αν προφτάσαμε τον καιρό
πριν το κύμα καλύψει
ό,τι απέμεινε στης βουβής ακτής την ερημιά
πριν καλύψει το σύννεφο
το φως της μέρας που λιγοστεύει ολοένα
πριν αέρας σκορπίσει
τα λησμονημένα όνειρά μας στων αστεριών τη σκόνη
θα’ ταν σαν να αντικρύζαμε ξανά το απέραντο ζεστό πέπλο μιας αγκαλιάς
εκπληρώνοντας αέρινα τα θραύσματα των χαμένων μας επιθυμιών
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Προσμένω
Εδώ ο χρόνος πολυκαίριασε
και δε φοριέται άλλο.
Στα συρτάρια των καιρών,
οι αναμνήσεις βάρυναν επικίνδυνα
κι ας λένε πως ξαλαφρώνεις με το φευγιό του χρόνου.
Ένας κόσμος τα μάτια σου.
Απάνεμος Ζέφυρος το γέλιο σου.
Ασημόχρυσο χάδι
η ζεστή σου ανάσα.
Κερί κόκκινο για την αγάπη σου ανάβω.
Προσμένω
στο παράθυρο
να σε δω να έρχεσαι,
να γεμίσει ο τόπος Ανατολή!
Κυπαρισσία, 1 Νοέμβρη ´25
Γρηγόρης Σακαλής, Πλάσμα
Ένα κίτρινο φόρεμα
περιέχει το σώμα της
κι ένα μαύρο φουλάρι
το στολίζει
Θεέ μου, τί ομορφιά
πόσο γαλαντόμος ήσουν
όταν την έπλαθες
μάτια αμυγδαλωτά
και μαλλιά σγουρά
πόσοι την έχουν αγαπήσει
μα αυτή είναι φειδωλή
δε δίνει εύκολα
την αγάπη της
εγώ τί τύχη να ’χω
που δεν είμαι αντάξιός της
μα δεν πειράζει
θα την αγαπώ από μακριά
μου φτάνει που τη βλέπω
ν’ ανασαίνει, να χαμογελά
κι ας μη μ’ αγαπάει.
*Δημοσιεύτηκε στο “Λογοτεχνικό Δελτίο”.
Μανόλης Αναγνωστάκης, Θά ῾ρθει μιὰ μέρα
Θά ῾ρθει μιὰ μέρα
ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι
καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη,
μὰ δὲ βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία
ἢ γιὰ νὰ ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ
νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲ βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας
εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο
ἴσως καὶ στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ
δὲ μπορεῖς νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ -ξεχνῶ πάνω σὲ τί-
κι εἶναι κρῖμα
γιατὶ ἦταν τόσο μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου,
ἀλλὰ κι ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Θέ μου,
νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του.
Παναγιώτης Μηλιώτης, Ήταν σε πολύ καλή τιμή
Ήρθε η σκόνη
και σκέπασε τον ήλιο
τ’ αμάξια
τα φύλλα
τα μπαλκόνια
τους ανθρώπους
νύχτωσε
πιο γρήγορα
φεγγάρι δε φάνηκε καθόλου
από τα υπόγεια εργαστήρια
έντονα κοψίματα αντηχούσαν
και επίμονοι χτύποι
-πόνοι και ουρλιαχτά θηλυκής καταγωγής-
Ξημέρωσε
και η σκόνη του φονικού σκέπασε
ακόμη και την αφρικανική.
Στις βιτρίνες των κοσμηματοπωλείων
οι σιωπηλές και πάμφθηνες πωλήτριες
τοποθέτησαν τις νέες φεγγαρόπετρες.
Ήταν σε πολύ καλή τιμή.
Κορνηλία Καδόγλου, Η αθωότητα
Κοιτούσες τα γδαρμένα μου γόνατα
εγώ το τσέρκι στα χέρια σου
και ανάμεσά μας να σέρνουν
όλοι οι αμαρτωλοί
τον Έρωτα.
Να καταφθάνουν οπλοφορούντες τιμωροί
και πίσω τους πλήθος επαιτών
ψηφίδες αγριεμένες.
Μη σκιάζεσαι πλαστήκαμε από συντριβή
δε βάλλεται ο άνθρωπος απ’ τις θάλασσες
και ας παραμονεύουν.
Και μόνο τα ανείπωτα αρκούν
για να σωθεί η αθωότητά μας.
Βίκυ Δερμάνη, Το δωμάτιο
Viroqua Daniels, The Dream is Thine / Το όνειρο είναι δικό σου
Ah! dreams are such unstable things,
Like shadows cast by brinded wings,
Or echoes, soft, from yonder hills,
That half the words forget!
Unstable, yet how real were they-
The dreams of men who lived, we say,
Before their time; whose hearts, whose wills,
In dreams the Future met.
Is Nature a deformity?
Is Man her one abnormity?
The visionary answered, Nay!
Today his tones we hear
Reverberate in cadence sweet;
Add Freedom! Freedom! and repeat.
