Βασίλης Νικολόπουλος, Δύο ποιήματα πιο πέρα (ένα εκτός εποχής, ένα πάντα επίκαιρο) (Άνοιξη, μετά τη βροχή)

I ποίημα

Άνοιξη, μετά τη βροχή…
Το χώμα εύφορο, μαλακό,
εύπλαστο σαν νέα ζωή.
Πράσινη μικρή όαση παίρνει το μάτι σου
στα κίτρινα φώτα της πιλοτής,
ξάγρυπνα κι άψυχα.
Επιστροφή.
Πίσω από μια Παναγιά ένα ροδοπέταλο
πεσμένο, μωβ∙
τέσσερις τα ξημερώματα.
Ο φάρος του απορριμματοφόρου
χρωματίζει τους τοίχους
έξω απ’ το υγρό ακόμη παράθυρο.
Ντυμένα τα σπίτια γύρω
περιμένουν την αυγή.
Και ξάφνου έρχονται στο νου ψυχές
που λησμόνησαν τις λέξεις.
Ποια άνοιξη να ονειρεύονται του κόσμου ετούτου
οι απορριφθέντες
που δεν γνωρίζουν τώρα εποχές, επιστροφή∙
μόνο πόλεμο;
Άνοιξη, μετά τη βροχή…
Κάποιοι ουρανοί δεν έχουν πια χρώματα.

20/04/2019

*Πρώτη δημοσίευση εδώ https://exitirion.wordpress.com/2019/05/28/vasilis-nikolopoulos-1poem/

(Ο Άνθρωπος ενώπιον του θανάτου) Εσύ

Η νοτισμένη σου αύρα
Αυτή η μισαλλόδοξη ομορφιά σου
Ποιο δάκρυ λευκό
να προσβάλει τον μανδύα σου
καθώς μοχλεύεις το αύριο
Εσύ
Το σίγουρο του μέλλοντος φιλί
Αυτή η Θεία συνάντηση
που δεν σε αρνήθηκε
Εσύ
Τρομερέ επιστάτη
που μια μέρα δεν έλειψες
δηλώνοντας ασθένεια
Εσύ
Εραστή των ονείρων
που κρεβάτι δεν γνώρισες
μα σε νιώσανε οι έφηβοι
απ’ τα σανίδια τους
τους ρόζους να ρουφάς
Εσύ
Που τη ζωή λάτρεψες
σαν χαμένη πατρίδα
Πες μου,
θες να μιλήσουμε για ήττες;

8/11/2018

*Πρώτη δημοσίευση εδώ https://surrealistsalonik.wordpress.com/2018/12/03/%ce%bf-%ce%ac%ce%bd%ce%b8%cf%81%cf%89%cf%80%ce%bf%cf%82-%ce%b5%ce%bd%cf%8e%cf%80%ce%b9%ce%bf%ce%bd-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b8%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b5%cf%83%cf%8d/

**Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στο περιοδικό «ΚΛΙΒΑΝΟΣ» – επιθεώρηση γραμμάτων και τεχνών – Υπερρεαλιστική Ομάδα Θεσσαλονίκης,εκδόσεις ΡΩΜΗ.

###Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://pernontasmeportokali.wordpress.com/2019/10/31/%ce%b4%cf%8d%ce%bf-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%cf%80%ce%b9%ce%bf-%cf%80%ce%ad%cf%81%ce%b1-%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%ce%b5%ce%ba%cf%84%cf%8c%cf%82-%ce%b5%cf%80%ce%bf%cf%87%ce%ae%cf%82/

Μικρή ανθολογία ποίησης για τους πρόσφυγες ΙΙΙ

ΦΩΤΕΙΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ
Από τη συλλογή Αμείλικτο νερό, Οι εκδόσεις των φίλων

ΑΙΓΑΙΟ
Μικρά, αθώα, πεινασμένα
όλο μάτια
τρέμουν, κρυώνουν
ξαφνιασμένα απορούν.
Από το αίμα της σφαγής πλυμένα
αλατισμένα
έτοιμα σε αλουμινόχαρτο να τυλιχτούν.

Θυσία αιματηρή
στης νέας θεάς Πατρίδας τον βωμό.

– Σφαχτάρια
ξεβρασμένα από το κύμα,

ξεκουραστείτε απόψε μες στο ποίημα!

