Πάνω στου βδελύγματος το ποτήρι
Οι πουτάνες της άυλης αστροφεγγιάς
Πλέουν σε καλώδια υπό συνθήκες ανικανότητας διεκπεραίωσης
Σεξουαλικών καθηκόντων
Παρτούζα άνευ συμμετεχόντων μελών
Πάνω στης γιαγιάς το κεντητό σεμέν
Και στο μπαούλο με τα φεύδη
Ένας εσταυρωμένος ξεσκονίζει σπέρματα
Καθώς ένας βάτραχος διολισθαίνει στης κουβαρίστρας τα πόμολα
Πουτάνες που σας αγάπησα
Μ’ ένα χέλι στο χέρι
Ό,τι κάποτε νοστάλγησα
Κάλεσα το φθόριο ενός σοδομημένου κροταλία
Να μου το φέρει κι έπειτα απ’ την ανάφλεξη του α-παντος
Οι οργασμοί σίγησαν στο απροκάλυπτο μεσημέρι
Βάζουν το κωλοδάκτυλό τους στην πρίζα της σκιερής αποβολής
Κι αρχίζουν ομφαλοσκόπηση στον καλλωπισμό του Βορείου Σέλατος
Οι πουτάνες που αγάπησα
Τρώνε πατατάκια χωρίς αλάτι
Στο μεταίχμιο της γεωμετρικής μήτρας
Κλαίον ρήγμα μιας άναρχης αποκαθήλωσης
Μιας πεπραγμένης αυτούσιας
Μιας τραγελαφικής απειλής
Μιας άνευρης απουσίας
Περνούν τα τροχοφόρα συναισθύματα
Κάτω από ανοιχτά κρεοπωλεία
Και στα χρησιμοποιημένα προφυλακτικά
Σέρνουν τις ιδέες τους οι άγαμες νύχτες
*Από τη συλλογή “Η ατέρμονη πύλη”, Εκδόσεις Provocateur, 2018.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Μαρία Θεοφιλάκου, Lovebird
Η αγάπη τσιμπολογάει τα ψίχουλα στο πεζοδρόμιο
Λέει το τραγούδι της πάνω στα σύρματα του ρεύματος μπήγει τα νύχια της γίνεται ηλεκτρική
Κοιμάται μέσα στις φυλλωσιές των λυπημένων δέντρων
Η νύχτα έχει νικηθεί
Κι αυτός που τώρα δίχως ύπνο ξημερώνεται
σα να ’χει πάρει μια ιδέα για την καινούργια μέρα
Πέτα μακριά, πουλί, με την ελπίδα του στο στόμα σου!
*Αναδημοσίευση από: https://ppirinas.blogspot.com/2019/10/lovebird.html?m=1&fbclid=IwAR2XHGxzvFfdH6Ur0MDth94CQkV1MD7PQdm4zHHzj1hok8YRJT3sfDSbykU
**Στην εικόνα της ανάρτησης: Η Tippi Hedren, πρωταγωνίστρια της ταινίας «The birds»,
του Alfred Hitchcock (1962). Φωτογραφία του Philippe Halsman.
Πηγή: https://www.flickr.com/photos/
Βαγγέλης Κούταλης, ο χέγκελ σεντερ-φορ
Ι.
Είχα ξεμάθει να κάνω τολμηρούς σχεδιασμούς
Να έχω φιλόδοξους στόχους
Και να επιδιώκω,
Ανοίγοντας μ’ επιδεξιότητα μιαν ολόκληρη βεντάλια από στρατηγήματα,
Την έγκαιρη επίτευξή τους
Να ρίχνω το βέλος μου μακριά
Μακρύτερα κι απ’ το περίγραμμα του αντικατοπτρισμού μου
Είχα, πράγματι, ξεμάθει
Ν’ ακολουθώ, δίπλα στις πέτρες,
Τα ίχνη της εδώδιμής μου λείας
Τώρα πρέπει να βάλω τον πήχη μου στη θέση που του αρμόζει:
Λίγα εκατοστά πιο πάνω
Από το σχισμένο δέρμα
Η πανσέληνος που έρχεται – σε 5 μόλις μέρες
Θα είναι η αγριότερη
ΙΙ.
