Στάλες ηδονής σκέπασαν τις λέξεις.
Η ποίηση μολεύτηκε
απ’ τις επιδράσεις του σώματος.
Το πνεύμα της ηττήθηκε
απ’ τα μασκαρέματα
και τις απολήξεις.
Φτυαρίστηκε στους περιβόλους
(των ταχυπληρωμών)
και των μάταιων προσδιορισμών.
Ο ποιητής σαν ταγός τής καταλλαγής,
έπλεξε το εγκώμιο του θανάτου,
μιας κι οι ώρες του τέλους
είναι πασαλειμμένες με χρώματα
(κι αρώματα) ηδονικών καταστάσεων.
Πλησίον όμως, των ναυαγίων
(της αθανασίας).
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Λαμπρινή Αιωροκλέους, Τα παιδιά του φύματος
Αφροδίσια παντρέματα,
Αποφορτισμένα,
Ανελέητα σχοινιά
Σιαμαία.
Προσανατολισμός ευθύς,
Προς εσένα.
Το φλέμα του ιππόκαμπου διυλίζει τους τρίχορδους μηρούς μου
κληρονομιά αδένα.
Με την κίνηση του αλόγου αναμετράμαι,
σαν πεπτάμενη αστέρα.
*Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 4, Μάιος 2010.
William Carlos Williams, Απολογία
Σήμερα γιατί γράφω;
Η ομορφιά των
τρομερών προσώπων
της ανυπαρξίας μας
με υποκινεί:
γυναίκες έγχρωμες
εργάτες —
έμπειροι και γερασμένοι —
γυρίζουν το σούρουπο στο σπίτι
με τα ρούχα βγαλμένα
πρόσωπα ίδια
με παλαιά Φλωρεντιανή βελανιδιά.
Επίσης
τα κομμάτια που
συνθέτουν τα πρόσωπά σας με υποκινούν —
ανώτατοι πολίτες —
μα όχι
με τον ίδιο τρόπο.
*Από το βιβλίο Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς Ποιήματα», Εκδόσεις Ηριδανός, 2007. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.
Θεοδώρα Βαγιώτη, Πενθήματα του έρωτα
Πως η απουσία μετριέται με χτυπήματα
στις ρίζες της απτικής μου δεινότητας
κάτω από επτά στρώσεις
εγχειρισμένες με βελόνα και κλωστή
και με την επιδεξιότητα μιας εκκολαπτόμενης
λεπτοχειρίας
Πως ο χρόνος τεντώνεται
πάνω σε σκοινί επιβεβλημένης ισορροπίας
που λυγάει το βήμα και αγκαλιάζει
με το πέλμα σύρματα στιγμών,
το πάτημα ακούσιος ταξιδιώτης με τη δίψα της
αεναότητας
Πως το πένθημα σκεπάζει τον νου
που πίσω από την κουίντα
απεργάζεται την επιβίωση με
τα δάκρυα ν’ αφορίζονται το εδώ και τώρα,
να στεγνώνουν στον πυρωμένο ήλιο της
συναίνεσης
Πως ο έρωτας φουντώνει σαν τον άνεμο
στήνοντας χορό στις βουνοπλαγιές
και τους χρόνους παρασέρνοντας
στην παρεστιγμένη παύση των ζευγαρωμένων σημύδων,
της αλόγιστης απουσίας σου
συρίζοντας την αρχή του
πενθήματος
Πόπη Αρωνιάδα, Τρία ποιήματα
VIII
…δεν έβαλα
κουρτίνα στο παράθυρο
η αντηλιά κρύβει καλά
σκληρών γονιδίων χαρακιές
