Τάκης Βαρβιτσιώτης, Οκτώ ποιήματα

ΑΜΦΙΒΟΛΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Αμφίβολη κυριαρχία της θάλασσας
Που κάποτε σπινθηροβολεί
Μια λάμψη ξετυλίγοντας
Θεϊκή
Και που άλλοτε πάλι
Κατάφορτη από βιολέτες
Σχεδόν μελανή
Σαγηνεύει το θάνατο

ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ ΜΑΝΤΑΛΟ

Σκουριασμένο μάνταλο
Μιας πόρτας που έκλεισε
Και πιά δεν ανοίγει
Πόσο με συνεπαίρνεις!
Κι εσύ πρωτόφαντη ηλακάτη
Που αποσυνθέτεις
Των ονείρων μου τη συναρμογή
Και ύστερα ξαναϋφαίνεις
Μιαν ιριδόχρωμη λαμπηδόνα
Για να με στολίσεις
Την ύστατη στιγμή

Η ΠΟΙΗΣΗ

Οι ίδιες εποχές τα ίδια όνειρα οι ίδιες πληγές
Η ποίηση παραμένει πάντοτε αδυσώπητη
Η ποίηση σωριάζει τίς σκιές
Τη μια σκιά πάνω στην άλλη.

ΟΜΟΡΦΗ ΚΑΤΑΞΑΝΘΗ ΠΑΙΔΟΥΛΑ

Για χάρη αυτής τής όμορφης
Κατάξανθης παιδούλας
Θα σπαταλούσα ολόκληρη τη ζωή μου
Πασχίζοντας να εξερευνήσω
Τη μουσική πτυχή εκείνη
Που εκτείνεται ολοένα
Έως την άκρη από τα βλέφαρά της
Να θαυμάσω την απόλυτη διαφάνεια των ματιών της
Όπου τόσα
Εκπληκτικά ναυάγια
Ευδοκιμούν
Ενθύμια μιας υπέρλαμπρης γιορτής
Μα τώρα περασμένης
Συντρίμματα από λέξεις που έχουν πιά λησμονηθεί
Ανεπαίσθητοι ψίθυροι χιονιού

ΟΙ ΥΠΝΟΒΑΤΕΣ

Οι υπνοβάτες όπως και οι ποιητές φοβίζουν τους ζωντανούς
Υπάρχει μια νέα παράξενη χώρα που επισκέπτονται
Από νερό κοχύλια και κοράλλια και γαλάζιο ουρανό
Στολίζουνε τίς νύχτες τους μ’ έναν απίθανο αστερισμό
Τα παιδικά τους χρόνια αναθυμούνται κι έρωτες πεθαμένους
Ταξιδεύουν με μια λέμβο μικροσκοπική μέσα σε θάλασσα τρικυμισμένη
Και με τα χέρια τους δεμένα παραδίνονται στο μυστήριο

ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Ακόμα και η θάλασσα
Λαμποκοπά μενεξεδένια
Κι από τη στάχτη
Ξεχειλίζει μια φωτιά
Πού στεφανώνει τίς παρυφές της
’Ενώ εκείνος
’Εξαφανίζεται
Μες σ’ έναν δρόμο σκοτεινό
Που πια δεν έχει γυρισμό

ΜΙΑ ΘΛΙΨΗ ΑΚΑΤΑΜΕΤΡΗΤΗ

Μια θλίψη ακαταμέτρητη
Να περιφέρεται άραγε
Μέσα στη νύχτα των ματιών της
Σαν πάχνη αδιόρατη
Ή μόνο κάποια μελωδία
Που μόλις ακούγεται ενός άλλου κόσμου;

Μήπως λοιπόν είχα μεθύσει από τον έρωτα
Κι αλήθεια χόρεψα χωρίς να καταλάβω
Τον ανεκλάλητο αυτόν χορό
Ή μήπως μάλλον ονειρεύτηκα
Και τώρα ζώ μονάχα μες στην έκλαμψη
Μιας ανεξάλειπτης αθωότητας;

ΑΜΦΙΘΥΜΙΑ

Γιατί ’σαι σήμερα χλωμός;
Είναι που ακούμπησα στην άρπα σου
Τη λυπημένη

Γιατί ’σαι σήμερα χαρούμενος;
Είναι που διάβασα
Πως η αγάπη δεν πεθαίνει

*Δημοσιευμένα στο περιοδικό “Εντευκτήριο”, Τεύχος 72 Ιανουάριος.-Μάρτιος 2006.

