Αλέξανδρος Μηλιορίδης, ανάγκες

Έπιασες
το βλέμμα του,
κρυφοκοιτούσε αλχημείες,
σκέψεις
διαγώνιες,

έσερνες και το δάκτυλο
στο λαιμό
του ποτηριού,
κρυμμένες λέξεις στο σάλιο της σιωπής,

και κατρακυλούσες,
με τις σταγόνες του μπλουζ,
στην κόλαση
των υγρών,
ανέβαιναν με μάχες επικές στα ρίγη της προδοσίας σου,

μετακίνησες και
το φως,
για να φέρεις το σκοτάδι
στο μηδέν,
πήρες τη γουλιά καπνού,
τη ρούφηξες στα σπλάχνα του οργασμού,
Μέτρησες τα βήματα
για το άπειρο της φθοράς σας

και
άρχισες
να ξεφυσάς,
Την άνευ όρων σου παράδοση

*Από τη συλλογή “πάτησε το κουμπί”, εκδ. Οσελότος, Ιούνιος 2015.

14 χρόνια χωρίς τον Μανώλη Αναγνωστάκη

*Από τον Κώστα Καραμάρκο

One of my beloved Greek poets, Manolis Anagnostakis, passed away on June 23, 2005. Αγαπημένος ποιητής ο Μανώλης Αναγνωστάκης, που πέθανε σαν σήμερα το 2005.

Σημαδούρες ζωής οι στίχοι του στην Ερατυρα του 1979, στη Μελβούρνη του 1984, στη Θεσσαλονίκη του 1998, στην Αθήνα του 2009, στη Μελβούρνη του 2019.

“Δέχτηκες τελικά, στο βάθος, κάθε αναθεώρηση, κάθε αλλαγή πορείας, κάθε αποστασία. Δεν είναι πάντα η θέληση λίγη- είναι πολλές φορές ο πόνος μεγάλος. Κρίνεις γνωρίζοντας μόνο ως εκεί που έχεις φτάσει, όχι ως εκεί που θα μπορούσες να φτάσεις αν και αν και αν…”

As correctly stated in Wikipedia “Manolis Anagnostakis (10 March 1925 – 23 June 2005) was a Greek poet and critic at the forefront of the Marxist and existentialist poetry movements arising during and after the Greek Civil War in the late 1940s. Anagnostakis was a leader amongst his contemporaries and influenced the generation of poets immediately after him. His poems have been honored in Greece’s national awards and arranged (e.g. by Mikis Theodorakis) and sung by contemporary musicians.”

“Now He Is a Simple Spectator – Poem by Manolis Anagnostakis

Now he is a simple spectator
An insignificant fellow in the crowd
Now he no longer applauds nor is applauded
A stranger wandering to the call of the streets.

The new trumpeters come from afar
From the chosen classes of the future
Their cries demolish the decayed walls
They melt the mud into luminous streams.
The pure are coming, the non-hypocrites,
Violators, non-participants, virgins,
Crafty fellow diners, these innocents,
And the registrars of our days.
The great blaze is coming
Amid the jets of merry water.
The final proscriptions are coming.

But now he is a simple spectator
An anonymous little fellow in the crowd
With his arms on his chest a dead man laid out
Now he no longer applauds nor is applauded.”

(Always know the when and the how).

*Translated by Philip Ramp

Μαρία Γερογιάννη, Τέσσερα ποιήματα

Artwork: Jerry Velsmann

Όπως το χιόνι κι η σκιά

Η σκιά φώτισε το μισό βουνό
Το χιόνι έλιωσε και άσπρισε το άλλο μισό

Οι πληγές δεν είχαν φωνή, να μην ξυπνήσουν τη σιωπή
Άνοιξε το παράθυρο στη δύση
Σκορπίστηκε στον Ουρανό της λήθης

***

Διαδρομή

Τη σιωπή σου έχτισες με πέτρες
που ζέσταιναν αναπνοές παιδιών
Τον θυμό σου δεν τον δώρισες
ήθελες δώρα πάντα ακριβά
Κοίταξες των ενοχών τις φιγούρες
Τι κρίμα
Σε περίμεναν ακόμη

***

Οι Απέναντι

Και ο συρμός ξεκίνησε να σβήσει τη βοή του

Κορνίζα στο υπόγειο οι Απέναντι
Μαύρο, χακί, πορτοκαλί, μακρύ το ράσο, δυο κόκκινα σαντάλια

Ήθελα ένα βλέμμα να ζωγράφιζα
Ούτε ψυχές δεν πρόφτασα

Οι Απέναντι – ξερό κλαδί παρασυρμένο στο ποτάμι

***

Πορτρέτο

Ο κύριος με το μαύρο καπέλο του
λίγο λοξά
όπως λοξό και το βλέμμα

Η γραμμή που διαγράφει τη μύτη
λίγο πριν τελειώσει τον προορισμό της
χάνει την ισορροπία της
λοξά και αυτή τελειώνει

Λοξά δεμένη κι η γραβάτα

Πώς όλα τούτα τα λοξά
να τα ισιώσει μόνο με το χαμόγελο;

Έτσι και το μειδίαμα λοξό τού βγήκε.

