Νίκος Α. Κατσικάνης, Λαιστρυγόνες

Εις μνήμην Έκτορος Κακναβάτου

Εσύ
το διαφορικό της εξίσωσης
που ανατινάχτηκε.
Εσύ
το διηνεκές πάνω από ακραίφνια στάχυα
που αναγνωρίζουν ως άπειρο τη θάλασσα
του Λιβυκού και τις Σποράδες
με την ευαισθησία των μπαρμπουνιών.
Καθώς πνιγότανε ο άσος στο κοβάλτιο
Χιλιάδες στήμονες ενταφιάστηκαν
σε μια γη που το κόκκινο χώμα
σκόνιζε Λαιστρυγόνες
και νοτικά νάκλια.
Μεσάνυχτα μας προσπέρασε
Βραδυφλεγής ο αμφίβραχυς.

*Από τη συλλογή “Εγχειρίδιο μικρών θανάτων”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2017.

Ρομπέρτο Μπολάνιο, Ανάσταση

Η ποίηση μπαίνει στο όνειρο
όπως ο δύτης σε μια λίμνη.
Η ποίηση, πιο τολμηρή απ ’ τον καθένα
μπαίνει και πέφτει,
σαν μολύβι
σε μια λίμνη άπατη όπως το Λοχ Νες
ή θολή και άτυχη όπως η λίμνη Μπαλατόν.
Παρατηρήστε τη από το βυθό:
Ένας δύτης
αθώος
τυλιγμένος στα φτερά
της θέλησης.
Η ποίηση μπαίνει στο όνειρο
όπως ένας δύτης νεκρός
στο μάτι του Θεού.

*Από «Τα ρομαντικά σκυλιά», μτφρ. Κωσταντίνα Παναγοπούλου-Pérez.

**Το ποίημα και τη φωτογραφία της ανάρτησης, του Ralph Gibson, τα πήρα από τη σελίδα της Mαρίας Θεοφιλάκου στο facebook.

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Τα μπλουζ της μεσαίας οδού

Εδώ τεντώνουν συρματόσχοινα οι φερέλπιδες ακροβάτες-
-εδώ γκρεμοτσακίζονται οι ισορροπημένοι εξισορροπιστές
εδώ τα δούναι και λαβείν, τα αναχώματα, οι λάσπες, τα προσχώματα
εδώ οι αρτινές γεφυρώσεις-
-οι διαμεσολαβητές εδώ μεσολαβούνε-

εδώ εντέλλεται ο αρμόδιος κι επιτελείται ο αναρμόδιος
-εδώ θριαμβεύει ο ύστερος και λάμπει ο πρωθύστερος
εδώ το τερματίζει ο στερνός-

«το ξύλο από το οποίο είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος είναι γεμάτο ρόζους
και δύσκολα παίρνεις από αυτό ίσιο δοκάρι»

εδώ προπονούν οι ευσεβείς τον σεβάσμιο σεβασμό τους-
εδώ τα άντερα όλων των προστακτικών-
-εδώ η αιμοκάθαρση, το σμπαραλιασμένο νεφρό σου
εδώ τα φύκια σας- εδώ κι οι μεταξωτές μας κορδέλες

εδώ τα καθημαγμένα κουτάβια, η αιωρούμενη απειλή
κι ο άψογα προγραμματισμένος μπόγιας-
εδώ τα υποτακτικά περιλαίμια, η μασημένη δωροεπιταγή-
τα νέφτια του εντολέα-
εδώ οι κατάρες κάνουν γκελ κι αθρυμμάτιστες
επιστρέφονται στον αποστολέα—

εδώ επαναπροσδιορίζεται ο επαναπροσδιορισμένος-
εδώ ο προορισμένος ανακαλύπτει τον σκυμμένο του προορισμό-
εδώ γνέθουν τα φερέφωνα τα κρόσσια της κραυγής τους-
εδώ τα θυμιάματα, τα κόλπα και τα θαύματα
εδώ που ο σκοπός λιβανίζει τα μέσα-