Η ΝΗΣΟΣ ΤΩΝ ΜΑΚΑΡΩΝ
Το κάστρο χτίσαμε στη νήσο των Μακάρων
και βίον ανέφελο διάγουμε ολημερίς.
Διψάμε και αρμέγουμε δρόσον εωθινή.
Ώρα μεσημβρινή.
Πεινάμε.
Ρίχνουμε κάδο κι αλιεύουμε τον επιούσιον ιχθύ.
Πλήττουμε, αναρριχώμεθα στον ουρανό.
Όλα γαλήνια κυλούν στης υπερτάτης πλησμονής τη νήσο.

Μα εσχάτως τώρα
τη μεσημβρινή ραστώνη
ταράσσουνε
των γλάρων οι κρωγμοί
φωνές απόγνωσης απ’ την απέναντι στεριά
“Καιγόμαστε, πνιγόμαστε, βοήθεια!”
οι μηχανές των μισοβουλιαγμένων λέμβων
νηπίων κλάματα, μητέρων οιμωγές
κι ο ρόχθος των πνιγμένων.

Όμως, εδώ στη νήσο των Μακάρων
βουλώνουμε τ’ αυτιά μας με κερί
κι απολαμβάνουμε
τον τρυφηλό μας πάντα βίο.

Μονάχα, Θε’ μου, μη σωθεί, μη μας τελειώσει το κερί!

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ-ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ
Από την ποιητική συλλογή Λιγοστεύουν οι λέξεις, εκδόσεις Μελάνι

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
Κλάδεψαν τις φτερούγες μας
τις φύτρες μας τις ξερίζωσαν
επανειλημμένα
αποτρόπαια

Πορευόμαστε
κρατάμε σταθερά το μέσα νήμα
νέο ξερίζωμα απειλεί

Και με κομμένες τις ρίζες
θα σταθούμε όρθιοι
και με σπασμένα κλαδιά
θ΄ανθίσουμε
Γιατί ότι έχουμε το κουβαλάμε μέσα μας
Οι ρίζες φύτρωσαν εντός
μας κρατάνε στέρεα σ’ ελπίδας έδαφος
Τα φύλλα στο φυλλοκάρδι μεγάλωσαν
τα λουλούδια ανθήσαν στα μάτια
Ο σπόρος στο δάκρυ και στο χαμόγελο μέστωσε

Ο σπόρος μας θα κατακλύσει το σύμπαν
και θα γεννήσει χιλιάδες ουράνια σώματα

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ – ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ
Κοιτώ το ρυάκι να ρέει αμέριμνο
το νερό να κυλά λαμπυρίζοντας
Αντανακλάσεις φωτός διαγράφουν
γιρλάντες στη ράχη του
Τα βότσαλα λάμπουν ατάραχα στο βυθό
Χρυσοκίτρινα φύλλα πέφτουν και χάνονται βιαστικά
Η σκιά τους διαγράφεται σκοτεινή
περνούν γρήγορα και χάνονται
Βαθιά πληγή αναβλύζει μέσα μου λόγια ακατάληπτα
Ψιθυριστά νανουρίσματα
συγχωνεύονται με του νερού το κελάρυσμα
για παιδιά που ‘χάσαν το ύπνο τους
για παιδιά που κείτονται στου βυθού την αταραξία
Μέσα σε τόση ομορφιά
κάτι με πνίγει κι εγείρεται μέσα μου
Μου έρχονται λέξεις και ήχοι στο νου
και ψελλίζω κάπως να λυτρωθώ
νανούρισμα από καιρό ξεχασμένο
“Κι αυτό το αγοράκι
δεν έχει κρεβατάκι” *
Μου έρχονται λέξεις και ήχοι στο νου
και ψελλίζω κάπως να λυτρωθώ
νανούρισμα από καιρό ξεχασμένο