Ντίλαν Τόμας, Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία

Νεκροί άνθρωποι γυμνοί θα γίνουν όλοι ένα
με τον άντρα στον αγέρα και το φεγγάρι στη χάση·
όταν τα οστά τους απογυμνωθούν και τα γυμνά οστά αφανιστούν,
θα ‘χουν άστρα στους αγκώνες και τα πόδια·
αν και τρελοί, θα είναι σώφρονες,
αν και θαλασσοπνιγμένοι, θα αναδυθούν ξανά·
αν κι εραστές χαμένοι, ο έρωτας δεν θα χαθεί·
κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.

Κάτω από τα στροβιλίσματα της θάλασσας
εκείνοι εκεί για χρόνια ανεμορδαρμένοι μα διόλου πεθαμένοι·
με τη μέγγενη να σφίγγει, με τις δυνάμεις να τους εγκαταλείπουν,
σε τροχό δεμένοι, μα δεν θα εξαντλούνται·
η πίστη μες στα χέρια τους θα σπάει στα δυο,
και τα μονόκερα δεινά θα τους διαπερνούν·
εντελώς σακατεμένοι μα δεν θα λιγοψυχούν·
κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.

Ας μην κρώζουν πια οι γλάροι μες στα αφτιά τους
μήτε τα κύματα να σκάνε με ορμή στις ακτές·
εκεί που άνθισε ένα λουλούδι κανένα άλλο
ας μην σηκώσει το κεφάλι στα ραπίσματα της βροχής·
αν και τρελοί, νεκροί σαν τα καρφιά,
κεφαλές ειδώλων οι ίδιοι θα αποκαθηλώνουν μαργαρίτες·
θα διαρρηγνύουν τον ήλιο μέχρι ο ήλιος να συντριβεί.
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.

Ε. Μύρων, Απνευστί

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Έχουμε αναφερθεί ξανά σε αυτοεκδόσεις, που είναι διαμαντάκια, καθώς πιστεύουμε ότι δεν είναι ο εκδοτικός οίκος, που δίνει αξία σε ένα βιβλίο, αλλά το περιεχόμενό του. Τελευταία βρίσκουμε αρκετά λιτά βιβλία, που κυκλοφορούν από τους ίδιους τους συγγραφείς και προωθούνται χωρίς την αρωγή κάποιου εκδοτικού.

Μια μορφή αυτοέκδοσης είναι και η οκτασέλιδη ποιητική συλλογή, που μας πρόσφερε ο Ε. Μύρων με τον τίτλο: «Απνευστί». Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι παρά την ολιγοσέλιδη έκταση, τα ποιήματα είναι αρκετά, καθώς το βιβλίο είναι σε μεγάλο σχήμα και η κάθε σελίδα περιέχει κάμποσα ποιήματα. Μοιάζει σα να έχουν γραφτεί απνευστί, αλλά δεν είναι έτσι γιατί για να γραφτούν τέτοια ποιήματα χρειάζεται σκληρή δουλειά. Τα ποιήματα της συλλογής είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο και διαπνέονται από εσωτερικό ρυθμό. Υπάρχει μια τέλεια οικονομία των στίχων χωρίς τίποτα το περιττό.

Ο Ε. Μύρων γράφει σύγχρονα ποιήματα κυρίως κοινωνικού και υπαρξιακού προσανατολισμού. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Εξέγερση», όπου η ανατροπή αφήνεται στα χέρια των παιδιών. Το παραθέτουμε ολόκληρο: «Κάθε πρωί / ακόμα λίγη μέρα / χαράζεται στο δέρμα. / Ας ελπίζουμε σε μια ανατροπή – / να φτιάξουν τα παιδιά / μια βόμβα από παραμύθι / που θ’ αφανίσεις τις ηλικίες.»

