Κώστας Ριτσώνης (1946-2015), Τρία ποιήματα

Σας αγαπάω κορίτσια
εργάτριες στο καινούργιο εργοστάσιο
που φτιάξαν ξένοι στο χωριό
για φτηνότερα χέρια

Πόσο μ΄αρέσει τ’ άγριό σας πρόσωπο
όλο χωριάτικη πονηριά

Πλουτίζοντας τους βιομηχάνους
γίνατε πιο ελεύθερες
με τα λεφτά σας αγοράζετε μπλου-τζην
που τώρα τα ανέχεται η ηθική
του σεμνού σας χωριού

κι όταν καμιά φορά βάζετε τα καλά σας
στο νυφοπάζαρο της πλατείας
πολύχρωμα φουστάνια
με φύλλα και κλαδιά
κοιτάζοντάς σας νομίζω πως είστε
δέντρα

*

Τα ποιήματα
το ένα δίπλα στ’ ‘άλλο
θυμίζουν σπίτια

Ανάλογα με τους στίχους
τα πατώματά τους

Για μένα πιο όμορφα
είναι τα χαμηλά
σαν τσαρδάκια

*

Δυό ξανθιά μερμήγκια
κουβαλούν στις πλάτες τους
ένα κόκκο ζάχαρη
ένα κόκκο καφέ
για το καφενείο
της μερμηγκοφωλιάς

*Από τη συλλογή “Ο ανάπηρος λαχειοπώλης”, Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1982.

Γιώργος Λ. Οικονόμου (1960 – 2024), Τρία ποιήματα

2024), Τρία ποιήματα

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Και που να πάω μου λες
γεννήθηκα μεγάλωσα αλήτεψα
πέθανα κι αναστήθηκα εδώ

Δυο χρόνια μόνο έλειψα μακριά
όταν με πήρανε φαντάρο

Πώς γίνεται ζωή χωρίς τις Εξοχές
την Αρετσού τα Κάστρα το Ντεπώ
χωρίς την Τσιμισκή με τις ωραίες γκόμενες

Και πού να πάω μου λες
κοντά στο σπίτι μου η Τούμπα
άμα κερδίσει ο Ολυμπιακός και λείπω
πώς θ’ ακούσω τη σιωπή της κερκίδας

*

ΜΙΣΗ ΣΑΡΔΕΛΑ

Βομβάρδιζαν οι Ιταλοί με τ’ αεροπλάνα τους
σαφής η διαταγή πάση θυσία
αποκατάσταση της επικοινωνίας
Υπάκουσες ανέβηκες στο τηλεγραφόξυλο
διόρθωσες τη ζημιά βγήκες ζωντανός
Σαν αναγνώριση ανδρείας η πατρίδα
σε αντάμειψε με μισή —στο μπράτσο σου— σαρδέλα
Από τότε με τα μάτια κλειστά κάνεις τον πεθαμένο
κι άλλοτε πως κοιμάσαι μα δε με ξεγελάς
εμένα που σ’ αγάπησα πολύ
ούτε κοιμάσαι ούτε πέθανες
μόνο δείχνεις στον μονάκριβό σου
πώς να γλυτώνει απ’ τις σφαίρες

*

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Ένα ντιβάνι
παλιά κουβέρτα στρατιωτική
κι εσύ κρυμμένος μέσα
με τη ντροπή σου
για τα χρόνια της ανεργίας
Ύστερα ήρθε η σειρά της μάνας
να πέσει στο κρεβάτι
με χίλιους δυο κρυφούς καημούς
Τελευταίος εγώ
με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι
να ψάχνω το λάθος μας


*Από τη συλλογή “Η σιωπή της κερκίδας”, Εκδόσεις Τύρφη, 2021.

