e.e.cummings, Ποιήματα

1.
όταν ο θεός αποφάσισε να επινοήσει
τα πάντα πήρε μια
ανάσα μεγαλύτερη από τέντα τσίρκου
και τα πάντα ξεκίνησαν

όταν ο άνθρωπος αποφάσισε να
καταστρέψει τον εαυτό του ξεχώρισε
το ήταν του θα και βρίσκοντας μόνο το γιατί
το συνέτριψε στο επειδή μέσα

2.
Γεια σου είναι αυτό που λέει ένας καθρέφτης
είναι η παρθένος που λέει Ποιος
και (δίχως να ακουστεί κάποιος) απαντάει
με βιασύνη εγώ πρέπει εσύ να είμαι

ποτέ καμιά ηλιαχτίδα δεν λέει ψέματα

μπαμ είναι το νόημα του όπλου
είναι ο άνθρωπος που εννοεί Όχι
και (κάτι ναι βλέποντας) θα χαμογελάσει
με πόνο Εσύ έτσι κι έτσι

οι πραγματικοί πόλεμοι δεν κερδίζονται ποτέ.

3.
πλέ
όντας σε κάποιο
θα το πω λυκόφως

θα δεις

μια ίν ^
-τσα
ενός αν

&

ποιος
είναι
)
όσο προχωράει το όνειρο
Τόσο

γίνομαι παραπάνω
απ’ όσο φαντάζεσαι.

4.
σ’ αρέσει νομίζω «

μια φράουλα
χτυπάει κλείνοντας
αυτόν τον γαλανομάτη κόσμο (πάνω
στον οποίο υπάρχουν χειμερινά

χερούλια πόρτας

κολλημένα) βουτάει προς τα πάνω
κυνηγημένη από το κουνάμενο
ψιθυριστό της σώμα και
Σχεδόν

έτσι δεν είναι (αρπαγμένα στους

ουρανούς του μορφασμού) τα
λουλούδια μου» (ο ταπεινός
άνθρωπος πιο γέρος από το
φως του ήλιου με καράβια πιότερα

από όνειρα χέρια που

προσφέρουν νάρκισσους) είναι ξανά κάτω
μα ποιος ανυψώνεται
μέσα από
ένα απολύτως όμορφο τόξο

«το σπίτι μου στα ιόνια νησιά.

5.
σσσστ)
τα μεσημέρια
βγαίνουν έξω
όλα μαζί το σούρουπο
παρέα στέκονται κάτω από
ένα συγκεκριμένο δέντρο και όλα
μαζί ανασαίνουν φωτεινό σκοτάδι
όλα μαζί αργά

πολύ μαγικά χαμογελούν και αν

δεν είμαστε υπέροχα προσεκτικοί πισ
τέψτε με ανάμεσά τους θα κατηφορίσουμε εγώ
κι εσύ σ’ αυτούς τους ατομικά απεριόριστους
που μιλούν πολύ ήσυχα όλοι μαζί
θαυμάσιους πολίτες
της σιωπής.

*Από το βιβλίο “ε.ε. κάμμινγκς ποιήματα”, Εκδόσεις Ηριδανός, 2007. Εισαγωγή – επιλογή – μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Αργύρης Χιόνης, Ποιήματα

ΙΗ’

Τό σχετικό κορμί σου δέν μπορεί
Τόν ακατάσχετο νά σταματήσει καταρράχτη
Των ήμερων
Στενό τό στέρνο σου αδύναμα τά πόδια
’Αδύναμα τά πόδια κι ασταθή
Κι όσο κι αν προσπαθεί ν’ άντισταθεί
‘Η ψυχή σου
Πάντα ή ροή των ημερών νικά
Έρμαιο κούτσουρο αφήνεσαι στό ρεύμα
’Αφήνεσαι στό ρεύμα καί κυλάς
‘Ώσπου νά προσαράξεις στόν πυθμένα
Τού καιρού
Πυθμένα άπό άμμο καί χαλίκια
Άμμο καί χαλίκια πού ήταν βράχοι
Κάποτε

