Ρ.Φ. Μπρίσσεντεν, Καβάφης

Μοναχικέ γερο-σχολαστικέ, στο αδειανό σου σπίτι
ονειρεύεσαι το φανταχτερό παρελθόν με τους αδέξιους
ήρωες, στις μεγάλες ζεστές νύχτες της Αλεξάνδρειας –
τον Αντώνιο που τσακίστηκε στο Άκτιο, τον νεαρό Καισαρίωνα
που δικάστηκε χωρίς απολογία, ξεχασμένους χαρτοπαίχτες,
βασιλιάδες, ποιητές, αθλητές όλους στα σημαδεμένα περιθώρια
της ιστορίας – και προσεχτικά παρουσιάζεις σαν μεταξωτά
φουλάρια τυλιγμένα σε λεπτό χαρτί τις λιγοστές σου αναμνήσεις
τις συναντήσεις της νιότης σου στα σοκάκια, όλα σου
τα τυχαία αγόρια τα χαμένα – με τι αξιοπρέπεια πικρή
αυτή την έρημο αναπολούσες με τις σπάνιες οάσεις της!
Μα ήτανε σίγουρα πηγάδια: το νερό τους σου ‘δωσε
ζωή, σου ‘βρεξε το λαρύγγι και σ’ έκανε όλο
να τραγουδάς στ’ ατέλειωτο ταξίδι σου για Ιθάκη.

*Από το βιβλίο “Με τον τρόπο του Καβάφη – Είκοσι ξένα ποιήματα”, Έκδοση Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 1999. Μετάφραση: Μάριος Βύρων Ραΐζης.

Κώστας Πάτσης, Πηγαίνει κι έρχεται

Καπέλο υγρό και ημίψηλο που φαίνεται
Φτερό στο καπέλο που άλλοτε φαίνεται και άλλοτε όχι
Συνήθως στέκεται όρθιος και στοιχειωμένος
πίσω από διαβρωμένα κάγκελα
Άλλες φορές σφίγγει την πέτρα του νεκρού
μέχρι που τηνε κάνει δάχτυλο και δάχτυλά του
Στα ματιά του γλιστράει το γυαλί του λΰκου
και στην μιλιά του η γλώσσα των απότομων θορύβων
Βασικά πηγαίνει κι έρχεται
Ο χώρος άγνωστος. Γνωστός και πάλι άγνωστος
μέχρι που κάτι στον άγνωστο χώρο γνωστό
Ο χώρος στενός. Φαρδύς και πάλι στενός
μέχρι που κάτι στον στενό χώρο φαρδύ
Πηγαίνει κι έρχεται
Βαριετέ διχαλωτών νεύρων
Πηγαίνει κι έρχεται
Πάνω , κάτω
Πάνω , κάτω
Πέρα , δώθε
Πέρα , δώθε
Μηχάνημα, σίδερο, κίνηση, διάρκεια
Και ξανά απ’ την αρχή κι ανάποδα
Διάρκεια, κίνηση, σίδερο, μηχάνημα
Στ’ αυτιά του τι;
Ζωύφια που μπαινοβγαίνουν κλάνοντας

*Από τη συλλογή “Μια στιγμή τ’ αρμόνιο”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013.

Ποιητής, Στέλιος ο σκουπιδιάρης

Μεγάλη μορφή ο Στέλιος ο σκουπιδιάρης,
σηκωνότανε από τις τρεις το πρωί
κατεβάζοντας καντήλια
για να μαζέψει τα σκουπίδια.
Σακούλες έβαζε στον κάδο
και έμοιαζε με φάτσα σ’ ένα κάδρο,
που καταριόταν τη ζωή
κρεμασμένο σε μια τρώγλη υγρή.
Μια μέρα μου είπε:
«Ποιητή, όλο ξαπλωμένος είσαι
σαν τις κάμπιες,
έλα να φάμε, έχω μπάμιες».
Και καθώς τρώγαμε μου είπε πάλι:
«Ξέρεις ποια ήταν η πιο καλή μου εποχή;
Τότε που κάναμε απεργία,
σαράντα μέρες στην αρχή,
και ύστερα για μήνες, το πήγαμε σερί,
είχε γεμίσει η Αθήνα τόνους σκουπίδια,
κάνανε πάρτι τα ποντίκια,
βρώμα, δυσωδία παντού,
πανούκλα, σου λέω, θα πιάναμε,
τι ωραία όμως που περνάγαμε,
αφού σκουπίδια δεν κουβαλάγαμε!
Σε όλες τις γωνίες σάπιες φλούδες
γλιστράγανε στους δρόμους οι παππούδες,
σερβιέτες, προφυλακτικά,
τι μπόχα υπέροχη,
υπέρλαμπρη, αξιοθαύμαστη ήταν αυτή ρε παιδιά!
Ήμουν σαν βασιλιάς, μέσα στα σκατά.
Τι ωραία όμως που περνάγαμε,
αφού σκουπίδια δεν κουβαλάγαμε!
Μα όταν έληξε η απεργία,
φάγαμε πακέτο, υστερία,
πλακώνονταν οι σκουπιδιάρηδες στις μάπες,
κουβαλάγαμε σκουπίδια μέχρι την άνοιξη,
σαν τους μαλάκες,
σκουπίδια έβλεπα μπροστά μου όλο,
σου λέω, μου έφαγαν τον κώλο!…

