*Από τη συλλογή “διακριτικές μεταβολές”, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2004.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Λουκάς Λιάκος, de stella nova
Τώρα που βραδιάζει η ανατολή ενός άλλου ήλιου κυλάει ανάμεσα στα πόδια σου σαν κόκκινο κρασί. Όποιος σε γνωρίζει αμαρτάνει μ’ ένα χαμόγελο, ένα φιλί. Μα το ύψος θέλει να φιληθεί σαν το χειρότερο απ’ όλα. Μας κατέστρεψε. Δεν έπρεπε να αφήσεις τα χέρια σου να ξεχάσουν τη δουλειά. Δεν έπρεπε γι’ αυτή τη γυναίκα και για ένα σωρό αυταπάτες να πιεις το δηλητήριο όπως, ο χώρος μέσα στο στόμα σου είναι μια ρύπανση από λέξεις, από ανθρώπους. Όπως, η αγάπη βολεύεται στο ακίνδυνο του σώματος. Να εξαρθρώνεται ένα σώμα, εγκόσμιο και ατελές ένα σώμα, αλυσσοδεμένο κι ελεύθερο στην ακολουθία, να ακολουθεί αυτό που πρόκειται, συνειρμικά να ακολουθεί αυτό που πρόκειται, αινιγματικά να ακολουθεί με άσκοπο βήμα.
Τώρα που βραδιάζει η κρυψώνα σου δειλά φιγουράρει κάτω από ένα στρώμα πορτοκαλιών. Μανάδες στέκονται, ανάβουν το τσιγάρο τους απέναντι στα λεωφορεία που περνούν, όμοια με ελπίδες, σαν τάφοι που τελειώνουν, συγχωρούν. Πόσο κουράστηκαν στα αίματα, στη σκηνή να παραμένουν γυναίκες, άγνωστες επισκέψεις, ο ίδιος δρόμος, ο ίσκιος.
Τώρα που βραδιάζει σαν διαστροφή φωνάζουν οι αγαπημένες, τα δέντρα στα ποτάμια. Μύρισε έντονα στεγνή η καρδιά στην εποχή της. Στα πούπουλά της φωλιές ενταφιασμένα πάθη απέραντα ομολογούν: μη σφίξεις δυνατά μονάχα αγκάλιασέ με. Ο πρώτος πετεινός έρχεται και με δαγκώνει, μου τρώει τις γάμπες φίλε μου, φίλε μου.
Τώρα που βραδιάζει θέλω πια την αγάπη μου, φιδάκι κουλουρισμένο κάτω απ’ το χέρι σου. Τεντώνεσαι, αυτό το πένθος είναι δικό μου. Τέρατα τραυλίζουν στο πρωινό μας όνειρο. Ανοίγουν τα πέταλά μας μαύρα λουριά, πλάι σε παράθυρα τρένων μπλεχτά, με λέξεις, μετρήσεις, παραπάνω, λιγότερα.
Τώρα που βραδιάζει όσα έχεις πει δεν έχουν ουσία. Ουσία έχουν μόνο τα μάτια σου που ‘ ναι χειμώνας. Σωπαίνουν σαν βουβό σινεμά, ηττημένες χίμαιρες. Είναι κάρβουνα που με κοιτάζουν και με προδίδουν στο βάθος που κλείνουν.
Τώρα που βραδιάζει τα τελευταία βλέφαρα είναι όσα θυμάμαι. Πόσα αεράκια με είχαν ξυπνήσει χωρίς να σε σκεφτώ; Έφευγα σαν άπλωναν τα δίχτυα οι ζητιάνοι, μαντεύοντας τη μοίρα απ’ τα κλειστά μου χέρια, απ’ τα κλειστά μου μάτια που ‘ναι γέφυρες, και οι σκάλες τους κλεφτά σε κοιτούν, στις αυλές, στους κήπους, στις θάλασσες που φυτρώσαν γύρω απ’ τον ύπνο μας. Χιονίζοντας.
*Από το βιβλίο «Στροφορμή», Εκδόσεις Straw Dogs, Λευκωσία, 2016.
