ένα έτσι, ποιήματα

Hannah Höch, Seen From Above (1959)

η γριά έψελνε στο διάδρομο
ο γέρος διάβαζε Μπουσκάλια
οι συνοδοί μοιάζανε θλιμμένοι
περισσότερο από τους ασθενείς
οι πρωτάρηδες ξεχωρίζαν
ο Θεός είχε ήδη πάρει τη θέση του
μπροστά στον υπολογιστή
στα δεξιά της μακάριας πύλης
διαβάζοντας στις φλέβες μας
βαρετές καθημερινές ιστορίες
ξημέρωμα πάνω στις ταράτσες
κεραίες, δορυφορικά πιάτα
ένας γερανός στο βάθος γυρίζει
μια κουρούνα στέκεται και φεύγει
το φως ως συνήγορος του θύματος
το φως ως δικαστής συνταξιούχος
με τα φρύδια της λογικής γερμένα
στο βάρος της μεγάλης απόφασης
και τα μάτια άδεια, πλημμυρισμένα
από αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο
που οι άνθρωποι αποκαλούν ζωή
μετράω πόδια, λεπτά
που θα γίνουν ώρες
η μέρα Πέμπτη
το ταξίδι στην μητρόπολη
κι άλλα πόδια κι άλλα λεπτά
πέρα δώθε στον διάδρομο
καθώς ξημερώνει
φτηνά αθλητικά παπούτσια
περιμένουν το όνομά τους
ανυπομονούν να γιατρευτούν
έστω και για σήμερα μόνο
η μέρα Πέμπτη
σκονισμένα μαύρα adidas
πλαστικό λευκό δάπεδο
ο καφές τελείωσε, περιμένω

*

στην παρθενούλα μας

όταν σου μιλάω για μένα
μου απαντάς εσύ
επιστρέφοντάς μου την απόσταση

χαρίζοντάς τη μου
για οποιαδήποτε περίτεχνη μανούβρα
διαλέξω και πάλι

τα χέρια πίσω
από τα πόδια / στο κεφάλι
μια τρυπούλα ενδιάμεσα

εσύ μου λες είσαι αυτό
όπως εγώ εκείνο το άλλο
λιγάκι πιο πέρα, συνέχισε να μιλάς

μπορώ να αγγίξω
τα πολλαπλά σου φεγγάρια
και τις άνυδρες ακτές

δίχως να χρειαστεί ποτέ
να τα ονομάσω σπίτι
ή ακόμη χειρότερα, θεέ μου

χωρίς ποτέ να συμφωνήσω
πως καλό θα ήταν εκεί
να επιστρέψεις

όταν κάποτε σου ζητηθεί
μία αλήθεια
για να σε δουν

μίλησέ μου για σένα
και πήγαινε μας όπου εσύ θες
αρκεί να μπορώ να αισθάνομαι

το πότε φεύγεις
προς το αστείρευτο πουθενά
αυτής της ύπαρξης

ένα σημείο
από όπου σε αποχαιρετώ
για να σε βρω ξανά μετά

στην δεξιά μεριά του κρεβατιού
το μέρος από όπου όλα
τα σύννεφα περνάνε

έτσι
για να συνεχίσω να ακούω
κι ας μην έχω ιδέα τι λες

κι ας μην προσπάθησα ποτέ
να καταλάβω
αν όντως λες κάτι

ή απλά αγαπάς! τον τρόπο
που σε ακούω
όπως κι εγώ γίνομαι ο τρόπος
που όλα αυτά σιγά σιγά
χάνουν όποιο νόημα
κι αν είχαν

γελώντας και κλαίγοντας
στο βλέμμα που ανταλλάξαμε
την πρώτη φορά

που σε είδα
να πλησιάζεις το πρόσωπό μου
κι εγώ το δικό σου

Μανώλης Μεσσήνης. Απολογία συγγραφέως

Φωτογραφία: Patrick Tomasso-Oaqk

Είμαστε η σκιά μιας φευγαλέας αλήθειας,
το μυστήριο ότι υπήρξαμε εκεί

Είμαστε κάποιοι που πιστεύουν στο αστάθμητο

Είμαστε αφηγητές εκείνου που κανείς δε θέλει,
ενός ονείρου το οποίο αναγγέλλει και ανιχνεύει
με σαφήνεια τη ροή του χρόνου προς τον θάνατο