*Από το βιβλίο “Ο Ξεροπούπουλος και άλλα κείμενα που διαβάστηκαν στις συναυλίες των ‘Αέρα Πατέρα’”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα 2017.

Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης, Δύο ποιήματα

Ασέληνος νύχτα

Ασέληνος νύχτα
λάμπουν τα αστέρια
κρυμμένο, σβηστό το φεγγάρι.
Στο λιμάνι μονάχος
τρέμω, κρυώνω,
σκύβω, λυγίζω,
διπλώνω, τσακίζω,
σπαράω σαν το ψάρι.
ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ και μ’ αρνιέσαι
αφού τόσο σε θέλω;
Θά’σαι κει να το δεις;
το πρωί που θα βρούνε,
θα το πάρει η παλίρροια
στην ακτή θα το πάει
και γύρω οι γυναίκες θα κλαίνε
το άψυχό μου κουφάρι.

***

Οξυγόνο

Θα μπορούσα να ανασαίνω
μονάχα όταν λες
– που και που – τ’ όνομά μου.
Όμως τόσο λίγες φορές μου μιλάς.
Και με πιάνει βαριά απελπισία.
Μια θέλω, μια φοβάμαι
τα λαμπερά, τα σκοτεινά σου τα δώρα
λαχτάρα και πόθο, άπνοια, ασφυξία.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα Ι”, εκδόσεις ΘΡΑΣΑΡΤΕΠΟΒΕΡΑΚΟΥΝΣΤΕΒΕΡΚΕ, Αθήνα 2014.

Κυριάκος Ραμολής, Παραλειπόμενα ενός μύθου

Εκείνος που άκουσε τη σελήνη
να γλιστρά στον ουρανό
ανοίγοντας τρυπούλες
με τα λεπτά τακούνια της
πληγές φωτός ανοίγοντας
Εκείνος ερωτεύθηκε
αληθινά μες στα σκοτάδια

Μο Λι

Το φως δεν έρχεται από τον ήλιο. Εενεσιουργός αιτία του φωτός είναι τα σεργιάνια της σελήνης. Η σελήνη είναι μια τολμηρή κυρία που βγαίνει βόλτα στα σκοτεινά, χωρίς κανείς να τη συνοδεύει. Οι άνθρωποι στη γη, όταν σηκώνουν το βλέμμα τους στον νυχτερινό ουρανό, βλέπουν το στρογγυλό καπέλο της, συνήθως στραπατσαρισμένο από τη σκιά που απειλεί να την καταπιεί, σπα-νίως συγυρισμένο και ολοστρόγγυλο. Κάθε τόσο η σελήνη στραβοπατάει και κινδυνεύει να πέσει, πάντοτε όμως στέκεται όρθια. Στα σημεία που παραπάτησε σχηματίζονται τα αστέρια, οι σχισμές από όπου τρυπώνει το φως. Όταν οι άνθρωποι νομίζουν ότι βλέπουν ένα αστέρι να πέφτει, η σελήνη απλώς κλωτσάει ένα πετραδάκι που βρέθηκε στον δρόμο της.
Η σελήνη συνεπώς είναι αυτόφωτη. Το αληθινό φως είναι το σκοτάδι.

*Από τη συλλογή “απ’ το υπόγειο στη νερομάνα”, Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2018.

