“Η λογική οφείλει να ελέγχει το συναίσθημα, να λειτουργεί σα φίλτρο” – Συνέντευξη Ιωάννας Διαμαντοπούλου

Ρωτάει ο Δημήτρης Μπονόβας

Μπορεί μία μαθηματικός να γράψει ποίηση; Ένα αναλυτικό, υπολογιστικό μυαλό, να ασχοληθεί με την τέχνη; Ένα άτομο που έχει περάσει όλη του τη ζωή μέσα σε πράξεις και αριθμούς, να σκεφθεί ελεύθερα, αφαιρετικά και να ακουμπήσει το στυλό στο χαρτί για να ξεκινήσει ένα ταξίδι στους μακρινούς λαβυρίνθους που μπορεί να κρύβει το ανεξήγητο της ποίησης; Κι όμως, μπορεί. Και πολύ εύκολα μάλιστα. Και με μεγάλη επιτυχία.

Ένα τέτοιο άτομο φιλοξενώ σήμερα στη στήλη μου. Μία μαθηματικό η οποία παράτησε για λίγο τη λογική της επιστήμης της για να μας προσφέρει απλόχερα το συναίσθημα που φώλιαζε μέσα της. Και το έκανε με πολύ ωραίο τρόπο στην ποιητική της συλλογή “Στο τέλος μιας προσημειωμένης μέρας”.

Σας παρουσιάζω λοιπόν, την Ιωάννα Διαμαντοπούλου!

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Τι είναι εκείνο που σε ωθεί να γράφεις;
Ι.Δ.: Μα η επιθυμία να ντύσω ένα συναίσθημα και να το απευθύνω, να το βγάλω στον κόσμο έξω. Είναι μια προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού αφ’ ενός, αυτοκαταγραφής και αφ’ ετέρου κίνησης από το εγώ προς το εσύ, απεγκλωβισμός δηλαδή συναισθημάτων, αναζήτησης κοινωνών σκέψεων.

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για εσένα να καταφέρεις να “εκφράσεις” τη σκέψη σου πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί;
Ι.Δ.: Δεν μπορώ να μιλήσω για ευκολία ή δυσκολία ποιητικής έκφρασης. Πιστεύω ότι η ποίηση δεν κατασκευάζεται, γυμνό αναβλύζον συναίσθημα είναι που βγαίνει προς άγραν λέξεων. Θέλω να πω ότι είναι προϊόν εσωτερικής ανάγκης, άρα βγαίνει αβίαστα. Δεν είμαι της άποψης ότι η ποίηση κατασκευάζεται υπό κανονικές συνθήκες και σε πειθαρχία γραφείου.

Ποιες οι επιρροές σου;
Ι.Δ.: Επιρροές είναι όλα όσα συναντήσαμε, διαβάσαμε, αγαπήσαμε, όσα μας πόνεσαν, όσα μας δίδαξαν, όσα δε θελήσαμε να μάθουμε ακόμα κι αν μας πόνεσαν, είναι επιρροές, διαμορφώνουν άποψη ζωής, ματιάς για τον κόσμο. Ποιητές αγαπημένοι πολλοί και διαφορετικού ύφους. Καβάφης, Σινόπουλος, Μαρκόπουλος, Τόμας Μπρας, Ρίλκε, Πέτερ Χάντκε, Έζρα Πάουντ, Γιόζεφ Ροτ. Ο τελευταίος, αν και μη ποιητής, είχε μια ποιητική ματιά ακόμα και στην αλληλογραφία του με τον Τσβάιχ. Και βεβαίως ΕΛΙΟΤ.

Ποια θεματολογία κρατεί τον κυρίαρχο ρόλο στα έργα σου; Συναίσθημα ή λογική και γιατί;
Ι.Δ.: Με έχει πολύ απασχολήσει ποιος μεταξύ αυτών των δύο συνεταίρων πρέπει να έχει την πρωτοκαθεδρία.
Πιστεύω στη σωστή ανάμειξη. Η λογική οφείλει να ελέγχει το συναίσθημα, να λειτουργεί σα φίλτρο. Ακατέργαστο συναίσθημα δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο, δεν είναι προσωποπαγές, για μένα σχεδόν άνευ αξίας.
Τα θέματά μου είναι τα αιώνια θέματα του ανθρώπου: ο πόνος, η απώλεια όχι μόνο μέσω θανάτου, ο φόβος… Όλα αυτά που είναι αρνητικά και ευχαρίστως θα θέλαμε να τα κλείσουμε έξω από την πόρτα μας.
Εγώ, και φυσικά όχι μόνο εγώ, αλλά τώρα μιλάω για μένα, εγώ τα βάζω μέσα, τους επιτρέπω τη δίοδο.
Όταν γνωρίσεις το φόβο, δεν τον φοβάσαι πια.

