Ηλίας Ν. Μέλιος, Πνοές ερώτων – (δεκατρία χάικου)

1
κόκκινο βλέμμα
πέφτουν στη γη τα φύλλα
αέρας δροσιά

2
υγρό το χώμα
το κορμί τ’ αποζητά
βαριανασαίνω

3
φίδι ο λόγος
η αγάπη πνίγεται
σφίγγει η σιωπή

4
άκρη της νύχτας
βράχια του Λυκαβηττού
πνοές ερώτων

5
χάραξε μόλις
σκισμένη η ψυχή μου
σελήνη μισή

6
πίκρα στη γλώσσα
διαλυμένα τα χρόνια
διασκορισμένα

7
κενή ομορφιά
η μνήμη να θυμάται
δεν τη γνωρίζω

8
ο ήλιος καίει
γυμνώνω το σώμα μου
παραπατάω

9
φωτιά το στόμα
ενός δέντρου η ματιά
το κορμί βουνό

10
θάλασσες βράχια
γαλάζια τα νερά
φαιός ορίζων

11
δώρο το νερό
στο φράχτη τ’ αηδόνι
κλείνω το κλουβί

12
τα δύο σου στήθη
μουσκεύοντας στη βροχή
σκύβω για να πιω

13
φλόγα το μέλλον
έρωτας κυριαρχεί
πόθος το πάθος.

*Έκδοση Δυτικές Ινδίες, Αθήνα, Νοέμβρης 2003.

Ασημίνα Λεοντή, Δύο ποιήματα

Νόμιζα γελούσες

Με κέρδισες από πολύ μικρή
με τη φινέτσα σου
τα διακριτικά σιρίτια
στους ανεβασμένους γιακάδες μυστηρίων.

Αστόλιστη με βρήκες με πλάνεψες
με την ευγενική σου χάρη
τον τρόπο που έπινες καφέ
τα μεσημέρια
που αχνίζαμε τις σκέψεις
για το γεύμα των κρυμμένων αποφάσεων.

Τ’ απογεύματα έβαφες τους τοίχους
κόκκινα, κίτρινα, μαβιά χρώματα
του ονείρου ακριβά
αγρίευες τις νύχτες στα πυκνά δάση της υπομονής
σα λύκος αλυχτούσες
νόμιζα γελούσες.

Ξέρεις πώς είναι να γελάς με τη σιωπή;
Σ’ έκρυψα στο δάκρυ μου.
Εσύ μου το ’μαθες!

***

Φόβος

Κατέβηκες δυο δυο τα σκαλιά
δεν κοίταξες καν στο βάθος
κανένα βάθος ματιών
έκλεισες την πόρτα πίσω μου βαριά
και μια γεύση πικρή του έρωτα
έστρωσε χαλί στη μοναξιά
στο έλεος κι οι χτύποι της καρδιάς
βρίσκουν καταφύγιο στο
κάθυγρο μονοπάτι του πόνου.
Δε λογάριασες.
Οπλίστηκες με του ασημιού τη λόγχη
σημάδεψες διάπυρη απειλή
μια φρίκη σκόρπισες.

Ελεεινέ!
Πάνω στα τρομακτικά είδωλα
στην ωμή βία σου
έμαθα να σε νικώ
έγινα Εσύ.
Η άτρωτη ποινή σου.

*Από τη συλλογή “Φύσηξε παράπονο”, Εκδόσεις Κύμα, Αθήνα 2018.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Mare meum

Η ζωή μου είναι
μια θάλασσα κλειστή

[τον χειμώνα φοράω ένα μαύρο
παλτό από κασμίρ
Μου το χάρισε ένας συνταξιούχος πρύτανης
που είναι νεκρός εδώ και χρόνια
Έζησε όπως πέθανε· εν ειρήνη
με τον κόσμο και την κυρία Ασπασία]

Εγώ αυτή τη θάλασσα
την ανακατεύω με ένα κουτάλι
Πετάω μέσα της πτώματα
Τις χρυσές λίρες
που δεν έδωσε στον Σαχτούρη
ο νονός του

[παρακολουθώ την κίνηση
των αυτοκινήτων στη λεωφόρο Μεσογείων
Τις ορδές των ακολούθων του οπίου
καθώς κατηφορίζουν εξερχόμενοι
από το νοσοκομείο «Η Σωτηρία»
χορτασμένοι μεθαδόνη- χαρούμενοι
— κάποια μέρα θα δοκιμάσω κι εγώ]

Η θάλασσα αυτή είναι κάπως ιδιόρρυθμη
φοράει αρώματα, πίνει κρασί,
κερνάει ούζα τον Καρούζο
Πάνω της περιπολούν Ρωμαϊκές γαλέρες
Φρουρούν ένα ναυάγιο
9
κρουαζιερόπλοιο,
με όλη την ορχήστρα να παίζει

