Επιλέγω κάθε φράση
όπως οι κροκοσυλλέκτριες
τα άνθη
φορώ άλικο πέπλο
και οργανώνω γιορτή –
όλοι οι καλεσμένοι
σε διαλεκτική συμφωνία
ίσως μια μέλισσα ενοχληθεί
με την παρουσία μου
ίσως μια πεταλούδα διασκεδάσει
με τα χέρια μου
φράσεις και λέξεις
υπάκουα υποτάσσονται
στη ροή της σκέψης
σχηματίζουν ποίημα –
το καλάθι του πόθου
ξέχειλο
περιγράφει ιδέες
καθώς ιδέα είσαι
μια ουτοπική ιστορία
που μοχθώ με χάρη
να περιγράψω
και να στολίσω
αφαιρώντας το περιττό
προβάλλοντας το ουσιώδες –
Τούτες οι γραμμές στο τρελάδικο χαραγμένες
ηχούν τόσο πιο εμφατικά όσο οι μάσκες
από σφυρήλατο χρυσάφι κάνουν σινιάλα ζωής.
Κι η στάση μου ανθρώπου που γνώρισε επιτέλους.
Διεργασία στο υποσυνείδητο
ένα κάρο σανού που οδηγεί ο Ιερώνυμος Μπος
διασχίζει τη νύχτα με ραγδαία βροχή
χαμένος στον πάντα πανηγυρίζοντα καιρό.
Το δωμάτιο σ’ ένα πηγάδι οι ώρες σ’ εμπόλεμη κατάσταση
η μνήμη αναποδογυρίζει τρακαρισμένα αυτοκίνητα.
Ένα πρόσωπο είναι μια ζώσα ιδέα
βάζω φωτιά στα ρούχα μου και καίω τη σάρκα
και τη σημαία σου κύριε.
Εγώ ένα είδος Ερμή που κουβαλάει κακά μαντάτα
ενώ μέσα μου κάποιος δίνει απόκριση στο ερώτημα
του ηλεκτρικού κύκλωπα «τ’ όνομά μου είναι Κανείς»
Θυελλώδεις λάμψεις ματιών βομβαρδίζουν
την ανθρώπινη κωμωδία
γνώρισα τον κόσμο μέσα από ένα τάφο
ανατάραξαν το αίμα μου παλιές ζωγραφικές
διαλύθηκα σε μίζερες προσευχές και γονυκλισίες.
Θα σας δείξω δρόμους χαραγμένους
σε παράξενη παιδικότητα
Θα σας μοιράσω τους θησαυρούς μου
της σχιζοφρένειας
Ω κόσμε
κόσμε
κόσμε
Ω ευεργέτες διωγμένοι γρήγορα!
Ω ατέλειωτα φτεροκοπήματα καρδιών!
Η σκέψη μου δεν είναι το μηδέν
Αλλά
Το ίδιο ανυπόφορη
Α! η απέραντη φιλαυτία
Κι η δύναμη που ανεβάζει τις μάζες Με μια απουσία χεριών
Είναι ώρα
Να κατεβώ μαζί με τις μορφές που πεθαίνουν.
Ας δούμε επιτέλους τον κόσμο
Με τα μάτια των τρελών
Είναι αφόρητη η μυστηριώδης ορμή προς τη ζωή
η ίδια θαυμαστή αντίθετη ορμή προς το θάνατο
η ιδέα της ζωής είναι ολόιδια η ιδέα του θανάτου.
Γράφω τ’ όνομά μου στο χώμα των οδυνηρών εκπλήξεων των
ονείρων
γλιστράω στην κόψη του ξυραφιού
σβήνω σύνορα
χαράζω δρόμους σε στάχτες
χειρονομώντας αδέξια με σαστισμένο βήμα
στο πεδίο της καθημερινής αταξίας.
Όλη η εποχή μου σ’ εμπόλεμη κατάσταση.
Ανεμίζοντας ένα τσαλακωμένο τετράδιο
ζω το συναίσθημα
ρίχνοντας φραγμούς και όρια
όλο το πράσινο σ’ ανατριχίλα
ξεριζώνω την καρδιά μου απ’ τα νεκροτομεία.
