Η γιαγιά μου ποτέ δεν χτενιζόταν παρουσία άλλων, ήταν φαίνεται για κείνη μια τελετουργία στο έπακρο προσωπική. Το ίδιο δυσθώρητα ήταν και τα μαλλιά της, καθώς πάντοτε φόραγε κεφαλομάντιλο, απόταν πέθανε ο παππούς μαύρο ανεξαιρέτως περιστάσεως. Αυτό το πέπλο μυστηρίου είχε πολύ τη φαντασία μου εξάψει. Άλλοτε πίστευα πως η γιαγιά ήταν καραφλή με κρανίο γεμάτο βρύα και λειχήνες, κι άλλοτε ήμουν βέβαιη πως είχε για τρίχες μακριές πολύχρωμες κλωστές, που τις κένταγε με βελονάκι.
Ένα Νοεμβρίου πρωινό, είδα μια φέτα φως να φέγγει από το δωματιάκι της. Πάτησα στις μύτες και βάδισα αθόρυβα μέχρι τη σχισμή. Η γιαγιά χτένιζε τα γκριζόλευκα μαλλιά της με μια ξεδοντιάρα χτένα, κι όποια τρίχα μαζεύαν οι δαγκάνες, την έδενε κόμπο σ’ άλλη, ριζωμένη. Μόλις τακτοποίησε όλες τις αδέσποτες τις τρίχες, έκανε δυο πλεξούδες τα μαλλιά, τις τύλιξε γύρω απ’ το κεφάλι, και φόρεσε πάλι το μαντίλι.
Ποτέ δεν της ομολόγησα την αδιακρισία μου αυτή, μόνο κάθε που την άκουγα να λέει από τότε που ’φυγε ο νοικοκύρης μου, βκουντάω μέρες, της χαμογέλαγα συνωμοτικά.
*Από τη συλλογή “σκλήθρα”, εκδόσεις Εκάτη, 2018.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Πηνελόπη Ζαλώνη, Δύο ποιήματα
Για το φως θέλω να γράψω
Το κίτρινο, έξω απ’ το παράθυρο.
Το φως που σε έλουζε, θυμήσου,
κοιμόσουν φωτοστόλιστη, φωτολουσμένη με τις αποχρώσεις όλες
στόμα γεμάτο χρώματα να θαμπώνουν.
Να φανερώνουν το κάλλος.
Να γνωρίζω, να αναγνωρίζω και να αγαπώ
«εκ του οράν τίκτετοα το εράν»
Το ημίφως τρομάζει. Αλλάζει τα σχήματα.
Αντικείμενα διάφορα παίρνουν διάφορες διαστάσεις.
Το σκοτάδι παρηγορεί. Για λίγο.
Γνωστή παρελθοντολάγνα και νοσταλγοποιός
ανατρέχω σε παλιές σημειώσεις.
Σφάλμα μέγιστο που ανακατεύω στιγμές.
Πρέπει να ξαποσταίνουν κι αυτές.
Για το φως που αποκαλύπτει και καταστρέφει.
Επί φωτός βλέπουσα μέχρι το τέρμα.
Δέρκομαι πια.
***
Εξυψώνω και στρέφομαι προς τα πάνω
γύρισμα προς τα μέσα και ανάταση προς τα πάνω
«τρέχα», μου έλεγες,
«μη σταματάς, πρέπει να πάρει μπόι ο πολύχρωμος δράκος»
να ακουμπήσει Θεό και να καθαρίσει
κάθε μέρα κι από λίγο, μεθοδικά
μην τον αγνοήσεις ούτε λεπτό, θα σε κάφει με την ανάσα του φωτιά
εκ των έσω θα παλέψεις
κάθε μέρα κι από λίγο, μεθοδικά
πρέπει να σηκώσεις σκόνη
να δημιουργήσεις σπείρες στην άμμο, απ’αυτές τις χιλιάδες
τότε θα τον δεις να βγαίνει από τον βυθό
για καυτή ανάσα.
