στο πετσί μου σκαλωμένες βουλγάρικες λέξεις
στα ριζά των μαλλιών μου φυτρώνει σκόνη και τσιγάρα
σε πλαστούς κόσμους της Νέας Υόρκης μαζεύω βίδες
χορεύω σε άδεια διαμερίσματα
τρέχω μακριά από καλώδια φίδια
κλείνω τα μάτια με την κίτρινη γλώσσα
μη δω νόημα
στα βάρη μου κόβεται η ανάσα
ξεκινώ με τα γόνατα λυγισμένα
σηκώνω εξοπλισμό πιο ακριβό από μένα
τρίζουν οι σπόνδυλοι
σπάζουν τα κουτάλια πάνω στις μέρες
στα χαλασμένα φαγητά
στους κοινόχρηστους διαδρόμους
στις δημόσιες τουαλέτες
κρεμάω σε τυχαία καρφιά
όνειρα και ψυχή
τα μάτια θολώνουν σε κρεβάτια δανεικά
οι μύες παραπονιούνται
τα στομάχια διαλύονται
με ένα φορτίο στην πλάτη
μένει μια μυρωδιά από τσιγάρα κι οινόπνευμα
μένει μία ιδέα από φελιζόλ
σε φτιαχτό πεδίο μάχης
περιμένω να έρθει το λεωφορείο
με τα χέρια γεμάτα μπογιά
ο νους μου κλεμμένος στις εικόνες
περιμένω το μετρό το τραμ
σε μία ατέλειωτη διαδρομή
ακολουθώ μία από καιρό αλλοτριωμένη αντανάκλαση
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Ειρηναίος Μαράκης, Το πρόβλημα*
Α, ρε Λαυρέντη τα χρόνια περνούν
κι όλο σκέφτομαι πως το πρόβλημα δεν είναι
πως μόνο εγώ ήξερα ότι είσαι κάθαρμα
αλλά ότι ήμουν ο μόνος που το παραδέχτηκε δημόσια
όταν όλοι οι άλλοι σε δέχτηκαν, τι ειρωνεία,
ως τον πολιτικό τους αναμορφωτή,
και το πρόβλημα μεγάλωσε
απόκτησε φιλολογική αξία
έγινε σύνθημα σε τοίχους ηλεκτρονικούς
και μάθημα πανελλαδικώς εξεταζόμενο.
17/11/2017
*Το Πρόβλημα: απάντηση-συμπλήρωμα στο Επιτύμβιον του Μανώλη Αναγνωστάκη. Το Επιτύμβιον ανήκει στην ποιητική συλλογή Ο Στόχος (1970), που περιέχει ποιήματα γραμμένα στην περίοδο της δικτατορίας (1967-1974).
Χριστόφορος Τριάντης, Ο (μικροαστός) δημιουργός
Να, ο θεούλης της βολής
πού και πού
σ’ αφήνει να χάνεσαι
στο πέλαγος της δημιουργίας
(ευλογία για αναρρίχηση).
Όμως, δεν είσαι προορισμένος,
από μοίρες κι ενοχές
για δημιουργός μεγάλος.
Η μοναξιά είναι δύναμη
και εσύ ένας αρχιθαλαμηπόλος των συμβάσεων.
Ω, μικροαστέ μου,
δεν έχεις δημίους να φοβάσαι,
ούτε και δαίμονες να σε τρομάζουν
στα σκοτάδια
(προζύμι για πνευματικό ψωμί).
Είναι ωραία ν’ ανιάς στις συνεστιάσεις
και να κορδακίζεσαι
μπρος στις νεαρές συλφίδες
(στις χοροεσπερίδες).
Α, είναι και η λύπηση προς τους
αναξιοπαθούντες,
που συνεχώς διαφημίζεις.
Είναι μεγάλο επίτευγμα
η συμπόρευση (έστω και λεκτικά)
με τους μη προνομιούχους,
ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης,
μικροαστέ δημιουργέ.
Γιάννης Γκολφινόπουλος, Τρία ποιήματα
Ο μυθικός Λαβάλ
Ο Λαβάλ είναι βέβαια ο Β.Κ.