Στεφανωμένο κλάμα με παπαρούνες
αλλά το αίμα μου ονειρεύεται εκρήξεις
Ανεβαίνω
από το θάνατο το λάθος και τον καιρό
αναρριχώμαι σε μια ηλιαχτίδα
Ανεβαίνω
ακούω το χτυποκάρδι της γης
κάθε ζωή προσμένει
την αφαίρεση του πόνου μέσα στον άνθρωπο
δέντρα ανάβουν τα όμορφα φώτα τους
στην πρώτη ματιά του τρελάνθρωπου ήλιου.
Μια φούχτα χαρά σε τούτον τον μήνα
το τιτίβισμα των πουλιών σ’ ένα κυλιόμενο σύννεφο
πετούν τα νιάτα μου πάνω απ’ τα σπίτια
ένας ήλιος θερμαίνει σάρκα και πνεύμα
κι ωριμάζει τους καρπούς του χρόνου
εκεί που ο καρπός αιωρείται
Ο ανθρώπινος σπόρος αδιατάρακτος στο διάστημα
λαμποκοπάει σα μήλο
Ετοιμάστε εντός σας το δρόμο του μεγάλου
γυρισμού.
*Από τη συλλογή “Ο γυμνός ομιλητής”, Εκδόσεις Κέδρος, 1977.
Τότε που ανέβηκα σε ένα ψηλό βάθρο
να τραγουδήσω με φωνή καμπάνα
μα ένα μικρό
μα ένα μικρό κλεφτόπουλο,
δεν αναρωτήθηκα
πόσο κοστίζει το θάρρος
ούτε το ζύγισα με τ’ άγουρα τα νιάτα.
Και όταν κατέβηκα από το βάθρο
ήταν ήδη αργά να μαθητεύσω.
Μέσα από ξερόχορτα και
τσουκνίδες που μου φάγαν τα πόδια
έφτασα στα μισά,
τις κλάδες τις ξερές μπροστά μου θέριζε
πότε ο Θεός
πότε ο Διάβολος,
και εγώ βυθίστηκα λουφάζοντας
σε παλτό δυο νούμερα μεγαλύτερο.
Μα εδώ μυρίζει χτικιό και πουρνάρι ξερό
λίγο πριν την πτώση
και είναι τόσο, μα τόσο βαθύς ο καημός για περίσσεια αντοχή.
Ξάφνου,
αβάσταχτος πόνος στην κεφαλή
δυο ξεπηδούν από μέσα
δυο περιστέρες λευκές
σαν το μπαμπάκι της Κωπαΐδας,
ζέστα, ήλιο και τροφή να μαζέψω στο δισάκι μου
και από τον ξαφνικό μου κόπο ζεστάθηκα
και πέταξα το πανωφόρι,
άπλωσα μόνη να ανοίξω τον δρόμο.
Κι αν δεν τρώγω,
αν δεν τραγουδώ πια στα ψηλά τα βάθρα
πιάνω το όπλο και το φυλάω στο βρακί μου
να σκοτώσω τον λύκο, τον κλέφτη και τον μάγο,
τον Ποιμένα που με γέλασε πως ήταν καλός.
Δεν το ‘χω σε τίποτα
να σκοτωθώ
για να οδηγήσω με ασφάλεια
τις περιστέρες μου
στη φωλιά που έχτισα
με ξέφωτα που ατένισα στο διάβα της ζωής μου.