Ο Βαρβέρης διευθύνει υπέροχα –

Γύρω του κολυμπούν γυμνόστηθες γοργόνες

Λέω σε μια

«Η σχισμή
ανάμεσα στα στήθη σου
ουρλιαχτό θηρίου που επιτίθεται»

Και σε μια άλλη

«Θέλω να γλείφω
τις λέξεις
που στάζουν
απ’ το στόμα σου
στα χείλη
στο σαγόνι
στα στήθη
στην κοιλιά σου»

Αυτές κρυφογελάνε
και αναδύονται για αναπνοή

[το παλτό μου είναι μαγικό]

Το κουμπώνω
ανεβάζω τον γιακά μέχρι πάνω
και κυνηγώ τις γοργόνες, που
τρέχουν πάνω στη θάλασσα

*Το ποίημα είναι η εισαγωγή της συλλογής του Bαγγέλη Αλεξόπουλου «Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα», Εκδόσεις Οδός Πανός, 2019.

Λίνα Βαταντζή, Ποιητική Συμφωνία

Επιλέγω κάθε φράση
όπως οι κροκοσυλλέκτριες
τα άνθη
φορώ άλικο πέπλο
και οργανώνω γιορτή –
όλοι οι καλεσμένοι
σε διαλεκτική συμφωνία
ίσως μια μέλισσα ενοχληθεί
με την παρουσία μου
ίσως μια πεταλούδα διασκεδάσει
με τα χέρια μου
φράσεις και λέξεις
υπάκουα υποτάσσονται
στη ροή της σκέψης
σχηματίζουν ποίημα –

το καλάθι του πόθου
ξέχειλο
περιγράφει ιδέες
καθώς ιδέα είσαι
μια ουτοπική ιστορία
που μοχθώ με χάρη
να περιγράψω 
και να στολίσω 
αφαιρώντας το περιττό
προβάλλοντας το ουσιώδες –

συλλέγω φράσεις
με αγάπη και
δημιουργώ.

Λευτέρης Πούλιος, Μαγνητικό βουνό

Τούτες οι γραμμές στο τρελάδικο χαραγμένες
ηχούν τόσο πιο εμφατικά όσο οι μάσκες
από σφυρήλατο χρυσάφι κάνουν σινιάλα ζωής.
Κι η στάση μου ανθρώπου που γνώρισε επιτέλους.
Διεργασία στο υποσυνείδητο
ένα κάρο σανού που οδηγεί ο Ιερώνυμος Μπος
διασχίζει τη νύχτα με ραγδαία βροχή
χαμένος στον πάντα πανηγυρίζοντα καιρό.
Το δωμάτιο σ’ ένα πηγάδι οι ώρες σ’ εμπόλεμη κατάσταση
η μνήμη αναποδογυρίζει τρακαρισμένα αυτοκίνητα.
Ένα πρόσωπο είναι μια ζώσα ιδέα
βάζω φωτιά στα ρούχα μου και καίω τη σάρκα
και τη σημαία σου κύριε.
Εγώ ένα είδος Ερμή που κουβαλάει κακά μαντάτα
ενώ μέσα μου κάποιος δίνει απόκριση στο ερώτημα
του ηλεκτρικού κύκλωπα «τ’ όνομά μου είναι Κανείς»
Θυελλώδεις λάμψεις ματιών βομβαρδίζουν
την ανθρώπινη κωμωδία
γνώρισα τον κόσμο μέσα από ένα τάφο
ανατάραξαν το αίμα μου παλιές ζωγραφικές
διαλύθηκα σε μίζερες προσευχές και γονυκλισίες.
Θα σας δείξω δρόμους χαραγμένους
σε παράξενη παιδικότητα
Θα σας μοιράσω τους θησαυρούς μου
της σχιζοφρένειας
Ω κόσμε
κόσμε
κόσμε
Ω ευεργέτες διωγμένοι γρήγορα!
Ω ατέλειωτα φτεροκοπήματα καρδιών!
Η σκέψη μου δεν είναι το μηδέν
Αλλά
Το ίδιο ανυπόφορη
Α! η απέραντη φιλαυτία
Κι η δύναμη που ανεβάζει τις μάζες Με μια απουσία χεριών
Είναι ώρα
Να κατεβώ μαζί με τις μορφές που πεθαίνουν.
Ας δούμε επιτέλους τον κόσμο
Με τα μάτια των τρελών
Είναι αφόρητη η μυστηριώδης ορμή προς τη ζωή
η ίδια θαυμαστή αντίθετη ορμή προς το θάνατο
η ιδέα της ζωής είναι ολόιδια η ιδέα του θανάτου.
Γράφω τ’ όνομά μου στο χώμα των οδυνηρών εκπλήξεων των
ονείρων
γλιστράω στην κόψη του ξυραφιού
σβήνω σύνορα
χαράζω δρόμους σε στάχτες
χειρονομώντας αδέξια με σαστισμένο βήμα
στο πεδίο της καθημερινής αταξίας.
Όλη η εποχή μου σ’ εμπόλεμη κατάσταση.
Ανεμίζοντας ένα τσαλακωμένο τετράδιο
ζω το συναίσθημα
ρίχνοντας φραγμούς και όρια
όλο το πράσινο σ’ ανατριχίλα
ξεριζώνω την καρδιά μου απ’ τα νεκροτομεία.
Στεφανωμένο κλάμα με παπαρούνες
αλλά το αίμα μου ονειρεύεται εκρήξεις
Ανεβαίνω
από το θάνατο το λάθος και τον καιρό
αναρριχώμαι σε μια ηλιαχτίδα
Ανεβαίνω
ακούω το χτυποκάρδι της γης
κάθε ζωή προσμένει
την αφαίρεση του πόνου μέσα στον άνθρωπο
δέντρα ανάβουν τα όμορφα φώτα τους
στην πρώτη ματιά του τρελάνθρωπου ήλιου.
Μια φούχτα χαρά σε τούτον τον μήνα
το τιτίβισμα των πουλιών σ’ ένα κυλιόμενο σύννεφο
πετούν τα νιάτα μου πάνω απ’ τα σπίτια
ένας ήλιος θερμαίνει σάρκα και πνεύμα
κι ωριμάζει τους καρπούς του χρόνου
εκεί που ο καρπός αιωρείται
Ο ανθρώπινος σπόρος αδιατάρακτος στο διάστημα
λαμποκοπάει σα μήλο
Ετοιμάστε εντός σας το δρόμο του μεγάλου
γυρισμού.