Πες μας λίγα λόγια για την ποιητική σου συλλογή, “Στο τέλος μιας προσημειωμένης μέρας”. Πώς γεννήθηκε η ιδέα, ο τίτλος, τα ποιήματα;
Ι.Δ.: Ό,τι έχω να πω είναι αποτέλεσμα του τρόπου λειτουργίας που περιέγραψα ανωτέρω, πολλές φορές σηκώθηκα μέσα στη νύχτα να καταγράψω δυο λέξεις, κάποιες παρατηρήσεις, ένα κομμάτι από όνειρο. Το βιβλίο ξεκινάει με ένα ποίημα , ειρωνεία βασικά, θέλοντας ακριβώς να προϊδεάσει για το αντίθετο. Τα ανθρώπινα πάθη παραμένουν τα ίδια και οι λέξεις, πάντα με τα ίδια στιλέτα, τα παραμονεύουν. Τα ποιήματα δεν έχουν να κάνουν με προσωπικά βιώματα και μόνον. Θα ήταν πληκτικό και εγωκεντρικό.
Αποτέλεσμα παρατηρήσεων στο δρόμο, κλεφτές ματιές στη ζωή των άλλων αλλά και η αίσθηση της φύσης που πλησιάζει τον άνθρωπο όσο κι αυτός να απομακρύνεται απ’ αυτήν, με συγκινούν αφάνταστα. Είναι εικόνες ζωής, τρυφερές, πονεμένες, αξιόλογες και σου προσφέρονται. Αν τις θέλεις.
Όσον αφορά τον τίτλο “ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΜΕΝΗΣ ΜΕΡΑΣ”, η μέρα αποφασίζει τι θα δω, τι θα ακούσω, σε τι θα συμμεθέξω. Είναι σαν στημένο παιχνίδι. Δεν παίζεις όμως με τον χρόνο για να κερδίσεις. Για το παιχνίδι γίνεται όλη η δουλειά. Και αν το καταλάβεις αυτό, φεύγεις με αυτό σαν κέρδος από ένα στημένο παιχνίδι.

Οι προηγούμενές σου δουλειές;
Ι.Δ.: Οι προηγούμενές μου δουλειές ήταν τέσσερις συλλογές αρχικά με μεγάλες αποστάσεις. Αυτό οφειλόταν γιατί ήμουν όμηρος του διλήμματος “να σιωπήσω ή να μιλήσω” για πολλά χρόνια, αποφασίζοντας τελικά τη σιωπή. Οι συλλογές είναι: ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΣΤΕΡΝΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΓΙΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΕΣ ΩΡΕΣ, ΑΣΤΕΓΗ ΜΕΡΑ – Μελάνι 2014 – ΣΤΡΑΤΟΣ ΞΥΠΟΛΗΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ – Βακχικόν 2018 – και ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΜΕΝΗΣ ΜΕΡΑΣ – Βακχικόν 2019.
Τον Απρίλιο θα κυκλοφορήσει επίσης ένα μονόπρακτό μου από το Βακχικόν.

Ποιητής/τρια γεννιέσαι ή γίνεσαι;
Ι.Δ.: Συγγραφέας γίνεσαι ίσως, ποιητής δεν γίνεσαι. Είμαι κάθετη σε αυτό.

