Omed Qarani, Ιουλιανές νύχτες

Νύχτα ενός Ιουλίου,
εργάτες κοιμούνται υπό το σεληνόφως,
περιστέρια πίσω
από τα βλέφαρα των οφθαλμών μου κρύβονται,
τα όνειρά μου
από τον μιναρέ της σιγής πέφτουν
και λέω στον εαυτό μου:
δεν είμαστε τίποτα
παρά παιχνίδι για τον τόπο και τον χρόνο…

Άλλη νύχτα ενός Ιουλίου,
εργάτες υπό το σεληνόφως
κοιμισμένοι, τα βλέφαρά μου τόσο βαριά
όσο εκείνο το κτίριο
που πάνω του είμαστε ξαπλωμένοι,
σκέπτομαι τις παραπλανητικές σχέσεις,
τους φθηνούς λόγους,
το τραύμα του ανόητου γέλιου,
λέω στον εαυτό μου:
η ζωή ρεύει με την φλέβα που υπομένει…

شەوانی جۆزەردان

شەوێکی مانگی جۆزەردانە، کرێکارەکان لەژێر تریفەی مانگەشەودا ڕاکشاون، کۆترەکان لە پشت پێڵووی چاوەکانم

خۆیان دەشارنەوە، خەونەکانم بە منارەی بێدەنگی شۆڕ دەبنەوە و بە خۆم دەڵێم: ئێمە هیچ نین جگە لە یارییەک بۆ شوێنەکەی و کاتەکەی..

شەوێکی دیکەی مانگی جۆزەردانە، کرێکارەکان لەژێر تریفەی مانگەشەودا نوستوون،  پێڵووەکانم هێندەی ئەو باڵەخانەیەی لە بانی ڕاکشاوین قورسن، بیر لە پەیوەندییە گەمژەییەکان دەکەمەوە، لە گفتە هەرزانەکان لە برینی زەردەخەنە بێ واتایەکان، بە خۆم دەڵێم: ژیان بەو دەمارەدا دەڕوا کە بەرگە دەگرێ..

Νίκος Σφαμένος, Αργά στην πόλη

ζόρικες τάξεις
θυμάμαι
τα βιβλία του δασκάλου
στη σκονισμένη έδρα
κορνίζες ηρώων

την εθνική επέτειο
εκείνη την κρύα μέρα
στο Διδυμότειχο
οι επίσημοι να πηγαινοέρχονται
κι εγώ να κρατώ ένα βιβλίο
με ποιήματα

τις μοναχικές βόλτες
στο Καρλόβασι
-τότε τα χρειάστηκα-
το «γραμμένο στη βροχή»
μια νύχτα του Γενάρη
τα όνειρα πάνω απ’ τα
φωτοτυπημένα ποιήματα
το κρασί στο άδειο τραπέζι  
στον καφενέ του Σκόρμπου

εσένα θυμάμαι
να μου λες να ανοιχτώ
τη σοφίτα σου με τα βιβλία
και ένα ταξίδι 
που δεν άρχισε

όταν στα δεκαοχτώ
νόμιζα πως ένα και μόνο 
ποίημα
θα τ’ άλλαζε όλα

το πιστεύω ακόμα;

ρώτα με:
είμαι σαράντα τριών

ένα έτσι, δύο ποιήματα

απέναντι στην λέξη σκοτάδι
αναβοσβήνει ο καλύτερός μου φίλος

βαριέμαι να σηκωθώ από τον καναπέ
και να πέσω για χάρη του στο κενό

θα αφήσω το φεγγάρι να πληθαίνει
μέχρι να ξεβραστούμε κι οι δυο
στο ασπράδι των αποσβολωμένων μας ματιών

*

την πρώτη φορά που χάθηκα
πίστεψα πως έπαψα πια να είμαι παιδί
χρειάστηκε να επαναληφθεί
αμέτρητες φορές
για να μάθω τελικά
πως το σκοτάδι
είναι η μυστική πόρτα
από την οποία πάντοτε επιστρέφουμε
στην αγνή μας καρδιά
την πρώτη φορά που έχασα έναν φίλο
ήξερα πως έχω πια ενηλικιωθεί
έκτοτε μεγαλώνω σαν άντρας
σε έναν κόσμο αντρών
γερνάω σαν άντρας

Yvan Goll, Μάσκες χιονιού

Μέσα σε μια νύχτα
το χιόνι έφτιαξε τη νεκρική του μάσκα
 
Κάτασπρο ήταν το γέλιο του χιονιού
Που μεταμορφώνει τη σκιά μου
Σε νηστείας ρούχο
 
Μια καταιγίδα από χρυσά τρίγωνα
Λευτέρωσε άξαφνα απ’ όλα τα δεσμά της
Τη βουερή πολιτεία
 
Στο εφτάχρωμο φως
Οι πύργοι του χρόνου
Πέταξαν τις άγκυρές του.