Ξαναγράφω την αρχή ενός σονέτου:
Quand iombre menaqa de la fatale loi
Tel vleux Reve, desir et mal de mes vertebres,
Afflige de perir sous les plafonds funebres
II a plογέ son aile indubitable en moi
Και μετά προσθέτω έναν ακριβή ορισμό:
Diese Einheit der Moglichkeit und Wirklichkeit ist die Zufalligkeit
Στο τέλος, ως είθισται, θα ρίξω αλάτι,
Φρεσκοτριμμένο πιπέρι,
Λίγα φυλλαράκια βασιλικού,
Κάμποση ρίγανη,
Και μια τζούρα από ξύδι βαλσάμικο
(… για να δέσει η γεύση της σάλτσας)
Κι ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι η συνταγή αποτυγχάνει
Έχει τάχα νόημα να με ανακόψεις
Ενώ ετοιμάζομαι να σουτάρω
Μ’ ένα αριστερό βολ πλανέ
Τη μπάλα στο δοκάρι της εστίας μου;
Έτσι κι αλλιώς, δεν πρόκειται παρά για ένα σονέτο
Κι έναν ορισμό
Για τη σκιά
Το μοιραίο νόμο
Το όνειρο
Την επιθυμία
Την άρνηση
Την κατάθλιψη
Τη δυνατότητα
Την πραγματικότητα
Τη συμπτωματικότητα
Και την ενότητα των αντιθέτων
Αλλά, μ’ αυτά και μ’ αυτά,
Τώρα που έχω με επιτυχία περάσει
Τη χορδή στο τόξο μου
Θα καταφέρω ίσως να σου στείλω
Γλιστρώντας στο ημίφως αυτού του παραθύρου
Ένα ακόμα παιδικό νυχτερινό τραγούδι
Έναν ακόμα, δηλαδή, από τους χτύπους της καρδιάς μου
Φευγαλέο,
(δεν θα μπορέσεις να τον συγκρατήσεις πριν χαθεί)
Αξεδίψαστο,
(δεν θα εξαντληθεί ποτέ η πλησμονή του)
Και προπάντων ανυπόσχετο
(μονάχα αποτείνεται …)
Γιατί εσύ τελικά είσαι, να το ξέρεις
The love of my life
And the midnight of my love
*Από τη συλλογή “αχυρένιος σκύλος”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2010.
Ελένη Παπάζογλου, Δύο ποιήματα
ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ
Κυνηγημένοι μετανάστες ζητούνε καταφύγιο,
μια ανάσα για να ξαποστάσουν,
ένα κεραμίδι να ακουμπήσουν το κεφάλι τους
—τσόφλι αβγού στην αβγοθήκη φοβάται μήπως και
ραγίσει—
για να σωθούν από κλούβιους κουφιοκέφαλους.
Αυτούς με τη λεπίδα στο χέρι
και τη φιδοφωλιά στη θέση της καρδιάς,
αυτούς που η εξουσία εθελοτυφλεί και υποθάλπει.
Είδες; Πάλι οδεύουμε προς μια χαράδρα του σεισμού.
Πάλι τα δόντια θέλει να σφίξουμε με μολύβδινες
, τανάλιες,
πάλι μικρά μας μυστικά χρυσαφικά θα καταπιούμε
να φυλάξουμε.
Να δέσουμε με τα μαλλιά μας και να στρέψουμε τον
μπούσουλα
για να ξεφύγουμε από τον καταρράχτη.
29/3/2009
***
ΣΙΩΠΗ
Ήταν φορές που άφηνε την κάφτρα του τσιγάρου
να φτάσει ως τα χείλια
κι άλλες το σπίρτο να του κάψει τα ακροδάχτυλα.
Τότε που μέσα του πλατάγιζε μια πέστροφα
και σολομός που ανέβαινε κόντρα στα νερά η σκέψη.
Ήταν καημοί που μήτε η Γη δεν γνώριζε,
αυτή οπού το χώμα της ανέδυε κραυγές, μήτε αυτή.
Και σαν τα νυχτολούλουδα που ρόδισαν
μ’ ένα άρωμα που κραύγαζε γιορτή,
ήρθε και σταύρωσε τα δυο του νύχια,
που έσκαβαν βαθιά μες στην ψυχή και είχανε πάρει
χρώμα.
Αυτό το κόκκινο που ζάλιζε που ερέθιζε κι αγρίευε,
αυτό που τα άλογα τρόμαζαν σαν το έβλεπαν
κείνη τη νύχτα που δεν φάνηκε η Σιωπή.