Αν μπορούσες να αλλάξεις κάτι -στον τομέα της λογοτεχνίας- τι θα ήταν αυτό;
Ι.Δ.: Δεν μπορώ να αλλάξω κάτι στον τομέα της λογοτεχνίας και σε κανέναν τομέα γενικώς, γι’ αυτό και δεν απασχολούμαι με παρόμοιες σκέψεις.
Προϋπόθεση για να αλλάξεις κάποιον ή κάτι είναι το να υπάρχουν όντα ευήκοα. Ζούμε σε μία εποχή που με την υποστήριξη των μίντια ο άνθρωπος μιλάει τόσο πολύ εις βάρος της σοβαρότητας και ακούει τόσο λίγο. Ακούγοντας, μαθαίνεις όμως. Όταν τριγυρνάς όλη την ημέρα γύρω από την ουρά σου και φωτογραφίζεις ακόμα και τον καφέ που πίνεις για την ενημέρωση των διαδικτυακών σου φίλων, τότε σου διέφυγε και η πραγματικότητα και το όνειρο.
Όλοι λοιπόν θεωρούν ότι έχουν κάτι να πουν. Οπότε εγώ τους αφήνω. Λέω από μέσα μου το Καβαφικό “τη εξαιρέσει εμού” και μιλάω μόνον όταν μου ζητηθεί. Όπως τώρα.

Όλο και νέοι επίδοξοι καλλιτέχνες εμφανίζονται στον ορίζοντα. Αν έπρεπε να τους δώσεις μια συμβουλή, ποια θα ήταν;
Ι.Δ.: Συμβουλές προς νεώτερους και όχι μόνον. Κανονικά μόνο μία. Σεμνότητα. Κανένας δεν κατοικεί μόνος του στον πλανήτη. Κανένας δεν είναι ανεπανάληπτος. Να ασκούμεθα στο να βλέπουμε τις πραγματικές μας διαστάσεις και να μη μας ξεγελούν μαγικοί καθρέφτες.

Τι να περιμένουμε από εσένα στο μέλλον;
Ι.Δ.: Αρχικά το μονόπρακτο, επίσης μια σειρά μεταφράσεων Γερμανών ποιητών για το Βακχικόν, επίσης ποιήματά μου γεννιούνται, ζουν, πεθαίνουν, ετοιμάζονται, περιμένουν καρτερικά στα εξωμαθηματικά μου συρτάρια.

Ιωάννα, σε ευχαριστούμε πολύ για το χρόνο που μας διέθεσες και σου ευχόμαστε ολόψυχα κάθε επιτυχία στο έργο σου!!!
Ι.Δ.: Ευχαριστώ πολύ, Δημήτρη Μπονόβα!
Ελπίζω να μη μακρηγόρησα.

Επεξεργασία εικόνας: Παναγιώτα Γκουτζουρέλα

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.thematofylakes.gr/synentefksi-iwanna-diamantopoulou/?fbclid=IwAR0JJtne_k_W04QJ75fJSl4UxTVkbxdXoMbPs81TF0nyQyiroqWFYf1fYgU

Χρίστος Κασσιανής, Για τον Αφούση της Κάσου

Μες στου Αφούση την σπηλιά
που ήλιο δεν αφήνει
γυρίζει μια λαβωματιά που ροδοκοκκινίζει
και του Αφούση την καρδιά
όλο την τραυματίζει

Λαλεί ο πετροκόρακας
κατάμαυρος σαν πίσσα
κι απάνω του ξεπλένεται
γλοιώδικα μια λύσσα

Κι εσύ,Αφούση μας καλέ,
τα νιώθεις κι όλο λιώνεις
φορείς ένα χαμόγελο
που την αυγή ανθίζει
μέχρι το απομεσήμερο
που ξαφνικά λυγίζει

Συ,παλαρέ κι ασπρόμαυρε
απ’την σπηλιά σαν βγαίνεις
στήνεις χορό πολύστροφο
χορό αλλοπαρμένο

Μα καπετάνος είσαι συ
στο ξάρμενο καράβι
με το κουπί στην κουπαστή
γυρεύεις ένα ναύτη
ψάχνεις μια δω, ψάχνεις μια κει
δεν βρίσκεις μήτε πελελό
μήτε και απελάτη

Ιούλιος 2019

*Πελελός=τρελός//απελάτης=γενναίος,παλαρός=τρελός//κοινωνικά=βλαμμένος

Nanos Valaoritis (1921-2019), Vincent Magoc

In these days of liner fat
Do you eat smog DO YOU
Exterminate the grip
Of fire festivals
Watered by auditions
Sculptured noise
Fizzes white thighs
Interior views
Salt the earth
Astonish
A piece of ham;
Mondays belong to Tuesdays
And the other world belongs
To this one
At five o’clock in the afternoon
Only

*From “Flash Bloom”, Wire Press, San Fransisco, 1980.

