Δημήτρης Α. Δημητριάδης, 1974

Είμαι στα δεκαπέντε τώρα
απλωμένος στο δωμάτιο
στα φυλλώματα του χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
αιωρούμενος
ακροβατώντας
σκιρτώντας

τίγκα οι τοίχοι με αφίσσες που τις έχω και μπλουζάκια
πλάι μου η κιθάρα
ένα περιστέρι πάνω στην κιθάρα
γύρω απ’ το περιστέρι οι λέξεις Woodstok/Victory Peace & Music
τέσσερις λέξεις που σημαίνουν μακριά μαλλιά σαν του Σαντάνα
που σημαίνουν αμπέχονο
τζιν
και μεθυσμένη Χάρλεϋ
κι Άντζελα Νταίηβις
με το μαλλί αφάνα
και την αγέρωχη στάση της
με το ένα πόδι απλωμένο
και το άλλο κεκαμένο στο γόνατο
κι ας μην ξέρω ποια
και τι ακριβώς είναι η Άντζελα Νταίηβις
κι ας είναι να περάσουν τρία ολόκληρα χρόνια
και να γίνω δεκαοκτώ
για να μάθω ποια και τι ακριβώς είναι.

Κι είμαι στα δεκαπέντε τώρα
και πετώ
και χάνομαι
χωρίς αντιφάσεις
χωρίς υποψίες

αργεί πολύ η ταραχή
η τρικυμία
η σύγκρουση

είναι ήπιο το κόλπο ακόμα

είναι αφίσσες στο δωμάτιο
γραφειάκι με βιβλία σχολικά
το Λάθος του Σαμαράκη
κι ο Μπάλος του Σαββόπουλου
είναι τρανζίστορ
και ποδήλατο
το Βιετνάμ της Φαλάτσι σε Βίπερ περιπτέρου
Δράση και Φαντάζιο
ένα ταξίδι τρελό
τρελαμένο
με μουσικές και Χίπηδες
πάνω σε Ντεσεβώ και Σκαραβαίους.

Κι είμαι στα χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
μικρός ακόμα
στα δεκαπέντε

λαχταρώντας να διαλέγω τα ρούχα μου
τις ώρες έγερσης και κατάκλισης
τη χρήση των πτώσεων της γενικής σε «-ης»
και της γενικής σε «-εως»
λαχταρώντας να πιω κονιάκ
να καπνίσω σε σκοτεινά κατώφλια
να ξεχυθώ
να ερωτευθώ
ν’ ακούσω τον άνεμο των γεγονότων

μην κάνοντας τίποτα
τον παραμικρό κόπο να σκεφτώ
να μου περάσει η ιδέα
αμυδρά έστω
πως κάποτε
ναι κάποτε
θα είμαι σαράντα τέσσερα
πενήντα τέσσερα
εξήντα τέσσερα.

Leave a comment