26/3/2009
*Από τη συλλογή “Ονειράκατος”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2009.
Δημήτρης Α. Δημητριάδης, 1974
Είμαι στα δεκαπέντε τώρα
απλωμένος στο δωμάτιο
στα φυλλώματα του χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
αιωρούμενος
ακροβατώντας
σκιρτώντας
τίγκα οι τοίχοι με αφίσσες που τις έχω και μπλουζάκια
πλάι μου η κιθάρα
ένα περιστέρι πάνω στην κιθάρα
γύρω απ’ το περιστέρι οι λέξεις Woodstok/Victory Peace & Music
τέσσερις λέξεις που σημαίνουν μακριά μαλλιά σαν του Σαντάνα
που σημαίνουν αμπέχονο
τζιν
και μεθυσμένη Χάρλεϋ
κι Άντζελα Νταίηβις
με το μαλλί αφάνα
και την αγέρωχη στάση της
με το ένα πόδι απλωμένο
και το άλλο κεκαμένο στο γόνατο
κι ας μην ξέρω ποια
και τι ακριβώς είναι η Άντζελα Νταίηβις
κι ας είναι να περάσουν τρία ολόκληρα χρόνια
και να γίνω δεκαοκτώ
για να μάθω ποια και τι ακριβώς είναι.
Κι είμαι στα δεκαπέντε τώρα
και πετώ
και χάνομαι
χωρίς αντιφάσεις
χωρίς υποψίες
αργεί πολύ η ταραχή
η τρικυμία
η σύγκρουση
είναι ήπιο το κόλπο ακόμα
είναι αφίσσες στο δωμάτιο
γραφειάκι με βιβλία σχολικά
το Λάθος του Σαμαράκη
κι ο Μπάλος του Σαββόπουλου
είναι τρανζίστορ
και ποδήλατο
το Βιετνάμ της Φαλάτσι σε Βίπερ περιπτέρου
Δράση και Φαντάζιο
ένα ταξίδι τρελό
τρελαμένο
με μουσικές και Χίπηδες
πάνω σε Ντεσεβώ και Σκαραβαίους.
Κι είμαι στα χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
μικρός ακόμα
στα δεκαπέντε
λαχταρώντας να διαλέγω τα ρούχα μου
τις ώρες έγερσης και κατάκλισης
τη χρήση των πτώσεων της γενικής σε «-ης»
και της γενικής σε «-εως»
λαχταρώντας να πιω κονιάκ
να καπνίσω σε σκοτεινά κατώφλια
να ξεχυθώ
να ερωτευθώ
ν’ ακούσω τον άνεμο των γεγονότων
μην κάνοντας τίποτα
τον παραμικρό κόπο να σκεφτώ
να μου περάσει η ιδέα
αμυδρά έστω
πως κάποτε
ναι κάποτε
θα είμαι σαράντα τέσσερα
πενήντα τέσσερα
εξήντα τέσσερα.
Δημήτρης Φιλελές, Ταξί
Ένα ταξί είν’ η ζωή πειρατικό
που κάνει πιάτσα τα μεσάνυχτα λαθραία
το μάτι κλείνει σ’ όποιον βρει περαστικό
στου λιμανιού τη σκοτεινή την προκυμαία
Οι επιβάτες δεν κρατούν αποσκευές
με αδειανές τις τσέπες έρχονται και πάνε
Μεγάλες μοιάζουν όλες οι Παρασκευές
και το ταξίμετρο τους γράφει τι χρωστάνε
Είναι γνωστή η διαδρομή απ’ την αρχή
πάντα αντίστροφα μετράει η κλεψύδρα
πέρα απ’ τα όρια λυγίζει η αντοχή
εννιά κεφάλια έχει η Λερναία Ύδρα
Όποιο κι αν κόψουν, ξεφυτρώνουν άλλα δυο
η μάχη άνιση και άδοξη η πτώση
είναι αθάνατο το άγριο θεριό
από τα δόντια του κανείς δε θα γλιτώσει
Ρούχο επίσημο το πέτρινο παλτό
φτερό ανοίγει η ψυχή, βουβό το στόμα
ανεμοσκόρπισμα το σώμα το φθαρτό
ο κύκλος κλείνει με μια χούφτα αφράτο χώμα.
