Στρατής Φάβρος Απουσιάζω

Απουσιάζω κι έχω σε περιπέτειες φύγει
στις θάλασσες των Σαργασών
και στις κοιλάδες των Τεμπών
δεν θα γυρίσω αφού ψάχνω
κείνο το φιαλίδιο
με τη μνήμη της ηλικίας παιδικής
και τους ήχους που σε κάνουν να ριγάς
κι αν είσαι Ρήγας κι αν είσαι και φονιάς.
Μη με ψάξετε είμαι εκείνος που βλέπετε
στον ορίζοντα σαν ανάμνηση
είμαι αυτός που δεν λείπει

είμαι πολλαχώς και μολός,
ένας της αττικής γης ξεπερασμένος μώλος
μιλώ με τους ανθρώπους
με μια γλώσσα απ’ το μέλλον
ξεπερασμένη κι άγνωστη
κι η μόνη μου λύση είναι τα ξουθιά
κι η τρέλα η μοναχή κυρά

H εποχή της φυγής προς τα εμπρός
μια συγγνώμη
κι η διαρκής αναδίπλωση στα έσω
δεν αρκούν για να σε βγάλουν
στ’ ακροθαλάσσι του Πρωτέα
κει που συνάντησες τη μούσα
και τον εαυτό

Απουσιάζω κι έχω σε περιπέτειες φύγει
στις θάλασσες των Σαργασών
και στις κοιλάδες των Τεμπών
δεν θα γυρίσω αφού ψάχνω
κείνο το φιαλίδιο
με τη μνήμη της ηλικίας παιδικής
και τους ήχους που σε κάνουν να ριγάς
κι αν είσαι Ρήγας κι αν είσαι και φονιάς.
Μη με ψάξετε είμαι εκείνος που βλέπετε
στον ορίζοντα σαν ανάμνηση
είμαι αυτός που δεν λείπει

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης τα πέρα από το ιστολόγιο του Στρατή Φάβρου στο https://stratesfabbros.wordpress.com/

Κώστας Ρεούσης, Δύο πεζοποιήματα

Mary Koniavitis, ομφαλός της γης (Melbourne, Victoria, Australia)

ΤΟ ΑΓΚΙΝΑΡΟΧΩΡΑΦΟ ME ΤΙΣ ΤΣΟΥΡΕΣ

ο ανθός της αγκινάρας φλέρταρε τα γαϊδουράγκαθα
προσδιορίζοντας τη θερμοκρασία στο απόλυτο
χάζι μιναρέδες καβλιά βίαζαν τον ουρανό ευνουχισμένα
καμπαναριά αυνανίζονταν ελευθεριακά στου γλυτωμού
το όργιο το μυρμήγκι σφύριζε τ’ αριστερό αφτί τον άγγελο
τεθλασμένη κούρσα φόρμουλας ωμέγα σε λευκά χαρτιά
το κείμενο φόρεσε κιμονό χαϊδεύοντας τ’ αμμοχάλικο
μιας αλατισμένης οπτασίας που ’χε σφηνώσει ανάμεσα
το δεξί αφτί διαβολικά στόμωνε το αφηρημένο
παραστράτημα του βγαλμένου βλέμματος

ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΑΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ ΔΙΟΔΟΣ

η αιώρηση μιας αργοπορημένης γυναίκας φιλοξενεί
το όνειρο του Κλαρκ Κεντ κεντώντας σπειροειδώς
το βιασμένο φουστάνι η ταραντούλα της ατελεύτητης
ανοχής ζέβρες κυκλοφορούν τον ύπνο τ’ αγοριού
πασχίζει να κοιμηθεί προσδοκώντας ρινόκερους
η Αφρική μίας στιγματισμένης κορυφογραμμής
ένα δολοφονημένο γαλάζιο επιτρέπει το όραμα
βυθίζοντας τις μηχανές του Ιουλίου Βερν
το χέρι του νότου

* Από τη συλλογή “Ο κρατήρας τιυ γέλιου μου”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Δεκέμβριος 2009.

Πόπη Γιόκαλα, Παράθυρο

Από ένα παράθυρο βλέπουμε τη νύχτα να αγκαλιάζει το σύμπαν-
Ανέκφραστα συναισθήματα τρέχουν να βρουν στοργή-
Η σιωπή παράφορη, έχει ένα κόκκινο φόρεμα σαν το αίμα-
Μια νότα προσπαθεί να βρει κήπους στο σκοτάδι-
Εδώ που όλα ησυχάζουν είναι το στέκι των ονείρων-
Μια αύρα διαχέει άρωμα στη μυστηριώδη γαλήνη-
Ένας έρωτας που κρέμεται στα φύλλα των δέντρων προσπαθεί να φτάσει στο φως του φεγγαριού.
Ο άνεμος της Αγάπης θα περάσει από το ανοιχτό παράθυρο.
Ανάβουν τα φώτα των αστεριών
Και η μουσική ξεκινά τη μελωδία της ευτυχίας.

