Δήμητρα Γερογιάννη, Δύο ποιήματα

είδα σήμερα στο δρόμο
ένα νεκρό πουλί
κατάφερα
να μην κλείσω τα μάτια μου
περιμένω
έναν κόκκινο ελέφαντα
να καταπιεί τη θλίψη μου
κάποτε θα συναρμολογήσω
τις εικόνες
θα βρω τα κομμάτια
που λείπουν
δε θα χρειάζομαι
φανταστικούς χαρακτήρες και ζώα
θα κάθομαι τα πρωινά
στο κρύο
και θα κάνει σιωπή
στο σιδερένιο
κεφάλι μου

***

στα όνειρά μου
είμαι καρτούν
τίποτα
δεν μπορεί να σκοτώσει
ξυπνάω
και χαράζω
βαθιά
στο σώμα μου
τις περιπέτειες
της νύχτας

με τον καιρό
επινόησα μια γλώσσα
και καμιά φορά
γράφω σ’ αυτήν
όταν οι λέξεις μου γίνονται
θλιμμένες

*Από τη συλλογή “μπορεί να υπάρχει και χωρίς όνομα”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Μιχάλης Καλλονιάτης, Δύο ποιήματα

ΑΓΝΩΣΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Φύλακας νεκρών σε ένα
νεκροταφείο σιωπής… δίχως
ούτε μια φλογίτσα να φέγγει
σαν καρπός της λύπης…
Η νύχτα στέλνει ένα στυφό
αέρα… που τσούζει τα μάτια…
που μαστιγώνει το γυμνό από
φως κορμί τους…
Το τρελό ανθρωπάκι που
έχω κρυμμένο μέσα μου…
Κάτι προσπαθεί να πει…
Μα τα λόγια του δεν βγαίνουν
από τα πετρωμένα χείλη…
Καθώς πνίγονται στη λάσπη που
είναι στοιβαγμένη στο λαρύγγι μου…
Μόνο στο μυαλό μου κάποιος
παίζει κάτι στην κιθάρα του…
Μα εγώ δεν γνωρίζω ούτε τον
τραγουδιστή…
Ούτε το τραγούδι του…

***

ΝΟΕΡΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ

Εδώ υπάρχουν κάτι χλωμές
στέρνες με χλωμά διακριτικά…
καταδικασμένες βδέλες που
σουρώνουν τη δροσιά από τα κορμιά μας…
Οι πληγωμένοι πόροι του δέρματος
δεν αντέχουν…
ξερνάνε πυώδη ποταμάκια στα
άρρωστα σεντόνια…
Το χτικιασμένο φως μεταλλικά
άστρα καρφώνει στα μάτια μας…
Σήμερα προσπάθησα να θυμηθώ
τα χρώματα και διαλέγοντας
ένα καθαρό κομμάτι τοίχου…
άρχισα νοερά να ζωγραφίζω
τη μορφή σου…
Σαν τέλειωσα…
Δεν πρόλαβα καλά-καλά να
την κυττάξω…
Και οι σοβάδες την σκόρπισαν
στο πάτωμα…

*Από τη συλλογή “ανθισμένες ακακίες σε άρρωστους δρόμους”, Αθήνα, 1985.

Fernando Arrabal, από την “πέτρα της τρέλας”

Έχω μια φυσσαλίδ’ αγέρινη. Τη νιώθω πολύ καλά.
Όταν είμαι θλιμμένος γίνεται πιο βαριά και πότε-
πότε, σαν κλαίω, φαντάζει θαρρείς σταλαματιά
υδραργυρένια.
Κι η φυσσαλίδα ετούτη απ’ αγέρα, άπαυτα σεριανά
απ’ το μυαλό ως την καρδιά μου κι απ’ την
καρδιά μου πίσω στο μυαλό.