Σοφία Κουφού, Roadtrip destination

Παραφωνία σε ορχηστρική σύνθεση προσεκτικά επιμελημένη.
Κόμπακτ κεραίες σε μεταλλικά κουτιά.
Περίσσεια φαγωμένων γλυκών.
Ισομερής διαμέριση του ροφήματος του σαλεπιού.
Βούρκοι βουτηγμένοι σε ανθρώπους.
Άνθρωποι συνοδεύουν ένα βιβλίο ως το θάνατό του.
Ένα βιβλίο φαντάζεται το θάνατο.
Γυρνά τις σελίδες.
Μία μία.
Μόνο.
Χωρίς άλλους.
Γρήγορο φλας μπακ ενός, του ενός δευτερολέπτου.
Σαν ο φυλλομετρητής
να γίνεται ο ταχύτερος δρομέας μπροστά στη φαντασία του τέλους.
Ν’ αγωνιά απ’ τα σημεία στίξης, δηλωτικά μιας στάσης ή στάθμευσης,
στα κεφαλαία να φτάσει.
Φοβούμενος μιαν άλλην αρχή.
Αυτή του αναπόδραστου,
του αφεύγιωτου,
του θα γίνει κι αυτό.
Και θα είναι και δε θα είμαι.
Γιατί έτσι είναι φτιαγμένα τα πράγματα.

*Αναδημοσίευση του ποιήματιος και της εικόνας της ανάρτησης από εδώ: http://www.periou.gr/%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%af%ce%b1-%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%86%ce%bf%cf%8d-%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%b7%ce%bc%ce%b1/?fbclid=IwAR0C0SA-HIK-yMKWWBggefzSYMnvuAcEtLJk6FbhgeKXNUeWoXxeZpAzuXk

Αλκιβιάδης Μαλλίδης, Δύο ποιήματα

Ωδή Δέκατη Έβδομη

Είμαι όλος τα μάτια σου

Η σκοτεινότητα και το ανίσκιωτο

Είμαι το απόμακρο βλέμμα

Που καθώς έχει αποκοπεί από την καρδιά σου

Δεν μπορώ να εξακριβώσω

Αν έχει σώσει εντός του λίγη αγάπη

Ή αν έχει μόνο την ανειρήνευτη περιφρόνηση

Ενός λαβωμένου θηρίου

Είμαι όλος τα μάτια σου

Η εμμονική όραση προς το πρόσωπό σου

Που στέκεται εμπρός μου σαν τείχος απελπιστικό

Για να μη μάθω ποτέ

Αν έχει δάκρυα αυτό το θανατερό κοίταγμα

Αν αυτή η πάμψυχρη ομορφιά έχει καλοσύνη

***

Ωδή Δέκατη Ογδόη

Όλα τα νοήματα εξαλείφονται
Εμπρός στην ενατένιση
Του μελαγχολικού απείρου
Που απαυγάζει το άδειασμα του ματιού σου

Όλα τα βήματα δεν οδηγούν πουθενά
Όταν με το αιωνόβιο άγγιγμά σου
Ξεθάβεις τα πιο βαθιά και βαριά δάκρυά μου
Που ποτέ δεν λυτρώθηκαν με λυγμούς

*Από τη συλλογή “Το σώμα σου“, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα, 2019.

Αντιγόνη Βουτσινά, Δύο ποιήματα

εξόριστες μέλισσες

Εξόριστες μέλισσες
τα λόγια μου.

Τα ‘διωξε κάποτε η κερήθρα
γιατί δεν είχανε
κεντρί.

Τώρα εδώ,
δεν φτιάχνουν μέλι
δεν κάνουν θόρυβο
δε ζευγαρώνουν.

Ψάχνουν μονάχα
αυτή τη λόγχη
που παίζοντας κάποτε κρυφτό
χάθηκε
μες στα ποιήματα.

***

ωραίες βλέψεις

Να είναι νύχτα
με καμένες τις λάμπες των εθνικών οδών.
Ο ηλεκτρολόγος της πόλης να ξεκουράζει τα δάχτυλά του
κι εγώ
να πάρω την ξύλινη σκάλα του απέναντι διαμερίσματος
ν’ ανέβω
να βιδώσω το φεγγάρι σε πανσέληνο,
έλεγα

Κι είχα τα δάχτυλα
μουσκίδι στο πιοτό.