σε τόσες απόπειρες ζωής
δε χρειάζονται
σούρες ειλικρίνειας
για να φυτέψω
ένα κερί στα σκέλια
τη μήτρα του μυαλού μου
να φωτίσει το πρώτο σούρουπο
πεσμένη μπρούμυτα σε δρύινη σάρκα
μετρώ αγκαθωτές ατέλειες
και ρόζους
δίνοντας νόημα στη ζωή ευτυχώς,
δεν έβαλα κουρτίνα
στο παράθυρο
λένε πως παύεις να υπάρχεις
αν κανείς δε σε βλέπει
φλέγομαι να θαφτώ γυμνή
να είμαι ολόκληρη ορατή…
ΕΝΤΕΛΩΣ ΓΥΜΝΗ
***
XXVI
…τσουγκρίζω το ποτήρι
στον καθρέφτη
πίνω στα κύτταρα
της πρώτης ύλης
γράφω σύμβολο πίστης
για τη μοίρα των προνομιούχων
αθώα γυμνή
χωρίς το παραλήρημα των ρούχων
ορίζομαι εκάστοτε από στόματα
σφυρίζοντας αδιάφορα
κάτι παλιά κομμάτια
γλυκά παράφορα
Παίξτε κομπάρσοι
αλλάξτε κοστούμια στους νεκρούς σας
φυτέψτε τους
κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
ποτίστε τα κόκαλα
ν’ ανθίσουν οι ψευδαισθήσεις
εγώ ποτίζω τη δική μου
χαίρε λοιπόν ελευθερία
δεκτό το βέλος του δικαιώματος
στο χορό των χερουβείμ…
ΧΑΙΡΕ ΦΑΡΕ ΦΩΤΕΙΝΕ
***
XLVI
…μακραίνω παράφορα
στον απέναντι τοίχο
σκιά ανατολής
φορτωμένη γαλάζιες ελπίδες
η φαντασία έσβησε δειλά
αφήνοντας στα χέρια μου
πολύχρωμο το σπέρμα της
Η κατάρρευση δεν είναι απαραίτητη
η συντριβή μπορεί να είναι
το κατρακύλισμα στην παραίτηση
Ίσως αύριο προλάβω
ν’ ανοίξω το παράθυρο στις πανικόβλητες μύγες
που κολλάνε στο τζάμι…
ΙΣΩΣ ΑΥΡΙΟ
*Από τη συλλογή «ΠΟΚΈ», Εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ, Αθήνα 2019.
Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες / Memoria interna
Δεν υπάρχει δάσος στο έρμο βουνό
Όπου το γεράκι να ζει
Αρμονικά με τους κυνηγούς•ούτε
Και καλαμιώνας
Όπου το βατράχι να χαρίζει
Δωρικά τραγούδια στο νερόφιδο.
Είναι όμως τόσο έξω φρενών
Που το θυμάμαι ακόμη(ενώ
Η ψυχή αρχίζει σιγά σιγά να γερνά)
Ότι οι δυο μας περάσαμε κάποτε
Καιρούς και καιρούς
Και τα μισά των καιρών σ’ ένα στενόχωρο σπίτι
Μιλώντας με κραυγές που ακόνιζαν μαχαίρια
Σα δυο εχθροί μανταλωμένοι χρόνια στα σίδερα
Που δεν μπορούν ν’ ακούσουν
Καμιάς λέξης την ευωδιά
Ούτε κανένα γλυκό τραγούδι
Από την καρδιά τού λωτού•
Τα υπόλοιπα τα πήρε μαζί του
Το βαθύ ποτάμι των λυγμών και τού γέλιου•
Αποδοκιμάστε*
το Ταχυδρομείο τον Φρανκ Μπράνγκγουτν τον Ρόμπερτσον Νίκολ τον Ατδ. Πενυφέδερ τον Γκαλογουέτ Κάτλ
(Καμπάνες) (Τσαμπιά Σταφύλια)
τον Επίσκοπο του Λονδίνου και όλους τους απογόνους του τον Γκαλσγουόρθτ τον Πρωτοπρεσβύτερο Ιντζ τον Κρότσε τον Μάθτους τον Ατδ. Μέγερ τον Σέτμουρ Χτκς
