦμε μέσα,
νὰ σωπάσουμε
γιὰ νὰ σωθοῦμε.
***
Ὀρφανεμένες ρίζες
Θέρισες ανεμῶνες καὶ τὶς ἔστησες στὸ βάζο
αντίδοτο γιὰ τὴν αγιάτρευτη κακογουστιὰ τῆς πόλης.
Στὸ πανάκριβό σου βάζο, οἱ τελευταῖες ἐκπνοὲς
καταντήσανε φυσαλίδες ὀξυγόνου
στὰ γυάλινα τοιχώματα.
Τὰ πόδια μου, ακρωτηριασμένα, κρέμονται ακίνητα
μὲς στὸ νερό.
Στηρίζομαι απ’ τὶς μασχάλες στὸ χείλωμα τοῦ βάζου.
Τὰ χέρια μου ἄρχισαν νὰ ξεραίνονται.
Τὸ κεφάλι μου, αναίσθητο, ακουμπᾶ στοὺς ὤμους μου.
Πλησιάζεις καὶ μυρίζεις κάθε τόσο τὰ μαλλιά μου.
Κάθε δυὸ μέρες αλλάζεις τὸ νερό, νὰ μὴ βρωμήσει
τὸ πεθαμένο αἷμα.
Θά ’ρθει κι ἡ ὥρα ποὺ θὰ μὲ πετάξεις στὰ σκουπίδια.
Ἡ γῆ τῆς πατρίδας
εἶναι πιὰ ξερές, ὀρφανεμένες ρίζες,
εἶναι τὰ παραχωμένα παπούτσια
κι οἱ αστράγαλοί μου.
*Από τη συλλογή “Χαμένες ψηφίδες”, Θεσσαλονίκη 2012.