*Από τη συλλογή “Ο γυμνός ομιλητής”, Εκδόσεις Κέδρος, 1977.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Οι κλειδαριές

Σαν τι ν’ αναπολεί
κάποιος που ερωτεύτηκε,
είναι σα να ονειρεύτηκε
μες σε θολό γυαλί.

Βρεγμένο σκηνικό
και σκουριασμένο κάγκελο,
περίμενε έναν άγγελο
σε γη και ουρανό.

Βλέπει τις κλειδαριές
μνημεία δίχως κίνηση,
μια κάποτε συγκίνηση
για άγουρες καρδιές.

4.11.2019

Θεοδώρα Βαγιώτη, Παραδοσιακό

Τότε που ανέβηκα σε ένα ψηλό βάθρο
να τραγουδήσω με φωνή καμπάνα
μα ένα μικρό
μα ένα μικρό κλεφτόπουλο,
δεν αναρωτήθηκα
πόσο κοστίζει το θάρρος
ούτε το ζύγισα με τ’ άγουρα τα νιάτα.
Και όταν κατέβηκα από το βάθρο
ήταν ήδη αργά να μαθητεύσω.
Μέσα από ξερόχορτα και
τσουκνίδες που μου φάγαν τα πόδια
έφτασα στα μισά,
τις κλάδες τις ξερές μπροστά μου θέριζε
πότε ο Θεός
πότε ο Διάβολος,
και εγώ βυθίστηκα λουφάζοντας
σε παλτό δυο νούμερα μεγαλύτερο.
Μα εδώ μυρίζει χτικιό και πουρνάρι ξερό
λίγο πριν την πτώση
και είναι τόσο, μα τόσο βαθύς ο καημός για περίσσεια αντοχή.
Ξάφνου,
αβάσταχτος πόνος στην κεφαλή
δυο ξεπηδούν από μέσα
δυο περιστέρες λευκές
σαν το μπαμπάκι της Κωπαΐδας,
ζέστα, ήλιο και τροφή να μαζέψω στο δισάκι μου
και από τον ξαφνικό μου κόπο ζεστάθηκα
και πέταξα το πανωφόρι,
άπλωσα μόνη να ανοίξω τον δρόμο.
Κι αν δεν τρώγω,
αν δεν τραγουδώ πια στα ψηλά τα βάθρα
πιάνω το όπλο και το φυλάω στο βρακί μου
να σκοτώσω τον λύκο, τον κλέφτη και τον μάγο,
τον Ποιμένα που με γέλασε πως ήταν καλός.
Δεν το ‘χω σε τίποτα
να σκοτωθώ
για να οδηγήσω με ασφάλεια
τις περιστέρες μου
στη φωλιά που έχτισα
με ξέφωτα που ατένισα στο διάβα της ζωής μου.

