Θεόδωρος Αγγελής, Από τη “Στάχτη στον ουρανίσκο”

Max Beckmann, Berlin

V
Κάθε βράδυ πέφτουν
απ’ τους φανοστάτες οι σταξιές
ωστόσο λίγα προσφέρει ένα λιπόσαρκο φως
όταν ξετυλίγεται σε πρόσωπα που φθίνουν
και απ’ την τέφρα σβήνει η γραμμή
όπου τελειώνει η θάλασσα και αρχίζει ο ουρανός.

Είναι μια λύπη που δεν καταλαγιάζει
για ανθρώπους που ναυάγησαν
με γδαρμένες ψυχές
για άλλους που γέρασαν με την παραίτηση
στα μάτια, τη σήψη στις ραφές,
βολοδέρνοντας στο ξέπνοο γαλάζιο.

Πώς αποτυπώνεται ο αφανισμός
και γεμίζει το πανί φιγούρες
που ακουμπούν τα μάτια τους στη γη
ενώ αρκεί ένα τοπίο
ένα κοιμητήρι λεηλατημένο απ’ το κρύο
με τους βραχνούς θρήνους και τη φρικτή σιγαλιά.

Είναι η έρημος που μέσα σου οργώνεις
όταν δεν αντέχεις πια την απουσία,
η πίστη ψυχρή βλόγηση
δίχως την πραότητα στο απελπισμένο βλέμμα,
την υπόσχεση που χάριζε μια άκρη του ουρανού
όταν τη σφίγγαν τεντωμένα χέρια.

*“H Στάχτη στον ουρανίσκο”, Εκδόσεις Σμίλη, 2017.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Θυμικά ορύγματα

Ο κόσμος φωνασκεί στη χοάνη
της αφής
παρά της ακοής
Ό,τι μπορετό και αμπόρετο
το θυμικό σκαρφίζεται με πόνο
αγγίζει επτά στρώσεις
από πέταλα πάνω στο κορμί μου
Και όταν σταματά
σαν χέρι που τα μαδάει
από το στήθος, τους γλουτούς
και το γόνα,
πληγές αναδύονται με θλίψη πηχτή
και γόο χυμένο
στις μάχες των αθεράπευτα σαστισμένων
Παιχνιδίζει με του θανάτου
τη σιγουριά
και του θεού τη πίστη
μ’ αγαπά, δε μ’ αγαπά
η ζωή μου

Νικόλας Λεβέντης, Ήσυχοι άνθρωποι

Δεν έχεις δει τίποτα ακόμα.
Δεν θα υπάρξει άλλη δικτατορία σαν αυτή.
Όταν οι πράοι
αποφασίσουν να μιλήσουν
ακόμα και ο σκύλος σου θα φοβάται να γαβγίσει.

Έχουν ακούσει αρκετά
σκόρπια, ανώφελα, κακομαθημένα λόγια
για να τους επιτρέψουν να εξουσιάσουν ξανά.

Στο εξής, θα ακούς μόνο τις στριγκλιές
εκείνων που συνήθιζαν να μιλούν.
Να τη φοβάσαι αυτή την ημέρα.

Ο σεβασμός θα είναι η νέα θρησκεία,
η αγάπη ο νέος τρόπος σκέψης,
η εσωστρέφεια το νέο σπίτι της νόησης

και οι ήσυχοι άνθρωποι θα γευματίσουν
πάνω στα νεκρά σώματα όποιων δεν συμμορφωθούν.
Η τελευταία λέξη θα είναι η κραυγή τους.

*Από τη συλλογή “Κυνισμός”, Εκδόσεις Στοχαστής, Φθινόπωρο 2019.

Γιώργος Λίλλης, Δημιουργική γραφή

Φωτογραφία Δημήτρη Χαρισιάδη (1956)

Ένα σονέτο γράψτε
για τις άδειες παιδικές χαρές
για τις μασέλες και τις πατερίτσες
για εκείνον που τρώει τα νύχια του
για λεκέδες και ραγισματιές
για τρελάδικα και ανάποδους σταυρούς
για ράμματα στο κεφάλι
και ακρωτηριασμένες κλειτορίδες
για νεκροτομεία και άδεια βλέμματα
για αδέσποτους ανθρώπους
για χωματερές και ορφανοτροφεία
για παχύσαρκα κατοικίδια
και ηλικιωμένους που ψάχνουν στους κάδους
για πληγές που δεν επουλώνονται
για το ροχαλητό και τα φτερνίσματα
για τον χαμηλοτάβανο ουρανό των υπογείων
για τις αφισοκολλημένες αναγγελίες θανάτων
και τις χαραγμένες αγάπες σε παγκάκια
για γεμάτα ψυγεία και ξεχειλισμένες αποχετεύσεις
και για ρούχα που δε θα φορεθούν ξανά
για μυγοσκοτώστρες και περίστροφα
για τα γερασμένα χέρια που χαϊδεύουν ένα μωρό
Ένα σονέτο γράψτε

*Από τη συλλογή “Ο άνθρωπος τανκ”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.