Κατέφθασε τάχιστα / αργοπορημένος μόνο κατά το
ήμισυ
ακριβώς τη στιγμή που παρέθετα το γεύμα /
οι τσέπες γεμάτες φακέλους οι φάκελοι γεμάτοι τσέπες.
Η πίεση του δρόμου εξαπλώνεται στις μασχάλες /
η φωτιά σιγοκαίει το τζάκι,
ένας ορυμαγδός εννοιών εγκαθίσταται και αρχίζει να
συναρμολογείται πρόσχαρα,
άμα τη αφίξει του.
Κάποτε ίσως να’ χε ροδοκόκκινα μάγουλα /
αλλά τότε δεν τον ήξερα
«Όχι Τζοάννα, δε γίνεται, μην επιμένεις»
οπότε λέω να ιδρύσουμε
έναν όμιλο με άψογα χαρακτηριστικά /
ο οποίος θα διεξάγει άμεσα ένα πυρετώδες συνέδριο
αντιπροσώπων
-αιρετών και ανακλητών-
-υπόλογων στον πάσα ένα-
με πλούσια χαίτη και ωρολόγιο πρόγραμμα.
Τότε και μόνο τότε, τυλιγμένος σε μια κόλλα χαρτί
θα κηρύξει επιτέλους την έναρξη των εργασιών /
λίγα μόλις λεπτά μετά το τέλος τους
***
ΜΠΛΟΥΤΟΥΘ
στον Δ.Ν.
Σε παρατηρώ με καθυστέρηση χρόνων
/ μέσα στο τροχόσπιτο /
μέσα στον ίλιγγο του τροχόσπιτου
με την πυκνή ζέστη /
τα ρευστά καλώδια / την αργιλώδη συγκομιδή
Τόσες προσπάθειες
πάνω σε τόσες προσπάθειες /
να συμπεριλάβεις μια αχανή έκταση μη-μηχανικών πτυχώσεων
σ’ ένα γαλάζιο δόντι
1,2,4 χρόνια/
ούτε εσύ βέβαια έχεις τη δυνατότητα να εντοπίσεις αυτό το πλεόνασμα
των αναερόβιων μετωπικών συγκρούσεων μπροστά στον καθρέφτη
/του μπάνιου, του χωλ, της βέσπας /
που υπογράμμισε τα μάτια σου
και τα μάτια μου
Το χειμώνα που φεύγει ο κόσμος, κάθε περίπατος στη
θάλασσα γίνεται δίπλα σ’ ένα πηγάδι
το οποίο τροφοδοτείται με τα δίευρα
που συλλέγει αυτός που αναζητά το μεροκάματό του
στην παραλία
***
ΝΑΝΑ Η ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ
Ο Χριστός κ’ η Παναγία
Κάνανε μια συμφωνία
Ποιος θα βγει στο δεκατρία
Η Λάρισα δεν ανευρίσκεται πλέον εις τα αποτελέσματά της
Ο σκύλος επέρχεται
Τρελαίνει τα μόντεμ
Τα μοντεμάκια τα καημένα
Οι βάρκες κουνιούνται
Τα πλοία βυθίζονται
Σείονται τα Καλάβρυτα
Ο βοριάς φέρνει κύμα
Φέρνει τσιπς
Ruffles
Καράφλες
Όλες οι λύσεις περιλαμβάνουν εξ ορισμού
το στομάχι, αυτή την αδάμαστη ιαχή κάθε σχολής
οδηγών που τυχαίνει να γνωρίζω.
Ακούς;
Ακούω να λες
Τα σώβρακα του επαναστάτη δεν πουλιούνται
Είναι πάνω απ’ τα κέρδη
Πάνω απ’ τους ανθρώπους
Οι οποίοι είναι πάνω απ’ τα κέρδη
Τα οποία είναι πάνω-κάτω τα ίδια
Είμαι τόσο βέβαιος για την αθωότητά μου
Που δε μπορώ ν’ ανασάνω
Ο χρόνος που σου χάρισα
Μου φάνηκε κενός
Έλα να σε βαφτίσω
Να γίνω και νονός
*Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 4, Μάιος 2010.
Κωνσταντίνος Πρωτόπαπας, από την “Απορία του Τσιν”
Πώς σε λένε, είπαμε; με ρώτησε αυτός
που ονομάζεται Τσιν σε μια
προσπάθεια συμφιλίωσης.