Μίμης Χριστοφιλάκης, Δύο ποιήματα
Προετοιμασία ονείρου
«Τί γυρεύεις σ’ αυτό τον
κόσμο πού δεν ξέρει τη
δροσιά και την πάχνη»
Λ. ΚΑΣΔΑΓΛΗ «ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΕΝΙΑΥΤΟΥ»
Μυγδαλιές ανθίζουν σ
τον ύπνο σου.
Το υπέροχο κελάιδισμα
αρσενικού κοκκινολαίμη
σού κρατάει το ίσο.
Απλώνεις τις χούφτες
και τρέχουν πάραυτα
να ξεδιψάσουν
ελάφια και τσακάλια,
τσίχλες και αηδόνια.
Βέβαια, αφού θυμήθηκες,
λίγο πριν κοιμηθείς
τα παιδικά σου χρόνια,
το δάσος το μοσχομυρισμένο
τι περίμενες νά ’ρθει;
Όχι φυσικά
μπετόν ανθισμένο;
***
Ρέκβιεμ για χαμένους
Όλους αυτούς πού χάσαμε,
έτσι ή αλλιώς,
τους αγαπάμε απαλά
όπως ό άνεμος τις λυγαριές,
τους νοσταλγούμε τρυφερά
όπως η θάλασσα αγκαλιάζει
τ’ απόμαχα καΐκια.
Σαϊτεύουμε τους ίσκιους
τα ήσυχα βράδια,
το σχήμα των ονομάτων τους,
ρίχνοντας μικρές πέτρες
στο πηγάδι της ψυχής
κι ακούμε ως αντίλαλο
τον ήχο των βημάτων τους.
*Από τη συλλογή «UBI BENE, IBI PATRIA – Οι Κροκεές, η μάνα μου», Εκδόσεις Ιδεόγραμμα, 2010.
Ντέμης Κωνσταντινίδης, Πέντε ποιήματα
Υποσημείωση
Κουρνιάζεις μες στη στάχτη
Ενός απέραντου πεδίου δοκιμών.
Υπόλειμμα υπάρξεως
Ακτίνα σκέψης
Που μεταφέρεται στο σύμπαν
Προς ένα υπέρτερο σενάριο επανάληψης
Απαλλαγμένο απ’ τις δεξαμενές της μνήμης
Σε τετραδιάστατες συντεταγμένες αορίστου
(Μια δοκιμή ακόμη στα όρια του σφάλματος)
***
Εν ευθέτω
Σχήματα ασύνδετα
Άτακτες σκέψεις
Πότε θα είναι καιρός
Για να παλέψεις;
Όπλα στο χώμα
-Δεν ήρθε ακόμα
Θα περιμένουν
Να τα γυρέψεις!
***
Πυρηνικό δάσος
Λάμπουν λουσμένα ενέργεια
Τα κλαδιά σου
Αποτυπώνονται ανεξίτηλα
Τα βήματά σου
Φτάνουν οι ήχοι
Ως την καρδιά σου
Γιναν δικά σου
Δίκαια παράσημα
Για τη γενιά σου.
***
Ρεπό
Από τότε που θυμαμαι τον εαυτό μου
συμπληρώνω λαχεία.
Έχω και μια παλιά παρατημένη μηχανή
Λέω να την πλύνω καμιά μέρα και να τη γυαλίσω
Να με περιμένει γουργουρίζοντας στο ρελαντί.
Αγριεμένη και σταματημένη στη στροφή.
Θα ‘ναι ό,τι πρέπει για ληστεία.
***
Οκτώβρης
Δεν βρίσκονται πια απ’ το μέτωπο
Δεν γύρισαν αυτοί που ήταν να έρθουν
Δεν θα μας πουν ποτέ τις ιστορίες τους
– Ανήκουν στα βουνά οι νεκροί τους –
Και μόνο απ’ τις φωτογραφίες τους
Κάτι θα ζει απ’ την ανάμνησή τους.
*Από τη συλλογή “Ίχθύων Λόγος”, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2011.