We eagerly take up the lay.
The multitude, in fear,
With ear attuned to harsher sound,
A moment listens-spell-bound,
Then scoff at music, vision, all-
Ha! ha! What—Rags be free?
Not subject to authority?
Nor longer grant priority
To Man sublime? Nor creep, nor crawl,
Nor bow to his decree?
If he the Face Divine hath seen,
Held converse with the Lord, I ween,
To him devoutly we’ll submit
Our treasures, labor, lives.
Aye, “if,” ye myriads of men;
The Dreamer questioned “ifs”, and then
The searching torch he brightly lit-
‘Twas damped by breath of Dives.
Unchangable, unstable Dream!
Fire cannot thee consume, it seems,
Nor prison walls thy form confine,
Nor leaden bullets quell
Thy riotous propensities!
Haste—measure the Immensities,
For, outcast Fairy, thou art mine!
I’ll hearken to thee tell
Of Progress, not o’er paths laid waste
By force perverted, lives debased,
Attracted by the glitt’ring froth
Of human dignities,
As moth to candle’s searching light;
But o’er the pathless plain and height
Of earth, born of unplighted troth
Of countless Entities.
Then, man shall be himself—not less;
Refuse, with laughter, to confess
His sins to one by fees upraised
To elevated seat;
Decline, disdainfully, to plead,
“Not guilty” to alleged misdeed;
Probe mysteries, and, unamazed,
His fellow mortals meet,
The Personality shall be
A birthright of manhood made free.
Self-abnegation, sacrifice,
Of virtue shall be shorn.
The Great shall work his bread to earn;
The Small shall trim his lamp to burn.
By force of arms, nor artifice,
Shall egos be upbourne.
The Weak, the Strong, their strength shall give
In unison that all may live.
Vile Competition’s savage strife
For wealth and nower shall cease
Man’s pride in domineering man,
En masse or singly, which began
In dark primeval times, true lives
Abhor. We shall have Peace.
“The dream is thine”-thrice welcome dream!
By thy unstable, steady beam,
Elusive, beautiful as bright,
The Future challenge we;
Its borders, dank with dire distress;
Revenge—for folly claims redress;
Beyond, we see the mountain heights
Of Peace, Eternity!
Αχ! Τα όνειρα είναι τόσο ασταθή πράγματα,
Σαν σκιές που ρίχνουν φτερωτά φτερά,
Ή ηχώ, απαλή, από τους λόφους εκεί πέρα,
Που ξεχνάει τα μισά λόγια!
Ασταθή, αλλά πόσο αληθινά ήταν –
Τα όνειρα των ανθρώπων που έζησαν, λέμε,
Πριν από την εποχή τους. Των οποίων οι καρδιές, οι θελήσεις,
Στα όνειρα συνάντησαν το Μέλλον.
Είναι η Φύση μια παραμόρφωση;
Είναι ο Άνθρωπος η μοναδική της ανωμαλία;
Ο οραματιστής απάντησε: Όχι!
Σήμερα ακούμε τους τόνους του
να αντηχούν σε γλυκιά ρυθμική μελωδία.
Προσθέστε Ελευθερία! Ελευθερία! και επαναλάβετε.
Με ενθουσιασμό υιοθετούμε το τραγούδι.
Το πλήθος, φοβισμένο,
Με το αυτί συντονισμένο σε πιο σκληρούς ήχους,
Ακούει για μια στιγμή, μαγεμένο,
Και μετά χλευάζει τη μουσική, το όραμα, τα πάντα –
Χα! Χα! Τι – Τα κουρέλια να είναι ελεύθερα;
Δεν υπόκεινται στην εξουσία;
Δεν δίνουν πλέον προτεραιότητα
Στον υπεράνθρωπο; Δεν σέρνονται, δεν γονατίζουν,
Δεν υποκλίνονται στο διάταγμά του;
Αν έχει δει το Θείο Πρόσωπο,
Έχει συνομιλήσει με τον Κύριο, υποθέτω,
Σε αυτόν θα υποταχθούμε ευλαβικά
Τους θησαυρούς μας, τον κόπο μας, τις ζωές μας.
Ναι, «αν», εσείς οι μυριάδες των ανθρώπων.
Ο Ονειροπόλος αμφισβήτησε τα «αν», και τότε
Η αναζητητική δάδα που άναψε λαμπρά
Σβήστηκε από την ανάσα του Ντίβες.
Αμετάβλητο, ασταθές Όνειρο!
Η φωτιά δεν μπορεί να σε καταστρέψει, όπως φαίνεται,
Ούτε τα τείχη της φυλακής να περιορίσουν τη μορφή σου,
Ούτε οι μολυβένιες σφαίρες να καταστείλουν
Τις ταραχώδεις τάσεις σου!
Βιάσου – μέτρησε τις Απέραντες Εκτάσεις,
Γιατί, απόβλητη Νεράιδα, είσαι δική μου!