Χθες το βράδυ ο Τσιν σκέφτηκε λίγο
παραπάνω
και
βραχυκύκλωσε.
Και αύριο μέρα είναι,
είπε.
Ο Τσιν ήθελε να πιει μαζί της.
Μου το είπε ένα βράδυ που ήταν
σίγουρος γι’ αυτό.
Το είπε και σε αυτήν που το χαμόγελο δεν
μπορεί να ξεχάσει εύκολα·
τον έγραψε.
Τώρα που είναι μακριά τη σκέφτεται πιο
συχνά,
μου είπε σε μια στιγμή σπάνιας
ειλικρίνειας.
Το είπε και σε αυτήν.
Έμμεσα.
Δεν άλλαξε κάτι,
άμεσα.
Το πας καλά;
τον ρώτησε αυτή.
Εκείνος της αποκρίθηκε αναλόγως και
αντέστρεψε την ερώτηση.
Του είπε πως
και εμένα μου αρέσουν όσα κάνω και τα
πάω πάρα πολύ καλά, καλύτερα από
οποιονδήποτε στην ηλικία μου.
Τότε ο Τσιν της αποκρίθηκε πως υπάρχει
ελπίδα αν κάνει κι άλλα.
Ο Τσιν παραδέχτηκε τα λόγια
του μεγάλου αρχιτέκτονα
και είπε πως
ναι,
το χιόνι είναι κόκκινο.
*Από τη συλλογή “Η απορία του Τσιν”, Εκδόσεις Σμίλη, Οκτώβρης 2019.
Μαρία Αγγελοπούλου, από την «Απουσιολόγο»
13
Εσύ,
με τραβάς
στο τροχόσπιτο του θεού
Εκείνος,
στην ανοιχτή φυλακή
του ατέλειωτου οργασμού
της ψυχανάλυσης.
Θα με διαπομπέψετε,
στους καβαλάρηδες της ανάγκης,
και στο πολυκέφαλο θηρίο
της αναποδογυρισμένης
πυραμίδας.
Εσύ.
Το ακτινοβόλο καθρέφτισμα του αυτοκόλλητου,
τραγουδάς,
και η ουρά της γάτας
τρεμάμενη
στη γάμπα μου
ακουμπάει.
Εκείνος,
Το μασκοφορεμένο πρόσωπο της αγνωσίας,
σφυρά,
κι όλες οι σαρανταποδαρούσες
με χαμουρεύουν,
με τα σαράντα χέρια τους.
Τα στόματα
Των αρσενικών βατράχων,
-δε θα γίνουν πρίγκιπες-
με φιλούν
επιχείλια.
Κανείς σας,
Μη
μ’ ακουμπήσει
όσο
κρατά, η λοχεία.
Μόνο μετά.
* «Η απουσιολόγος», Εκδόσεις Θράκα, 2016.
Ρωξάνη Νικολάου, Δύο ποιήματα
Χαρακιά από πέλμα παιδιού οχτώ χρονώ
Σκόνταψα σε χαρακιά
μικρού πέλματος
ίσκιος πεθαμένης ιτιάς
σάλεψε στο χώμα
«δικό σου είναι»
μου μίλησε η φωνή μου
βουρκωμένη
αμέσως φανήκανε πέντε, έξι
ίσαμε οχτώ χρονώ παιδιά
η κυρία Αριάθθη
καθόταν στην καρέκλα της
και μας κοιτούσε.
Στα πόδια της είχε μαζευτεί η αυλή της.
Ένας κόκορας τα τσιμπολογούσε
Μουρμουρώντας
πως απ’ τη μυρωδιά της έλειπε.
***
Παιδούλα σκιά
Μικροκαμωμένη και ωχρή
με πλησίασε
η παιδούλα σκιά μου-
ξεσκαλώσαμε τα ρετάλια
των χρόνων
από τα μάτια των βάτων.
Φάνηκε το παλιό σπίτι.
Στο δωμάτιο με το χαμηλό φωτάκι
κοιμόνταν τ’ αδέρφια μου κι εγώ
στο άλλο οι γονείς.