Ρογήρος Δέξτερ/Σχεδίες – Σημειώσεις από μια ολονυχτία

Σε κάτι στενορύμια όπου βολοδέρνω
Την ώρα που τσακίζει
Τα κόκκαλα τής ερημιάς η νύχτα
Κάποτε σκάζουν μύτη
Τα ξαφνικά και τα απρόσμενα
Όσα ποτέ δεν περίμενα
Να σαρκωθούν τόσα φεγγάρια•όπως
Χαρές υψώνουν ποτήρια σ’ ένα δώμα χαμηλό
Με φωτεινά να χάσκουν τα ορθάνοιχτα παράθυρά του
Λαχτάρες που ξεκουμπώνουν
Γυμνόστηθες τη σαγήνη τους
Θαρρείς από μέλι ψίθυροι κοριτσιών
Σα με κρυστάλλινες φαρέτρες και
Ρώγες από βάλσαμο•κάποιο πλάσμα τρέχει
Μέσα στα χρώματα που φόρεσε
Πιο ρόδινο κι από τα πέταλα τής Άνοιξης
Ν’ αδειάσει πόθους και καημούς σε “πίθους δαναΐδων”
Γλυκά τραγουδώντας μέχρι που ν’ ακουστεί
Νεράιδα ξεχασμένη στο ρέμα
Με λίγες σταγόνες ήλιου στη ματιά
Ντυμένη τις πράσινες φωνές των δέντρων•πιο
Δίπλα
Εχθροί ξιφομαχούν με τον άνεμο
Οι φίλοι αναίτια μαζί μου
Ζώντες και νεκροί
Μελλοθάνατοι που χαιρετούν τον καίσαρά τους•
Έτσι νύχτες και νύχτες
Παλεύει να ξεγλιστρήσει
Ο εαυτός μου ψιθυρίζοντας τα παρόμοια
Από αυτά εδώ τα στενά
Από τη σκέψη
Ότι δεν είναι παρά μόνο
Των ελάχιστων στίχων ο ήρωας
Ο λίθος που πέταξαν στην άκρη οι οικοδομούντες.

Θεόδωρος Ντόρρος, Ποίημα

Εκείνα τα μηνύματα
ολόισα απ’ το κάπου
που δε θα το γνωρίσουμε ποτές.

Απλώνουνε το κάτι που μας μένει,
-το πιο μεγάλο απ’ τη ζωή μας—
σ’ όλους τους πόνους, στις χαρές. Των αλλονών.
Πού ούτε γι’ αυτούς σταθήκαν.

Μηνύματα.
Αρχή τους ξεχασμένη.
Πιο ζωντανά και πιο ανύπαρχτα απ’ το τέλος.
Έξω από νόμο κίνησης.
Το μόνο μας μεθύσι.

Συνέπαρμα,
γλυκύτερο απ’ τ’ αφάνισμα
στους πόθους τους καταδικούς μας.

Καμιά τους θύμηση, σαν, φεύγοντας,
πετάνε την ψυχή μας
πετάνε και το νου
μέσα στο σώμα το δικό μας.

Και δε θα μας ξανάρθουν.

Μιλάνε μια φορά.

Η ηδονή τους δίχως χρόνο και συνέχειες.

Μηνύματα.

Αλλού.

*Από το βιβλίο της Μαρίας Αθανασοπούλου “Θεόδωρος Ντόρρος, Στου γλυτωμού το χάζι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Μάρτης 2005.

Μάνια Μεζίτη, Τέσσερα ποιήματα

[γκούσταβ]

σε κάτι αλλοτινά γενέθλια
μου χάρισαν έναν πίνακα του κλιμτ
όχι αυθεντικό μη φανταστείτε
μια αφισούλα μεγέθους α4
μαύρη κορνίζα μαύρο φόντο
με τις χρωματιστές ψηφίδες του ζωγράφου
όπως τις είχε βάλει στο φιλί
έμεινε ξεχασμένο σ’ έναν τοίχο
μόνο μακρύτερα από τ’ άλλα
καμιά φορά περνούσα και το έβλεπα
ο αδάμ πίσω να κρύβεται
να δίνει στην εύα όλο το χώρο
πέρασαν χρόνια ώσπου να μάθω
πως ποτέ δεν το τελείωσε
πέθανε -λέει- και το άφησε μισό

***

[εδέμ]

δύο φύλα δύο φύλλα
δύο φίλοι δύο φύλα
δύο φίλοι δύο φύλλα
δύο φύλλα δύο φύλα

***

[ουμανιτέ]

κάνεις να στρίψεις
στη διχάλα του δρόμου
μ’ ένα πουράκι στο στόμα
ανεβάζεις το παντελόνι
σαν να πάχυνες τελευταία
και τα μαλλιά…
το περπάτημα
το βλέμμα
τόσο που άλλαξε
η ζωή

***

[κόμπος]

στείλε μου ένα μπαλόνι
κόκκινο σαν πόνο
νομίζω σε αδίκησα
πολλές φορές

*Από τη συλλογή “η μαύρη ανάμεσα”, Εκδόσεις Κύμα, Αθήνα 2018.