*Από τη συλλογή “Άδειοι στίχοι”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012.

Αντιγόνη Βουτσινά, Δύο ποιήματα

Philip Guston, Zone

Άλλοθι

Μοιάζει αστείο,
μα τις νύχτες κυκλοφορώ κρατώντας ένα σάπιο μαχαίρι
-δεν βρήκα, βλέπεις, άλλον τρόπο να κόψω
τις κακές συνήθειες –
μόνο που έτσι, κάθε βράδυ, έχανα όλα μου τα δάχτυλα.
Υιοθέτησα λοιπόν μια παραπληγική αφή,
κυρίως για να μην κατηγορηθώ για έγκλημα
αφού στο γάμο της μητέρας μου,
όλοι είπατε ότι πέταγε από τη χαρά της
και ναι,
η μάνα αιωρούνταν.

Μα τόσοι καλεσμένοι
και μόνον εγώ κατάφερα να δω
ότι ήταν
θηλιά
αυτό το υπέροχο το κόσμημα
που φόραγε
τριγύρω στο λαιμό της;

***

παλέτα συναισθήματος

Κάθε βράδυ, πιάνω ένα σμήνος αλεπούδες
καθώς αυτές
πετάνε απ’ τα σπίτια σας μες στην ψυχή μου
και τις βάφω άσπρες.
Εκείνες μετά, πεινάνε πολύ
και τρώνε τους αγγέλους ή τις κότες τους.
Ματώνουν τα πόδια τους
και επιστρέφουν
κατακόκκινες.

Γι’ αυτό, σας λέω,
μη μ’ αδικείτε·
δεν έμαθα ποτέ
τι είναι
το πορτοκαλί.

*Από τη συλλογή “το λάθος ποίημα”, εκδ. Μελάνι, Μάρτης 2012.

Παναγιώτης Χαχής, S.S.Great Eastern

οι αισθήσεις με πάνε στις αισθήσεις
Νίκος Καρούζος

πριν γίνει μάτι ή συσπείρωσις τον σκότους
Ανδρέας Εμπειρίκος

Κιβωτός και ναυάγιο
Ψίθυροι στα κάτω
Χείλη του κόσμου
Φυλλομετρώντας σώματα
Με βλέμμα σαρκοβόρο
Δέκα εικόνες ηδονής
Που χάνονται στα δάχτυλα.

Στον σκοτεινό θάλαμο
Από τη σάρκα
Στη γραφή
Ο φακός
ήταν
ο φαλλός
του μέλλοντος

*Από τη συλλογή “Hotel Nada”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιανουάριος 2018.

Πόπη Γιόκαλα, Μετανάστης πολέμου

Όταν η νύχτα μιλάει για πόνο-
Τ’ αστέρια κοκκινίζουν-
Ο αέρας τρέμει από αιώνιους αποχωρισμούς-
Οι ποιητές χωρίς χαρτί, μολύβι… γράφουν τη δύνη του πολέμου, που δαγκώνει τα σωθικά τους σε πρόσωπα ασάλευτα.

Ολόκληρη η Ζωή… είναι η θαμπή ανάμνηση μιας άλλης Ζωής.

Πώς ν’ αναπνεύσεις;
Δεν έχει αέρα-
Πώς να κρατήσεις άλλη μια μέρα;
ΚΕΝΟ ΚΕΝΟ ΚΕΝΟ

Λυγμός, αναστεναγμός, πνιγμένο βουβό κλάμα-

Πνοή φόβου-
Βλέμμα μελαγχολικό-
Σιωπή που κραυγάζει-
Θλίψη σκορπισμένη παντού-
Μεταίωρη ψυχή-
Περπάτημα αβέβαιο-
Κλεισμένος εαυτός-

Όνειρα, αισθήσεις, ελπίδες, ζωή…..
Θάβονται και πνίγονται-

– ΦΟΒΟΣ ΠΑΝΤΟΥ –

Μάτια που καθρεφτίζουν τη φρίκη του πολέμου-
Παιδιά που ο σπαραγμός τους σκίζει ψυχές-
Χάνεται στις πέτρες-
Το αίμα κυλάει στο κορμί τους νερό-

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ ΑΡΓΑ –
ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΖΕΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ –

Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα

ΜΙΚΡΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει
Τον καλπασμό του αλόγου.

(Έρως μελαχρινός)

Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.
Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου
εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι
τ’ ονειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,
ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,
κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.