Αλέξανδρος Δάρας, Έρωτας

Δεν μπορώ να θυμηθώ το πρόσωπό σου,
ό,τι πήρα από σένα ήταν η γλύκα του
να βρίσκομαι κοντά σου.
Πάντα εδώ στο τώρα
οι τόποι και οι χρόνοι και τα άτομα
να τρέχουν γύρω μου
κι εσύ μια μελωδία πεταλουδένια
που προσπαθώ να πιάσω στην απόχη μου.
Κάτι μαγικό με κατακλύζει
και η μαγεία αυτή δεν είναι
η άπιαστη κι ακαταχώρητη ύπαρξή σου
μα είναι ότι δεν βρίσκομαι στο τώρα εδώ,
έχω αρχίσει να κινούμαι.
Ακολουθώντας σε κουνάω τα χέρια πάνω
και λίγο λίγο αρχίζω να πετάω.
Εισβάλουν σαν ανέμοι
μνήμες απ’ αυτό που ζω
κι όλα σημαίνουν.
Πάντα σήμαιναν
μα πεταρίζοντας μαζί σου
δε σημαίνουν μόνο
αλλά και είναι.

*Από τη συλλογή “ή”, Εκδόσεις Ίδμων, 2007.

Ξένια Καλαϊτζίδου, Απόδραση

Φώτο: Con Begoña M Fernández

Κάθε ξάστερο δείλινο… μόνο τα μάτια να κλείσω,
Μόνο να καταπιώ τ’ ουρανού τα κενά.
Μα τους μαύρους θεούς —δε θα μου ευχηθώ να ξυπνήσω
Κάτω από το ίδιο ταβάνι ξανά.
Μια φυγή στο απέραντο χρόνια θανάτου αξίζει
Και σαν λάβαρο βάφεται δάκρυ ζεστό.
Είναι λόγια, μού λένε —κι ο λόγος οστά τραυματίζει.
Και εισέρχεται μέσα στο σπίτι κλειστό.
Είναι λόγια, μού λένε —κι ο λόγος βουνά ξεσηκώνει
Και ανάβει καρδιές μες στους τύμβους παλιούς.
Ίδιος δολοφονεί, ίδιος πάλι αναζωπυρώνει,
Πως να τον χαλινώσω μ’ αρχές και ρυθμούς;
Κάθε γκρίζο πρωί… θέλω μόνο το δρόμο να χάσω,
Μη μου λέει κανείς πότε να κουραστώ.
Λίγα έζησα μα έχω τόσα πολλά να ξεχάσω
Που η μοίρα μου είναι σκυλάκι πιστό.
Χίλια πόδια περάσαν εκεί όπου έπεφτα κάτω,
Χίλια μάτια περάσαν χωρίς το γιατί,
Όλοι σαρξ εκ σαρκός μεγαλούπολης π’ όλο κοιμάται.
Μα γι’ αυτό ψάχνω χέρι να πιάσω,
Γι’ αυτό ψάχνω στυλό και χαρτί.

*Από τη συλλογή “Ήρωες άχαρων πολεων”, Εκδόσεις Ένεκεν, 2015.

Θανάσης Παπαστεργίου, Λιχνίζω το χρόνο


Λιχνίζω το χρόνο
το χιόνι

τη βροχή

το θάνατο

και τη σιωπή



Μαζώνω τη ζωή
το δρόμο

την πηγή

το αύριο

και τη στιγμή



Θερίζω στάχυα

ξανθά

λυγερά

πίνω το δάκρυ μου

σιγανά



δέρνω τα όνειρα

τα πάθη

τις σκιές

αφήνω το πνεύμα μου

στις πυρκαγιές


Μανόλης Αναγνωστάκης, Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Όττο V…

Ι

Σε δύο λεπτά θ’ ακουστεί το παράγγελμα «Εμπρός»
Δεν πρέπει να σκεφτεί κανένας τίποτ’ άλλο
Εμπρός η σημαία μας κι εμείς εφ’ όπλου λόγχη από πίσω
Απόψε θα χτυπήσεις ανελέητα και θα χτυπηθείς
Θα τραβήξεις μπροστά που μαντεύονται χιλιάδες ανήσυχα μάτια
Εκεί που χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω από μι’ άλλη σημαία
Έτοιμα να χτυπήσουνε και να χτυπηθούν.

Σ’ ένα λεφτό πρέπει πια να μας δώσουν το σύνθημα
Μια λεξούλα μικρή μες στη νύχτα, που σε λίγο εξαίσια θα λάμψει.

(Κι εγώ που ’χω μια ψυχή παιδική και δειλή
Που δε θέλει τίποτ’ άλλο να ξέρει απ’ την αγάπη
Κι εγώ πολεμώ τόσα χρόνια χωρίς, Θε μου, να μάθω γιατί
Και δε βλέπω μπροστά μου τόσα χρόνια παρά μόνο τον δίδυμο αδερφό μου).