τον Λάτονελ Καστ τον Τ. Μπ. Φράτ τον Μττέργκσον τον Αμπντούλ Μπαχάτ τον Χώτρεύ τον Έντουαρντ Έλγκαρ τη Sardlea
τον Φίλσον Γτανγκ τη Μαρί Κορέλλτ τον Γκεντς την Codliver Oil τον Στ. Λόε Στράτσεϋ το Lyceum Club τον Ραμπτντρανέθ Ταγκόρε τον Λόρδο Γκλένσονερ του Γκλεν τον Βάτντγκερ τον Νόρμαν Έτντζελ τον Ναύαρχο Μαχόν τον κ. κατ την κα Ντήρμερ τον Μπίτσαμ την Έλλα
(των χαπτών, της όπερας, τον Τόμας)
τον Α. Κ. Μτχένσον τον Σίντνεϋ Ουέμπ
τη Βρετανική Ακαδημία τους κυρίους Τσάτιελ
την Κόμισσα του Ουόργουτκ τον Τζωρτζ Έντουαρντς
τον Ουίλτ Φερράρο τον Πλοίαρχο Κουκ τον Ρ. Τζ. Κάμπελ την οτκ. Θέστνγκερ τον Μάρττν Χάρβεϋ τον Ουίλλταμ Άρτσερ
τον Τζωρτζ Γκρόσμτθ τον P. X. Μπένσον
την Ανντ Μπεσάντ τον Τσέντλ την οτκ. Μέτνελ τον Πατέρα Βώχαν τον Τζόζεφ Χόλμτχρουκ την οτκ. Στράτσεϋ
*Αυτοί που αποδοκιμάζονται ποικίλλουν από περιπτώσεις μεμονωμένων ατόμων, όπως ο Αγγλος αστέρας του κρίκετ Τσαρλς Μπέργκες Φράτ, που δεν κουραζόταν ποτέ να προβάλλει τον εαυτό του, μέχρι περτπτώσεις αποδοκιμασμένων, προφανώς γτα τη χαρά της αποδοκιμασίας και μόνο, όπως η Codliver Oil. Ακόμη, αποδοκιμάζονται θεσμοί ή μέλη του κραττκού, λογοτεχνικού ή πολτιτστικού κατεστημένου (για παράδετγμα, το Ταχυδρομείο, πολυύμνητο πρότυπο της βικτωριανής αποδοτικότητας, και η Βρετανική Ακαδημία, που ιδρύθηκε το 1902 από το Βασιλικό Καταστατικό ως Εθνική Ακαδημία Ανθρωπτστικών και Κοινωνικών Επιστημών), συμπεριλαμβανομένων και ηγετιτκών μορφών του κλήρου και του δημόσιου βίου, όπως: ο Επίσκοπος του Λονδίνου’ ο Ουίλλταμ Ραλφ Ιντζ, Πρωτοπρεσβύτερος του Καθεδρικού Ναού του Αγίου Παύλου’ οι Αιδεσιμότατοτ Πενυφέδερ και Μέγερ’ ο Ρ. Τζ. Κάμπελ, Άγγλος βροβιανιστής Πάστορας στον Ναό της Πόλης του Λονδίνου και πανθεϊστής’ ο Καρδινάλιος Χέρμπερτ Βώχαν, Αρχιπίσκοπος του Ουεστμίνστερ και Ηγούμενος της Καθολικής Ιεραποστολικής Κοινότητας’ ο Νόρμαν Έτντζελ, φιλετιρηνιστής Βρετανός οικονομολόγος’ ο Αρθουρ Κρίστοφερ Μπένσον, διευθυντής στο Κολλέγτο του Ήτον και συγγραφέας της ωδής για την τελετή στέψης του Εδουάρδου Ζ’. Περιλαμβάνονται, ακόμη, κριτικοί εχθρικά δτακείμενοτι στην αβανγκάρντ, όπως: ο Ουίλλιαμ Άρτσερ, κρτττκός θεάτρου γτα την επτθεώρηση Nation’ ο Σερ Ουίλλιαμ Ρόμπερτσον Νίκολ, εκδότης βιβλικών κειμένων και κρτττκός λογοτεχνίας, περιστασιακά’ ο Λάτονελ Καστ, διευθυντής της National Portrait Gallery και συνεργάτης του Λεξικού Εινικής Βιογραφίας κ.