Αλέκος Λούντζης, Ξεκούρδιστο πορτοκάλι

Δεν είχαμε ως απόψε δει
νεράκι στο κατώφλι μας
Μα ξέραμε
πως κατά βάθος
δεν έχει πόρτα ο βυθός

Και πέρασε η νύχτα τις όχθες των σπιτιών
και χώρισαν οι όχθες
τον ύπνο των παιδιών
σε δικό τους
και σε δικό μας

κι εστάθη ο ύπνος με μάτια ανοιχτά
Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;

Γιατί ούτ’ εδώ
στις άνυδρες πλημμύρες
σ’ όσα μοιάζουν με πόλεμο ή μοιάζουν μεταξύ τους
σε κουκλοθέατρο
γενέθλια σε κλουβί

δεν είναι για γραφή απ΄ τη μεριά αυτή
Ίσως ούτε από την άλλη

Ποιος λόγος σβήνει το νερό για να μας νανουρίσει;
Αυτή τη νύχτα τη μακρά
νησάκι στην αγρύπνια μας κάθε μισός Μεσσίας
Άλλοι νοστάλγησαν μια θύρα ασφαλείας
Άλλοι σφιχτά δεθήκανε στο άλλο Του μισό

μάταια· όπως γνωρίζετε
όλοι κάποιον άλλον ανέμεναν

*Από τη συλλογή “Οι επόμενοι εμείς”, Εκδόσεις Ευρασία-Στιγμός, 2021

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Λέγειν

Από εμένα και τον Αγησίλαο
η ζωή μόνο ραθυμία μπορούσε να περιμένει εκείνη την περίοδο. 

“Εγώ πότε δε βαριέμαι τη βαρεμάρα”, μου ‘πε. 

“Ναι, αλλά σε παίρνει γιατί έχεις εμένα, 
σε ποτίσω, σε ταΐζω, σου ‘χω πάντα 
το κρεβάτι σου έτοιμο. “

Τα μάτια του έπαιξαν πέρα δώθε 
σα σταγόνες λαδιού. Χασμουρήθηκε, 
κι έφυγε καμαρωτός. 

Τελευταία μιλάει πολυ. 
Συγκριτικά με παλιότερα, τουλάχιστον, 
που σπάνια του ‘παιρνες λέξη.
Όσα ξεστομίζει έχουν μια γνησιότητα, 
λες και βάζει σε λεξεις μόνο ό,τι του μετακινεί το αίμα. 

Μετά από κάμποση ώρα γύρισε.  
Κάποιες τρίχες απ’ το μουστάκι του
κουβαλούσαν σταγόνες νερού 
κι έπεφταν ίσιες σα τις βελόνες
της γιαγιάς, τις μικρές
που είχε για να μου πλέκει τερλίκια,  αμίλητη για ώρες στην ξύλινη καρέκλα,(κάθε κόμπος της κάλπαζε
μετά τον άλλον), προσηλωμένη στον σκοπό της, χωρίς να το ξερει, 
έδενε με φροντίδα το παρελθόν στο μέλλον.

Ο Αγησίλαος με κοίταξε με το γνωστό αλαζονικό του ύφος: 
“Μας το χε πει ο κτηνίατρος 
πως το φάρμακο παίζει 
να προκαλέσει παραισθήσεις”.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ποιήματα