Θα σε ακούσω να μιλάς
Για την Πρόοδο, όχι για μονοπάτια που έχουν καταστραφεί
Από τη διαστρεβλωμένη δύναμη, τις υποβαθμισμένες ζωές,
Προσελκυόμενες από τον αστραφτερό αφρό
Της ανθρώπινης αξιοπρέπειας,
Όπως η πεταλούδα στο φως του κεριού.
Αλλά πάνω από την απάτητη πεδιάδα και το ύψος
Της γης, γεννημένη από την αδιάσπαστη πίστη
Αμέτρητων Οντοτήτων.
Τότε, ο άνθρωπος θα είναι ο εαυτός του – όχι λιγότερο.
Θα αρνηθεί, με γέλιο, να ομολογήσει
Τις αμαρτίες του σε κάποιον που έχει ανυψωθεί
Σε υψηλή θέση.
Θα αρνηθεί, με περιφρόνηση, να παρακαλέσει,
«Αθώος» για υποτιθέμενη ατασθαλία.
Θα διερευνήσει μυστήρια και, χωρίς να εκπλαγεί,
Θα συναντήσει τους θνητούς συντρόφους του.
Η προσωπικότητα θα είναι
Ένα αναφαίρετο δικαίωμα της ελεύθερης ανθρωπότητας.
Η αυτοαπάρνηση, η θυσία,
της αρετής θα εξαλειφθούν.
Ο Μεγάλος θα εργάζεται για να κερδίσει το ψωμί του.
Ο Μικρός θα φροντίζει το λυχνάρι του για να καίει.
Με τη δύναμη των όπλων, όχι με τέχνασμα,
θα ανυψωθούν τα εγώ.
Οι Αδύναμοι, οι Δυνατοί, θα δώσουν τη δύναμή τους
σε αρμονία, ώστε όλοι να ζήσουν.
Ο άγριος αγώνας του άθλιου ανταγωνισμού
Για πλούτο και δύναμη θα σταματήσει
Η υπερηφάνεια του ανθρώπου που κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο,
Μαζικά ή μεμονωμένα, που ξεκίνησε
Στους σκοτεινούς αρχέγονους χρόνους, οι αληθινές ζωές
Απεχθάνονται. Θα έχουμε Ειρήνη.
«Το όνειρο είναι δικό σου» – τριπλά ευπρόσδεκτο όνειρο!
Με την ασταθή, σταθερή ακτίνα σου,
Απώθητη, όμορφη και λαμπερή,
Προκαλούμε το Μέλλον.
Τα σύνορά του, υγρά από τρομερή δυστυχία.
Εκδίκηση – γιατί η τρέλα απαιτεί αποκατάσταση.
Πέρα από αυτά, βλέπουμε τα βουνά
Της Ειρήνης, της Αιωνιότητας!
*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης
Γιάννης Τόλιας, Δύο ποιήματα
Η αυτοχειρία μιας ανάμνησης
Πόσο να αντέξουμε
Τόσα χρόνια πέρασαν από μέσα μας
κι ακόμα υποφέρουμε.
Είπε εκείνη η εύθραυστη ανάμνηση
Και αρπάζοντας από τα χέρια μου
το περίστροφο της νοσταλγίας
τίναξε τις εικόνες της στον αέρα.
*
Παράδοξο
Εμπειροτέχνης γραφιάς
Ένας απλός
εκτροφέας
των στίχων
Όμως υπάρχουν στιγμές
που τον μεταμορφώνουν
σε αιμοσταγή δυνάστη
Που σβήνει τη δίψα του
μεθώντας ηδονικά
Με το αίμα των λέξεων.
*Από τη συλλογή “Ονειροκτόνο φως”, Πάτρα 2023.
Αλέξης Τραϊανός, Αφίσα
Μα επί τέλους τι είμαι
Εγώ που έψαυσα ένα χάρτινο πρόσωπο
Στημένο στην αμφιβολία των δρόμων
Στα σταυροδρόμια της σιωπής
Πάνω σε τόσες αφίσες το κοίταξα
Ν’ αλλάζει χρώματα ν΄ αλλάζει στάσεις
Να τού σχεδιάζουν ματογυάλια
Να τού προσθέτουν υπογένεια
Ερυθρά και γλυκά μάτια
Σκισμένες παρειές και μέτωπα
Αύριο ένα καινούριο πρόσωπο
Στο πρόσωπό μου θα επικολληθεί
Στιλπνό κι ακέραιο μες στη νύχτα
Για να ξυπνήσει και ν΄ αντιληφθεί
Πως πάλι έβρεξε πως πάλι πέρασε
Το νύχι το μαχαίρι
Σκισμένες παρειές
Σκισμένα μέτωπα
*Από την ενότητα “Οι μικρές μέρες” που περιλαμβάνεται στην ομότιτλη συλλογή (1973). Το ποίημα το πήραμε από την έκδοση ¨Φύλακας ερειπίων Τα ποιήματα”, Εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1991.