Γρηγόρης Σακαλής, Παράδειγμα
Στον Μιχάλη Κατσαρό
Χτυπούν οι καμπάνες
λυπητερά
κάθε φορά
που ένας αγωνιστής
πεθαίνει
είναι ο ήχος τους διαφορετικός
σχεδόν μελωδικός
έτσι πρέπει στους γενναίους
αυτούς που αψήφησαν
τις συμβάσεις
που αγωνίστηκαν για το καινούργιο
για το δίκιο
που δεν λύγισαν
στις δυσκολίες
λίγοι είναι αυτοί
γι΄αυτό περισσότερη τιμή
τους πρέπει
είναι από άλλη πάστα
όλη τους η ζωή
είναι παράδειγμα προς μίμηση
για εμάς τους υπόλοιπους.
Gregory Corso, Μεξικάνικες εντυπώσεις
I
Μέσα απ’ ένα κινηματογραφικό παράθυρο
βλέπω μια ματιά γαϊδάρων
ένα σταντ της Πέψι,
ένα γέρο Ινδιάνο να κάθεται
χαμογελώντας δίχως δόντια σ’ ένα καλύβι.
II
Σταματώντας στο Γκουαγιάμας
ένα κατακαίνουργιο Φορντ υπηρεσιακό
γέμισε με μελαγχολικούς εργάτες’
στο κάθισμα του οδηγού, ένα νέο παιδί
— καταδικασμένο απ’ το σομπρέρο του.
Ill
Ανεμόμυλος, ασημοστόλιστος, ξεπατωμένος,
ακίνητος στο Μεξικό —
ωσάν πουλί ανάρμοστος ανεμόμυλος, σαν στέμα σπασμένο,
μονοπόδαρος, αυθαίρετος, αλύγιστος,
με πλατύ ορθάνοιχτο μάτι.
Πώς βρέθηκες εδώ; — Κατάμονος, αλλότριος, αβοήθητος;
Εδώ όπου άνεμος δεν είναι.
Ζωντανή ισχνή δομή παραιτημένη, ευχαριστείσαι
μ’ αυτή την άνυδρη, άπνοη μοναχική ηλικία;
Μαλακότερος ο κάκτος σε ξεπερνά.
IV
Σου λέω, Μεξικό —
σκέφτομαι μίλια και μίλια νεκρών δυνατών αλόγων —
καθαρόαιμα και δουλευτάρικα, με ρουφηγμένες κοιλιές,
αλύγιστα, με τεντωμένα πόδια και φαγωμένα στόματα.
Είναι το αλύγιστο πόδι, Μεξικό, το πεταγμένο δόντι
που γκρεμίζει τον έφιππο εφιάλτη των ονείρων μου.
V
Στο Μεξικάνικο Ζωολογικό κήπο
έχουν συνηθισμένες
Αμερικάνικες γελάδες.
*Από το βιβλίο “Βενζίνη”, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, 1989. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.
Γιάννης Σγουρούδης, Δώδεκα βήματα
Βήμα πρώτο
Παραδεχθήκαμε ότι είμαστε αδύναμοι
Απέναντι
Στους φόβους μας
Εξαϋλωθήκαμε σε όνειρα
Βήμα δεύτερο
Περπατήσαμε σε σκοτεινά δάση
Κι εκεί ακούσαμε τις μυστικές συναντήσεις των ποιητών
Διασχίσαμε τον κόσμο
Μεθώντας
Ζωγραφίζοντας την επόμενη μέρα
Βήμα τρίτο
Αργό, ζυγίζεις τον εαυτό σου
Και τον βρίσκεις αντιμέτωπο
Σε ό,τι αιώνια τον καθιστά άβουλο
Βήμα τέταρτο
Αυτό που κράτησα στα ταξίδια
Που πήγαμε
Οι λέξεις που πέταξες
Τα εισιτήρια που τσάκισες με τόση ευκολία
Τα μάζεψα για να κρατάω πάνω μου κάτι δικό σου.
Βήμα πέμπτο
Ανατιναχθήκαμε στο φως
Και τώρα είδα πως υπάρχει
Η επόμενη μέρα
Η σκιά ενός δέντρου
Να καλύπτει την ενοχή μας.
Βήμα έκτο
Η απραξία των καιρών
Μας έφερε στην εξορία
Έξι βήματα μακριά από το τέλος.