***

Καμιά φορά, το δωμάτιό μου γεμίζει φως μεσ’ στη
νύχτα και ξαφνικά η αναμμένη λάμπα γίνεται κατάμαυρη
κι ο χώρος γύρω της, φθίνει βυθισμένος
στο σκοτάδι.
Πρέπει λοιπόν να ξεμακρύνω απ’ τη λάμπα για
να μπορέσω να γράψω. Κι έτσι όταν θέλω να γράψω
“ξέρω γιατί” το χέρι μου χαράζει “αγνοώ αν”.

*Από το βιβλίο “Η πέτρα της τρέλας”, Εκδόσεις Αιγόκερως, β΄ έκδοση 1989. Μετάφραση: Ανδρέας Ταρνανάς.

Δήμητρα Κατιώνη, Δύο ποιήματα

η σκέψη τους ήταν
σε προχωρημένη σήψη
κι ο θεός τούς έμοιαζε
αλλά δεν τους μιλούσε
αυτά μιλούσαν πολύ
και πονούσαν
είχαν σπίτια κι εργαλεία
άνοιγαν το στόμα
πίστευαν πως τραγουδούσαν
έτσι φρικτά είδα να ζουν
τα πλάσματα που θάβουν τους νεκρούς τους

***

ας άντεχε
το μάτι
να διατρέξει
την απόσταση
από το ένα πετραδάκι
στο άλλο

αν θες φτερά πέταξε
κι αν θες θεό τραγούδα
είναι η κοινή μας ύλη
και στων αιώνων τους αιώνες
αμήν

*Από τη συλλογή “Τρεις μέρες και ένα τρίτο”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Denise Levertov, Οι μουγγοί

Κείνα τα μουγκρητά που οι άντρες συνηθίζουν
γυναίκα σαν διαβαίνει από το δρόμο
η τα υπόγεια σκαλοπάτια του μετρό
για να της πουν πως είναι θηλυκό
κι η σάρκα τους το ξέρει,
μη κάποια μελωδία τάχα να ‘ναι,
ένα τραγούδι άσχημο πολύ, από πουλί
τραγουδισμένο με το γλωσσίδι του σχισμένο
μα που για μουσική περνιέται;
Ή μήπως αγκομαχητό πνιχτό
κωφάλαλων που παγιδεύτηκαν σέ κτίσμα
που αργογεμίζει με καπνό;
Μπορεί και να ‘ναι και τα δυό.
Τέτοιοι συνήθως άντρες
μοιάζει στο μουγκρητό την ικανότητά τους να εξαντλούν,
κι όμως, ενάντια στον εαυτό της, η γυναίκα ,
σαν δώρο το μετρά :
αν ήταν άχαρη εντελώς
στα σιωπηλά θα προσπερνούσαν :
άρα δεν είν’ για να της πουν
πως μια ζεστή είναι τρύπα μόνο. Ένας αχός
είναι σε γλώσσα του καημού, διόλου
πρωτόγονος, όχι μια γλώσσα βιβλική,
μια γλώσσα λαβωμένη, από γεράματα
βαθιά, ξεθωριασμένη. Θέλει
μ’ αηδία, το δώρο να πετάξει μακριά ,
μα δεν μπορεί,
στ’ αυτιά της κουδουνίζει σταθερά,
αλλάζει το ρυθμό στο βάδισμά της,
ξέφτια από αφίσες το αντηχούν
σ’ υπόγειες στοές,
τρέμει και τρίζει καθώς το τρένο μπαίνει.
Σφίγγει ο σφυγμός της
και ταχύτητα ανεβάζει,
η αμαξοστοιχία επιβραδύνει
προσαράζει μα το μυαλό της
συνεχίζει, μεταφράζει:
«Ζωή με την ζωή η ζωή κυλάει
δίχως την ποίηση,
δίχως ευπρέπεια,
δίχως αγάπη».