Θεοδώρα Βαγιώτη, Ερωμένος
Στέκει στα γόνατα πάνω σε μαλακό σύννεφο
μιας ηλιόλουστης μέρας
με τις παλάμες ανοιχτές και τη δύναμή του
προτεταμένη στο δάσος με τις φουντουκιές.
Δίνει μια
και βουτάει μέσα τους,
ρουφάει μυρωδιές με φλύαρη δεινότητα
μέσα στη σάρκα των κορμών τους.
Ο παλμός του τρέχει αστραπόβροντα
απόγυμνος στεναγμός
στην κορυφή που ορέγεται να φτάσει.
Και περιμένει τη νεροποντή
να κυλήσει ανάμεσά τους,
να θριαμβολογήσει
στο τέλος,
για το θαύμα της φύσης.
[….]
Έχεις μιαν όψη σκυμμένη πάνω από
Του κόσμου το σύνορο
Θαρρεί το αγιολόγιο πως αδικείται
Κάθε φορά που σηκώνεις το βλέμμα
Στα βράχια και τις νότες που πατάς
Για ν’ αγγίξεις τον ουρανό τους
Έχεις μιαν όψη θλιμμένη πάνω από
Του κόσμου το σύνορο
Μα εσύ δεν αδικείς τη μονόψυχη σάρκα
Απ’ το χέρι με παίρνεις και με πας
Με βιάση να δω τη γαλανή τους όψη
Κι ας φοβούμαι τον άχραντο θρύλο τους
Γλυκερία Μπασδέκη, Τρία ποιήματα
Η ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ
δεν της πολυμιλούσαν
την κορόιδευαν
ήταν μιας άλλης ομορφιάς
μουστακαλού
έφτυνε κλέφτικα κι αυτή
-λάμπανε χιόνια στα σχολειά εξαίφνης
***
Ο ΚΑΘΕΙΣ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ
κάτι ξανθούλες χαρωπές
τις πήρε ο ύπνος
οι μορφωμένες πέσαν στο μπουφέ
οι ντίβες πιστολάκι
(υπήρξαν γενικώς
ανατροπές στις φιναλίστ
-έγινε θέμα)
τα παίρνει κι ο Νυμφίος με την κοροϊδία
(τα χίλια δίκια του ο χριστιανός)
έι, ψιτ! Εσύ με τη λαμπάδα, μου φωνάζει, πάμε!
(μια παλιοφούστα, άβαφτη να φανταστείς
μα είχα άστρο)
***
Η ΚΑΛΟΚΑΡΔΗ
άλλη δεν είναι τέτοια
δεν βγαίνουν τέτοιες πια
δεν συνηθίζονται στις μέρες μας
τόσο καλόκαρδες
δες πώς γελάει στοντροχό!
στα ξυραφάκια ξεκαρδίζεται
η χριστιανή!
με τον γλυκό τον λόγο
για τον δήμιο
με καρτερία άνω ποταμών
μπουμπούκια σκάνε οι τριχιές
μύρο αναβλύζει η σκουπιδιάρα.
*Από τη συλλογή “Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2016.
David Lehman (1948 -), 12 Μαΐου
Ένα βιβλίο θα μπορούσε να γραφτεί
τη στιγμή που το σουίνγκ μεταβλήθηκε
σε μποπ τη στιγμή που ο Λέστερ
Γιανγκ, ο Ρόι Έλριντζ, και
ο Τέντι Γουίλσον έδωσαν τη θέση τους
στο Πουλί, τον Ντίζι, τον Μάιλε, τον Μπαντ,
και τον Μονκ στην πραγματικότητα θα
επρόκειτο για σπουδαία ταινία τουλάχιστον
η μουσική επένδυση θα ήταν
«πέραν πάσης κατηγορίας» όπως ο Ντιουκ
Έλλινγκτον θα έλεγε
η ζωή ενός τζαζ μουσικού
(για την οποία γνώριζα τόσα λίγα)
είναι η ζωή για μένα ένιωσα
το απόγευμα ο Τζέιμι κι εγώ
επισκεφθήκαμε τον πατέρα του που κάθισε
στο πιάνο και μιλούσε και
έπαιξε μου δέθηκε η γλώσσα και
ήθελα να παίξει ένα τραγούδι
λεε και παρευρισκόταν η Χέλεν Μέριλ
και η φωνή τηε και τα δάχτυλά του
ετοιμάζονταν να συζητήσουνε θερμά
*Από το βιβλίο “Ποιήματα για την τζαζ / Jazz Poems” (δίγλωσση έκδοση), Εκδόσεις Bibliotheque, 2018. Επιλογή-μετάφραση Χρήστος Αγγελακόπουλος.