Πώς θέλησα τα πρόσωπά μας να χαϊδέψω
και του σπιτιού τους τοίχους
να τρέξω στην αυλή κάτω απ’ το πάτωμα
μα το τριζόνι βύθιζε το νύχι του
στην κοιλιά της άδειας νύχτας.
*Από τη συλλογή «Ψαλιδιστής», Εκδόσεις Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, 2018.
**Τη φωτογραφία της ανάρτησης την πήρα από εδώ: http://bookworm-sue.blogspot.com/2009/08/
Moshe Schulstein, Μια κούκλα στο Άουσβιτς / Une poupée à Auschwitz
Σ’ ένα σωρό ανθρώπινης στάχτης είναι καθισμένη μια κούκλα
Είναι το μόνο υπόλειμμα, το μόνο ίχνος της ζωής.
Κάθεται μόνη της, ορφανή από το παιδί
Όπως άλλοτε, ήταν ανάμεσα στα παιχνίδια του
Κοντά στο παιδικό κρεβάτι πάνω σ’ ένα τραπεζάκι
Κάθεται εκεί έτσι, το κρινολίνο κατεστραμένο
Με τα μεγάλα μάτια της όπως τα έχουν όλες οι κούκλες του κόσμου
Που από την κορυφή του σωρού της τέφρας έχουν ένα έκπληκτο βλέμμα
Και κοιτούν όπως όλες οι κούκλες του κόσμου.
Όμως, όλα είναι διαφορετικά, η έκπληξή τους διαφέρει
Από εκείνη που έχουν στα μάτια όλες οι κούκλες του κόσμου
Μια παράξενη έκπληξη που ανήκει μόνο σ’αυτές
Επειδή τα μάτια της κούκλας είναι το μόνο ζευγάρι ματιών
Που από τόσα και τόσα μάτια επιβιώνει σ’ αυτό το μέρος,
Τα μόνα που απέμειναν από αυτό το σωρό ανθρώπινης στάχτης,
Μόνα απέμειναν από όλα τα μάτια τα μάτια αυτής της κούκλας
Ποιός να μας κοιτάζει τώρα, θωριά σβησμένη κάτω από τις στάχτες,
Και τέτοια,μέχρι που να μας γίνεται τρομερά δύσκολο
Για να την κοιτάξουμε στα μάτια
Στα χέρια της, δεν υπάρχει τίποτα, το παιδί κρατούσε την κούκλα,
Στην αγκαλιά της, δεν υπάρχει τίποτα, η μάνα κρατούσε το παιδί,
Η μάνα κρατούσε το παιδί όπως το παιδί την κούκλα,
Και κρατημένοι έτσι και οι τρεις υπέκυψαν
Σε θάλαμο θανάτου, στην πνιγηρή κόλασή του.
Η μητέρα, το παιδί, η κούκλα,
Η κούκλα, το παιδί, η μητέρα.
Επειδή ήταν κούκλα, η κούκλα ήταν τυχερή.
Τι ευτυχία το να είναι μια κούκλα και να μην είναι παιδί!
Όταν μπήκε εκεί μέσα, βγήκε από το θάλαμο,
Αλλά το παιδί δεν ήταν πια εκεί για να τη σφίγγει πάνω του,
Όπως να έσφιγγε το παιδί δεν υπήρχε πλέον μάνα.
Έτσι έμεινε εκεί, σκαρφαλωμένη σε ένα σωρό από στάχτες,
Και θα ‘λεγες ότι σάρωνε γύρω της και έψαχνε
Τα χέρια, τα μικρά χέρια που πριν λίγο, την κρατούσαν.
Από το θάλαμο θανάτου ξαναβγήκε η κούκλα
Με άθικτα το σχήμα και το σκελετό του,
Ξαναβγήκε με το φόρεμά της και με τις ξανθιές πλεξίδες της.
Και με τα μεγάλα μπλε μάτια της τα γεμάτα έκπληξη
Μας κοιτούν ίσια στα μάτια μας, μας κοιτούν, μας κοιτούν.
Άουσβιτς 1944
Ποίηση σε γλώσσα Γίντις
*Μετάφραση/Απόδοση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.
UNE POUPÉE À AUSCHWITZ
Sur un tas de cendre humaine une poupée est assise
C’est l’unique reliquat, l’unique trace de vie.