Πολλοί άνθρωποι σήμερα έχουν γίνει προσαρμόσιμοι. Ο ποιητής τους χαρακτηρίζει: «επίκαιρα οχήματα / της μάζας, του σωρού.», ενώ τους ανθρώπους, που δεν έχουν μέσα τους την ποίηση θα τους προτρέψει να μην ενοχλούν τους στίχους. Η τεχνολογία έχει αποξενώσει τον σύγχρονο άνθρωπο. Τα ρούτερ και τα καλώδια, που παρομοιάζονται με φίδια φέρνουν «μέρες κατηφείς συρρικνωμένες / στους κροτάφους.»

Θα θέλαμε επίσης να σταθούμε σε ένα ακόμα ποίημα της συλλογής, που το θεωρούμε χαρακτηριστικό και το παραθέτουμε εδώ: «Ευγένεια: Το «ευχαριστώ» ακούστηκε / μαζί με το συρτάρι / της ταμειακής. / Λες και το ένα κατάπιε τ’ άλλο…»

Συμπερασματικά, με την ποιητική του συλλογή «Απνευστί» ο Ε. Μύρων μας εισαγάγει στην ποίησή του, δίνοντάς μας ώριμα δείγματα της τέχνης του.

Κώστας Ρεούσης, Μπάμπης Λάσκαρις, Larry Cool, Παναγιώτης Θανασούλης, Τέσσερα ποιήματα από το “εν καμίνω¨

Κώστας Ρεούσης, Τάφρος

Μία εξωφρενική διείσδυση
Χαζεύει τα ακροδάχτυλα
Καθώς μάχονται να χορέψουν
Το ρυθμό της γραφίδας

Το σώμα ταλαντεύεται
Στο κενό να λαμβάνει
Τη συσπείρωση
Τροχισμένων νευρώνων

Ο θόρυβος κυματίζει
Τον ήχο του τείχους
Σαθρό επεμβαίνει
Απεικάζοντας φάσμα ψυχής

Πέρασμα άνυδρο καταπέλτη
Βιασμός ιδιώνυμος του τοπίου
Να γέρνει απόβλητο
Σε ώρα θανάτου στυφή

***

Μπάμπης Λάσκαρις, Τα τείχη της Νυρεμβέργης

Μετέωρη οχλοβοή.
Από την άλλη μεριά συσπειρούται ευρεία κατάκλιση.
Είναι που σου φιλώ τα χέρια
Σε κάθε γεύμα προγραμματισμένο
Όπως αρχίγραμμα στο μέτωπο.
Ορίζει δύο επίπεδα ο ουρανός.
Πάντοτε τα όριζε, ευγενικός ο σπόρος
Που επέλεξε τόση τόλμη παγκόσμια.
Τα δικά μου νεογνά μένουν ακόμη χωρίς γλώσσα,
Ένας άνεμος, γέννημα του φωτός-
Πώς να αντιδράσεις καρδιά της εσπέρας
Στο βάναυσο κρινάκι μιας αρτηρίας παράτολμης;
Ισαπέχουν άραγε τα φωνήεντα,
βγαίνεις από τα σχήματά σου ποτέ;
Στους δρόμους του μεταξιού
Τώρα ανάχωμα ξερό
Της υστερίας το κέλυφος.
Χωρίς δάκρυα, ελεήμον το άσμα σου
Ποιμένας πρόσκαιρος μιας ανεπαρκούς Μισαλλοδοξίας.

28-11-2017

***

Larry Cool, Το χρήμα

Ξυπνώ ένα πρωί καί βρίσκω τον ουρανό κτισμένο
Αναρίθμητοι κρυστάλλινοι θόλοι,
χιλιάδες ύάλινα πατώματα
Παγιδευμένα τα πουλιά,
προσκρούουν παντού καί πέφτουν νεκρά.

Βλέπω τούς πάντες να μετρούν χρήματα
βλέπω καί τή θεία μου,
ταριχευμένη με χαρτονομίσματα
«Τό χρήμα άνεψιέ, τό χρήμα!
Πωλήσαμεν τον ουρανό!»