*Από τη συλλογή “το λάθος ποίημα”, Εκδόσεις Μελάνι, 2012.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Τρία ποιήματα

ΕΙΣΑΙ ΑΚΟΜΑ ΖΩΝΤΑΝΟΣ

Δεν είναι το τίποτα

δεν είναι το κενό

αυτό που νιώθεις.

​

Είναι η πείνα. 

***

ΠΟΣΟΙ ΑΣΤΕΓΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΣΤΕΓΟΙ;

Πόσοι άστεγοι είναι άστεγοι;

Και πόσοι απλά τρέμουν εκείνο το άδειο σπίτι;

***

ΗΛΙΘΙΑ ΕΡΩΤΗΣΗ #357

Πώς γίνεται να μη νοιάζονται 

για σώματα που κάποτε άγγιξαν;



Πώς γίνεται

να άγγιξαν τούτα τα σώματα

αλλά να



Πώς γίνεται να μη νοιάζονται

αν τούτα τα σώματα 

σήμερα 

κρυώνουν

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Ρογήρος Δέξτερ / Σχεδίες – Το συναξάρι τού Σνιφ

Nikos Nikolaidis, Euridice-ba-2037

Τον βρήκαν τις προάλλες
Χαράματα τής Πέμπτης
Στα χαμηλά κλαδιά ενός δέντρου•
Ποιος ξέρει πόσες μέρες-πόσες νύχτες
Αυτή η διελκυστίνδα
Στο στόμα των ανέμων θα παιζόταν
Έχοντας μια και καλή περάσει
Τη γέφυρα τού Αχέροντα•και
Ότι δεν άντεξε – διαδόθηκε η φήμη –
Τη στέρηση που τού ‘γινε εφιάλτης.
Εγώ πάλι νομίζω
Πως κάποια νεράιδα θα είχε αγαπήσει
Που πιο πολύ κι από τη σκόνη θα τον τρέλανε
Χωρίς να ξαναβρεί γαλήνη•ας μιλήσουν άλλοι
Αν έκανε σωστά στα 24
Ή αν έπρεπε (λόγια δικά του)
Να περιμένει πρώτα
Να τον ξεκάνουν στα 40 τα ποτά
Και στα 50 οι γυναίκες να τον ξεζουμίσουν.
Ένα βράδυ έκοψε ξαφνικά φτερό στο μπαρ
Και βγάζοντας αφρούς
Για μια πλάκα απειλούσε να με σφάξει
Γιατί τού σφύριξα ότι
Στο καπάκι τής λεκάνης
Είν’ απλωμένες δυο γραμμές
Από άσπρη σκόνη [σαπούνι που έχωσε
Χωρίς κανένα δισταγμό στη μύτη του]•
Αυτός ήταν ο Σνιφ
Δεν έλεγε πολλά
Μια φράση ξεκινούσε
Και την έκοβε απότομα στη μέση
[Λεφτά που έκαψα στα κουραφέξαλα
Σ’ ένα χωράφι ανάμεσα στα χόρτα
Ακόμη ένα ποτηράκι φίλε
Είδα την Κάτε να γαμιέται]
Με την καρδιά παιδιού
Που ονειρευόταν το ριχτάδικο για την κονόμα
Και χλεύαζε το θάνατο
Σα γάτα που διασχίζει το δρόμο
Ατάραχη μπροστά στα τροχοφόρα•όμως
Τέτοιο χοντροκομμένο συναξάρι
Μονάχα εκείνος που ζωγράφισε
Το λύκο να πηδάει την Κοκκινοσκουφίτσα
Θα μπορούσε στ’ αλήθεια να το κάνει ποίημα
Σαν κεραυνό που πέφτει για να κάψει
Το βοσκό και το κοπάδι του στο δάσος
Και όχι όποιος ζει από μακριά τα ξένα σκοτάδια
Με τόσες φωνές μες στο μυαλό να λένε
Θα φύγω στο μέλλον
Να γίνω μνήμη σαν καλαμιά
Και όσα θα γίνουν να θυμάμαι
Όταν δε θά ‘μαι πια εδώ να αφουγκράζομαι
Και τα πουλιά θα τραγουδούν
Με την κραυγή στο ράμφος
Αυτό το τραγούδι που δεν τέλειωσα.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Λόγια στην Καλυψώ (απόσπασμα)