* Σεβιλλιάνικο νανούρισμα

ΜΑ ΗΤΑΝ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΤΥΧΕΡΟΥΣ
Χαράματα στο ΚΤΕΛ σωρός νέων ανθρώπων περιμέναν
Σκουρόχρωμα πρόσωπα
ανήσυχα βλέμματα σερνάμενα κορμιά
ελιές σταφιδιασμένες πρόωρα
Σ’ άλλους η αγωνία κουνιόταν πίσω μπρος
άλλοι ανακούρκουδα την είχαν καθισμένη
Ο ένας πλάι στον άλλον σχεδίες τσακισμένες
έγερναν στα γόνατα στον τοίχο
σε κάποιο μπράτσο ν’ αναπαυτούν
Εκεί στης Ειδομένης τη γραμμή τους είδα
γλυπτό ιερό σ’ εναγκαλισμό ενύπνιο
Γυναίκα όμορφη στον ώμο νέου άνδρα
έγερνε το κεφάλι στην κόγχη του λαιμού του
Αυτός με το ένα χέρι την αγκάλιαζε
με το κεφάλι του άγγιζε το δικό της
και το άλλο χέρι άπλωνε στρώμα για το παιδί
Δύσκολος δρόμος μέχρι να φτάσουν ως εδώ
ακόμα πιο δύσκολος φάνταζε μπροστά
Μα ήταν απ’ τους τυχερούς

ΕΛΕΝΗ ΠΑΡΑΔΕΙΣΑΝΟΥ
Από την ποιητική συλλογή Στη φλέβα της πέτρας, εκδόσεις Βακχικόν

ΤΡΥΠΙΑ ΜΑΤΙΑ
Στον Βαλεντίν
Σας κοιτώ μέσα απ’ τα τρύπια μάτια
ασάλευτους να βουλιάζετε στο περιτείχισμα του σχολικού κενού
αυτά τα τετράγωνα με τη μούχλα σφηνωμένη στο χάσμα.
Είστε μικροί φωναχτοί αστερίες.
Τα πλοκάμια σας σαλεύουν ανάστροφα
Με κλείνουν ολοένα πιο μέσα.
Μην πασχίζετε άλλο.
Αυτό το αιώρημα είναι μοναχά δικό μου.

Το δικό σας σάρκινο δέρμα νoιαστείτε.

ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΙΑ ΦΩΝΗ ΝΑ ΜΙΛΩ
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη

(Δεν έχω πια φωνή να μιλώ.
Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα.
Σαλεύει ορθάνοιχτο στο μαύρο
και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα.
Δεν έχω πια σάλιο να φτύσω.
Ξερό το
χώμα που μασώ
κι έγινε πέτρα
βυθισμένη στην άμμο του κρανίου
που κράδαινε εμπρός μου
ο Άμλετ)

ΚΡΑΤΗΡΕΣ ΥΦΑΙΣΤΕΙΩΝ
Η γη τους επίπεδη
σαλεύει στον γκρεμό
σέρνεται πάνω στα βράχια.
Στις λακκούβες των δρόμων καθρέφτες
κρατήρες ηφαιστείων
για τα μετέωρα πλάσματα του παράλληλου κόσμου.

Βρέφη γερμένα στην πηγή
ορθώνουν τον λαιμό που διψά
στο ουράνιο στερέωμα
μισανοίγουν το στόμα
και απλώνουν λεπίδες σκουριασμένες τα δόντια
λίγο πριν πέσουν λίπασμα\στη λάσπη των ανθρώπων

ΑΤΙΤΛΟ
Αυτή η φλούδα που ξεκολλά στο κρανίο μου
στρέφεται γύρω απ΄τα μάτια και χάσκει
τριγύρω
Παιδιά κρατημένα σφιχτά στο λαιμό μου
με τραβούν προς το χώμα.
Κι ένα δέντρο υψώνεται στο μέρος που παίζαν.
Τα κλαδιά του σαλεύουν στα χέρια μου
Και υπαγορεύουν
Το τελευταίο ποίημα.

ΑΝΝΑ Ε. ΠΕΤΡΑΚΗ
Από την ποιητική συλλογή Ζωή σε 9/8…, εκδ. Κάκτος

ΜΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΡΗΜΙΑ
Πώς άντεξες πουλί να γίνεις διαβατάρικο
μέσα και έξω από τη φωλιά σου πολιορκημένο;
Παιδί σ’ αλλοτινά χαμόσπιτα ή σε παλάτια
στον τόπο που σε λίκνισε
η μάνα σού υποσχέθηκε
τριαντάφυλλα εκατόφυλλα
και μια ζωή μετάξι
Μα εσύ οσφραινόσουνα μονάχα
του πολέμου τον αχό

Τώρα κοιτάς απορημένο
πιασμένο στου φόβου τ’ αγκίστρι
καράβια ναυαγισμένα
σωτήριες λέμβους που σε περιθάλψανε
ένα σκισμένο καραβόπανο στα χέρια
τα τρένα που σ’ απόθεσαν
σε έρημους σταθμούς