δεν έχει πεύκα εδώ, λεύκες, ιτιές, κληματαριές ή ψιλόλιγνα κυπαρίσσια-
εδώ τα χαμόθαμνα υποδύονται τις καιόμενες βάτους
-οδύρονται με χρησμούς, σφαδάζουν με παναγίες-
-εδώ ο αυτοεκπληρούμενος κάνει εντατικά
φροντιστήρια στις προφητείες-

«πάντα γλιστράνε και σου φεύγουν μέσα από τα δάχτυλα
οι άπειρες ζωές που όλο αλλάζουν»

εδώ λυσσομανάνε τα τηλέφωνα, εδώ που κουδουνίζει ο αέρας-
εδώ η ομαλή διαδοχή, η αψεγάδιαστη συναλλαγή
εδώ το κατεψυγμένο μας μαριδάκι-

εδώ αναμετράται η αναμέτρηση με την αναβολή-
-εδώ οι συγκρουσιακοί αναβάλουν τη σύγκρουσή τους-
εδώ ο «ριζοσπαστικός ανθρωπότυπος» -βούτυρο στο ψωμί
του κάθε πεφωτισμένου ορνιθολόγου-

εδώ οι κότες και τα αυγά, εδώ οι χνουδωτές απορίες-
εδώ η τετράγωνη λογική, εδώ ο καρβουνιασμένος της κύκλος-
πεσιμισμός-ορθοδοξία-ελληνισμός: εδώ η ξέπνοη στέρνα

εδώ «το τίμημα του αποπροσανατολισμού», τα κίτρινα ένθετα
κι η πολυκέφαλη σμέρνα
το θάμβος του φθόνου εδώ -η προτομή του Κρέοντα
και οι συμφέρουσες ανταύγειες της Νικολέτας-
-εδώ η πειραγμένη εξάτμιση – το μαύρο χιόνι σου
ο άταφος χρονοπόνος σου -εδώ το χαμένο ρεπό σου-

εδώ η καταμέτρηση και ο συνωστισμός-
εδώ το ποδοπάτημα κι η οικονομία στις σφαίρες

«όρθιοι στα κράσπεδα μες στο ψιλόβροχο γεμίζουμε τα βρεγμένα πεζοδρόμια ώμο με ώμο
σιωπηλοί και ωχροί κοιτάζοντας τα φέρετρα με μάτια τρομαγμένα»

εδώ ο προσιτός αμμόλοφος για ν’ ατενίζεις
-ναυάγια στ’ αριστερά-
-ναυάγια στα δεξιά—

κι ανάμεσα κι ολόγυρα αυτούς που επιπλέουν
-μέρα με την ημέρα-

περιχαρείς κι ευγνώμονες που ακόμα δεν έχουν πνιγεί
προσμένοντας το συνεργείο διάσωσης
να καταφτάσει πανηγυρικά
πάντοτε

από «εκεί——————————————————————————-πέ ρ α»

*Από τη συλλογή “Οδός Ρόδων”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάιος 2018.

Φάνης Παπαγεωργίου, Δύο ποιήματα

ΠΑΙΔΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Είχε δέκα μικρά νήματα
για να ρίχνει δίχτυα
να τα περνάει σε βελόνα
και να συγκρατεί τα πόδια

Είχε δέκα μικρά καρούλια
για να μπαινοβγαίνει σε ρολόι
να λογαριάζει το καλοκαίρι
και να μεταθέτει τα χέρια

Ήταν εν ολίγοις
θεριζοαλωνιστική μηχανή
ίσως και αργαλειός
ή και παραγάδι

Εν πολλοίς
φύτευε
ξήλωνε
πέταγε στη θάλασσα τα ψάρια

Πέτρα ή πετραδάκι
κάβουρας ή καβουράκι
πάει καιρός
που γνώριζε τον κόσμο
μεγάλος
σαν αχινός

***

ΠΑΙΔΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Του είπε, αν με αγαπάς
θέλω
να περάσεις το βλέμμα σου
από μέσα μου

κι αυτός για να συγκεντρωθεί
της ζήτησε να κλείσει τα μάτια
έβγαλε το αριστερό
κι ύστερα το άλλο

και έριξε βόλους
πέρασε το ένα κάτω από τα πόδια της

παίξανε τυφλόμυγα

*Από τη συλλογή ‘Διώρυγα μεταξύ νεφών”, εκδ. Θράκα 2018.