Τό ξέρω ότι όλα είναι στο μυαλό μου
Πώς νά διαφύγω;
Όπου κι αν πάω είμαι ή φυλακή μου
Κρράκ!
μ’ έναν έκκωφαντικό τριγμό,
τό στερέωμα ραγίζει σε χίλια κομμάτια.

***

Παναγιώτης Θανασούλης, Σόλο 1

Τενεκεδένιε άγγελε, κοίταξε με, άκου
μη ρωτάς
παραδέξου το
δεν θα διασχίσεις πάλι τις ατέλειωτες χώρες
των τελωνείων.

Η προσωρινότητα έσπασε τις ραφές σου.
Αδυνατώ,
όσα λαδωτήρια κι αν έχω,
ναλιπάνω το σκουριασμένο σου χαμόγελο.

Ας κλείσουμε στο χειροκρότημα την απόσταση
που μας ενώνει.

Τενεκεδένιε άγγελε, ας χορέψουμε γι’ αυτούς
Με άρσεις τερατώδεις
Υφέσεις μαγνητικές
Κραυγές υπνωτικές.

Ας κυλιστούμε στις πριονισμένες ράγες
των ονείρων μας.

Πριν το φως χαράξει πάνω σου
το τελευταίο του φιλί.

*”εν καμίνω” (τέσσερις συνένοχοι), εκδ. Τυφλόμυγα, Αθήνα 2019.