Νίκος Σφαμένος, Αυτό το πρωινό…
τους παρατηρώ να περιμένουν
εδώ και ώρα
τούτη την αποπνικτική
μέρα
καθώς οι άνθρωποι
πηγαινοέρχονται βιαστικοί
τα ρούχα τους ξεθωριασμένα
τα μαλλιά απεριποίητα
εκείνη χοντρή με μια τεράστια ελιά
στο μάγουλο
και αυτός ιδρωμένος να κρατά τη
πραμάτεια τους
το πράσινο ανάβει
της δίνει ένα φιλί
και περνάνε
απέναντι
*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, 2010.
Στάθης Ιντζές, Έκλειψη
Μερική έκλειψη
προγραμματίζει η Σελήνη
για το ρεβεγιόν
ολική η ραγισμένη μου καρδιά
να δούμε ποια θα υπερισχύσει
του αμετάβλητου του χαρακτήρος
Κάλεσα όλες τις μοναξιές
των τελευταίων ημερών
μέχρι και την σκέψη
της μιας νυκτός
—εκδιδόμενη ένιωσε μεταξύ
των καθώς πρέπει καταλήξεων—
Στο τέλος της αντιστροφής του χρόνου
λάμπει εκθαμβωτικά
του δέντρου η σπατάλη
Επί ξύλου κρεμάμενα
χαμένες ευκαιρίες τα στολίδια
Κι ο νέος χρόνος με βεγγαλικά
πέρα για πέρα κυνικά
γιορτάζει τους νεκρούς του
*Από τη συλλογή “Σεληνάκατος”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2013.
Παύλος Δ. Πέζαρος, Ως υάκινθοι… μοσχομυρίζουν
Οι καθημερινές μας οδύνες συναντιόνται
πρωί κι απόγευμα στις σκάλες του μετρό,
όπως παλιά στα υπόγεια της Ομόνοιας
αντάμωναν ναυτάκια του Ναυστάθμου
με τις λευκές ή βαθυγάλανες στολές τους, αναλόγως,
και τα κορδόνια περιπαικτικά πλεγμένα στο στέρνο τους.
Είτε φυσάει ζέφυρος είτε φυσάει πουνέντες,
οι μύυριοι υάκινθοι, ως γόνοι γης λακωνικής,
μοσχομυρίζουνε ξεφεύγοντας από τους δισκοβόλους
κι αλλάζουν πρόσωπο, μα πάντα κατεβαίνουν
τετράκις πλέον την ημέρα στην Ομόνοια.
Πρωί πρωί με βούρτσες και μυστριά
μες στις βαριές μουσαμαδένιες τσάντες,
πριν οι υπόλοιποι απαλλαγούν απ’ τα χασμουρητά τους.
Το μεσημέρι, η θλίψη και η μιζέρια
ανθρώπων σκεβρωμένων απ’ τις έγνοιες.
Το απόγευμα, ευαγγέλια χαράς
για τα ναυτάκια πάλι και τα στρατιωτάκια,
ντυμένα με τα τζιν τους πια, στο τέταρτο του αιώνος,
και με τις άδειες της εξόδου στην κωλότσεπη.
Και το βράδυ, α, το βράδυ, όλοι μαζί
τραβούν το δρόμο τους.
Αθήνα, Αύγ. 2001 — Απρ. 2004
*Από την ενότητα “Του σταχασμού και της Άνοιξης” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Ο αχός κι ο βυθός”, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2016.