*Από το βιβλίο “Έξι Ευρωπαίοι ποιητές”, Εκδόσεις Gutenberg, 2015. Μετάφραση: Αλέξανδρος Ίσαρης.

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Ποιήματα

Σαν ίαμβος

θ’

Η νύχτα γυμνάζει τα όνειρα
Υφαίνει το ασημένιο δίχτυ του νερού
Έτσι κατοίκησες στο χέρι μου
Στην ανοιχτή παλάμη
άναψες
πέρασμα υγρό
αποτυπώματα πουλιών
διαδρομή πολυσύλλαβη

Εγκλιτικό μου σώμα εύφλεκτο
Σε ποια γραμμή θα πληγωθείς

*

Καθρέφτης

α’

Τα χρόνια περνούν

Οι λέξεις ατσαλάκωτες
προσγειώνονται με αλεξίπτωτο
Κάποτε τραυματίζουν
κάποτε τραυματίζονται
και σχεδόν πάντα
πυροβολούν τον ποιητή

Απόψε δεν υπάρχουν αλεξίσφαιρα

η’

Είναι ο τόπος μας μικρός
Άπιαστο φως αθώρητο
έχτισε την ψυχή μας
Χάλκεον χέρι και βαρύ
νείεν καεί η σταλαμή
χάλασε το κορμί μας
Είναι ο τόπος μας μικρός
Ακοίμητο το νερό μας
Χρυσή κλωστή το παραμύθι μας
στες άκρες των άκρων μας
Είναι ο τόπος μας μικρός
Ύλαντρον της αγάπης
Φως ασημένιο και ψωμί
μαύρη ‘ναι πέτρα και καλή
λεπίδα της απάτης

Hettie Jones, Weather / Καιρός

My folder of poems
labeled “weather” holds
no clues as to whether
or not there’ll be any
weather to count on, say,
a hard rain like “little nails,” or
that deluge “plunging radiant”
now that we’ve plunged into war
and wars don’t stop like rain stops
like that last slow drizzle
onto the old tin bathroom vent
sweet hint of growth
in the soft wet drift north
fire or ice, fire or ice
are you breathing, are you lucky enough
to be breathing

Ο φάκελος με τα ποιήματά μου
με την ετικέτα «καιρός» δεν περιέχει
καμία ένδειξη για το αν
θα υπάρχει ή όχι
καιρός στον οποίο να βασιστούμε, ας πούμε,
μια δυνατή βροχή σαν «μικρά καρφιά» ή
εκείνη η κατακλυσμιαία βροχή «που πέφτει λαμπερή»
τώρα που βυθιστήκαμε στον πόλεμο
και οι πόλεμοι δεν σταματούν όπως σταματά η βροχή
όπως εκείνη η τελευταία αργή ψιχάλα
πάνω στον παλιό μεταλλικό εξαερισμό του μπάνιου
γλυκιά υπόδειξη ανάπτυξης
στην απαλή υγρή μετακίνηση προς τα βόρεια
φωτιά ή πάγος, φωτιά ή πάγος
αναπνέεις, είσαι αρκετά τυχερός
που αναπνέεις

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γιώργος Καλοζώης, Tο χάρισμα