Ξέχασα πώς είναι να έχεις συναίσθημα
Πώς να διεκδικείς
Γέμισε ο αέρας που αναπνέω
Ασχήμια
Και η ατμόσφαιρα
Μυρίζει μίσος και αίμα
Άνοιξη φέρε την ομορφιά σου
Έξι βήματα για να φτάσω
Στους κήπους που ξεκουράζονται οι θεοί
Και ‘γω ο θνητός
Ανάμεσά τους
Θα αισθανθώ πώς είναι να αποκτάς δυνάμεις
Που δεν φτιαχτήκαν ποτέ για μένα
Βήμα έβδομο
Εδώ
Οι φωνές μας καλύπτουν τους ήχους του δάσους
Εδώ που το σκοτάδι καλύπτει το χώμα
Τα βήματά μας βαραίνουν
Οι ποιητές τριγυρνούν τα βράδια
Ζητώντας εκδίκηση
Για τον χρόνο που τους στέρησαν
Χαραγμένα τα βράδια μας
Από τα λόγια τους
Βήμα όγδοο
Τα μάτια ανοιχτά
Υπάρχουν άνθρωποι που θα θέλουν να σε βλάψουν
Τα μάτια ανοιχτά
Θα σταθείς απέναντι στους φόβους.
Το βράδυ
Που το φως θα μπει από μια χαραμάδα
Το σώμα σου θα πράττει
Όσα για χρόνια ήταν ανέφικτα
Και τότε μια κραυγή
Θα σπάσει τη σιωπή
Που κανείς δεν ήθελε να σπάσεις
Βήμα ένατο
Μας συμπεριέλαβαν στην κατηγορία
Ματαιόδοξων ανθρώπων
Μα δεν ξέρουν
Πώς σταθήκαμε απέναντι στο θεριό
Μόνοι μας
Δεν ξέρουν πως νικήσαμε
Και σταθήκαμε
Το ξημέρωμα στο ψηλότερο βουνό
Και είδαμε τα όνειρά μας
Να ανατινάζονται στο πρώτο φως
Σκεπάζοντας τον κόσμο με κάθε είδους χρυσόσκονη
Βήμα δέκατο
Τα βήματά μου, στα βήματά σου
Πατήσαμε γυμνοί στο χώμα
Ενωθήκαν οι δρόμοι μας
Βγήκε ο ανθός, ο πιο όμορφος.
Βήμα ενδέκατο
Τώρα που το τελος φτάνει
Τι θα ήθελες να σου πω
Τι να σου ψιθυρίσω
Τώρα που τα πόδια μου έχουν βαρύνει
Και οι ανάσες βγαίνουν πιο δύσκολα
Όλα τα πήρες,
Δεν έχω τι να μοιράσω στους υπόλοιπους
Που συναντάω
Μόνο λουλούδια άγρια
Για να τους δείξω από τι φτιάχτηκε ο έρωτας
Βήμα δωδέκατο
Δώδεκα αστέρια, δώδεκα αστέρια
Λάμπουν στον ουρανό
Το βράδυ
Ο ουρανός είναι σκοτεινός
Για να χωρέσει τα βήματά μας
Σηκωθείτε
Να φτάσουμε εκεί
Που κανείς δεν τόλμησε να φτάσει.
*Από το βιβλίο “η σκάλα δίπλα στη θάλασσα”, Εκδόσεις Θράκα, 2015.
Ρογήρος Δέξτερ, Στο Café Rue de Marseille
Μια νύχτα τού μέλλοντος
Όταν οι περιττοί και οι άρτιοι των ανθρώπων
Θα έχουν ξεχάσει αν υπάρχουμε
Ίσως ξαναδιαβάσεις τη φανταστική ιστορία
Τού βαρόνου Λεμπρί Ντε Κερουάκ
Που πρέπει ν’ αλώνισε
Τα ομιχλιασμένα βουνά τού Οντάριο
Και όργωσε μόνος του
Τα λευκά νερά τής μεγάλης λίμνης
Όπου με γέλια κρυστάλλινα
Νίβονται οι νύμφες• ωστόσο,
Όπως βλέπεις
Και πάλι για σένα μιλούν οι εμμονές μου
Και οι προβλέψεις μπορεί να μη γίνουν ποτέ γεγονότα
Που η μνήμη ξεθάβει άσχημα
Καθισμένη σα φάντασμα στο μπαρ
Μπερδεύοντας ολοένα πάνω στο ποτό
Ζωντανούς μαζί με πεθαμένους•