Μετάφραση: Αθανασία Δανελάτου

Μπρν Σ. Μαρ., Αργά ή γρήγορα

Αργά ή γρήγορα
πλαγιοκοπούνται ol αργοί και έκτροποι βηματισμοί μας
ερεθισμένοι από τις βέβαιες τροχοπεδήσεις
έκπληκτοι που αγνοηθήκαμε
παρ’ ότι είχαμε ενδιαφέρον
παρ’ ότ’ υπήρχανε φορές πους είχαμε το δίκαιο
παραλογήσαμε και το τραβήξαμε
σ’ ορίζοντες π’ απαγορεύεται να χαραχθούν
Η σύλληψη εγένετο νυχτιά
Οι γείτονες κοιμόντουσαν βαθιά
κι οι φίλοι
μακαρίσανε την τύχη τους
που δεν βρισκόντουσαν στη θέση του φονιά
Ο πληρωμένος βούρδουλας
γι’ ακόμη μια φορά
προστάτευε τους παίδες
των ζαχαροπλαστείων και των πανεπιστημίων
Μονάχα δυο κτίστες που παίζανε προ-πο
και ψήφιζαν ακόμα
συμπαραστάθηκαν στη διαδήλωση
των εκκολαπτόμενων αυτοχείρων
Από ανθρωπιστική κι ανώφελη δεοντολογία
Πάντως
ο αυτοκράτωρ προ πολλού
ωθούμενος απο τους παρακαθήμενους
αλλά κι από τους θεατές
κι από προσωπική εκτίμηση συνάμα
είχε αποφανθεί
την εξολόθρευση των πειρατών
Βαρύγδουπη κοινοτοπία των αυτοκρατόρων
με μόνο μελανό σημείο τις καθ’ ομολογίαν
σοφές και καίριες υποδείξεις
των πρώην πειρατών
και νυν υποταγμένων κι ειρηνοφίλων ναυτικών
προσκυνητών του Αυτοκράτορα

*Από το βιβλίο “Ποιήματα”, εκδ. Αλκή, Αθήνα 1988.

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Άσμα πρέπον

Μιλᾶτε τώρα
γιὰ τὸ ἀθῶο αἷμα, ποὺ ὡστόσο,
ὅταν ἔπρεπε,
δὲν τοῦ δώσατε μεγάλη σημασία
καὶ τὸ ξοδέψατε σὰν γνήσιοι χουβαρντάδες.

Θέλατε ἥρωες νὰ ἔχετε στὴν καβάντζα
τροφὴ γιὰ τὴ συνέχεια τοῦ μίσους,
δὲν καταλάβατε πὼς
γιὰ ὅλους μας ἀνοίγεται
ὁ ἴδιος τάφος.

Τὰ λέω αὐτὰ
καὶ μὲ πλακώνει μία λύπη
γιατὶ σεῖς δὲν ἀφήνετε τὸ μαχαίρι
σὲ ἡσυχία.

«Δὲν μὲ νογᾶτε ὅπου σᾶς ὁμιλῶ»
καὶ τὸ γνωρίζω. Κανέναν δὲ νογᾶτε ἐξὸν
ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ χαϊδεύει
τ’ αὐτιά σας μὲ λόγια, ποὺ θέλετε ν’ ἀκούσετε.

Ἐγὼ δὲν ἦμουνα γι’ αὐτὰ
«πῆγα μακρύτερα ἀπὸ τὴν παντοχή μου»,
εἶπα ἄλλους λόγους,
ὅπου ἔφεραν τρομάρα
καὶ μὲ κόψατε•
ἀπὸ τότε,
μαρτύρησα τῆς μάνας μου τὸ γάλα
κράτησα ὅμως μὲ ἐπιμονὴ
αὐτὸ τὸ μετερίζι.

*Από τη συλλογή «Το φράγμα της μνήμης», Εκδόσεις Οροπέδιο, 2017.

Χρήστος Τουμανίδης, Γεωγραφία της θλίψης

Τα καράβια μου όλα φύγανε, σε θάλασσες άγνωστες.
Ανατολικός άνεμος• της καρδιάς.
Δυτικός άνεμος• των λόγων.

Στη μέση ορθώνονται τα σκοτεινά βουνά:
Ερμών, Μερών, Θαβώρ.