Είμαστε ένας Δαβίδ με μια πένα ικανή να σκοτώσει Γολιάθ

Μας κατακλύζει η θλίψη
επειδή η βαθύτερη γραφή είναι η απώλεια

Είμαστε οι μεταφραστές του κόσμου

Είμαστε ένα μάτι που εντοπίζει το ψευδές
και το δείχνει

Είμαστε ικανοί για κάθε θράσος

Είμαστε αυτοί που κάνουν τις λέξεις να ζουν όπως θέλουν,
ν’ αντηχούν, να μιλούν για τον εαυτό τους
σαν να προφέρονται στον αέρα,
σαν να πηγάζουν απευθείας από την αναπνοή,
το νόημα, τον ρυθμό, τη μουσική

Είμαστε αυτοί που παρατηρούμε,
αντιγράφουμε, μιμούμαστε, παρωδούμε,
διαλύουμε, ερευνούμε, επικρίνουμε,
παραμορφώνουμε, εξιλεώνουμε, κατανοούμε,
σκληραίνουμε και γοητεύουμε

Είμαστε αυτοί που υφαίνουν διαφορετικές εποχές
και χώρους χωρίς χρόνο

Είμαστε αυτές οι απλές λέξεις

Είμαστε αυτή η παράξενη φωτιά που κρύβεται κάτω από το γράψιμο

Κατερίνα Κολιοπούλου, η Πόρτα

Σ’ έχω αποστηθίσει
απ΄τις ταμπέλες της Πατησίων
σ’ έχω διαβάσει τις νύχτες
σπιθαμή προς σπιθαμή
σ’ έχω μυρίσει
σε κουτί
στο παγκάκι της πλατείας
σε σύνθημα του δρόμου

Σε είπα απ’ έξω
Σ’ αφουγκράστηκα
Σελίδα τη σελίδα
σε φυλλομέτρησα
Στα δάχτυλα
σε έπαιξα
-Κάποια σημασία έχει το φως-

Σου ‘κλείσε τα φύλλα
Μου άνοιγες τα μάτια
Μου ‘πες:
Σήμερα
Τυφλώσουν

Σ’ έχω αποστηθίσει
Κάπου κάπου σε σφυρίζω
του κόλπου μου πύρινη
άρθρωση

*Από τη συλλογή “εντωμεταξύ”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2022.

Τάκης Σινόπουλος, Αν

Απ’ το πρωί ο άνεμος ξεκάρφωνε τον ουρανό.
Απ’ το πρωί ο ήλιος κάπνιζε
ανάμεσα στα ερείπια.

Αν το πρόσωπό σου, το πρόσωπο ασπίδα, και το σύννεφο
εκείνο κι ο τόπος τοπίο, και τα μάτια σου στρέφοντας ξα-
φνικά δεν είχαν σκοτώσει την εικόνα που κοίταζαν λίγο πιο
πριν.

Αν το χέρι σου ήταν.
Αν τα μάτια σου.
Αν το χέρι σου.
Αν η λέξη που πήγες να πεις.

Λοιπόν όλη τη μέρα ο άνεμος.
Όλη τη νύχτα οι στάχτες της φωτιάς σου.

*Aπό τη συλλογή Πέτρες, σελ. 16, Εκδόσεις Κέδρος, 1982

Κωνσταντίνος Βορβής, Τέσσερα ποιήματα

ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ


Πόσο θ’ αντέξει ακόμα
μόνος στην άκρη του κόσμου
χωρίς συμμάχους χωρίς ένα χέρι
στα πυρά ευάλωτος της μνήμης
να αντιμάχεται να πολεμά
να στέκεται όρθιος σχεδόν
ενώ το παράλογο τον πολιορκεί
στο πιο ευαίσθητο σημείο

*

ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ

Σε σένα επιστρέφουμε πάλι
Σε σένα, άσπλαχνη μητέρα
παραδίνουμε την σάρκα μας
Απελεύθεροι από τον φόβο
της αιώνιας κατάπτωσης
Αμόλυντοι από την φθορά και την ελπίδα
το άθικτο πρόσωπό σου, το χαοτικό
αντικρίζουμε