II

Σε τούτη τη φωτογραφία ήμουνα νέος κοντά 22 χρονώ· εδώ είναι η γυναίκα π’ αγαπούσα: η γυναίκα μου
Τη λέγανε Μάρθα· έσφιγγε το γιο μου με λαχτάρα στην αγκαλιά της
Δε μου ’πε: «χαίρομαι που πας να πολεμήσεις». Έκλαιγε σαν ένα μικρό κοριτσάκι.
Κι εδώ κάποιο σπίτι παλιό μ’ έναν κήπο στη μέση και μ’ άνθη…
…Θυμάσαι όταν ήμασταν παιδιά είχαμε ένα ξύλινο άλογο και μια γυαλιστερή τρομπέτα
Τα βράδια ξαγρυπνούσαμε στα βιβλία με τις αρχαίες ηρωικές ιστορίες
Τον αθώο μας ύπνο τυράννησαν οι αντίλαλοι των φημισμένων πολεμιστών
Ύστερα τα ξεχάσαμε όλα αυτά σε μια γωνιά γελώντας για τα παιδιάστικα καμώματα.
Ίσως αύριο μια τόση τρυπίτσα μού χαράξει το μέτωπο
Ω μια τρυπίτσα που χωρά όλο τον πόνο των ανθρώπων
Ποιός είμαι; Πού βρίσκομαι; Σκίστε τα ρούχα μου εδώ μπροστά στο στήθος
Ίσως θα βρείτε ακόμα τ’ όνομά μου σκαλισμένο. Ποιός το θυμάται;
Ψάξτε τα ρούχα μου ακόμα… Εδώ ήμουνα νέος 22 μόλις χρονώ
Κι εδώ μια γυναίκα που σφίγγει με λαχτάρα ένα παιδί στην αγκαλιά της.

(Έκλαιγε αλήθεια όταν έφευγα σαν ένα μικρό κοριτσάκι).

* Από τη συλλογή “Εποχές” (1945).

Λάζαρος Γεωργιάδης, Από μικρούς μας μάθαιναν ότι ο λύκος είναι πάντα κακός

Το θυμάμαι και λυσσάω
Βγάζω αφρούς
Μετά Γαλήνη

Κιτρινίζει το μυαλό μου
Αταραξία
Όχι αποχαύνωση
Μόνο ετοιμότητα για όλες τις απιθανότητες

Στέκομαι σε μια γωνία και παρατηρώ
Μέσα από την κουκούλα μου εστιάζω καλύτερα
Η μεγάλη μυρμηγκοφωλιά σε πλήρη τροχιά και γύρω-γύρω
Γύρω-γύρω
Από τη στασιμότητα

Τους ακούω να λένε
Πως θα φροντίσει η μανούλα για όλα
Η μητέρα Ρωσία η μητέρα Αμέρικα
Η μητέρα Εξουσία η μητέρα Ησυχία
Η μητέρα Παναγία η μητέρα Πυραμίδα

Η μητέρα Μπαντρίδα η μητέρα Ξεξάρχεια

Ένιωσα πως όλα τα πρόβατα την ποθούν
Όπως διάολο κι αν την ονομάζουν
Και τη ζητάνε ακατάπαυστα
Με κλάματα πολλά και παρακάλια

Ένας Γόρδιος Οιδίποδας ριζωμένος σε κάθε κεφάλι

Είδα τους βοσκούς τους να φοβούνται
Να οχυρώνονται στα κάστρα τους
Να μαζεύονται
Και στα μεγάλα τους συμβούλια να συμφωνούν
Για προληπτικά μέτρα και σταθμά

Περαιτέρω ανασφάλειας
Περαιτέρω αποκτήνωσης

Σφίγγουν ολοένα και περισσότερο τη θηλιά
Σφίγγουν ολοένα και περισσότερο τα ένστικτα

Καμία πίστη και καμία ελπίδα

Μόνο τα νύχια να σκάβουν τους τοίχους τους θέλω
Και ουρλιαχτά που έχασαν το γκάζι να σκίζουν το σκοτάδι
Μόνο τα δόντια να ξεριζώνουν τα κάγκελα θέλω

Και ο ήλιος
Να ζηλεύει να φθονεί
Να φθονεί ατέλειωτα που δεν περπάτησε ποτέ.

*Από τη συλλογή “Τέλος”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2018.