ΙΘ’

Ή τριβή
Ή τριβή του βότσαλου στήν όχθη
Ή τριβή του ήλιου στήν κόψη τοΰ βουνού
Ή τριβή της καρδιάς στήν άγρια επιφάνεια τοΰ καιρού
Ή τριβή της στιγμής πάνω στήν αιωνιότητα
Ή τριβή τοΰ έρωτα πάνω σέ νοικοκυρεμένα κρεβάτια
‘Η τριβή της συνύπαρξης
Ή συντριβή

K’

Όλοένα καί φθείρεται ή αύγή
Ώ πόσο γρήγορα πόσο άμετάκλητα φθείρεται ή αύγή
Όλο καί πιό χλωμή ξυπνά όλο καί πιό ρυτιδιασμένη
Σακουλιασμένα μάτια στόμα πού βρομάει πτώμα
Γόνατα πού λυγίζουνε πού τρέμουν
Πού δέν μπορούν νά τήν κρατήσουν πάνω άπ’ τόν ορίζοντα
Μισεί τόν ήλιο σάν βρυκόλακας μισεί τό φως
Τραβάει πάνω άπ’ τό κεφάλι της τά σύννεφα
Καταπίνει αναρίθμητα παυσίπονα υπνωτικά ναρκωτικά
Πέφτει σέ κώμα
Όλο καί πιό συχνά πέφτει σέ κώμα
Κι ή νύχτα πού καραδοκεί κερδίζει έδαφος

*Από τη συλλογή “Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη”, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Η φωνή της σιωπής” Ποιήματα 1966-2000”, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2006.

Ρογήρος Δέξτερ /Σχεδίες, Έξοδος Ή Ο σαλός στο δάσος με τα παραμύθια (Β’)

Με ααα και ωωω και άφθονα χάχανα
Σανίδωνα το σκαραβαίο στην ανηφόρα
[Σα να γεφύρωνα φανταστικά το χάσμα
Ανάμεσα στα Κατάδουπα και τα Γάργαρα Άκρα]
Κι εκείνη δίπλα μου
Όπως θα γελούσαν 2 ήλιοι και 4 φεγγάρια
Ή σαν ξέσπασμα εκατό κιθαρισμών
Σε φα μείζονα στην ποταμιά• γέλιο κρυστάλλινο
Αν κοιμηθώ
Να κυλάς σε αφουγκράζομαι μέσα μου
Στο κολύμπι τού ύπνου των ονείρων.Ξέρω
Τί θα σκεφτόσουν
Αν αύριο με διάβαζες
Και τί θα πουν τώρα
Γνωστοί και άγνωστοι• αλλά
Σκοτούρα μου μεγάλη οι αιχμές τους
Και οι νουθεσίες και οι επιμελείς διορθώσεις
Και τα φαρμακερά τους παρατράγουδα
Για τα σεντόνια που σκαρώνω.Πνίγονται οι πιο πολλοί
Μέσα στην πίκρα τής χολής τους
Ενώ μπαινοβγαίνω στο δάσος
Όπου οι φωνές των πουλιών
Τρυπώνουν στοργικά στα ρούχα
Τραγουδώντας για μας το δικό τους τραγούδι•

Γιώργος Ιωάννου, Τα ηλιοτρόπια των Εβραίων

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Κάθε φορά που τρίζει η σκάλα μας,
«λες να ’ναι αυτοί επιτέλους;» σκέφτομαι,
κι ύστερα φεύγω και με τις ώρες
κατακίτρινα ζωγραφίζω ηλιοτρόπια.

Όμως αύριο ώσπου να ξεχαστώ,
την αίθουσα αναμονής το τρένο
απ’ την Κρακοβία θα περιμένω

Κι αργά τη νύχτα, όταν ίσως κατεβούν
ωχροί, σφίγγοντας τα δόντια’
«αργήσατε τόσο να μου γράψετε»
θα κάνω δήθεν αδιάφορα.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://eisvathos.blogspot.com/2019/08/blog-post_13.html Η φωτογραφία αναδημοσιεύεται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2013/05/18/%CF%84%CE%B1-%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B5%CE%B2%CF%81%CE%B1%CE%AF%CF%89%CE%BD/

William Carlos Williams, Ανοιξιάτικο τραγούδι

Όντας νεκρός
έχει κανείς πλεονέκτημα μεγάλο
σε σχέση με τους συνανθρώπους του —
μπορεί να ισχυριστεί κάποιος.