Μοχαμμάντ Χεμματί, Όνειρο

Ένα μεγάλο όνειρο
τόσο μεγάλο που εσύ
με όλη σου την ομορφιά
μέσα του ν’ αλωνίζεις
εις τους αιώνας των αιώνων.
Θάνατος είναι που ’μαι ξυπνητός.

*Από τη συλλογή “η κούνια”, εκδόσεις Σκαρίφημα. Μετάφραση: Αλέξανδρος Κυπριώτης.

Χρίστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Κλείνει, μα δεν ανοίγει

Ανοιγοκλείνει το στόμα
Το ρολόϊ χτυπούσε μιαν ώρα
που σαν κάθε ώρα τρέμει

Αλλά το φεγγάρι αργούσε
και το σκοτάδι προσκαλούσε
Πιο πέρα, τα βήματα της λύπης
σκέπαζαν τους ήχους των πανηγυρισμών
και οι πληγές δεν έσβηναν
παρά τους θορύβους και τα προσωπεία τους

Το στόμα ανοιγοκλείνει, “δεν μιλάει”
να σκέφτεται ξαπλωμένος με τονα χέρι προσκεφάλι
“τα δεκάξι μας χρόνια” σκεφτόταν
και τη νύχτα που η ακοή του γέμισε
από άμμο θάλασσα
αυτοκίνητα, τρένα που πήγαιναν
πανω κάτω ασταμάτητα

Δεν βρέθηκε ένα ακρογιάλι να ποτίσει αρμύρα τις ρίζες μας
Στην ερημιά της σιωπής με την αδεξιότητα
του στόματος που ανοιγοκλείνει
πως να φτιασιδώσεις την εγκατάλειψη; σκέφτηκε
κι άναψε τσιγάρο στα παγωμένα του χείλη

Στο δειλινό κόπηκε τ’ αγκάθι απ’ τον κορμό
κοράλλια σχίζουν τον βυθό της μνήμης

Πέφτει σκόνη, τα μάτια κλείνουν
τα λόγια που ανοιγοκλείνουν
δεν σμίγουν με τη σιωπή
δεν ελαφρύνουν την απώλεια
τα λόγια που ποντίζονται στον αφρό της ελαφρότητας
γυρεύουν κι άλλην απόρριψη
αλλά οι στροφές μας τελειώσανε, ήδη από χρόνια

Η παράδοση φοράει ξυλοπάπουτσα
δένει τα χέρια στην πλάτη
στην ομίχλη,
σέρνει τους μονολόγους της στο πάτωμα
στους βρώμικους δρόμους το στόμα δεν κλείνει,
δεν φεύγει το δειλινό
σταμάτησε για να σκεπάσει
τις φωνές που τελειώνουν τη μέρα
βουλιάζει στη χώρα του σκότους

Δεν γυαλίζει τίποτε,παρά η φωνή
που γέμισε μαύρα σύννεφα το μέτωπο
καθώς περνούν τα χρόνια χωρίς το τσιγάρο να καεί
χωρίς η πληγή ν’ ατενίσει τον ήλιο

Μένει μια νύχτα πικρή
εξαφανίζει τα κύματα
χάνεται από τα πόδια μας η άλλη όχθη

Απλώνει ο πόνος σιωπηλός,
αξύριστος κι αληθινός

Μάρτιος 2000

***

Έφυγες με λύπες

στον πατέρα μου Στάθη

Φεύγεις απ’ αυτό που νιώθεις
με λύπες
τώρα πια, για σένα
τώρα που έχουμε μείνει μόνοι

Στην μοναδική ημέρα που έπαιξες φυσαρμόνικα
και μετά,
καφές κι αμέτρητα τσιγάρα

19 Οκτωβρίου 2019

Κωνσταντίνος Μελισσάς, Η Οδός

Μετά τον οισοφάγο
λευκή άμμος φωτός και αμμοχάλικα
στο στομάχι σου να περιφέρουν από κύτταρο σε κύτταρο
από ιστό σε ιστό
κι από όργανο σε όργανο
το θάνατο.

Χρήστο,
το σπίτι τώρα είναι παλιό
πέρασαν χρόνια από το ’61,
και από το Δάσος Χαϊδαρίου
στον Νέο Κόσμο
δεν είναι μόνο
ένα μισάωρο μ’ ένα εναέριο τραμ που δεν υπάρχει
ή μια εικοσαετία αρχιτεκτονικών κατασκευών
διαφορετικού εμβαδού και αισθητικής.