Όπως τα δάση μακρινά τα μάτια σου

Ανάμεσα σε σένα και σε μένα
τα δάκρυα που δεν είναι πια δικά μου.
Λόγια που δεν τα πίστεψα στην ώρα τους
και τα πιστεύω τώρα που κανείς δεν τα πιστεύει
στολές που δεν τις φόρεσα στη δόξα τους
και τις φοράω τώρα κουρελιασμένες
— ένας συνταξιούχος ναύτης που τον ζαλίζει το φεγγάρι.
Πούλησα τον παπαγάλο μου για ένα τρανζίστορ
όλη τη νύχτα ταξιδεύω στα βραχέα.

Δεν με λυπάται η στεριά δεν με λυπάται η θάλασσα
γιατί σαπίσαν στην καμπίνα μου τα φρούτα που μου χάρισες
γιατί έχασα όλες σου τις φωτογραφίες κι όλους σου τους όρκους
— τί να την κάνω τώρα την πατρίδα;
όλη τη νύχτα ταξιδεύω στα βραχέα.

Δεν με λυπάται η στεριά δεν με λυπάται η θάλασσα
είμαι νεκρός μες στα τραγούδια που έρχονται,
μην ψάχνεις πια για μένα
είμαι νεκρός ανάμεσα στα χείλη σου
είμαι νεκρός από καιρό μην ψάχνεις πια για μένα.

*

Το κρασί των Φαιάκων

Πες μου το πάλι πως θα με θυμάσαι κι εγώ θα σε πιστέψω.
Ποιος θα μπορούσε αλήθεια να κρατήσει το τιμόνι σε τούτους τους καιρούς;
Χάλασε κι η πυξίδα χαθήκαν οι προορισμοί
τα κύματα σηκώθηκαν ως το μυαλό σβήσανε οι αιώνες
τόσες πατρίδες τόσες προσπάθειες μέσα μου καμένες.
Άσ’ τους ανέμους να μας πάνε όπου θέλουν
άσ’ τους ανέμους και το τυφλό κρασί
το ματωμένο φως πάνω στα χείλη σου, το ψέμα και η ομορφιά σου
πες μου το πάλι
πες μου το πάλι πως θα με θυμάσαι κι εγώ θα σε πιστέψω

*Τα ποιήματα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://trenopoiisis.blogspot.com/…/gerasimos-lykiardopoulo…

Χλόη Κουτσουμπέλη, Τρία ποιήματα

ΠΕΡΙ ΜΝΗΜΗΣ

Η μνήμη του χρυσόψαρου
διαρκεί ένα λεπτό
του ελέφαντα για χρόνια
του πιράνχας είναι
το λαίμαργο παρόν
του μεταξοσκώληκα
η κάμπια

Αργόσυρτα μαμούθ οι αιώνες
Χωρίς εσένα.

***

ΙΕΡΗ ΠΕΤΡΑ

«Κι αν τώρα πέθαινα» είπε αυτός
«Δεν θα ’νιωθα ποτέ πιο ζωντανός».
Τα πόδια τους βαθιά στο Λιβυκό
Αρχές χειμώνα καλοκαίρι
ήλιος με ξανθιές βεντάλιες βλεφαρίδες
τους δρόσιζε στον ουρανό
μια γριούλα τους φίλεψε ρακή
η δική της είχε μέρα ροδόνερο και μέλι
«για να γλυκαθείς» της είπε
και γέλασε ένα γέλιο χωρίς δόντια

Γιατί το τέλος είναι πάντοτε κρυμμένο
στην ίδια του την τελειότητα

***

ΤΗΣ ΝΕΚΡΗΣ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑΣ

Δεν το έκανα από πρόθεση, ορκίζομαι
Μα σαν την είδα ξωτικό
να τρέχει με γυμνά τα πόδια
προς εμένα
Νόμισα θα διαπεράσει την καρδιά μου
Γι’ αυτό έριξα το βέλος
Άλλωστε εμείς οι κυνηγοί του Βασιλιά
στο θέλημά Του υπακούμε
Η πινακίδα το έγραφε ολοκάθαρα:
«Εξοντώστε κάθε εύθραυστη στιγμή»

*Από τη συλλογή «Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς», Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.