Η λέξη ποιητής

Ο ποιητής δεν είμαι προφήτης, είμαι η δόξα
του πρωινού. (Είμαι; Παίζω στα ζάρια το «θα»,
όπως όταν σκάβεις ένα άστρο
και τινάζονται από μέσα εξέχοντα ορυκτά.)
Πάντα αθώο το μήλο όταν πέφτει – δεν ξέρει
την κατάσταση της πτώσης από πριν.
Ενώ ο ποιητής γνωρίζει τον θάνατο γι’ αυτό
σκιρτά στις ενάρξεις.
Κυλά στο πληκτρολόγιο το νυν το αεί ο
αόριστος ο τετελεσμένος μέλλων
το τετελεσμένο τιτίβισμα του πτηνού μου
που πάντα με γλυτώνει από τον χρόνο.
Σε αυτά τα απόκρημνα σκαλοπάτια
από ρόδα κι αγκάθια, από άγρια χόρτα και ζώα,
η χαρά φωνάζει: κράτα με να γίνω η πολυθρόνα,
ο καναπές σου, η τηλεόραση, το χαλί, ο πολυέλαιος,
η κουζίνα, η βρύση.
Η ζωή μου καθιστή ή ξαπλωτή ή σε καρέκλες τραπέζια
από λέξεις που ξυπνούν ξαφνικά μέσα σ’ ένα ελάφι
(γι’ αυτό αγαπώ τη δροσιά
την παράξενη φύση των βρύων).
Οι λέξεις λόχμες. Κι άλλοτε φτερά από αηδόνι.
Όμως πάντοτε επιστρέφει το ερώτημα:
Είμαι δεν είμαι, είμαι δεν είμαι
(σαν βροντή σαν χαλάζι στο Κατοικητήριο
των Ιμαλαΐων
ή
σαν στόμα που προσκαλεί το
γράμμα άλφα μέσα στο ποίημα, δηλαδή
ένα ζαχαρωτό της έναρξης).
Σ’ αυτό το «θα» ποιο νόημα να
δώσω; Το σώμα του μέλλοντος αιώνος ή
του τίποτε;
Είμαι δεν είμαι, είμαι δεν είμαι
–δεν είμαι δεν είμαι ακόμα η
δόξα του πρωινού.

Η γλώσσα διόρισε την Κλεοπάτρα υπηρέτη, στην εξιστόρηση
επεισοδίων της ζωής να βάζει στο βάζο λόγια με αγκάθια και
ερήμους, άλογα με φτερά και ηνιόχους. Όμως η ποιητής άλλα
κοιτάζει, άλλα θαυμάζει, αντί ν’ ανοίγει βεντάλια με στίχους,
λέει:
να γίνω η αμνός.

Σε συστάδες φωτός φωνασκεί η φωνή του Μάρκου Αυρήλιου,
καθιστή στους ίππους χρεμετίζει.: Περιορίσου στο παρόν. (Το
παρόν υπάρχει,; Από τα χέρια του βγάζει χέρια, σε καλεί σε άλλες
πόλεις σε άλλους πολίτες, σκύβει επάνω σου με πλανήτες και
φανταχτερά οπωροφόρα, σε νικά με το δάγκωμα της αμεριμνησίας.)

*

Το δεν είμαι ακόμα

Η γλώσσα γράφει. Η ποιητής
παρατηρεί τον εαυτό της. Ο εαυτός της γλώσσα
διαρκώς εκτείνεται, αφήνει πολλά ονόματα, ομιλίες
φάτνες και νεογέννητα – εδώ κι εκεί μεταπηδά,
χωρίζεται σε πολλά, κλέβει ό,τι βρει,
υπόσχεται να φέρει
μια αύρα καλοκαιρινή μες στη λογιστική.
Είναι η διαίρεση της γλώσσας συγγενής με τον πολλαπλασιασμό;
ή χρειάζεται απλώς η συμπύκνωση
για να προσθέσεις αυτό το
δεν είμαι ακόμα.
(Φράση ακατανόητη; Μάλλον όλα δείχνουν
πως το άρτιο καθυστερεί.)
Ίσως το άρτιο είναι ο κορυδαλλός.
Ή μία κότα που γεννάει το αυγό της.
Ή το αυγό που έγινε από την κότα
και τώρα κυλάει σαν μπαλίτσα
ως τα θεμέλια του σπιτιού.
Η λέξη σπίτι, αγαπητοί ακροατές: εννοώ κρυστάλλινα ποτήρια σ’
ένα τραπέζι με επίμονους συνομιλητές.

*Από τη συλλογή “Το δεν είμαι ακόμα”, Εκδόσεις Ίκαρος, 2022.