Έτσι λοιπόν,
η μυρωδιά της γης
να είναι πάνω κι από σένα —
ισχυρίζομαι

υπάρχει κάτι
δελεαστικά άγνωστο
κάποια ξεχωριστή διαφορά,
μια τελευταία αγάπη

να χωρίσει λόγω
των νεκρικών μας περιδέραιων, όταν
θα κείτομαι εντέλει
μες στο χώμα μαζί μ’ εσένα χέρι χέρι.

*Από το βιβλίο “Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς Ποιήματα”, Εκδόσεις Ηριδανός2007. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Ζωή Καραπατάκη, Διαπορώντας

Όταν ο βουνίσιος χείμαρρος
συναντιέται με τον καταρράκτη
το νερό μπορεί να υπερηφανεύεται
Ποιος άλλος έχει τη φωνή του
ποιος έχει τη φρεσκάδα του
ποιο μετάξι την υφή του
ποιος καθρέφτης τη γυαλάδα του
ποιος άλλος την ορμή του
ποιος την συνοχή του

Κανένας σοφός δεν κατέχει πιο καλά
το μυστικό του κόσμου
κανείς δεν κρατά έτσι κρυμμένο μέσα του
το λόγο της ύπαρξης
Καμμιά άλλη γλώσσα
δεν είναι πιο κοντά στο Σύμπαν

Η γλώσσα του νερού
είναι μια αδιάβαστη προφητεία
για έναν νέο τυχερό κάποια στιγμή
Τειρεσία

Χ. Π. Σοφίας., Ποιήματα

ΝΕΚΡΑΝΘΕΜΑ

Ἐχθὲς
δύο
ἐραστὲς
Σάββατο
βράδυ
ἡ
λύσσα
τῆς
γλώσσας
τοὺς
ἔφερε
μιὰν
ἀνάσα
πρὶν
τὸ
θάνατο

ΕΦΕΝΤΡΑ

Γυναίκα-μοναδικότητα πιθανοτήτων

Διαβάζεις τὰ ἀκρογιάλια μὲ τὸ σῶμα σου
Κάτω ἀπὸ τὴν κοιλιά σου ἡ προσευχὴ
τοῦ καλοκαιριοῦ
Ὁ ἐνεστώτας ποὺ συλλαβίζει
τὰ ἀστέρια

ΚΙΤΡΙΝΟ

Ἔπαψε νὰ μὲ παιδεύει
Τὸ χαμομήλι

Τώρα θρηνῶ τὸ κίτρινο
Μέσα στὰ μαλλιά σου

ΚΑΘΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΣΕΚΡΕΤΕΡ

Ἐχάθηκαν οἱ λέξεις
Ἐπάνω στὸ χαρτὶ ἔμεινε τὸ αἷμα τους

Καμία εἰκόνα μόνο κάτι λίγα
φοβισμένα μυστικὰ
Σὰν βελόνες δίχως νῆμα

Ἕνα κενὸ χορτασμένο καὶ ἀνθεκτικὸ
Νὰ γυρεύει νερὸ γιὰ τὶς σκιὲς
μὲ τὸ ἀθῶο σχῆμα τῆς καμπύλης

ΣΠΑΤΑΛΗ

εἶναι σπατάλη
οἱ λέξεις
στὸν ἔρωτα

*Από τη συλλογή “Ὁ ἔρωτας τῆς βροχῆς εἶναι παντοτινός”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2019.