θα έχει αλάτι στις τρύπες του, αλάτι στις πληγές του
είσαι όμως άνθρωπος, αναπηδάς και βλέπεις
να αναπηδάς και να βλέπεις, μη σταματάς.
«στην απέναντι κορφή του δράκοντα η ράχη
και η βραχομουσούδα του ρουμπίνια μάτια να’χει».
*Από τη συλλογή «το άλφα του βαλσάμου», εκδ. Provocateur, 2018.
Αλέξης Αντωνόπουλος, Δύο ποιήματα
Καστανά
Καστανά.
Ούτε κάποια απόχρωση του πράσινου
ούτε καν κάποια του μπλε.
Καστανά.
Γαμώτο αυτά τα μάτια.
Γαμώτο αυτά τα μάτια.
Καστανά· απλώς καστανά· και
δεν χρειάζονταν καν χρώμα.
***
Ψυχή Ντυμένη
Ούτε μία σπιθαμή ξεχασμένη:
Τα μαλλιά μου ήταν λουσμένα.
Τα μάτια μου δεν είχαν τσίμπλες.
Τα ρούχα μου: Σοβαρά και καθαρά.
Μα ένα κοριτσάκι
περπατούσε με τον μπαμπά του.
Με κοίταξε στα μάτια. Και είδε τα πάντα.
Χριστέ μου. Συγνώμη.
Είδε τα πάντα.
*Περισσότερα: http://www.alexantonopoulos.com
Ισμήνη Λιόση, Λευκό
α. γλίχεται όσο
ενθυμείται το μείζον μαύρο εκείνου
και ανεπαίσθητα τότε σκιρτά
και ανεπαίσθητα πάει
προς το ρόδινο της κολάσεως
αυτό το επαμφοτερίζον χρώμα
του ερεθισμένου λευκού
β. τα αρσενικά δόντια έλειχαν
το σαφές όριο μεταξύ
πάλλοντος στήθους και κλείδας
το άσπρο φόρεμα έκλινε ηδονικά προς το φιλί
μετά αποσυρόταν κάτωθεν των μαστών και
εσυστέλλετο ζώο όμορφο
με άκρα ντροπαλοσύνη
γ. ω πόση η βάσανος της σωματικής ποιήσεως
γράφει το άσπιλο ένδυμα στα μωβ μυστικά του
και αποτραβιέται ως σαρκολάτρης ποιητής
στην συνουσία των στίχων του
δ. εάν ηδύνατο
το χέρι θα άγγιζε το: εν αρχή η ηδονή
απ’ όπου ξεχύνονταν τα ποιήματα αθρόα
κι ήταν οπός από αρσενικό μανταρίνι
προοπτική επικίνδυνη
συλλήψεως στίχων πάνω στην γλώσσα
εμού του παραληρούντος
θήλεος λευκού ποιήματος εκ μείζονος έρωτος
προς την μέλαινα αρσενική λογοτεχνία
*Από τη συλλογή “Arcana Lustra Νεκροταφείο φορεμάτων”, εκδ. Τύρφη 2016.