Joaquin Giannuzzi, Ύστατος λόγος

Σχέδιο του Giannuzzi: Soledad Calés

Αντιστρεφόταν όλες τις ιδεολογίες.
Δεν γνώρισε την ευχαρίστηση της πιθανότητας.
Την ταπείνωσαν η ιστορία του κόσμου
και η ντροπή της χώρας της,
η γύμνια, τα πεσμένα δόντια,
οι μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια,
η προσωπική αποτυχίας της γλώσσας της.
Ο εργάτης που ανάσανε
άπληστος για οξυγόνο και το πεπερασμένο σύμπαν
που άφησε να πέσει το σφυρί, ήταν ο λόγος
που σφάλισε τα παράθυρά της. Αλλά ούτε
μέσα στο παραλήρημα βρήκε κάποιο νόημα.
Γι’ αυτό, ίσως δεν ήταν και τόσο απρεπής
ο τρόπος που απαρνήθηκε τον κόσμο.

Έτσι συνέβη: εμετική
η απέχθεια της εποχής
και πληγιάζοντας πάνω στο τελευταίο μαξιλάρι
έστρεψε προς τον τοίχο
ό,τι απέμεινε από το πρόσωπό της.

*Από το βιβλίο “”Χοακίν Χιανούτσι, Ποιήματα”. Μετάφραση΅Στάθης Ιντζές. Εκδόσεις Θράκα, 2014.

Πέτρος Νταβερώνης, Το Λαύριο [απόσπασμα]

…….
Δεν είναι φασκιωμένη η ψυχή τους
Με το δέρμα του παραγωγικού πιθήκου
Τις φολίδες της αναίσθητα ναυλωμένης Σφίγγας
Του αγορασμένου στο παζάρι
Δεν είναι
Μαρκαρισμένοι του Στρατοπέδου
Του Εργοτάξιου
Της αλλόκοτης στοίχισης αριθμών
Με το στίγμα που διαχέει φτήνια
Περιθώριο ανωνυμίας.
“Εργατικό δυναμικό”
“Ενεργός πληθυσμός”
“Έμψυχο υλικό”

Το Λαύριο δεν έχει μυαλό να σκεφτεί
Δεν έχει χέρια να χουφτιάσουν τη μοίρα του
Μάτια να δει
Στόμα να πει για τη ζωή του
Να μιλήσει για τον εαυτό του
Από αυτή την αποδοχή ξεκινούν Όλοι.

Το Λαύριο είναι ένα προσφερόμενο κοπάδι
Ανίκανο να διεκδικήσει τον Εαυτό του
Προκαλεί τη διαμάχη βοσκών
Καθένας με τη δική του λογικώτερη αλυσίδα.

Σαν το σκουλήκι εργάζεται αθέατα στο υπέδαφος
Επωμίζεται την ευφορία
Το σκάψιμο
Τη σπορά
Τη συγκομιδή
Την ετοιμασία
Δίχως νάχει πουθενά δικό του πηδάλιο

Πάντα με υπόδειξη
Με κέντρισμα
Με χειραγώγηση ευεργέτη ή δήμιου
Με συμβουλή
Τιμωρία
Αμοιβή
Φόβο
Ελπίδα

Γονάτισμα αντιμέτωπου με την αντίσταση τη ύλης
Για τούτο πραγματικό κι απλό σαν την ύλη.

*Από τη συλλογή “Το Λαύριο”, εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος” (χωρίς χρόνο έκδοσης, αλλά, μάλλον αρχές της δεκαετίας του 1980).

Νόα Τίνσελ, Ποιήματα

ΧΩΡΙΣ ΥΠΟΚΛΙΣΗ

Κάμερες πάνω μου
Βγαίνω
στη σκηνή

Η μόνη αλλήθωρη σε όλο το σχολείο

*

ΦΡΑΣΗ ΠΟΥ ΣΟΥ ΕΙΠΕ Η ΓΙΑΓΙΑ ΣΟΥ ΕΝΩ ΣΕ ΠΕΡΊΜΕΝΑ
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Βγαίνεις μαζί με την προβληματική

Και σε γελάνε

*

ΣΤΑ 8 ΤΟΥ ΣΚΑΩ ΚΑΤΩ

-Η μέση μου!