Αντώνης Μπουντούρης, Ποίημα

α’

Ιππήλατες υδροφόρες άμαξες
Ξεδιψάνε νομάδες ξεκομμένους

Πιο κεί
θρηνωδοί με σηκωμένα χέρια
σε κυκλική πορεία

Για μια ταφή ακτέριστη

β ‘

Σε κάποια μετόπη του μέλλοντος
θα χαραχθεί και τούτη η εποχή

Των σκυμμένων και των παραδομένων

Στάθης Ιντζές, Η μάχη με το θέρος

χρυσές αυλές σφραγίζουμε

σε φέρετρα που κολυμπούν

και σαν αναδύεται το πορφυρό ακρωτήρι

σπέρνουμε τους κραδασμούς μας

στο περίβλημα του κόσμου
την ίδια ώρα,

ο αέρας που σφυρίζει στο νεκροταφείο

χάνει τη μάχη με το θέρος

Alejandra Pizarnik, Σιωπές

σιωπή εγώ ενώνομαι στη σιωπή
εγώ έχω ενωθεί στη σιωπή
και αφήνω να με κάνουν
αφήνω να με πίνουν
αφήνω να με λένε
μαχαιρωμένη απ’ αυτό που λείπει
από την άτιμη αναμονή
θα ξαναγεννηθώ στα τρομερά παιχνίδια
και θα τα θυμάμαι όλα
οι ναυαγοί πίσω από τη σκιά
αγκάλιασαν αυτή που αυτοκτόνησε
με τη σιωπή του αίματός της
η νύχτα ήπιε κρασί
και χόρεψε γυμνή ανάμεσα στα κόκαλα της ομίχλης
ζώο ριγμένο στο πιο μακρινό χνάρι του
η κοπέλα γυμνή καθισμένη μέσα στη λησμονιά
ενώ το ανοιγμένο κεφάλι της πλανιέται κλαίγοντας
ψάχνοντας να βρει ένα πιο αγνό σώμα
ύστερα όταν πεθάνουν
εγώ θα χορέψω
χαμένη στο φως του κρασιού
κι ο εραστής του μεσονυκτίου
που είναι
πίσω από τα μάτια μου
κι από τα μάτια σου
τώρα που είναι νύχτα
στο αίμα
και δεν μπορούμε να δούμε
τον κρύο κόσμο μεγάλο
δεν έχει σημασία αν όταν φωνάξει η αγάπη
εγώ είμαι νεκρή
θα έρθω
πάντα θα έρχομαι
αν κάποτε
μου φωνάξει η αγάπη
ταξιδεύτρα της καρδιάς μαύρου πουλιού
είναι δική σου η μοναξιά τα μεσάνυχτα
δικά σου τα γνωστικά ζώα που πληθαίνουν τον ύπνο σου
περιμένοντας τον πανάρχαιο λόγο
δική σου είν’ η αγάπη κι ο ήχος του ραγισμένου ανέμου

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος, και από τη σελίδα της Έλενας Λυμπεροπολυλου στο facebook.

Ειρήνη Παραδεισανού, αδέσποτο

Ολόρθα τα σκυλιά και αλυχτάνε
Το γήπεδο της γης ζώνουν σφυριά
Κρατούν την εμμονή στη χούφτα πάνε
Κι ολόγυρα στενάζουνε σκυφτά
Πως έρχεται η αρμύρα από τα δάση
Πως τους μιλά με ανθρώπινη λαλιά
Πως άχνη από τις θάλασσες βυθάνε
Τα ολόγκρεμνα στεφάνια του βορρά
Κι ένα μικρό κορίτσι ξενυχτάνε
Να ‘ρθει στα δυο του χείλη ο αμανές
Να’ ρθει στις κόρες των ματιών η αντάρα
Το βύθισμα της σκοτεινής ματιάς
Και το λευκό ν’ ανάψει τη φωτιά του
Μέσα στα στήθια του χαμού της εμορφιάς του.

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της Ειρήνης Παραδεισανού στον σύνδεσμο http://wwwpareisakth.blogspot.com/2019/11/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FStyHR+%28%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B7%29

Παύλος Δ. Πέζαρος, Πατρός σπαράγματα

Ώρες της θλίψης γρήγορα θα σβήσουν,
μα κείνο που θα αναρωτιέσαι πάντα
είναι αυτές οι σφριγηλές φλέβες που πετάγονταν,
νεύρα ατσάλινα να διαχέουν σιγουριά,
σ’ όλο το μάκρος των χεριών, στις κνήμες,
πού πήγαν κι αφανίστηκαν και δεν αφήκαν ίχνος
για μία τόση δα βελόνας τρύπα, για μια ανάπαυλα
μικρή πριν το σαλπάρισμα, μια ανακούφιση
από τους πόνους τους φρικτούς.