Λίνα Φυτιλή, Δύο ποιήματα

Σοφά λόγια

Όποιος κρατάει
το βουνό
έλεγε η μάνα μου

κρατάει τη χώρα

τα ίχνη της νύχτας
τον ήχο της παλιάς
καμπάνας
στην κοιλιά του

κι όλες εκείνες
τις τρελές σκιές
των προγόνων

που – έναν αιώνα
τώρα-

στοιχειώνουν
την κορυφογραμμή

***

Σπάνιο φως

Κι οι λάμπες κάποτε

θα αστράψουν 

από έρωτα

με χέρια σπλαχνικά
ενθυμούμενα

της μάνας μου 

το χάδι.

Βουνά και θάλασσες

αίφνης,

θα τα χάσουν

με τούτο τον εξαγνισμό

*Από τη συλλογή “Ισόβιο πρόσωπο”, Εκδόσεις Μελάνι 2018.

18

Μαρία Αγγελοπούλου, από την “Απουσιολόγο”

10
Στην ειδικότητα
κούραρα έναν ασθενή
μανιακό

Έγραφε ποιήματα
Για ‘μένα,
Σε άδεια πακέτα τσιγάρων,
Σε ‘μένα
Τα ‘δινε
Μόνο.

Πήρα πτυχίο
Και πήγα να τον αποχαιρετίσω.
Τον αγκάλιασα.
“Να σε φιλήσω;”
“Ναι”
“Στο στόμα, στο στόμα” φώναζαν οι τρόφιμοι.
“Όχι, δε σε φιλώ στο στόμα”.

Με φίλησε στο μέτωπο.

***

11.

Υπήρξε αναχωρητής.
Ως αθάνατος
βαρέθηκε τελειότητα
ως θνητός
κανονικοποιήθηκε με επιτυχία.

Θάνατος
μαδώντας τον,
καρφώνει αράχνες στα μάτια
αυτές που δαγκώνουν
γνέθουν, στις κόγχες τους, ιστό.

“Τυφλέ”
Φώναζαν οι φίλοι του.
“Τυφλέ,
οι άνδρες δεν κλαίνε”.

***

12.

Στο ενδιάμεσο του χρόνου της
ο χρόνος σταμάταγε
δίχως οίκτο, αθεμελίωτα.

Πάντα, φορούσε γυαλιά ηλίου
και πάντα -όταν τα έβγαζε-
έβλεπες τα μάτια της κόκκινα
μ’ ένα μαύρο τόξο κυκλικό
γύρω απ’ την κόρη.

* “Η απουσιολόγος”, εκδόσεις Θράκα, 2016.

Ηλέκτρα Λαζάρ, Στα προάστια

Εδώ το χώμα ασύρματος
Οι άνθρωποι μισές ζωές
Τα μεσημέρια οδύνη
Τα παγκάκια χώρες κλειστές
Τα πουλιά μαρμάρινα
Οι βελανιδιές νυκτόβιος τρόμος
Οι ίσκιοι παράθυρα
Οι γάτες αιώνια λύπη
Οι πιλοτές δαγκωματιές
Η δυστυχία καλλωπισμένη
Κι ο θάνατος θάνατος

*Από τη συλλογή “Άγια Νήπια”, εκδ. Άπαρσις 2019.