Γιώργος Λίλλης, Στο σκοτάδι μετέωρος – Α’ Η Φωτιά

Πάνω στο λευκό μάρμαρο στάχτες·
τό τραπέζι στη βεράντα βιαστικά παρατημένο·
μιά μισοφαγωμένη φέτα ψωμί
χαρτοπετσέτες στο πάτωμα· ό καφές χυμένος.
Φωνές στο βάθος πίσω άπό τα άνοιχτά παράθυρα.
— Κοίτα τον καπνό. Δέν μοιάζει μ’ ένα δέντρο πού άποφάσισε
να ματαιωθεί κι άνυψώνεται;
— Έρχεται προς τα ’δω.
Φυσάει. Στο σανιδένιο πάτωμα
ή περσινή φωτογραφία μ’ όλους τούς συγγενείς·
ή σκηνή της συγκέντρωσης στήν αύλή
και τα χαμογελαστά πρόσωπα· ήλιόλουστη μέρα
ένός άρχαίου Σεπτέμβρη γαντζωμένου στο φιλμ
όπως παρασέρνει ό χρόνος ίδιος ποτάμι
τά γεγονότα και μερικά άπ’ αύτά πιάνονται σέ κλαδιά.
— Έρχεται προς τά ’δω.
— Τρέχα πάνω καί φέρε τις βαλίτσες. Πρέπει νά σώσουμε ό,τι μπορούμε.
— Τά χειρόγραφα, τις φωτογραφίες…
Τό σπίτι. ‘Ολόλευκο σάν μεγάλη πανεθνική σημαία.
Μέ τά δυτικά παράθυρα νά βλέπουν τή θάλασσα
καί τήν κάτω βεράντα παραδομένη στις τριανταφυλλιές.
Κι οΐ άνθρωποι τού σπιτιού.
’Επιρρεπείς στήν πράξη της ζωής
μ’ όλες τις δυστυχίες καί τις χαρές άπορροφημένες
στό μεγάλο χωνευτήρι
της πάλης μέ τό έφήμερο.
Σκηνές της καθημερινότητας πού παίρνουν
άλλες διαστάσεις αν τις κοιτάξεις
μέσα άπό τήν έπιφάνεια πού γυαλίζει
καί δέν σέ άφήνει νά δείς καθαρά
δίχως άντικατοπτρισμούς:
Τον πατέρα να χαϊδεύει τα φύλλα τής έλιάς μέ μια αδημονία
για τη μελλοντική σοδειά.
Και ή μικρότερη κόρη να παίζει στο πίσω μέρος τοϋ κήπου
μέ τις λεπτές φωτοσκιάσεις και τα μυστήρια άρώματα
των πεθαμένων φρούτων
τον άνεμο να προσπερνά τα ξανθά της μαλλιά και να χάνεται στις φυλλωσιές·
ένας άλλιώτικος κόσμος τόσο κοντά στην πραγματικότητα.
Ό μεγάλος άδερφός στο σαλόνι διαβάζει ένώ ή μητέρα μαγειρεύει.
Κι ή άλλη ή κόρη νά κάθεται στο μάρμαρο σκεφτική.
Έφηβη, νά πειράζει άφελέστατα τό στήθος της
κανοναρχεί στο σούρουπο νεότητα
μπαίνει τό κορμί κάτω άπό καταρράχτες
παραδίδεται στη δροσιά.
Κι όλα αύτά λίγες ώρες πριν πάρει ή νύχτα τη ρεβάνς μ’ όλα τά άστρα
ολόφωτες πετρούλες στην άκρη τοϋ μαύρου
λίγες ώρες πριν ξεσπάσει ή φωτιά άπό τό άπέναντι δάσος
—έτσι ξαφνικά και άνεξήγητα— όπως
όλα κι άλλάξει ή τροπή τής καλοκαιρινής ησυχίας.
Τόσο γρήγορα τό άπρόοπτο εισχωρεί στο καθιερωμένο και τό λεηλατεί.
Κι ας νόμιζαν πώς τό είχαν κατακτήσει. Χά!
Τί ώραία ψευδαίσθηση νά πιστεύεις
πώς όλα έχουν κατακτηθεί. Μιά κίνηση μόνο
φτάνει κι είσαι ριγμένος στο πάτωμα
μέ την κάννη στραμμένη καταπάνω. Τόσο άπλά
τόσο γρήγορα.
— Έφτασε στον πίσω κήπο. Τρέξτε. Δέν μένει πιά χρόνος.
— Κι ή κούκλα μου πού είναι πίσω στην κούνια;
— Δέν γίνεται πιά νά πάμε πίσω.
— Και ή κούκλα μου θά πεθάνει;
— Δέν πεθαίνουν οί κούκλες.
Μόνο οί άνθρωποι.
Ρυτιδώνουν παράξενα και χάνονται.
Ή άλλοτε έντελώς ξαφνικά
σβήνει τό φως και μένουν έκτεθειμένοι
στο άπέραντο σκοτάδι πού κυοφορούν. Κι όμως.
Ό κόσμος είναι άκόμα έδώ. Ό ήλιος συνεχίζει να πιάνεται
άπό τις ώρες καί να σκαρφαλώνει προς τη νύχτα
καί τα λουλούδια στον κήπο συνεχίζουν να σκορπούν ομορφιά. Ναί.
Ό κόσμος είναι άκόμα έδώ.
Καημένε Άδάμ ήταν ό πειραματισμός
της γεύσης πού σέ θανάτωσε. Τής γεύσης
τού μή-χρόνου, τής άπόλυτης αίσθησης τής αιωνιότητας
κι ή παρακμή τέλος τής κίνησης αύτής προς τό άμετάκλητο όπου άγγίζοντάς το
δηλητηριάστηκες μέ φθορά.
Τό σπίτι σέ λίγο θά παραδοθεί στή φωτιά.
Θ’ άπομείνει ή στάχτη
πάνω άπό κάθε έπιδίωξη σταθερότητας·
μνήμες άποστεωμένες
μνήμες κόκαλα άθαφτα σέ άγρια έρημιά.
Μ’ όλες τις ύλικές κατακτήσεις
νά χωρούν σέ μία χούφτα
δίχως χρησιμότητα.
Ένα τίποτα βαθιά μπηγμένο στή σάρκα
—άνίκανος νά σώσεις καί νά σωθείς— σκύβεις
καί ζητάς άπό τή μονιμότητα συγγνώμη.

*”Στο σκοτάδι μετέωρος”, εκδ. Μελάνι, Ιούνιος 2003.