Βασίλης Βασιλειάδης, Οι λεγεωνάριοι
Οί λεγεωνάριοι
όλοι τους μισθοφόροι ούτε ένας εθελοντής
μέ φορεμένη τήν αυστηρότητα τής περιπολίας
λούζονται περιχαρείς στήν ανοιξιάτικη ραθυμία
ξύνουν τίς βοιδοκοιλιές τής ύπαρξης
τί κι άν οί ματιές μεταξύ τους προσπαθούν νά ξεκινήσουν έναν διάλογο
κανένας τους δέν ακούει τά γαυγίσματα τής ζωής του
κι όταν ή σιωπή τους πέσει γιά ύπνο
τότε χαίρομαι νά τούς ξυπνώ μέ τούς δυνατούς θορύβους τών χειρογράφων
πού τά ψέμματα τους δέν μπορούν νά κατασχεθούν από κανέναν,
τούς βλέπω νά ετοιμάζουν βιαστικοί τίς αναπνοές τους
γιά τήν επόμενη περιπολία τών μηχανισμών,
όλες οί μικρές περιπολίες τών μισθοφόρων
είναι μία μεγάλη περιπολία τών μηχανισμών
πού πετυχαίνει πάντα τόν στόχο της,
νά ζούμε χωρίς ίχνος ντροπής μέσα σέ ατέλειωτα ερείπια,
γνωρίζοντας μόνο τή γλώσσα τού σήμερα
καί καμμία άλλη,
πώς λοιπόν νά πείς στό μυαλό
νά ανέβει στή βάρκα του καί νά σαλπάρει στό όνειρο;
Φλεβάρης 2019
Δημήτρης Φιλελές, Εκποίηση
Τα φτωχικά υπάρχοντα ξεπουλήσαμε
σε αγοραστές πλανόδιους
το εικονοστάσι της γιαγιάς
μαζί με τα κιτρινισμένα στέψανα
το σκουριασμένο όπλο του παππού
μαζί με το παράσημο ανδρείας
ένα σερβίτσιο πιάτων με μονόγραμμα
ξεχασμένο στο ντουλάπι
ένα μενταγιόν παρελθούσης εποχής
άγνωστης προέλευσης και αξίας
το ξύλινο ψυγείο του πάγου
με τη μεταλλική κάνουλα
την κουζίνα του γκαζιού
μαζί με την άδεια φιάλη υγραερίου
το ραδιόφωνο παγκοσμίου λήψεως
με τη βελόνα που μπέρδευε τους σταθμούς
και το εντυπωσιακό κύπελλο με το δίπλωμα
ενθύμιο σχολικών αγώνων
ευθύς ανανεώσαμε το νοικοκυριό μας
με σύγχρονες ηλεκτρικές συσκευές
και αντικολλητικά μαγειρικά σκεύη
αργότερα με οικονομίες αγοράσαμε
τηλεόραση και πλυντήριο ρούχων
ένα ηχοσύστημα τελευταίας τεχνολογίας
πιο μετά ένα πλυντήριο πιάτων
και, ασφαλώς, επιτραπέζιο υπολογιστή
είμαστε πιστοί ακόλουθοι
της εξέλιξης του πολιτισμού
όμως πάντα κάτι μας λείπει
πάντα στρέψουμε νοσταλγικό το βλέμμα
στο παρελθόν
στο πηγάδι των αναμνήσεων
με μια απροσδιόριστη ενοχή
τι δώσαμε, τι πήραμε, τι σώσαμε…
από τη λαίλαπα έχουν επιβιώσει
δυο γλάστρες με γεράνια
ένας βασιλικός και μια αρμπαρόριζα
μαζί με το γανωμένο τηγάνι
για τους λαχταριστούς αψράτους κεφτέδες
και το παλιό ολοστρόγγυλο ταψί
— ίδιο φεγγάρι αυγουστιάτικο —
για το κυριακάτικο ψητό
στο φούρνο της γειτονιάς
να μας θυμίζουν κάπου κάπου
τις ευωδιές μιας ζωής
που ποτέ δε μας απαρνήθηκαν.
*Από τη συλλογή “Θρ…ίαμβοι και απώλειες”, εκδ, Απόπειρα, 2018.
Langston Hughes (1901-1967), Τζαζ μπάντα σε παρισινό καμπαρέ
Παίξε,
Τζαζ μπάντα!
Παίξε για τους κύριους και τις κυρίες,
Για τους δούκες και τους κόμητες,
Για τις πόρνες και τα ζιγκολό.
Για τους Αμερικανούς εκατομμυριούχους,
Και για τους δασκάλους
Να γλεντήσουν.
Παίξε,
Τζαζ μπάντα!