Toute seule elle est assise, orpheline de l’enfant
Comme autrefois elle l’était parmi ses jouets
Auprès du lit de l’enfant sur une petite table
Elle reste assise ainsi, sa crinoline défaite,
Avec ses grands yeux comme en ont toutes les poupées du monde
Qui du haut du tas de cendre ont un regard étonné
Et regardent comme font toutes les poupées du monde.
Pourtant tout est différent, leur étonnement diffère
De celui qu’ont dans les yeux toutes les poupées du monde
Un étrange étonnement qui appartient qu’à eux seuls
Car les yeux de la poupée sont l’unique paire d’yeux
Qui de tant et tant d’yeux subsiste encore en ce lieu,
Les seuls qui aient resurgi de ce tas de cendre humaine,
Seuls sont demeurés des yeux les yeux de cette poupée
Qui nous contemple à présent, vue éteinte sous la cendre,
Et jusqu’à ce qu’il nous soit terriblement difficile
De la regarder dans les yeux
Dans ses mains, il y a peu, l’enfant tenait la poupée,
Dans ses bras, il y a peu, la mère portait l’enfant,
La mère tenait l’enfant comme l’enfant la poupée,
Et se tenant tous les trois c’est à trois qu’ils succombèrent
Dans une chambre de mort, dans son enfer étouffant.
La mère, l’enfant, la poupée,
La poupée, l’enfant, la mère.
Parce qu’elle était poupée, la poupée eut de la chance.
Quel bonheur d’être poupée et de n’être pas enfant !
Comme elle y était entrée elle est sortie de la chambre,
Mais l’enfant n’était plus là pour la serrer contre lui,
Comme pour serrer l’enfant il n’y avait plus de mère.
Alors elle est restée là, juchée sur un tas de cendre,
Et l’on dirait qu’alentour elle scrute et qu’elle cherche
Les mains, les petites mains qui voici peu la tenaient.
De la chambre de la mort la poupée est ressortie
Entièrement avec sa forme et son ossature,
Ressortie avec sa robe et avec ses tresses blondes.
Et avec ses grands yeux bleus qui tout pleins d’étonnement
Nous regardent dans les yeux, nous regardent, nous regardent.
Moshe Schulstein – Auschwitz 1944
Poésie en Yiddish
*Η φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκε από εδώ: https://emma97430.skyrock.com/1230324074-Une-poupee-a-AUSCHWITZ.html
Αλεξία Καλογεροπούλου, Δύο ποιήματα
Τίποτα
Πέρασα χθες απ΄την παλιά μου γειτονιά.
Δυο δέντρα έλειπαν: ένας γέρικος πεύκος
και μια συκιά πολύκαρπη
που θύμιζαν πως κάποτε – όχι τόσο παλιά-
η φύση θέριευε εδώ που τώρα βρίθει από τσιμέντο.
Στη θέση τους κενό. Τίποτα.
Τίποτα που να ξυπνά αισθήσεις και αναμνήσεις,
για να ξεχνάς κι εσύ κι εγώ τον αποσπερίτη.
***
Υπάρχουν ώρες
Υπάρχουν ώρες που τ΄ανείπωτα θέλω να πω,
κι όσα δεν τόλμησα ποτέ να κάνω,
δραπέτης βίου άβουλου,
παλεύοντας νυχθημερόν με τα τετελεσμένα,
εκείνα που έπονται κι αυτά που είναι τώρα.
*Από τη συλλογή «Λέξεις στην άμμο», Εκδόσεις 24γράμματα, 2019.
Λαμπρινή Αιωροκλέους, Μια μέρα από τη ζωή μου
Στις τέσσερις ρόγες του σταφυλιού
Που μου κρύβουν τον ήλιο
Αυτή τη μέρα
Που το συμμιγές αριθμητήριο των γεωργών θερίζει τα ούλα μου
Να σας συστηθώ
Πάνω στα μηλίγγια των Εβραίων
Πάνω στην ακρυλική ομορφιά
Πάνω στο υδραυλικό φλέμα
Αποσυντίθεμαι μες στο κυλινδρικό αντίσωμά μου
Εγώ ο καταλύτης των ηλεκτροχρωμάτων
Θέλω να αποχυμώσω τους μαστούς μου στις διαστημικές ρακέτες
Και να κοιμηθώ με τους αρουραίους
Θέλω ν’ αλέθω τις μασχάλες των ορυκτών
και να ξεκοκαλίζω τ’ αστέρια
Θέλω να είμαι, η υδρόγειος ψωλή.