Σε κάτι στενορύμια όπου βολοδέρνω
Την ώρα που τσακίζει
Τα κόκκαλα τής ερημιάς η νύχτα
Κάποτε σκάζουν μύτη
Τα ξαφνικά και τα απρόσμενα
Όσα ποτέ δεν περίμενα
Να σαρκωθούν τόσα φεγγάρια•όπως
Χαρές υψώνουν ποτήρια σ’ ένα δώμα χαμηλό
Με φωτεινά να χάσκουν τα ορθάνοιχτα παράθυρά του
Λαχτάρες που ξεκουμπώνουν
Γυμνόστηθες τη σαγήνη τους
Θαρρείς από μέλι ψίθυροι κοριτσιών
Σα με κρυστάλλινες φαρέτρες και
Ρώγες από βάλσαμο•κάποιο πλάσμα τρέχει
Μέσα στα χρώματα που φόρεσε
Πιο ρόδινο κι από τα πέταλα τής Άνοιξης
Ν’ αδειάσει πόθους και καημούς σε “πίθους δαναΐδων”
Γλυκά τραγουδώντας μέχρι που ν’ ακουστεί
Νεράιδα ξεχασμένη στο ρέμα
Με λίγες σταγόνες ήλιου στη ματιά
Ντυμένη τις πράσινες φωνές των δέντρων•πιο
Δίπλα
Εχθροί ξιφομαχούν με τον άνεμο
Οι φίλοι αναίτια μαζί μου
Ζώντες και νεκροί
Μελλοθάνατοι που χαιρετούν τον καίσαρά τους•
Έτσι νύχτες και νύχτες
Παλεύει να ξεγλιστρήσει
Ο εαυτός μου ψιθυρίζοντας τα παρόμοια
Από αυτά εδώ τα στενά
Από τη σκέψη
Ότι δεν είναι παρά μόνο
Των ελάχιστων στίχων ο ήρωας
Ο λίθος που πέταξαν στην άκρη οι οικοδομούντες.
σε κάτι αλλοτινά γενέθλια
μου χάρισαν έναν πίνακα του κλιμτ
όχι αυθεντικό μη φανταστείτε
μια αφισούλα μεγέθους α4
μαύρη κορνίζα μαύρο φόντο
με τις χρωματιστές ψηφίδες του ζωγράφου
όπως τις είχε βάλει στο φιλί
έμεινε ξεχασμένο σ’ έναν τοίχο
μόνο μακρύτερα από τ’ άλλα
καμιά φορά περνούσα και το έβλεπα
ο αδάμ πίσω να κρύβεται
να δίνει στην εύα όλο το χώρο
πέρασαν χρόνια ώσπου να μάθω
πως ποτέ δεν το τελείωσε
πέθανε -λέει- και το άφησε μισό
***
[εδέμ]
δύο φύλα δύο φύλλα
δύο φίλοι δύο φύλα
δύο φίλοι δύο φύλλα
δύο φύλλα δύο φύλα
***
[ουμανιτέ]
κάνεις να στρίψεις
στη διχάλα του δρόμου
μ’ ένα πουράκι στο στόμα
ανεβάζεις το παντελόνι
σαν να πάχυνες τελευταία
και τα μαλλιά…
το περπάτημα
το βλέμμα
τόσο που άλλαξε
η ζωή
***
[κόμπος]
στείλε μου ένα μπαλόνι
κόκκινο σαν πόνο
νομίζω σε αδίκησα
πολλές φορές
*Από τη συλλογή “η μαύρη ανάμεσα”, Εκδόσεις Κύμα, Αθήνα 2018.
Γυναίκες σαν κι εμένα δωρίζουν όνειρα,
ακόμα κι αν θα τα στερηθούν οι ίδιες.
Γυναίκες σαν κι εμένα δίνουν την ψυχή τους,
γιατί η ψυχή είναι σαν
μια σταγόνα νερό στην έρημο.
Γυναίκες σαν κι εμένα απλώνουν το χέρι
και σε βοηθούν να σηκωθείς, ριψοκινδυνεύοντας
να γκρεμιστούν κι αυτές με τη σειρά τους.
Γυναίκες σαν κι εμένα κοιτάζουν μπροστά,
έστω κι αν η καρδιά μένει πάντα κάποια βήματα πίσω.
Γυναίκες σαν κι εμένα
αναζητούν ένα νόημα στο να υπάρχουν και,
όταν το βρουν,
θα προσπαθήσουν να το διδάξουν
σ’ όποιον απλώς επιβιώνει.
.
Γυναίκες σαν κι εμένα,
όταν αγαπούν, αγαπούν για πάντα…
και όταν πάψουν ν’ αγαπούν είναι μόνο επειδή
σκλήθρες της ύπαρξης κείτονται
ανυπεράσπιστες στα χέρια της ζωής.
Γυναίκες σαν κι εμένα κυνηγούν ένα όνειρο…
το όνειρο ν’ αγαπηθούν γι’ αυτό που είναι
και όχι γι’ αυτό που οι άλλοι θα ’θελαν να είναι.