Μίσησες τα παραμύθια που σε νανούρισαν
τους ακυβέρνητους δρόμους που σε προδώσαν
τους ουρανούς που πρόσμενες
και δεν τους διάβηκες ποτέ

Πήρες στα χέρια σου φωτιά
Σαν τελευταία παράσταση
έκαψες πάνω στο συρματόπλεγμα
αμετανόητα όλα τα όνειρά σου

Αλυχτάνε οι πληγές
κάτω από τα αγέλαστα φεγγάρια της θάλασσας
Μέσα στα άδεια μάτια σου
έκπτωτοι άγγελοι
συγχώρεση
-για την εκδίκηση-
ζητούν

ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΙΔΟΜΕΝΗ
Χαρτί η ζωή αετός τα ονείρατα πυξίδα η ουρά Αμόλα καλούμπα σφίξε καλούμπα Ξέφτισε η ουρά Τ’ απόνερα την τσάκισαν του ανέμου Φευγάτα σπίτια έρημες αυλές κιόσκια, παγκάκια διαλυμένα τρενάκια κούκλες ξεχαρβαλωμένες δέντρα με έρημη σκιά μονοπάτια βουνά σύνορα κλεισμένα βροχές πλέγματα σιδερένια παπούτσια ξεσκισμένα λασπωμένες σκηνές Ολάκερη η πρότερη ζωή σου περνάει εμπρός σου σε ριπές Αχόρταγος ο τρόμος σου καταπίνει την ελπίδα Σε μια εικόνα σου ασφυκτιά του θεατή ο φόβος Ο οίκτος πιότερο γεμάτος μ’ ενοχές παρά με καλοσύνη γράφει επάνω στα συντρίμμια του διωγμού σου μπαλάντα πνιγερή Εν ονόματι της Ιστορίας αλαλάζει ο πόνος εν ονόματι της Ιστορίας παραμονεύει παντού ο θάνατος -Κράτα λίγο… Πέτα ακόμη λίγο… -‘Επεσε ομίχλη. Πού είναι το χέρι σου; Μείνε στο πλάι μου Χειρότερο δεν είναι άλλο από τη μοναξιά Εκεί ψηλά που ονειρεύομαι κάνει τόσο κρύο…

Ανθολόγηση:
στίγμαΛόγου

*Τα ποιήματα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Στίγμα Λόγου στο: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/11/blog-post_28.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ποιήματα

Tο χνώτο

Έκπτωτοι άγγελοι
τ’ αδέσποτα σκυλιά
κάτω απ’ τα πεύκα

Χώρα κι αφαγιά
κουφάρια ζωντανά
σκιές του δάσους

Βρωμάει το χνώτο σου
άσπλαχνη πόλη μου
χαρτοβασίλειο

Και δεν κατέληξες
σ’ ένα γαμημένο
γενικό συμπέρασμα.

***

Καφές με γάλα
αυγά μάτια, φέτες τοστ
εφημερίδα

***

Ένα καράβι
μας πήρε μακριά
το καλοκαίρι

***
Διαβάτης χρόνος
από τα νιάτα κιόλας
πότε διάβηκε;

***
Ζητείται νεράιδα
να πάρει τις φωνές
των ντελάληδων.

***

Πριν σβήσουνε

Προσκυνητής
σ’ άνισο αγώνα
θανάτου και ζωής
με παγωμένο ιδρώτα
κλέβεις στιγμές να παραβγείς
κάποτε ωραίος νικητής…
σαν πρώτα.

Όσο γι’ αυτό
έχεις καιρό να δοξαστείς
για τέτοια μην ανησυχείς
και ρώτα
αν πρόφτασε ποτέ κανείς
τους κόπους του να δει ευτυχής
πριν σβήσουνε τα φώτα.

***

Προτροπή

Λοιπόν, ας μη μιλάμε άλλο για μνημόσυνα…
έχουν μιλήσει προηγουμένως άλλοι κι άλλοι.
Έχουνε προσαρμοστικά υποκλιθεί
σ’ αξίες και θρησκείες κατεστημένες,
έτσι που ενυπόθηκα περνούν
στις άκρες των δακτύλων μας τα χρόνια.