*

ΕΠΙΓΟΝΟΙ

Την λευκότητα της παρθενικής σιωπής σου
Νύχτα, Αυτοί έρχονται να καταστρέψουν·
Στα χέρια τους κρατούν τον εξόριστο καρπό
και η τροχιά τους χάνεται μακριά,
πολύ μακριά στο επέκεινα

Υποδέξου τους σαν άσωτους υιούς
επίγονους του ονείρου

*

ΒΛΕΜΜΑ

Μόνο μια μνήμη κράτησα μέσα στον οχετό
εκείνο το βλέμμα, το τόσο αδιαπέραστο
το τόσο ακλόνητο στην πτώση
που αυθόρμητα υπέτασσε το χάος
και έδινε ξανά ζωή
στα ανέφικτα, παλιά οράματα

Αυτό το βλέμμα κράτησα μονάχα
με τον φανατισμό των ξεπεσμένων

*Από το συγκεντρωτικό τόμο «Τα ποιήματα», Εκδόσεις Σιγαρέτα, 2025.

Αργύρης Χιόνης, Συμβάν

Φωτογραφία: Hans Jacob Haarseth

Σκότωσε
όλα τα περιστέρια
κι έφτιαξε
ένα μεγάλο πουπουλένιο μαξιλάρι.
Ύστερα,
έπεσε να κοιμηθεί
εν ειρήνη.

*Από τις “Απόπειρες φωτός’”, Εκδόσεις Δωδεκάτη Ώρα, Αθήνα, 1966.

Γιάννης Κοντός, Κίνδυνος στην πόλη

Απόψε δεν γράφονται ποιήματα

Ο τρελός ξέφυγε μ’ ένα όπλο
και ρίχνει στο ψαχνό.
Όλα τον δείχνουν – αλλά
κανείς δεν βλέπει.

Τρέψω – τρέχουμε
Σκοντάφτω στον εαυτό μου.

Ο ποιητής παριστάνει
το οπωροφόρο δέντρο για να
γλιτώσει τον ξυλοκόπο.

Κωνσταντίνα Γεωργαντά, Δύο ποιήματα

ΓΡΑΜΜΙΚΗ ΠΛΟΚΗ

Η μονότονη εμμονή
αγανακτισμένου αντιεξουσιαστή
οδηγεί την πλοκή και το μύθο·
και ο συγγραφέας αυτός
εξεγερμένος εγωιστής
πλάθει ευστιχώς
πειστικά
τροπή, ανατροπή, σκηνή πλήθους.


άλλο τι
δεν έχω να προσθέσω
και γράμματα
γνωρίζω

*

Ο,ΤΙ ΛΑΜΠΕΙ

Είμαι μια παρομοίωση·
ο αληθινός μου εαυτός
κρυβόταν πάντα
στα σκοτεινά μέρη
του μυαλού μου
παραφυλούσε τείχη
και ξεμύτιζε τα πρωϊνά
ονειρευόταν κατάρτια.

Οι άνθρωποι συνηθίζουν
να ζούνε
δίχως τίποτα.

*Από τη συλλογή “ρακοσυλλέκτης χρόνος”, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2015.

Βίκυ Δερμάνη, Τέσσερα ποιήματα

Εν κενώ

Πονάς;
όταν πονάς, πονάω
γελάς;
όσο γελάς, γελάω

κι αφού τόσο μαζί
μέσα μας γιατί τόσο κενό
γιατί ερημία τόση;

*

Ανομβρία

Ούτε αρτεσιανό να ξεδιψάσουμε
ούτε ιαματικό να γιατρευτούμε

μας στέγνωσε
των καιρών η ανομβρία

*

Ανε(μόνοι)

Από μοναξιά κρυώναμε
μα οι κουβέρτες ξεσκισμένες
πεταμένες στης απελπισίας
το κάτασπρο το παγωμένο χέρι

*

Εν τάφω

Κομματάκι-κομματάκι
οι σάρκες μας φαγώθηκαν

πόσους θανάτους ζήσαμε
ανάσταση καμιά

*Από τη συλλογή “Στης δυστοκίας τον τόπο ο αλέκτωρ σωπαίνει”, Εκδόσερις Κύμα, 2024.