Τι λέγαμε; αποσυντίθεμαι μες στο κυλινδρικό αντίσωμά μου!
Τυμβωρυχών τα ιατρικά νεύρα
Και τη στιγμή της έξαλλης μαγείας
Εκκολάπτομαι στη γλώσσα του καπνέμπορα κι επανέρχονται τα αειθαλή δέντρα
Η υδρόλυση των τενόντων είν’ αυτή!
Το μίτο της κορίνας είν’ αυτό!
Το κόκκινο φιλί του Dr.
Ή σχεδόν
Οιδικοίμουάνθρωποι σημαιοφορώντες τον ολύμπιο δασοφύλακα
Οιδικοίμουάνθρωποι κόβουν έλατα στον ελάσσονα αδένα των ελαιοτριβείων
Τα νύχια τους είν’ από κορυδαλλό και σύρμα
Τα φρύδια τους από σαδικές υπηρέτριες
Οιδικοίμουάνθρωποι καταναλίσκουν 1χ2_2\3 άμυλα στις ταλαντεύσεις τους
Είναι ατσάλινοι Μυρμιδόνες και υπολογιστικά ακτινίδια
Στην πραγματικότητα χρειάζομαι μια διαταραχή κι ένα καρότο
Για να εισβάλλω στην τρίχα των μπαπ-μπαπ
Κατοχυρώνοντας τις θεμελιώδεις αρχές της κίνησης
Και αυξομειώνοντας το βάρος μου
Για να αναλίσκομαι αγέρωχος στις Βηθλεέμ των ενστίκτων
Ή τέλος πάντων στα κοινόχρηστα ουρητήρια των δακτύλων μου
Κυριαρχώ μέχρι και στην τελευταία δόνηση της πρωτεύουσας.
Εγώ ο ολοκαίνουριος φίλος που σκαλίζει τον αμείωτο τροχό
Θέλω να ταριχεύσω τις ορμές μου
Έχοντας ως μοναδικό κίνητρο το μηδέν
Θέλω να απομονώνω τις αναποδογυρίσεις
Θέλω να είμαι, το ενδελεχές επεισόδιο.
Θρίαμβος!
Το βάζο αλλοιώνεται
Δεν είμαι πια εγώ
Εγώ δεν είμαι πια
Ο λερός.
Ούτε ένα χρόνος
δεν μπορεί να διευκολύνει
τη συλλογή των δράκων απ’ το υπερπέραν
Γι’ αυτό κι εγώ χειραφετώ ένα ενιαίο μύδι
Που οι υαλουργοί δε θα διυλίσουν στα γοτθικά ηλιοκαύσιμα
Και ο ακροβάτης του Κολοράντο βάζει φωτιά στις ελληνίδες έλικες!
Τι λέγαμε; είμαι ένας δανδής με κυρωμένα πέλματα και ραδιενεργές
κλακέτες γαντζώνομαι απ’ τους ρουφηχτούς καταπέλτες του ιουρασικού χάντμπολ
Και ασελγώ ασελγώωω στους θεϊκούς άθλους.
Στη χάση των δοντιών μου πυρώνω το μάρμαρο
Και ασελγώ ασελγώωωω στους πυραυλικούς μάραθους
Μετά από δισεκατομμύρια χρόνια
Μετά από πολυκαλλιεργητικές κατατονίες
Μετά απ’ τις δικές μου λέξεις
Τα πορτοκάλια υδρεύουν στην αγκαλιά των κοριτσιών
Μετά από ακτινικές σταυρωτές
Και ρουθουνίσματα ινδιάνων
Ως που να καταυλιστώ
τα μούσμουλα κι η πέτρα δεν έχουν απόσταση
Μετά από χιλιάδες διονυσιαστές
Μπορώ να πω ότι εκλύθηκα
Υαλικός και πανσέληνος
Για ακόμα μία καταστροφή.
*Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 4, Μάιος 2010.