Ανάμεσα σε πέτρες που δεν είδανε
τον ίσκιο τους ποτές
που δεν ακούσαν τη φωνή του
τόσο υψίσυχνη μες στα φωνηεντόληκτα, είπα:
Κλείστε τις ποριές, όχι άλλοι «σωτήρες»·
μεσολάβησαν τα Τρωικά. Ο λόγος μου
δίχως πια τα άμφιά του, γυμνός
όπως η πότνια βάτος
αναθρώσκοντας τά που του σφίγγανε το
υπογάστριο
«ιερά, εθνικά» και άλλα τέτοια χάχανα
χύθηκε κατεπάνω στο μαχαίρι του
όπως ο Αίας.
Hey! Mr. Tambourine Man, play a song for me
I’m not sleepy and there is no place I’m going to
Hey! Mr. Tambourine Man, play a song for me
In the jingle jangle morning I’ll come followin’ you
Though I know that evenin’s empire has returned into sand
Vanished from my hand
Left me blindly here to stand but still not sleeping
My weariness amazes me, I’m branded on my feet
I have no one to meet
And the ancient empty street’s too dead for dreaming
Hey! Mr. Tambourine Man, play a song for me
I’m not sleepy and there is no place I’m going to
Hey! Mr. Tambourine Man, play a song for me
In the jingle jangle morning I’ll come followin’ you
Take me on a trip upon your magic swirlin’ ship
My senses have been stripped, my hands can’t feel to grip
My toes too numb to step
Wait only for my boot heels to be wanderin’
I’m ready to go anywhere, I’m ready for to fade
Into my own parade, cast your dancing spell my way
I promise to go under it
Hey! Mr. Tambourine Man, play a song for me
I’m not sleepy and there is no place I’m going to
Hey! Mr. Tambourine Man, play a song for me
In the jingle jangle morning I’ll come followin’ you
Though you might hear laughin’, spinnin’, swingin’ madly across the sun
It’s not aimed at anyone, it’s just escapin’ on the run
And but for the sky there are no fences facin’
And if you hear vague traces of skippin’ reels of rhyme
To your tambourine in time, it’s just a ragged clown behind
I wouldn’t pay it any mind
It’s just a shadow you’re seein’ that he’s chasing
Hey! Mr. Tambourine Man, play a song for me
I’m not sleepy and there is no place I’m going to
Hey! Mr. Tambourine Man, play a song for me
In the jingle jangle morning I’ll come followin’ you
Then take me disappearin’ through the smoke rings of my mind
Down the foggy ruins of time, far past the frozen leaves
The haunted, frightened trees, out to the windy beach
Far from the twisted reach of crazy sorrow
Yes, to dance beneath the diamond sky with one hand waving free
Silhouetted by the sea, circled by the circus sands
With all memory and fate driven deep beneath the waves
Let me forget about today until tomorrow
Hey! Mr. Tambourine Man, play a song for me
I’m not sleepy and there is no place I’m going to
Hey! Mr. Tambourine Man, play a song for me
In the jingle jangle morning I’ll come followin’ you
—
Κύριε με το ντέφι
Hey! Κύριε με το ντέφι, παίξε ένα τραγούδι και για μένα
Είμαι άγρυπνος και δεν υπάρχει κανένα μέρος που να πάω
Hey! Κύριε με το ντέφι, παίξε ένα τραγούδι και για μένα