Πελαγία Φυτοπούλου, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΔΟΝΤΙ ΠΟΥ ΔΑΚΡΥΖΕΙ

από τότε
που έκλεισαν τις πόρτες
μιλάω μόνη
και μου απαντούν χιλιάδες
νοσηρά κλαδιά
οι λέξεις ανοιγοκλείνουν
το στόμα μου
χωρίς τη θέλησή μου
κι εγώ αναπόφευκτα
σαλιώνω το δέρμα τους
σημαδεύω κόκαλο
οι χιλιάδες παίρνουν τη θέση τους
στο στρογγυλό γυάλινο πάρκο
κάθομαι τελευταία
το κόκαλο στη μέση
μοναδικός ήχος το δόντι που δακρύζει

***

ΑΥΡΙΟ

μια μέρα θέλω
όλες οι λέξεις
να πέσουν στον γκρεμό
να βρουν το πτώμα μου
αχ, πόσο το θέλω
όχι, δεν περιμένω γρήγορη αναγνώριση
οι πέτρες μαλάκωσαν το κορμί
η βροχή άσπρισε το δέρμα
ο σκελετός μου είναι η διαθήκη του Γιόρικ
αχ, πόσο το Θέλω
να φορέσετε την καρωτίδα μου δαχτυλίδι
τώρα Θα μου πεις
ποιος τρελός
επιδιώκει κάτι τέτοιο
εκείνος που
δεν θέλει η ταυτότητά του
να προμοτάρει την ιδιοκτησία σου
κι αν βρίσκεις κάποια
αμφισημία στις προθέσεις μου
εξελικτικά θα διαπιστώσεις
πως το χώμα που κείτομαι σήμερα
αύριο θα είναι το σπέρμα
του χασάπη στον λαιμό σου

*Από τη συλλογή «Το δόντι που δακρύζει», εκδ. ενύπνιο, 2019.

Παύλος Πέζαρος, Δύο ποιήματα

Στο σεργιάνι

Στον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο

Τι άλλο είναι η ποίηση απ’ τη θλίψη μας
που βγαίνει στο καθημερινό σεργιάνι,
σε όχθες ποταμών ή παραλίες,
να αιχμαλωτίσει τη στιγμή, να πιάσει την εικόνα,
ως πεταλούδα να τη βαλσαμώσει.

Μάστριχτ 1.3.1999

***

Κατ’ εικόνα

Δεν μπορεί να με θες ταπεινό,
δεν θα ήθελες, θαρρώ, υποκλίσεις,
γονυκλισίες δεν ταιριάζουν
στην εικόνα σου. Τους διάμεσους θα ‘πρεπε
να κατακεραυνώνεις.
Δεν με θες αλαζόνα ασφαλώς,
αλλά πάντως περήφανο,
θαρρετά να σε βλέπω ίσα στα μάτια,
να μπορώ να σου πω ανοιχτά
τα τερπνά και τα εσώτερα.

Μάρτιος 2002

*Από τη συλλογή “Ο αχός και ο βυθός”, εκδ. Κέδρος, 2016.

“Ώσπου Έγινε Μπλε”, η νέα ποιητική συλλογή της Μαργαρίτας Μηλιώνη

…γυναίκες που σας σμίλεψαν γυναίκες
υποταγμένες όπως η κοίτη στο ποτάμι
φτεροκοπάτε γύρω από τη ματαίωση
όπως οι μύγες γύρω από τη λάμπα

με δεκαέξι ημιτελή ποιήματα στο συρτάρι
με δεκαέξι ημιτελείς συλλογές στη μήτρα του κόσμου
με δεκαέξι ημιτελή φωνήεντα στον λάρυγγα
με δεκαέξι ημιτελή σύννεφα στον ουρανό σας

κορμιά δίχως ανάγκες
θαλασσινές σπηλιές που μπαινοβγαίνει ανέγγιχτος ο χρόνος
γυναίκες δίχως τόπο