Χρήστος Μαρτίνης, από “το ξένο φως”

7.
ακίνητο το σώμα μου και προσημειωμένο τα χέρια μου
τα δάχτυλα σάρκες εις χείρας τρίτου η γλώσσα μου
τα μάτια μου τα νύχια μου το σπέρμα όλα καταχωρήθηκαν σε
χωριστή μερίδα τα δάκρυα ρυθμίστηκαν σε βάθος τριετίας η
γλώσσα μου στη Ζάκυνθο στον Έβρο το συκώτι οι πνεύμονες
τινάζονται στον ήλιο της Αθήνας το γέλιο μου τοκίστηκε
σε ωριαία βάση αιτήθηκα πρωτόκολλο κοινό για το κορμί
μου οι υπεύθυνοι αρνήθηκαν λόγω νομολογίας μού τόνισαν
κύριε το σύστημα δεν το υποστηρίζει τις εγκυκλίους μού
έφεραν μού έδειξαν αποφάσεις χίλια εκατό του έβδομου
κάθετος δυο χιλιάδες εικοσιπέντε είκοσι του ενενήντα πέντε
κι όσο στεκόμουν στην ουρά κομμένος σε κομμάτια έψαξαν
προσημείωσαν τα έντερα τη σπλήνα το αφρισμένο σάλιο μου
τις σηκωμένες τρίχες τακούνια χαρτοφύλακες πατήσαν στη
χολή μου σφράγισαν τις ανάσες μου με στρογγυλή σφραγίδα
και με αρχειοθέτησαν ως πράξη τελική

*“το ξένο φως”, εκδ. Υποκείμενο, 2017.

Αντώνης Μπουντούρης, Η χώρα μυρίζει θειάφι

Παραδοθήκαμε σε δανειστές και σε τουρίστες.
Θρυμματίζεται η ζωή το καλοκαίρι.
Οι παλιές δροσερές μας αυλές
γίναν στολιστικά για γάμους Ασιατών.

Φώλιασε και θέριεψε
ο ψεύτικός μας εαυτός.

Δε βρίσκουμε χρόνο ούτε για προσκύνημα
στα κοιμητήριά μας.

Τ΄αγιοκάντηλα στα ξωκκλήσια ανάβουν για
τις ανάγκες της φωτογράφισης.

Οι αψιές νησιώτικες φωνές
μοιάζουν όλες γυναικείες.

Στ΄απόφεγγο όλα δείχνουνε πιο μαύρα.

Κουρασμένα ματόφυλλα
Μάτια που δε βλέπουν.

Γιώργος Δομιανός, από την “Πάσα Ανάσα”

ΕΙΣΟΔΟΣ
μη μιλάς· σταμάτα λίγο. έχεις ακούσει πώς αναπνεέει η
θάλασσα; έχεις πέσει μεσα σε γκρεμό ανθρώπου; το κόκκινο
έχεις καταφέρει να το μυρίσεις; σε έχει ερεθίσει θρήνος; έχει
πεταχτεί απογευματινός ήλιος μεσα από την τσάντα σου;
έχεις πρωτοφιληθεί σε κτελ; έχεις μαραζώσει γιατί μπαίνει η
άνοιξη; έχεις κλάψει χωρίς μάτια; εχεις παρακαλεσει τη σκιά
σου να σταματήσει να είναι τόσο γρήγορη; έχεις αλληλομισηθεί
με ποίημα; έχεις απαντήσει στις φωνές; τον θόρυβο, έχεις
προσπαθήσει να τον σφάξεις; τον θόρυβο, τον θόρυβο, τον
θόρυβο, τον θόρυβο

εγώ
που πριν ξαπλώσω

γεμάτος αποσπάσματα
θα κλείσω
το παράθυρο
να φυλακίσω
το μακέλεμα,
να γίνω τελετάρχης
του μνημοσύνου
του θαύματος

δε γνωρίζω ποιος είμαι

τέσσερις και είκοσι πέντε προ μεσημβρίας

*“Πάσα Ανάσα”, εκδ. Υποκείμενο, Δεκέμβριος 2016.