Και θα παρατήσω, αυτό το πρωινό, το φαντασιακό κόσμο των ναρκωτικών για να σε ακολουθήσω
Αν και ξέρω καλά ότι η νυχτερινή μου αυτοκρατορία έχει μετατραπεί σε άμμο
Που κύλισε μέσα από τα χέρια μου
Και νάμαι τώρα τυφλός να στέκομαι εδώ άγρυπνος
Εξαντλημένος όσο δεν πάει άλλο
Άγνωστος μεταξύ αγνώστων
Με τα ερείπια αρχαίων ερημωμένων δρόμων γύρω μου, που ονειρεύομαι
Hey! Κύριε με το ντέφι παίξε ένα τραγούδι και για μένα
Είμαι άγρυπνος και δεν υπάρχει κανένα μέρος που να πάω
Hey! Κύριε με το ντέφι, παίξε ένα τραγούδι και για μένα
Και θα παρατήσω, αυτό το πρωινό, το φαντασιακό κόσμο των ναρκωτικών για να σε ακολουθήσω
Οδήγησέ με στο πλοίο σου που στροβιλίζεται μαγικά
Οι αισθήσεις μου έχουν απογυμνωθεί, η γροθιά μου δεν σφίγγει πια
Τα πόδια μου έχουν μουδιάσει
Το μόνο που μου απέμεινε είναι να περιπλανιέμαι πάνω στα τακούνια από τις μπότες μου
Πίστεψέ με είμαι πανέτοιμος για όπου με ταξιδέψεις, είμαι πανέτοιμος για να σβήσω
Μες στην ίδια μου την παρέλαση, ράντισέ με με τα μαγικά σου ξόρκια
Στο υπόσχομαι ότι θα λουστώ μέσα τους
Hey! Κύριε με το ντέφι παίξε ένα τραγούδι και για μένα
Είμαι άγρυπνος και δεν υπάρχει κανένα μέρος που να πάω
Hey! Κύριε με το ντέφι, παίξε ένα τραγούδι και για μένα
Και θα παρατήσω, αυτό το πρωινό, το φαντασιακό κόσμο των ναρκωτικών για να σε ακολουθήσω
Αν και ίσως ακούσεις τα γέλια, τα κλοθωγυρίσματα, και τις ταλαντεύσεις να περιστρέφονται τρελά γύρω από τον ήλιο
Με αυτά δεν σημαδεύω κανέναν, είναι μόνο μια διέξοδος να ξεφύγω από το διωγμό
Είναι για μένα σαν νάμαι στον ουρανό όπου δεν συναντάς φράκτες
Αν και ίσως ακούσεις τα ασαφή ίχνη των μπομπίνων του ρυθμού μου
να χοροπηδάν μες στο χρόνο που κυλά πάνω στο ντέφι σου,
Είναι μόνο ένας κουρελής κλόουν που άφησες ξοπίσω σου
Και εγώ αν ήμουν στη θεση σου δεν θα του έδινα καμιά σημασία
Γιατί κυνηγά μόνο τη σκιά του
Hey! Κύριε με το ντέφι παίξε ένα τραγούδι και για μένα
Είμαι άγρυπνος και δεν υπάρχει κανένα μέρος που να πάω
Hey! Κύριε με το ντέφι, παίξε ένα τραγούδι και για μένα
Και θα παρατήσω, αυτό το πρωινό, το φαντασιακό κόσμο των ναρκωτικών για να σε ακολουθήσω
Σε παρακαλώ πάρε με μαζί σου για να εξαφανιστώ μες στα δαχτυλίδια του καπνισμένου μου μυαλού
Μες στις ομίχλες του χρόνου, πολύ πιο μακριά από τα παγωμένα φύλλα του
Μες στα στοιχειωμένα φοβισμένα δένδρα, εκεί έξω στην ανεμοδαρμένη ακρογιαλιά
Πολύ πιο μακριά από το στριφογύρισμα της ανείπωτης λύπης
Ναι, για να χορέψουμε κάτω από το διαμαντένιο ουρανό με το ένα χέρι μας να γνέφει ελεύθερο
με τη σιλουέτα του να φεγγίζει από το φεγγαρόφωτο στη θάλασσα,
να κυκλώνεται από την άμμο που στριφογυρίζει
Με όλες τις αναμνήσεις και τη μοίρα να βυθίζεται βαθιά μες στα κύματα
Και τότε θα έρθει η στιγμή που θα ξεχάσω το σήμερα μέχρι το αύριο
Hey! Κύριε με το ντέφι παίξε ένα τραγούδι και για μένα
Είμαι άγρυπνος και δεν υπάρχει κανένα μέρος που να πάω
Hey! Κύριε με το ντέφι, παίξε ένα τραγούδι και μένα
Και θα παρατήσω, αυτό το πρωινό, το φαντασιακό κόσμο των ναρκωτικών για να σε ακολουθήσω