Beatriz Hausner, Η ερώτηση

Δεν υπάρχουν πραγματικές ερωτήσεις 
γι’ αυτές τις απαντήσεις σαν σπιράλ
που χαμογελούν τη μελαγχολική
ηχώ τους διαμορφώνοντας την αιώνια
ερώτηση ψιθυριστά σε τραγούδι.

Ο αποκαμωμένος γραφέας περιστρέφεται.

«Επαναλάβετε την ερώτησή σας», εκείνη
ζητάει, μα η άκαμπτη
συσκευή ανάμεσα σε κείνη και τον
ανακριτή της γίνεται δέντρο
που οι αόρατες ρίζες του κινούν
τα μπράτσα και τα πόδια της, κλαδιά
τα οποία τελειώνουν σε άγκιστρα που ψάχνουν
μια απόκριση από ρολόγια
για πάντα κολλημένα στην ώρα.

Ο ερωτών επιστρέφει,
απαιτεί να μάθει επακριβώς
τον όγκο της διερώτησης στα
ύδατα που καθορίζουν τα σύνορα του έθνους του.
«Αυτή είναι η απάντησή σου», εκείνη του λέει,
λάμποντας, καθώς ανασταίνεται κάθε μέρα απ’ τη στάχτη
μεγεθυμένη κατά τους σιωπηλούς προγόνους της

βαριανασαίνοντας. Της γενιάς της
η απελπισία είναι ιερή και συντηρείται
από άρρητες αναμνήσεις που
ορμούν προς τα κάτω επιμηκύνοντας τα τριχοειδή της αγγεία
μουρμουρίζοντας και επιβραδύνοντας το άλεσμα
καθώς σκαλίζουν τα γράμματα στην πέτρα
και ανακοινώνουν έναν νέο κόσμο
εικόνων που αρθρώνονται με τα χείλη
σφιγμένο δέρμα που εξαναγκάζει το τραγούδι.

*Από τη συλλογή “Η ράφτρα και η ζωντανή κούκλα”, Εκδόσεις βακχικόν, 2019. Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη.

Γιώργος Δομιανός, από την “Πάσα Ανάσα”

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

μια νύχτα ονειρεύτηκε πως ήταν
κυπαρίσσι του Υμηττού
και το πρωί ξύπνησε ανθάκι στη μασχάλη της

και θέλω να σου μιλήσω

για τον σκύλο
με τα τρία πόδια
που όχι μονάχα
λησμόνησε
το πένθος της απώλειάς του
μα και έσβησε την ανάμνηση
του τέταρτου ποδιού

και τώρα
τριγυρνά
σαν λυμένη εξίσωση
ανάμεσα από
σακατεμένους ανθρώπους
που ’χουν
παραπάνω μπατζάκια
μπας και τους φυτρώσει
ένα
τρίτο πόδι

και θελω να σου μιλήσω
για τη νύχτα
το φτερούγισμα της νύχτας μέσα μου
της νύχτας που ανήκει
στις γάτες
στους αρουραίους
στους οδηγούς ασθενοφόρων
στην αγρύπνια των γραφείων κηδειών
της νύχτας του δαγκωμένου φεγγαριού
της υπερκινητικής νυχτερίδας
του γνωστικού τρελού
της αγιολάγνας πουτάνας
της απόχρωσης που ’χει η υγρασία στο ταβάνι
του παπουτσιού στη μέση της Μεσογείων
της νύχτας που αναγνωρίζει τον βιαστικό της θάνατο

της νύχτας που είναι:
πεταλούδα
σκουλήκι
σεισμός
Χύσι
μεταλλικός οργασμός

της νύχτας που παραπατά
σηκώνεται και ξεπουλάει ένα-ένα τα λεπτά της
στο όνομά μας

της νύχτας που γυρνά την πλάτη της στον ήλιο και κατουρά
στην ταράτσα τη βεβαιότητα στα μούτρα

της νύχτας μας
της δικιάς μας νύχτας.

και θελω να σου μιλήσω
και να σου πω
πως κατά πάσα πιθανότητα
ζούμε.

*Από τη συλλογή “Πάσα Ανάσα”, εκδ. Υποκείμενο, Δεκέμβριος 2016.