***

Ρακόμελο

Ευτυχής συγκυρία
πέρασε το Μετρό
απ’ την Εγνατία.
Δεν πήγε από Tσιμισκή
―χαρές και μεγαλεία!―
Aλλού τα φτηνομάγαζα
κι αλλού τα φαρμακεία.
Αρχαίες στρατιές
τις κάλυψαν οι επιχώσεις.
Τετράρχες και ληστές
ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΣΕ 32 ΔΟΣΕΙΣ!
Ήρθαν απ’ την Ανατολή
να ήξεραν για πού πάνε.
Δίπλα στο πεζοδρόμιο
δυο νέοι ξεμεθάνε.
Πιάνουν τα κρύα
τελειώνει και το Μετρό
στην Εγνατία.
Θα πάω αύριο από κει―
θα πιω δυο μέλια με ρακή.
Έχει απεργία.

*Από τη συλλογή “Στίχοι για υγρούς θανάτους”, Σε ηλεκτρονική έκδοση εδώ: https://www.openbook.gr/stichoi-gia-ygroys-thanatoys/

Βαγγέλης Γέττος, Μ.

Η ανάσα μου,
η κοψιά μου
διασχίζουν μονίμως.

Το περίγραμμά μου με πείθει
ότι είμαι
και ένα απαλό άγγιγμα στην πλάτη σου
και ένας παλιός υπάλληλός μου
και ένα φύσημα που αλλάζει το βλέμμα

Βρίσκω τη μυρωδιά μου
εκεί που δεν μυρίζει.
Χάνω την ακοή μου
εκεί που ουρλιάζει η απουσία.

Μυρίζω το κενό.
Ακούω το σούρσιμό του.

Και όμως δεν είμαι εγώ
ή εκεί
να το γράψω
να το μοιραστώ.

Πέρασες και με άφησες με περίεργες ικανότητες.

*Από τη συλλογή ‘Προσάναμμα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2013.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Διαδρομές

Διαδρομές με το μετρό μέσα στην πόλη
μια παραλία μπρος στα πόδια σου κοιτάς
ζωγραφισμένη, σε φωνάζει και ματώνεις
γιατί το ξέρεις ότι δεν μπορείς να πας.

Ρουτίνα, φάμπρικα, ζωή με το κομμάτι
κι εσύ το κάλεσμα της θάλασσας ν’ ακούς
μεταμοντέρνες αυταπάτες να γυρεύεις
σε κοινωνία που γεμίζει μ’ αχινούς.

Μια παραλία ζωγραφίζεις στα χαρτιά σου
στα θολωμένα κύματά της κολυμπάς
σαν καραβάκια τα χαρτιά σου θ’ αρμενίζουν
εκεί που νόμιζες πως κάποτε θα πας.

Ghérasim Luca, Οιδίπους σφιγξ

Στο όνομα
των
άνομων
του χθες
στο όνομα
των
άνομων
του σήμερα
ο επιζών του Άουσβιτς
κι ο επιζών
Ες Ες
αναρωτιούνται
στο δικαστήριο της Φρανκφούρτης
Πώς να καταδικάσεις στο όνομα του νόμου
το έγκλημα που διαπράχθηκε στο όνομα του νόμου
Πώς να συγχωρέσεις στο όνομα του νόμου
το αίμα που χύθηκε στο όνομα του αίματος
Η ερώτηση ξεπερνά την απάντηση
και ο κατηγορούμενος
το εδώλιο
Ούτε συγχώρεση ούτε τιμωρία
ισοβίως*
* Χιροσίμα…
Βουδαπέστη…
Κονγκό…

ŒDIPE SPHINX

Au nom
des
hors-la-loi
d’hier
au nom
des
hors-la-loi
d’aujourd’hui
le rescapé d’Auschwitz
et le rescapé
SS
s’interrogent
au tribunal de Francfort
Comment condamner au nom de la loi
le crime commis au nom de la loi
Comment pardonner au nom de la loi
le sang versé au nom du sang
La question dépasse la réponse
et l’accusé
le box
Ni pardon ni châtiment
à perpétuité*
* Hiroshima…
Budapest…
Congo…

*Μετάφραση: Ελένη Γιώτη.
**Περισσότερα ποιήματα του Ghérasim Luca μπορείτε να διαβάσετε στο εικοστό πρώτο τεύχος του Τεφλόν.