(Έρως μελαχρινός)

Σκέπτουμαι μια ζωή που θα ‘τανε βαριά σα σήμερα,
μονάχα αν έλειπες ταξίδι. Το πρωί σκέπτουμαι
τα μέλη σου σφιχτοδεμένα – εκεί κάπως εντοπίζω
την αγκαλιά σου. Το βράδυ βλέπω τα χείλια σου σαν
το δαγκωμένο φρούτο.
Έλα, η μέρα είναι τόσο ωραία – τα ποιήματα που
αγαπώ θέλω να τα ζήσω μαζί σου. Μπορούσα τόσα πράματα
να τα μετατρέψω σε χαρά και να σ’ τα δώσω.
Κάθε στιγμή μπορούσα να σου την κάνω μουσική
πρωτόγονη, γούνα μαλακιά, ζεστή, ηλεκτρισμένη, που
βουλιάζει βαθιά μέσα. Χορός τέλεια ελεύθερος, αντί από
μέλη να ‘χεις φτερά, και πάλι φτερά ονείρου. Ή μυρουδιές
—μήπως θέλεις μυρουδιές; Τότε θα ‘ναι μυρουδιές δροσερές,
σαν μικροί καταρράκτες όλο πολυτρίχι – ή σαν γιαλός
το πρωινό όπου βγαίνει και λιάζεται το φύκι, ο σταυρός,
ο αχινός – και το κύμα στην αμμουδιά δεν είναι σοβαρό,
μα παίζει. Πέρα βέβαια η θάλασσα έχει μιαν απαλή τραγικότητα.

(Έρως μελαχρινός)

Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί,
σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη
τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα,
και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.

(Έρως μελαχρινός)

Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου,
τα χέρια σου δυο μικρά τρυφερά καβούρια.

(Έρως μελαχρινός)

Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω
να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ‘ναι
σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.

(Έρως μελαχρινός)

Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά.
Το σιγανά κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση
της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.
Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.
Η ποίησή μας είναι η ζωή.

(Έρως μελαχρινός – Μάης Ιούνης και Σεπτέμβρης)

Εθωρούσεν ο νιος πίσω απ’ την αγναντεύτρα κουρτίνα.
Επερίμεναν οι σπιλιάδες του Αυγούστου μες στους φουσκωμένους φλόκους.
Ένα αγιόκλημα εσκαρφάλωνε αναστενάζοντας και μοσχοβολώντας –
ίσαμε που έμπλεξε μες στο σύννεφο του δειλινού.
Τόσα δάση φλέγονται,
τόσα παγόβουνα λιώνουνε,
τόσες μανόλιες μας λιποθυμούν,
τόσοι κάμποι μας παιδεύουνε.
Εμείς ας σταθούμε γοργόνες, τα στήθια ξέσκεπα στον ήλιο
-η κεφαλή ριγμένη πίσω, τα μάτια στο κατάρτι.
Η θάλασσα είναι παντάνασσα – πλένει όλους τους καημούς μας.

(Έρως μελαχρινός – Μάης Ιούνης και Σεπτέμβρης)

Κάποτε ακουμπάμε τον εαυτό μας σαν ένα κουμπί γυμνό
επάνω σ’ ένα καθρέφτη, και την αυγή βρίσκουμε ένα χαμομήλι
μες στον ανοιξιάτικο κάμπο.
Κάποτε ακουγόμαστε σαν την πιο θριαμβευτική κραυγή ζώου,
κι όταν ξανασταθούμε ν’ ακούσουμε ο ήχος μας είναι
σκληρό γρατσούνισμα φτυαριού πάνω στον άγονο βράχο.

(Έρως μελαχρινός)

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα τα μάτια, και τους καημούς, τα βράχια, τ’ ακρογιάλια,
τους αετούς, τη μουσική όλων των κλαριών, τον αφρό όλων
των κυμάτων.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλους τους ασφοδέλους που φύτεψα στα βράχια, όλα μου
τα μεράκια, τα ντέρτια — το τσιφτετέλι και το ζεϊμπέκικο,
το κρεμεζί μου το μαντίλι και τις γαλάζιες μου τις χάντρες.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα μου τα κολύμπια στην Κινέτα, τον έρωτά μου με το φως
και τα βότσαλα, την αναπνοή μου όταν αγαπώ, το φόβο μου
όταν με διώχνουνε, την έξαρσή μου όταν θέλω, τη χαρά μου
όταν ζω.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλες τις μέρες του χρόνου — δικές μου είναι, από τη μιαν
αυγή στην άλλη — με πλημμυρίζουνε ανοιξιάτικες ευωδίες,
ξεφάντωμα και κορεσμός του ήλιου.

(Έρως μελαχρινός)

*Τα ποιήματα προέρχονται από την έκδοση «Ποιήματα 1944-1985» εκδόσεις Ίκαρος 1989, Αθήνα.