Ξέρεις εκείνο τον σκοπό
Που γελά και κλαίει ταυτοχρόνως.
Τον ξέρεις.
θα μπορούσα;
Μα και βέβαια! θεέ μου!
Μοιάζει με ρούμπα.
Παίξε, τζαζ μπάντα!
Έχεις εφτά γλώσσες να μιλήσει
Και ύστερα μερικές ακόμα,
Ακόμα κι αν έρχεσαι απ’ την Τζώρτζια.
Μπορώ να έρθω σπίτι σου, γλυκιά μου;
Βέβαια.
*Από το βιβλίο “Ποιήματα για την Τζαζ”, εκδ. Bibliotheque, 2018. Μετάφραση: Χριστος Αγγελακόπουλος.
Κώστας Ταχτσής, Κοιτάζοντας για τελευταία φορά
Το πλοίο μας σαλπάρισε. Σιγά σιγά
θ’ αφήσουμε τώρα και το λιμάνι. Ο ήλιος
βυθισμένος στον ορίζοντα, χρυσίζει
για στερνή φορά, ποιος ξέρει, τη γη
όπου πρωτόειδαμε το φως του. Σε λίγο
η απόσταση και το σκοτάδι ίσως για πάντα
θα τη σβήσει. Φεύγουμ’ απ’ την ανόητη
κατακραυγή του κόσμου. Σ’ αυτό τον τόπο
οι άνθρωποι δεν ξέρουν να εκτιμήσουν
τους λεπτοτάτους στίχους μας. Τους θίγουν,
ισχυρίζονται, τ’ αθώα μας καμώματα,
δεν βλέπουν, δεν το νιώθουν, πως τα καμώματα
αυτά είναι των στίχων μας η αιτία.
Μακριά από την ενοχλητική μας παρουσία
ίσως τους στίχους μας καλύτερα εκτιμήσουν
ίσως μεγάλους ποιητές μάς πούνε κιόλας.
Μα προ παντός, στα ξένα εκεί – οι ξένοι
είναι πάντοτε επιεικείς στους ξένους –
πιο λεύτεροι, πιο ξένοιαστοι
στις μυστικές συνήθειες θα δοθούμε.
Τι γρήγορα που νύχτωσε. Δεν μπορεί πια κανείς,
μ’ αυτή την ψύχρα, στο κατάστρωμα να μένει.
Γη της πατρίδας, γη αγαπημένη, καληνύχτα.
*Από τη σελίδα του Βασίλη Κουντζάκη στο facebook.
Beatriz Hausner, Δύο ποιήματα
ΑΝΤΡΑΣ, ΓΥΝΑΙΚΑ, ΜΗΧΑΝΗΜΑ
Όταν άντρας πλησιάζει το μηχάνημα
φαντάζεται γυναίκα καμωμένη από τετράγωνα
και ψηφία, το στόμα της άφωνο και υγρό.
Εμφανίζονται αστέρια. Τα κλειδιά πολλαπλασιάζουν την καμπύλη
σε ένα άηχο σύμπαν όπου άντρας
μουρμουρίζει τον τόνο του πόθου αιφνίδιο κι ανήσυχο.
Μιλώντας σε ξένες γλώσσες σκάβει
ένα νέο θεμέλιο για τον πύργο της Βαβέλ
ενώ οι στρατοί του αφήνουν την πατρίδα πίσω.
Όταν γυναίκα πλησιάζει το μηχάνημα η αγάπη της
οπισθοχωρεί μέσα σε πρίζες όπου ζει ξέφρενα με θόρυβο.
Τρελή βασίλισσα μέλισσα χρησιμοποιεί μηχάνημα και φαντάζεται
τα φρούτα της αργά να μεταμορφώνονται σε κέικ και άλλες λιχουδιές
που κόβει στα τέσσερα σαν ατέλειωτο σώμα
ωμής σάρκας. Αιχμάλωτη των λειτουργιών του γυναίκα
απολαμβάνει την αποτελεσματικότητα του μηχανήματος, γιορτάζει
ρουφηχτούς θορύβους του μηχανικού της συντρόφου
καθώς ταξιδεύουν στο διαστελλόμενο σύμπάν του σπιτιού της.