Μόνο η οδός είναι η ίδια
(25ης Μαρτίου κι εκεί κι εδώ)
γιατί η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία.
Λες και η εθνική γιορτή που λάτρεψες από μικρός
είναι μόνο αυτή που απομένει.
Χωρίς φίλους πια και συγγενείς,
σύζυγο, εγγόνια και παιδιά,
χωρίς ερωμένη
(έφυγε στα Τρίκαλα)
από την 25ης Μαρτίου 202 στο Ρετζίκι
στην 25ης Μαρτίου 2 στη Σίνδο
δεν είναι μόνο οι αριθμοί
που δείχνουν πόσα σκαλοπάτια έπεσες.

*Από τη συλλογή “Ματς Πόιντ”, Εκδόσεις Θράκα, Αθήνα 2018.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Αντανάκλαση

Remedios Varo, Bankersin Action (1962)

στο πετσί μου σκαλωμένες βουλγάρικες λέξεις
στα ριζά των μαλλιών μου φυτρώνει σκόνη και τσιγάρα
σε πλαστούς κόσμους της Νέας Υόρκης μαζεύω βίδες
χορεύω σε άδεια διαμερίσματα
τρέχω μακριά από καλώδια φίδια
κλείνω τα μάτια με την κίτρινη γλώσσα
μη δω νόημα
στα βάρη μου κόβεται η ανάσα
ξεκινώ με τα γόνατα λυγισμένα
σηκώνω εξοπλισμό πιο ακριβό από μένα
τρίζουν οι σπόνδυλοι
σπάζουν τα κουτάλια πάνω στις μέρες
στα χαλασμένα φαγητά
στους κοινόχρηστους διαδρόμους
στις δημόσιες τουαλέτες
κρεμάω σε τυχαία καρφιά
όνειρα και ψυχή
τα μάτια θολώνουν σε κρεβάτια δανεικά
οι μύες παραπονιούνται
τα στομάχια διαλύονται
με ένα φορτίο στην πλάτη
μένει μια μυρωδιά από τσιγάρα κι οινόπνευμα
μένει μία ιδέα από φελιζόλ
σε φτιαχτό πεδίο μάχης
περιμένω να έρθει το λεωφορείο
με τα χέρια γεμάτα μπογιά
ο νους μου κλεμμένος στις εικόνες
περιμένω το μετρό το τραμ
σε μία ατέλειωτη διαδρομή
ακολουθώ μία από καιρό αλλοτριωμένη αντανάκλαση

Ειρηναίος Μαράκης, Το πρόβλημα*

Α, ρε Λαυρέντη τα χρόνια περνούν
κι όλο σκέφτομαι πως το πρόβλημα δεν είναι
πως μόνο εγώ ήξερα ότι είσαι κάθαρμα
αλλά ότι ήμουν ο μόνος που το παραδέχτηκε δημόσια
όταν όλοι οι άλλοι σε δέχτηκαν, τι ειρωνεία,
ως τον πολιτικό τους αναμορφωτή,
και το πρόβλημα μεγάλωσε
απόκτησε φιλολογική αξία
έγινε σύνθημα σε τοίχους ηλεκτρονικούς
και μάθημα πανελλαδικώς εξεταζόμενο.

17/11/2017

*Το Πρόβλημα: απάντηση-συμπλήρωμα στο Επιτύμβιον του Μανώλη Αναγνωστάκη. Το Επιτύμβιον ανήκει στην ποιητική συλλογή Ο Στόχος (1970), που περιέχει ποιήματα γραμμένα στην περίοδο της δικτατορίας (1967-1974).

Χριστόφορος Τριάντης, Ο (μικροαστός) δημιουργός

Να, ο θεούλης της βολής
πού και πού
σ’ αφήνει να χάνεσαι
στο πέλαγος της δημιουργίας
(ευλογία για αναρρίχηση).
Όμως, δεν είσαι προορισμένος,
από μοίρες κι ενοχές
για δημιουργός μεγάλος.
Η μοναξιά είναι δύναμη
και εσύ ένας αρχιθαλαμηπόλος των συμβάσεων.
Ω, μικροαστέ μου,
δεν έχεις δημίους να φοβάσαι,
ούτε και δαίμονες να σε τρομάζουν
στα σκοτάδια
(προζύμι για πνευματικό ψωμί).
Είναι ωραία ν’ ανιάς στις συνεστιάσεις
και να κορδακίζεσαι
μπρος στις νεαρές συλφίδες
(στις χοροεσπερίδες).
Α, είναι και η λύπηση προς τους
αναξιοπαθούντες,
που συνεχώς διαφημίζεις.
Είναι μεγάλο επίτευγμα
η συμπόρευση (έστω και λεκτικά)
με τους μη προνομιούχους,
ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης,
μικροαστέ δημιουργέ.