Άθως Δημουλάς, Περιέργεια προς το χάος

Χωρίς τίτλο

Τώρα που ο χρόνος
συσσώρευσε πάνω μου
μέρες και μέσα μου
μελαγχολία,
μ’ ευχαριστεί
να βλέπω
τη μελαγχολία μου
καθώς μετρά
τις μέρες
που περνούν.

***

Ταξίδι

Περιπλάνηση επιχείρησα
ως την άκρη του κόσμου.
Aπό περιέργεια προς το χάος.

Το χάος μού έφερε σαγήνη μεγάλη.

Κι εντός μου αντιστράφηκαν οι ρόλοι:
το χάος μού φάνηκε κατάλληλο
κι ο κόσμος που εγνώριζα
στεγνός, μακρινός.

***

Όλα

Όλα είναι εδώ, είπε:
τα προσωπεία του φόβου,
τα κάτοπτρα της αυταπάτης
για το ναρκισσισμό των ελπίδων,
η ψυχή πιο μέσα,
λεία της ανυπαρξίας.

*Τα ποιήματα Χωρίς τίτλο και Ταξίδι προέρχονται από την συλλογή Χωρίς τίτλο (1956), ενώ το ποίημα Όλα από την συλλογή Η μοίρα των πεπρωμένων (1979).

**Αναδημοσίευση των ποιημάτων και της φωτογραφίας της ανάρτησης από εδώ: http://apotypoma.blogspot.com/search?updated-max=2019-06-14T18:07:00%2B03:00&max-results=5

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Κάθοδος τα μεσάνυχτα

Μεσάνυχτα

και ξεπηδούν απ’ τις κορφές του φεγγαριού
αφήνοντας τη βάρδια τους
και κατεβαίνουν
κι έρχονται

κι όλο περνούν μες τα βαθιά ραγίσματά μου

ο Γκανάς
η Ορνέλλα Μούτι
ο Λάγιος κυκλωμένος με χρώματα
κι ο Παπαγιώργης
η Φρανσουά Βιγιόν απαγγέλοντας σιωπηλά
η Μόνικα Βίτι
η Γαλανάκη μαζί με τον Κοέν
και η Λόρεν γυμνή
θεόγυμνη
ο Χρήστος Μπράβος βυθισμένος μες στα έλκη του
ο Περικλής Γιαννόπουλος αγκαλιά με τη Γώγου
κι ο Μουφλουζέλης κόκκινος
κατακόκκινος
ντυμένος στην πένα
σαν τρελός να γουστάρει τη Μπριζίτ Μπαρντό
μη διστάζοντας να της κάνει πρόταση γάμου
ο Γκάτσος σέρνοντας χαρταετούς
κι η Τζένιφερ Λόπεζ
η Ζυράννα Ζατέλη με το κανό της αύρας
και ο Καρούζος ανεξάντλητος
ενθουσιώδης
τύφλα μεθυσμένος μ’ αμίλητα νερά
χτυπώντας ενίοτε τον παράμεσο με το δείκτη
κροτώντας τις παλάμες στο ρεφρέν
ν’ ανοίγει τα κρυφά φτερά
και να πετά
χορεύοντας το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας.

Francois Villon, Μπαλάντα (Μπαλλάντα του Διαγωνισμού του Blois)

1 ΠΕΘΑΙΝΩ άπό δίψα πλάι στην πηγή,
Ζεστός σαν τή φωτιά, καί χτυπώ τα δόντια μου·
Κοντά στην άνθρακιά ριγώ πυρωμένος·
5 Γυμνός σά σκουλήκι, ντυμένος πρόεδρος,
Γελώ μέ κλάματα καί προσδοκώ χωρίς ελπίδα·
Παρηγόρια βρίσκω σέ θλιβερήν άπελπισιά-
Αναγαλλιάζω καί δεν ϊέχω χαρά καμία-
Ισχυρός είμαι χωρίς δύναμη καί χωρίς έξουσία,
10 Καλοδεχούμενος, άπορριγμένος τού καθενός.