ά. Επίσης, αποδοκιμάζονται καλλιτέχνες και συγγραφείς, τους οποίους οι βορτικτιστές θεωρούν ελάχτιστα ταλαντούχους, παρά τη δημοτικότητά τους, όπως: ο ζωγράφος Φρανκ Μπράνγκγουιν, η ποτήτρια Έλλα Ουίλλερ Ουίλκοξ, οι ηθοποτοί Τζωρτζ Γκρόσμιθ και Σέιμουρ Χικς, οι συνθέτες Τζόζεφ Χόλμπρουκ και Έντουαρντ Έλγκαρ, καθώς και άτομα που σχετίζονται με «μόδες», όπως: ο Σερ Αμπντούλ Μπαχά Μπαχάτ, ηγέτης της πίστης Μπαχάτ, ή με την ιδεαλιστική κοινωνική αναμόρφωση, όπως: η συγγραφέας Μαρί Κορέλλτ’ ο Σίντνεϋ Ουέμπ, ηγεττκή μορφή της Φαβιανής Σοσιαλιστικής Οργάνωσης’ η Ανντ Μπεσάντ, θεοσοφίστρια κατ σουφραζέτα. Κάποια ονόματα (για παράδειγμα, του Ινδού ποτητή Ραμπτντρανάθ Ταγκόρε) είνατ ανορθόγραφα. Γτα λεπτομερή ανάλυση των αποδοκιμαστών και των επιδοκιμασιών στο Blast, βλ. William C. Wees, Vorticism and the English Avant-Garde (1972).
**Από το “Βορτιστικό Μανιφέστο”, Εκδόσεις Κοβάλτιο, Οκτώβρης 2016. Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.
Χρήστος Ε. Παλαιοπάνος, από το «…ύστερα θα καούν τα σάλια»
IV
“Ούτος εκείνος” της λαχτάρας του αίματος μπορεί
να τον παθαίνει στην αφήγηση που για το «εκείνος»
λέξεις συμπαθητικές — καλημέρα στερημένη μας στέψη
μπορεί ο ήρωας
του empire state το απολλώνειο κεφάλι
εκειδά
μάλλον κι η νίκη
μάλλον
(κι η Χιροσίμα)
κι ανένδοτα το ασθενοφόρο που δαιμονισμένο κερνά
(δίχως μονιά δίχως θωριά
τα πάντα μοναχά: το ομφαλοφόρο
μιλά δαιμονισμένο — κανένας θεατής
γεννά δαιμονισμένο — αλύπητο γεννιέται)
παραγεννιέται ο νικητής
παραγεννιέται ο αφηγητής
δεσμείν και λύειν —
στις παραλύσεις και στις αφηγήσεις
τον ήρωα τα αφάλια προσπερνούν:
στον ομφαλό του ο αγέρας και στη Silicon Valley
αγέρας
δάφνη στις γλάστρες του χρηματιστηρίου
η δάφνη
κι αυτό το ανθρωπομπάζωμα στο Γιβραλτάρ
Γιορτή
το πέρασμα
από πέρασμα απαντιέται
(απρόσωπη η μάσκα απαθής
πατιέται)
και ούτος ο ανθός της νερατζιάς στην Ευριπίδου
κι αρκεί ((εν έτει 2000))
να κάνει την οδό Ευριπίδου διάσημη: ασπάζονται
οι ενδομήτριοι όλων των περιουσιών χαλασμοί: ο ινδός
ομφαλοφόρος λέει: διάσημοι ας κάνουμε ένα τσιγάρο πάρε
ο φοβισμένος ψιθυρίζει: πόσο;
ο ινδοανθός δεν ψιθυρίζει:
ομφαλοφόροι διάσημοι στον κοινό μας δρόμο άιντε
ζορίζει
ο ήρωας γράφει
το ασθενοφόρο περνά δαιμονισμένο
π.Χ.