Όταν μηχάνημα πλησιάζει άντρα και γυναίκα,
υποκείμενα ασυμφωνίας, περιφέρεται χαμένο γρονθοκοπώντας
τον θυμό του σε πλαστικές επιφάνειες, ουρλιάζοντας παράπονα
στα ασύρματα όργανά του που αντικαθιστούν την παιδική ηλικία
με τη μελαγχολία σκοτεινών οιωνών αέναα
μέταλλα που εκρήγνυνται τη νύχτα. Κλαίει
λαχταρώντας εκείνη την πρώτη ευτυχία, την εντυπωσιακή
στιγμή που εμπεριέχεται στα τρανταχτά γέλια μανάδων
και πατεράδων καθώς παίζουν στην πρώτη χώρα της ευτυχίας.
***
Η ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΝΤΟΥΛΑΠΑΣ
Η ερωμένη μπαίνει
στην ντουλάπα βρίσκει τα ρούχα της
είναι ώριμα φρούτα προσεκτικά στοιβαγμένα
εποχικά μέλη ξεριζωμένα
κληροδοτημένα απ’ τις μανάδες
των μανάδων που έραψαν την καρδιά.
Κυρά του ταιριαστού σκοντάφτει σε άγκιστρα
και μάτια φύλακες του σε ψαρο-
κόκαλο κολάρου με ανάποδες πιέτες που πέφτουν
στον λαιμό του περυσινού
απαραίτητου φορέματος κουφαλιασμένο
δέντρο πλαγιασμένο στα αγαπημένα
χαμόγελα απ’ το πέτρινο κρεβάτι του.
Λαχανιασμένη η ερωμένη ανοίγει
τη συρταροθήκη μεταξωτά κιμονό
γνέφουν από ένα λιβάδι κόκκινα
παπούτσια που διψούν για πόδια
και δέχονται επίθεση από όχλους που καβάλα σε άλογα
καλπάζουν αντίθετα στη φορά του ρολογιού
προς το ποτάμι που διασχίζει τον άνθρωπο
από μανίκι σε μανίκι.
Οι γάτες του ξεπεζεύουν.
Εμβληματικά κουμπιά προηγούνται
των κυκλοθυμικών δαχτύλων
των χεριών του καλεσμένα της σταυρο-
βελονιάς: με πόθο στις ραφές
εκείνη προσπερνά τους άχρονους κορσέδες της
και πυροβολεί κουφόπιετες.
Η ερωμένη στέκεται δίπλα
στην ντουλάπα της καθορίζει
τη θέση των πατζακιών στα παντελόνια
κεντραρισμένα φερμουάρ σε βελούδο
σακάκια που επιβαρύνουν
την πραγματικότητα στις φούστες της.
Επινοεί κουμπότρυπες
για τον εραστή της: είθε η γλώσσα του
να υφάνει το κοράλι της μέσα της.
Αιχμηρή σαν ξυράφι η φωνή του σηκώνει
τις βουκολικές εκτάσεις των
ποδιών της που ξεδιπλώνονται οι πιέτες των προγόνων του
χαμογελούν από παλιομοδίτικα παντελόνια καμπάνες.
Πλεγμένα απ’ την καλή και την ανάποδη τα τρουκ
ενώνονται στη ρίζα όπου πρώτα
άντρας και γυναίκα ράβονται
ο ένας με τον άλλον με της αγάπης τις ελαστικές
βελόνες. Δεμένη μόλις ελευθερώνεται
η ερωμένη φτάνει βαθιά μέσα
στην ντουλάπα κλαίγοντας ύστερα
την κλειδώνει πετά μακριά το κλειδί.