Η νέα ποιητική συλλογή της Μαργαρίτας Μηλιώνη απαρτίζεται από τρεις ενότητες: α) «Γυναίκες δίχως τόπο», β) «Κορίτσια της Αμοργού» και γ) «Το πλοίο φεύγει». Με επίκεντρο τη γυναικεία παρουσία και περιβάλλοντα χώρο τη θάλασσα και το νησί της Αμοργού, η Μαργαρίτα Μηλιώνη, με έντονη θεατρικότητα και σκηνική οικονομία, αναπτύσσει μια σειρά ποιημάτων με τη μορφή γυναικείων μονολόγων. Η γυναίκα αντιμέτωπη με την έμφυλη θέση της αλλά και τη φθορά, ακόμα περισσότερο, με τη θνητότητα. Στη δεύτερη ενότητα τα κορίτσια της Αμοργού μοιάζουν να ενσαρκώνουν την ίδια την ποίηση. Λόγος άλλοτε τρυφερός και άλλοτε σκληρός, αμείλικτος και πάντα ποιητικός, πηγαία εξομολογητικός και οπωσδήποτε, βαθιά υπαρξιακός.

Η Μαργαρίτα Μηλιώνη σπούδασε Νομικά και Εγκληματολογία. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Με λένε Ηγησώ (εκδ. Γαβριηλίδης, 2005), Ο ζωολογικός κήπος του Ile Saint-Louis (εκδ. Φαρφουλάς, 2016) και τις νουβέλες Δίκην φαιδράς σελήνης (εκδ. Γαβριηλίδης, 2010, εξαντλ.) και Ο Οργανισμός (εκδ. Κύμα, 2018). Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά και στα γαλλικά.
Διατηρεί το προσωπικό ιστολόγιο «ανοιχτό παράθυρο» στη διεύθυνση margmil.wordpress.com.
Πληροφορίες

*https://www.catisart.gr/margarita-milioni-quot-ospoy-egine-mple-quot/?fbclid=IwAR3s_TsxUGYwBqgD_5bk89irVx1M2yV_0T_gQ1Ygc5fbHBOAAfJwM7fw8i8

Κλείτος Κύρου, Το παιχνίδι του τέλους

ΑΛΛΟ
Το παιχνίδι του τέλους
Κι άλλο
Το τέλος του (όποιου) παιχνιδιού
Παίζεται μία μόνο
Καί τελευταία φορά
Δεν είναι δυνατόν
Κάποτε θά το παίξεις κι εσύ

Μέσα σε καταυλισμούς αναμνήσεων
Συνωθούνται άνθρωποι μέ φωνή
Ταπεινή προφέρουν περήφανους
Στίχους αυτοσχεδιάζουν αποχαιρετισμούς
Κι εξαφανίζουν ευτελείς παρορμήσεις

Πιστεύω να το έχεις ήδη αντιληφθεί
Το παιχνίδι του τέλους είναι στημένο
Με τον ίδιο πάντοτε νικητή
Γι’ αυτό και παίζεται απελπισμένα
Με νύχια και με δόντια

*Από την Ενότητα “Επιμύθιο” της συλλογής “Ο πρωθύστερος λόγος”. Περιέχεται στο βιβλίο “εν όλω Συγκομιδή 1943-1997, εκδόσεις Άγρα, σελ. 311.

Ζωή Καραπατάκη, Σαν μαγεμένη

ποντίων τε κυμάτων ανήριθμον γέλασμα

Αισχύλου, Προμηθεύς Δεσμώτης

Τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια
την ώρα που κρύβονται οι άνεμοι
σαν μαγεμένη κολυμπάει
η θάλασσα
στο γαλάζιο τ’ ουρανού

Με αρκετή σιγουριά θάλεγε κανείς
ότι παραμένει εν γνώσει της αμέτοχη
στην περιστροφική κίνηση της γης
Θα μπορούσε επίσης να πει
ότι την αφήνει εντελώς αδιάφορη
και η σοφία των απειράριθμων ψαριών
και ας χαράσσουν τόσο πολύπλοκες διαδρομές
στα βαθύρριζα νερά της

Τα βράδια όμως
ενώ η σελήνη την τιμονεύει
μοιάζει με λάγνα γυναίκα
που έχει ένα και μοναδικό καημό
αν οι κινήσεις των λαγόνων της
εξακολουθούν ακόμη να ρυθμίζουν τους χτύπους
στην καρδιά του αγαπημένου της