Αλλά, γιατί η «πολιτισμένη» Δύση να αγνοεί,
και η θυμωμένη Ανατολή να μην καταλαβαίνει;

Τα καράβια μου όλα φύγανε –
Και οι θάλασσες έμειναν άγνωστες.
Άγνωστα τα λιμάνια.
Και οι φίλοι; Θρυλούμενοι.

Το φως και οι λαχτάρες βέβαια
θα έρχονται ακαταπαύστως.

Θα έρχονται από εσένα,
ω! ανεξάντλητη και ανερμήνευτη Ανατολή.

Επειδή και γιατί, οι χθεσινές
είναι οι αυριανές, παντοτινές μας συμφορές.

*Από τη συλλογή “Οι ελεγείες της Ανατολής”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2014.

Λαμπριάνα Οικονόμου, Τρία ποιήματα

ΣΗΜΕΙΟ ΑΙΧΜΗΣ

Καθάρισε τα ρούχα της η φτώχεια
– υπαίθρια μπουγάδα στην Καλλιρόης.
Το πρώτο ράμφισμα της μέρας
στράγγισε αίμα.

***

ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΥ

Στέκομαι με καφέ στο χέρι
κάτω από βρεγμένο υπόστεγο
– κοιμώμενη μαινάδα
με φόντο υψικαμίνους.

***

ΕΛΛΕΙΨΕΙ ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑΣ

Κεντρική μνήμη
“υπό διαμόρφωση¨

Χώρος αμφιθεατρικός στο Φιξ
3 κεκλιμένα επίπεδα.

Μεταβιομηχανικό πουλί

τρώω σκυρόδεμα.

*Από τη συλλογή “Αντίποινα”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Δημήτρης Καφετζής, Δύο ποιήματα

φως

Σε κοφτερά βράχια εισδύει το φως
δίχως διχτάκια ασφαλείας σκαρφαλώνει
ψάχνοντας να τρυπώσει μες στα βράχια
να ριζώσει πλάι-πλάι με την ύλη

Δυναμώνει εντός του ο κόσμος
όσο ενώνει τις ψηφίδες των αιώνων
όσο αντέχει να θροΐζει μέσα στο πέρας
της πλάσης, των θεών και των ανθρώπων

Τρυφερά σκαλίζει τη ζωή
να βλαστήσει σε κολπίσκους θέρους
μαρμαρυγών αδιάκοπες αναπνοές
να χαρίσει στην πρώτη μας μέρα

Φως αθάνατο φως τυραννικό
που φανερώνεις τόση ασχήμια
φώτισε και μένα τον τυφλό
να χωρέσει στις τσέπες μου λίγη ακόμα ελπίδα

***

Welcome!

«Συντρίψτε τα όνειρα, κάθε συναίσθημα,
εδώ κάτω οι σκέψεις σας είναι δικές μας,
εδώ κάτω δεν ακούγονται πλέον οι κραυγές σας,
εδώ κάτω μόνο αριθμοί από σάρκα και αίμα.»

«Οι αμνήμονες μας ανήκουν, οπότε σκοτώστε τη μνήμη,
ό,τι γεννάει και ό,τι μπορεί να γεννηθεί,
ό,τι γράφει και ό,τι έχει τη δύναμη να σβήνει,
ό,τι πονάει, ό,τι ερεθίζει, ό,τι ρέει.»

«Η ήττα πρέπει να εμπεδωθεί οπότε συνθλίψτε τις ελπίδες,
σε κάθε άνοιγμα των ματιών, σε κάθε βήμα προς το αύριο
σε κάθε ποδοπατημένη φωνή συνείδησης,
σε κάθε δρόμο που καταλήγει στο φως.»

«Κάψτε το φως, στάχτες του έρωτα οι μαρμαρυγές,
οι ερωτευμένοι δεν ανήκουν εδώ,
οι ποιητές να θανατωθούν παραδειγματικά
και όσοι ακόμα επιμένουν να τολμούν.»

*Από τη συλλογή «Χαραμάδες», Εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2018.