*Από τη συλλογή ”Η ράφτρα και η ζωντανή κούκλα”, εκδ. Βακχικόν, 2019.
**Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη.
***Πρόλογος: Μικαέλ Λεβί.
Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Από τη συλλογή “Στρατός ξυπόλητων λέξεων”
Σύντομο δελτίο ειδήσεων.
Αυξάνονται οι ρύποι των λέξεων. Οφείλεται στην επανάληψη.
Βρωμίζουν οι λέξεις στα στόματα από την πολλή χρήση.
Δυσδιάκριτα τα νοήματα.
Κι έτσι ζητάμε συγγνώμη. Ασπόνδυλη η ενημέρωσή σας και σήμερα.[…]
Στη χώρα του Μπρεχτ, πεθαίνει ο Μπρεχτ πάνω σε ντεμοντέ βιβλιοθήκες.
Πληθαίνουν οι άνθρωποι, ασθμαίνοντα τα δικαιώματά τους.[…]
Προσοχή, ακολουθούν σκληρές εικόνες.
Εμπόριο σκληρών εικόνων.
Ακολουθούν διαφημίσεις.
Το πρόγραμμά μας αμέσως μετά συνεχίζεται.
Λέξεις ταξί, λέξεις μονόξυλα, λέξεις μαντρόσκυλα, είναι εδώ για να σας περιθάλψουν.
GPS. Έτσι βρίσκουν το δρόμο για την καρδιά σας.
(«Δελτίο ειδήσεων»)
Στην καρδιά του φύτρωσε ένας στίχος,
Εκεί που νευρικά χτυπούν οι καμπάνες της πόλης
Και τα συνθήματα μιλούν τη γλώσσα ανορθόγραφα, σαλιώνοντας τις λέξεις.
Περπατάει πιο αθόρυβα ο χρόνος εδώ.
Περιμένοντας ξεβάφει ο φόβος.
Φεύγουν με τα χειρότερα πλεούμενα οι μέρες.
Πνιγμένος είσαι. Μια ουλή της θάλασσας.
(«Το μήλο της γνώσης»)
Κάποιες κουβέντες αυτομολούν πάντα στη σιωπή.[…]
Το μαύρο έχει για τεχνητή καρδιά ένα κοτσύφι,
που μιλάει αντ’ αυτού και τραγουδάει αντ’ αυτού[…]
Μια υγρασία καλοκαιριάτικη το παράλογο.
Που στέλνει στο μυαλό του ένα στρατό ξυπόλητων λέξεων.
(«Πορτραίτο σε σταθμό»)
Και τα Χριστούγεννα πάντα εκεί, αριθμημένα στις φωτογραφίες,
με τα ίδια χαμόγελα και τα ίδια πταίσματα στοιχειώσαμε τα πάντα. […]
Μέτραγε.
Κι ο χρόνος την ξέχασε βουβή σε μιαν άκρη.
(«Περιγραφή μιας πτώσης»)
Μετά χωρίς να ερωτηθεί ο ενδιαφερόμενος
βλέμματα θα περπατήσουνε τις ρυτίδες του και τις πληγές του.
Κι ύστερα όλοι θα διασχίσουν τον χρόνο
όπως διασχίζουν τον δρόμο.
(«Αιφνιδίως»)
Έσφαξα το παρελθόν,
γέμισε η αυλή με αίματα
και ασήμαντες λεπτομέρειες.
Άλλη εκδοχή δεν υπάρχει.
(«Άτιτλο»)
Μια μικρή παύση
ανάμεσα σε δυο ανθρώπους,
στη σκιά της γλείφεις τις πληγές σου, […]
Έτσι είναι σε μια αφόρητη λύπη.
Στεγνώνει το δέρμα της ψυχής, το δέρμα των ονείρων.
(«Τις νύχτες κλειδώνει η λύπη και φεύγει»)
* “Στρατός ξυπόλητων λέξεων”, εκδόσεις Βακχικόν.