Πρόσκαιρη θλίψη μα κόντρα σε ανέμους,
σπαράγματα λέξεων απ’ τα βάθη αναβλύζουν.

Σημαδούρα, παπαφίγκος, φλόκος,
βίντσια, πριτσίνια, ξάρτια, κουπαστές,
μαγκιόρικα κατάρτια και καρίνες,
μπρίκια, λατίνια, σακολέβες και γαΐτες
σε ταρσανάδες ή καρνάγια,
το ματσακόνι και το νου σας,
μαδέρια στιλβωμένα στην κουβέρτα,
μπαρκάρισμα και λάντζα στα καΐκια,
μπονάτσα ή μαΐστρος ή πουνέντες
μη τύχουνε μπουρίνια στο μπουγάζι,
σαλπάρισμα και σκάντζα στο δοιάκι,
σάλτα να δολώσουμε το παραγάδι στα όρτσα,
με ρέγουλα κι η κακαβιά, χωρίς αγαρμποσύνες,
φούντο και κουμαντάρισμα γι’ απάγκιασμα στη ράδα,
πόντζι κι αγάντα κι άντε να νετάρουμε,
κοφτές κουβέντες στο αντιμάμαλο
πριν απ’ το πλεύρισμα της βάρκας
για τυχόν φυρονεριά, ενίοτε φουσκονεριά.

Πειραιάς, 13.1.2010

*Από τη συλλογή “Ο αχός και ο βυθός”, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2016.

Γιώργος Δ. Αναγνώστου, Απουσία Θυελλώδης

Δυσπρόσιτα βλέμματα
Αδημονούν στους πρόποδες
Ενός ανοίκειου χωρισμού

Οσμίζονται την απώλεια
Την αθέλητη
Απλώνοντας τις βαφές
Μιας πολύχρωμης απουσίας

Δαχτυλίδι χαμένο
Γίνηκε η πίστη
Θρονιασμένο δίπλα
Στον Λευκό βασιλιά
Της αμφιβολίας

Έρωτας με μολύβι γραμμένος
Εύκολα για να σβήνει

Φωτογραφίες σκισμένες
Στα δυο και καθέτως
Το παρελθόν
Να μασκαρεύουν
Σε μια γιορτή ηθελημένης αμνησίας

Μάσκες που κρύβουν
Το μακιγιάζ
Προσώπων δίχως στόμα, δίχως χείλη

Άρρητος αποχαιρετισμός

Θαμπά ιδωμένος
Μέσα από τον καθρέφτη

Να προχωρώ πέρα από το τέλος
Έως πέρα από της λήθης
Το στερνό αντάμωμα

* Από τη συλλογή “Μέσα στα όμικρον του ονείρου”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2018.

ΠΟ HEIDE

Please join us for the launch of ΠΟ’s Anarchist masterpiece

HEIDE

to be launched by Guy Rundle editor, producer, scriptwriter and author of Practice

6 for 6.30pm Thursday 14 November Readings Carlton

309 Lygon St Carlton 3053

Copies of Heide will beavailable for sale at the event 550 pages $39-95
with signings by the author.

It being the third volume in ΠΟ’s epic trilogy after 24 Hours, and Fitzroy: The Biography.

HEIDE is an epic poem about history, painting, painters, patrons – the people who made modern art happen in Australia, and those who opposed it. There is a particular focus on the artists gathered around Sunday and John Reed at Heide in Melbourne, including Sidney Nolan, Albert Tucker and Joy Hester. But the many portraits which compose the work give it an ever-expanding range, evoking the larger artistic milieu, while stressing the culture’s social and economic underpinnings, from the governing role played by the wealthy and the powerful, to the struggles of the working class, the difficulties faced by women artists, the immigrant impact on the development of modernism, and the denigration of Indigenous art. But even more than the subject matter, it is the poet’s own extraordinary technique, his use of historical and scientific facts, quotations, proverbs, numbers, definitions and the visual form of the poem, which generates both the book’s encyclopaedic reach, and its Anarchist perspective. The effect is one of exuberance and lightness, so that for all its awareness of the costs involved, Heide is also emphatic in asserting the centrality of art to human experience. ‘Long live Art! Long live Poetry! Long live the Revolution!’

ΠΟ is a legendary figure in the Australian poetry scene, born in Greece and brought
up in Fitzroy, the chronicler of Melbourne and its culture and migrations, a highly disciplined Anarchist who has worked as a draughtsman for forty years to support his family and his art. He is the publisher of Unusual Work by Collective Effort Press, a long- time magazine editor, a pioneer of performance poetry in Australia, and the author of many collections, including Panash, Fitzroy Poems, Big Numbers: New and Selected Poems, and the two epic works 24 Hours and Fitzroy: The Biography. Heide completes this monumental trilogy.