Καλύτερα να σήκωνα ντουλάπα

*

TINDER MATCH

Μου τον πασάρει
Ταιριάζουμε

Είμαστε και οι δύο χοντροί

*

ΜΕΤΑΞΥ ΑΝΔΡΩΝ

Μας χαρτζιλικώνει
Στον αδερφό μου δίνει παραπάνω

Εκείνος πρέπει να γαμήσει

*

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙΣ ΩΣ BUTCH
ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΡΧΙΑ

Πολλά νευριασμένα αγόρια που θέλουν να πεθάνεις

*

ΡΟΜΑΝΤΖΟ

Η μάνα σου σε λέει ανάπηρη
Εμένα πουτάνα
Εύχεται να με κομματιάσει νταλίκα

Ο αδερφός σου ουρλιάζει
Αν βρεθώ στον δρόμο του
Θα μου σπάσει τα πόδια

Κλαις με λυγμούς – κλείνει η γραμμή

Είμαι 15 και θέλω να πεθάνω

*Από τη συλλογή “Μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα”, Εκδόσεις Θράκα, 2023.

Βαγγέλης Μπριάνας, Τρία ποιήματα

ΤΗΣ ΚΡΑΝΙΑΣ

Κόκκινο ποτάμι και στυφό νερό απ’ τη σχισμή σου
να ποτίσει ο κισσός που πνίγει το κλωνί σου

*

ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΙ

Φεύγοντας πας πετάει -κι αντίστροφα-
πετάς πας φεύγοντας
σε κλαρί γυμνό και στέκεις
λυπημένο πουλί από ψυχής γεφυράκι χτίζεις

Βουνά-βράχια πολλά στο στόμα σου μετράς
κι οι πέτρες που ξεστομάς με παίρνουν κατακέφαλα

*

ΜΕΣ ΣΤΗ ΔΡΟΣΟΥΛΑ

Δροσούλα και φθηνή σκιούλα
που γυρεύει νεκροπούλια

Ένα τους θα κάτσει θα ξεχαστεί
θα κοιτάει τα φύλλα θα κοιτάει τη βροχή

Το σκάγι που το παίρνει
το αφήνει στον τόπο.

*Από τη συλλογή “Ντελάλης”, Εκδόσεις Θράκα, Αύγουστος 2021.

Γιώργος Α. Τζαμαδάνης, Τρία ποιήματα

Χωρίς οίκτο

Όταν θα ‘ρθεί δεν ξέρω πού θα σε βρω
θα ‘χεις ανοιχτεί στο πέλαγος
ή θα ΄χεις αναρριχηθεί σ’ αητοφωλιές
Κάποιοι θα πουν πως φοβήθηκες
ή ντράπηκες να τον συναντήσεις
Μόνο εγώ θα ξέρω πως το ’κανες
για να μην τον σκοτώσεις
αν και του άξιζε του κερατά…

*

Η αλήθεια μιας κατσαρίδας

Εδώ ακριβώς γέννησε και κατσαρίδα
στον εγκέφαλο ενός δικαστή
Μη σε παραξενεύει, μπολιάζεται απ΄ τα μικρόβιά του
γι΄ αυτό επιβιώνει στα δύσκολα.
Γι’ αυτό πρέπει να χυθεί πολύ αίμα…
Κουράστηκα να σκοτώνω κατσαρίδες
και να πίνω αντιβιοτικά…

*

Κατσαρίδας συνέχεια

Βάψανε τα γείσα μαύρα
τους ενόχλησε ο ήλιος
Βάψανε τις παπαρούνες μαύρες
τους ενόχλησε η κόκκινη γύρις
Βάψανε τα ποτάμια μαύρα
τους ενόχλησε ο ανατρεπτικός λόγος
Βάψανε τα μάλλινά τους μαύρα
Για να φιλοξενούν μόνο κατσαρίδες
Μιλώ για τους δικαστές, που προσπαθούν
να κλείσουν τις τρύπες του μυαλού τους
μη τους ξεφύγουν και τρυπώσουν
στις τσέπες των κατηγορούμενων
μη ξεχάσουν τις μοναδικές λέξεις
που ‘μαθαν στο κατσαριδοσχολείο:
“ένοχος, δίχως ελαφρυντικά”.

*Από τη συλλογή “Κατσαρίδες”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2019.