Τίποτα δέ μοϋ είναι σίγουρο παρά τό άβέβαιο πράμα-
Σκοτεινό, έξόν ό,τι ’ναι ολοφάνερο-
Αμφιβολία δέ βάνω, έξόν σέ πράμα βέβαιο-’
Επιστήμη θωρώ σ’ αιφνίδιο συμβάν-
Στής μέρας τό χάραγμα λέω: «’Ο Θεός νά σάς δίνει καλό βράδυ !»
Κοιτάμενος ανάσκελα, πολύ φοβούμαι μήν πέσω-
Έχω άρκετά κι όμως δέν έχω μία-
Κλήρο προσδοκώ καί άνθρώπου δέν είμαι κληρονόμος,
20 Καλοδεχούμενος, άπορριγμένος τοΰ καθενός.

Δέ γνοιάζουμαι γιά τίποτα, βάζω δμως δλο μου τον κόπο
Ν’ άποχτήσω άγαθά καί διεκδικητής τους δέν είμαι-
Πού τό καλύτερο μοϋ λέει, είναι πού μέ πειράζει πιότερο,
Καί πού τ’ άληθινότερο, είναι πού πιότερο μέ κοροϊδεύει-
25 Φίλος μου είναι, πού μέ κάνει νά γρικάω
Γιά έναν άσπρο κύκνο πώς εΐν’κοράκι μαύρο-
Καί πού μέ βλάφτει, πιστεύω πώς μέ βοηθά τό κατά δύναμη-
Κοροϊδία, άλήθεια, σήμερα όλα μοϋ είναι ένα-
Συγκρατώ τά πάντα, τίποτα δέν μπορώ νά εννοήσω,
30 Καλοδεχούμενος, άπορριγμένος του καθενός.

Πρίγκηψ μακρόθυμε, παρακαλώ σας μάθετε λοιπόν
‘Ότι γρικάω πολλά καί δέν έχω νοϋ ούδέ γνώση:
Φατριαστής είμαι, όλωνών των νόμων κοινός.
Τί ξέρω πιότερο; Τί; Τα μιστά πάλι νά ’χω,
Καλοδεχούμενος, άπορριγμένος τοϋ καθενός.

*Από το βιβλίο Francois Villon (Φρανσουά Βιγιόν), Ποιήματα, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, χωρίς χρόνο έκδοσης. Μετάφραση από τα Γαλλικά: Τρύφων Β. Νικολάου. Τα περιεχόμενα αυτού του βιβλίου δημπσιεύτηκαν στα Ελληνικά για πρώτη φορά στο περιοδικό “Εκηβόλος”, Νο 4, Φθινόπωρο 1978.

Σωκράτης Κέρκης, Jamming with Jack (αποσπάσματα)

JAMMING WITH JACK 2
Κάποια μέρα ο ήλιος θα ζεστάνει
και εσύ που τώρα κλαίγεσαι
πάνω από ένα πιάτο παντζάρια
θ’ αφήσεις το γρασίδι να χαϊδέψει το κορμί σου.
Τότε το χαμόγελο θ’ απλωθεί πάνω στο πρόσωπό σου και δεν θα φύγει ποτέ

JAMMING WITH JACK 5
Γυμνός στέκομαι
ακουμπώντας
στο κάγκελο του μπαλκονιού
ατενίζοντας
το πήγαινε-έλα των πορτοκαλί πολυκατοικιών.
Ένα περιστέρι περίεργα με
κοιτά
ψάχνοντας για φαγητό.
Και το κορίτσι που με μανία τρίβει τα τζάμια
ασυναίσθητα
μου χαμογελά.

JAMMING WITH JACK 9
Μέσα στο φωταγωγό των μίζερων ονείρων μας, τσίκνα από τηγανιτά ψάρια με
κουρκούτι από απορρυπαντικό την μύτη μας σουβλίζουν.

Κι όσα κουκούτσια από μούσμουλα κι αν πέταξα το δέντρο δε λέει να φτάσει στο
δικό μου παραθύρι.

JAMMING WITH JACK 22
Ξημέρωμα κι ένα πινέλο έριξε μπλε πάνω στο μαύρο
Ξημέρωμα κι οι γείτονες ερωτοτροπούν, τσακώνοντα
καθώς κρέμονται από τα μπαλκόνια.
Ξημέρωμα και το νερό του ντους ξεπλένει
την αρμύρα της νύχτας από το σώμα μου.
Ξημέρωμα και τα σκουπιδιάρικα χτυπούν
χαρμόσυνα τις καμπάνες στις εκκλησίες.
Άλλη μια νύχτα πέθανε μες στις σελίδες της ζωής,
μες στις σελίδες του χρόνου

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 4, Μάιος 2010.