Εξαιτίας σου Γκλεν Γκουλντ
γράφουμε νότες πάνω στους
τοίχους των σχολείων πάνω σε
όποιον καθαρό τοίχο βρούμε
με κιμωλίες με κηρομπογιές
με μαρκαδόρους με σπρέι -ίσως
οι μελλοντικοί άνθρωποι
αναρωτηθούν με το επίρρημα πώς
το ερωτηματικό μόριο γιατί που
εισάγει ευθεία ή πλάγια ερώτηση ίσως
στο μέλλον θεωρηθούμε προϊστορικές
αρχαιότητες ίσως μεταφερθεί δηλαδή
το μακρινό παρελθόν στο σήμερα
είναι τα πράγματα καμωμένα για
ν’ αλλάζουν κι η λέξη ίδιο συγκρίνει
πράγματα μόνο στον ίδιο χρόνο
όχι οποτεδήποτε αυτό είναι το σωστό-
εσύ Γκλεν Γκουλντ μας έμαθες
ν’ ακούμε τους υπέρηχους που
αντιλαμβάνονται οι νυχτερίδες και
τα σκαθάρια οι νυχτοπεταλούδες
και τα νευρόπτερα
εσύ μας όξυνες την ακοή χαρίζοντάς
μας όλων των μεγεθών τις ξύστρες
εσύ με τους υπέρηχους μας έκανες
καθαρισμό προσώπου ξοδεύοντας
λίγα λεφτά ή και καθόλου
εξαιτίας σου μάθαμε ν’ ακούμε τον
ήχο μιας βλεφαρίδας που πέφτει
μιας τρίχας από τα φρύδια ή μιας
κλωστής ή ενός φθινοπωρινού φύλλου
πριν πέσει πάνω στα άλλα φύλλα στο
χώμα ή της πυκνής ομίχλης
ή την ομιλία κάποιου σε άλλη χώρα
ή τον ήχο των καυτών δακρύων όταν
κυλούν πάνω στα μάγουλα εξαιτίας
σου ακούμε το λυθρίνι την ώρα που
κολυμπά ή τον ήχο των ωαρίων που
πέφτουν από τις σάλπιγγες μέσα στη
μήτρα κι άλλα πάρα πολλά κι ακόμα μας
έμαθες πώς να θυμόμαστε
να ξεχωρίζουμε τη χρεία από το
αχρείαστο εσύ που προτίμησες τη
διέγερση αντί την ηρεμία τον αντίλογο
αντί τον λόγο
έβαλες φωτιά σε όλα τα δάση του Καναδά
το παίξιμό σου ήταν ο αναπτήρας σου
και τώρα λατρεύεσαι σαν ένας μικρός θεός
μιας θρησκείας που ζει ταυτόχρονα την
ακμή και την παρακμή της

*Από τη συλλογή “Γκλεν Γκουλντ”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2024.

Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου, Ανοίκιες φωνές

Μοιραστείτε
Ανοίκιες φωνές
Είσαι ο Δίας, κραύγασε η φωνή.
Εκείνη η μεταλλική, επίμονη, στριγκιά
που το μυαλό του εξουσίαζε.
(Παντοδυναμία η ψευδαίσθηση αντιβουΐζει.)
Δυσβάστακτο το βάρος. Μάτια
δέσμια στο κενό
γυρεύουν ίαση.
Η επανεμφάνιση συμπτωμάτων διαρκής.
Σε συνεχή εκκρεμότητα η ζωή μας.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://stigmalogou.gr/anoikies-fones-tis-polletas-psychogyiopoulou/?fbclid=IwY2xjawM3W_pleHRuA2FlbQIxMQABHisdoIxLY3BqFfFDvOOs_r2Gwdl8rutF7gGAYgsi-j1eqGrCWxSdQ6lUNpGp_aem_CsVgTBiG3GzYCX0omXOmIw

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Τράβηξες πορεία μπροστά

Τράβηξες πορεία μπροστά
στον κόσμο που ζητούσες.
Έλεγες στις ρίμες σου τα τραγούδια
του δρόμου και των αδικημένων.
Ήξερες πως η προσφορά,
μόνο στης αλληλεγγύης τα μονοπάτια
γίνεται αληθινή.
Εξέθεσες έτσι την ματαιόδοξη φιλανθρωπία των από πάνω.
Κι όταν ακόμα φάνηκαν οι τραμπούκοι,
πίσω πάλι δεν έκανες,
Μόνο να προστατεύσεις,
όπως πάντα, σκεφτόσουν.
Πήγες μόνος και έγινες άστρο.
~
Είναι κάποιοι άνθρωποι σκέφτομαι,
που δεν κράτησαν ποτέ σημαία.
Ίσως γιατί την είχαν ήδη ραμμένη
στην καρδιά τους.
Αψήφισαν έτσι την λησμονιά των θνητών.
Έγιναν σύμβολο που δεν θα σβήστεί ποτέ απ’ τούς αγώνες των από κάτω.
Αυτών που υπερασπίζονται ακόμη
το δικαίωμα στον άνθρωπο.

Παύλος Φύσσας ΠΑΡΩΝ!