Γιώργος Γέργος, Τρία ποιήματα

.να μην ξεχάσω

να μην ξεχάσω να ευχαριστήσω τον Κύριο
τόσο που μ’ έκαψε το ρήμα του
μεγαλώνοντας
στη νύχτα ανάμεσα και στη νύχτα
πείνασα πάθος
διυλίζοντας απόψε εαυτό στ’ αστρόφωνα
μα πριν χορτάσω
να μην ξεχάσω να ευχαριστήσω τον Κύριο
που ξέρασε επάνω μου ολάκερη τη θλίψη χαρίζοντας μου
την Αλήθεια τρομερή
και τη σιωπή Του
απλόχερα δοσμένη
ευλογώντας με να υπάρχω
δραπέτευσα
και ως στρουθίον ερρύσθην εξ Αυτού
καλύτερος.

***

.επωδός

Ζέφυρε σα θρύψαλο
σε τρυγώ απ’ το στήθος μου τρέχα κι αρρώστησα
εδώ στα νεφελώματα

***

.11.10.2013

του Βαγγέλη

ένας
μεγάλος
άντρας
έφυγε.

Ψηλός σαν την αλήθεια

ήταν και
φορούσε την (τα βουνά
ξέρουν πώς) ζωή

σαν (τώρα
μ’ εν
αν ήλιο μέσα

γλυκό, τώρα με

μυριάδες
λογιών, φλεγόμενα άπειρα,

ακατονόμαστης
σιωπής) ουρανό.

*Από τη συλλογή “ο εαυτός ήχος”, εκδόσεις Εξάρχεια, Νοέμβρης 2013.

Γρηγόρης Σακαλής, Παρωδία

Δεν είναι μόνο τα λεφτά
δεν είναι μόνο η καλή ζωή
που σου βάζουν για δόλωμα
το σύστημα έχει χίλιους δυό
μηχανισμούς στα χέρια του
το σχολείο
την Εκκλησία
τα Πανεπιστήμια
τα ψυχιατρεία
τα media
για να αναπαράγει
το λόγο του
που κυριαρχεί παντού
στα βιβλία
τις εφημερίδες
τα περιοδικά
σου φυτεύει στο μυαλό
ιδέες
που ύστερα από καιρό
νομίζεις ότι είναι δικές σου
μα δεν είναι
νομίζεις ότι έχεις
τις αξίες σου
μα είναι οι δικές τους αξίες
η ιδεολογία σου
είναι συρραφή ιδεών
από σκονισμένα βιβλία
τα συναισθήματά σου
περνούν από φίλτρα
και ό,τι μείνει
αποτελεί το δικό σου
συναισθηματικό κόσμο.

Ρογήρος Δέξτερ, Μέρα Γιορτής Ή Χάνοντας από τη Σφίγγα στα αινίγματα

Δε θυμάμαι να με χτύπησε ποτέ του
Και τις λίγες φορές που το θέλησε
Μπήκε στη μέση η μάνα
Σα γάτα που βγάζει νύχια
Μπροστά σ’ ένα άγριο σκυλί• τον θυμάμαι
Μόνο να κουνά το δάχτυλο
Σα θυμωμένος ιεροδικαστής
Έτοιμος να με ρίξει
Απ’ το ψηλό του έδρανο
Για ένα τίποτα στη φωτιά • και όλα αυτά
Μέχρι που έφυγα μακριά
Και ξαφνικά μαθαίνω ότι αρρώστησε
Και ύστερα ο θάνατος τον κάλεσε κοντά του •
Ελπίζω να έχει βρει
Σ’ εκείνα τα φωτεινά μέρη τη γαλήνη
Όπου οι ψυχές μαζεμένες
Συζητούν
Με το βλέμμα και τις σκέψεις
Ανάλαφρα θέματα •
Γιατί πρόσφατα ανοίξαμε τον τάφο
Για να κοιμίσουμε τον αδερφό του
Και ο πατέρας μου δεν είχε λιώσει ακόμη.
Μακάρι να ήταν έτσι
Με όσα τρυπώνουν και τρυπούν τα σπλάχνα
Όπως ο φθόνος, η μνησικακία, ο θυμός
Όλα να έλιωναν μαζί με τις μνήμες
Που με ξανάφεραν πίσω εδώ
Ανάμεσα στα δόντια τού όχλου
Ανάμεσα σε τόσα συγκρουόμενα αισθήματα.
Ωστόσο
Με τέτοιους μακαρισμούς και ευχολόγια
Κανείς ποτέ δεν γκρέμισε
Τα τέρατα στα τάρταρα •
Σκέφτηκα σήμερα
Που θα γιόρταζε αν ζούσε
Υψώνοντας ποτήρια στην αιωνιότητα.

16.6.2019