μ.Χ.
του κόκκου η αφήγηση αιμάτινη λάμνει
empire state
κι εκείνος
εμπνευσμένη θέαση
διάσταση έγκυρη
(στα βάραθρά της)
εποποιός
(στ’ ασθενοφόρο)
κι αμοιβός
καλημέρα αφεντικό
(το εγκώμιο στην άχλωρη συνουσία περισσεύει). Η θηλή
η θηλή των συμπαθητικών λέξεων
στην απελπισία τους: πού ομφαλοφόρο
το ασθενοφόρο; Η ροή
η ροή του αίματος
αμφιλύκη
(η κουκουβάγια εύλαλη — 2000 — χύνουν οι γύπες)
η λαχτάρα του
κράτος: χειροτονούνται θεοί
οι θεοί
θεολόγοι οπλισμένοι γράφουν: «empire state»
τα αφάλια αντι-λαλούν
κοχύλι Πένθους ούτος στη μουσική της Ευριπίδου — αντιλαλεί
Λάζαρος εκείνος
ο θεατής του
νικητής του — αμήν
μα empire state’s αγωνία: «αγάπη μου
πες μου πως μ’ αγαπάς
(κουρδίζεται τ’ αηδόνι):
μ’ αγαπά»
εκφέρεται το σύμπαν κυρωμένο
από τη θεϊκή ερωτική
(κεφαλαιοποιητική)
ουτος εκείνος μπορεί
(στον ομφαλό τους το απόθεμα των ομφαλών) — «ωκεανέ
ωκεάνειοι θα βρεθούμε — (τρεχούμενα σάλια
όντων προσόντων
της αφήγησης το μελάνι) — θα βρεθούμε
λάμνουμε
την πλώρη μας ζήσε — (τα χέρια
στο τιμόνι) — την πλώρη μας ζήσε
(γραμμένη μαυλιστική
μετρημένη σπαρακτική — χαίρεται Μίδα) — τα χέρια μας
στο τιμόνι»
δαιμονισμένο το ασθενοφόρο περνά. Κι όντως
κι εξορισμένη
από τη διάσταση του αφηγητή της η πλώρη
δαίμονας κεντρίζει
των ομφαλών — στην Ευριπίδου οργιάζουν
μια χούφτα αγριοφράουλες μικρού κοριτσιού η γιορτή
στην πλώρη
ξανασαίνοντας
στον ωκεανό. Κι όμως
μάννα αγάμητα
στην αφήγησή του
θεατής του
για μιαν αγάπη
νικητής του
μιλά
στο τιμόνι
αγγίζοντας
τον ωκεανό
κανονίζοντας
στη διάστασή του
την πλώρη
μ ανασες νομικές
empire state’s
θεολόγος οπλισμένος γράφοντας
το είδωλό του
(πού ομφαλοφόρο το ασθενοφόρο;)
στ’ ασθενοφόρο
Αγωνιώντας
τραγουδιστά
στο ομφαλοφόρο
ούτος εκείνος
της λαχτάρας του αίματος στην αμφιλύκη των απαντήσεων εντός
των ομφαλών που στέφονται αέναες προπόσεις των επαναστατικών
στο ον περασμάτων της μνήμης των μελλούμενων ομφαλών
στους ομφαλούς
στην πλώρη κεντρίζοντας
τον δαίμονα ωκεάνειοι…
*«…ύστερα θα καούν τα σάλια», Εκδόσεις Ηριδανός, Μάιος 2010.
Μαρία Πανούτσου, Είναι απλό το τραγούδι μου
Μήπως σας θυμίζει κάτι αυτό;
δείχνει ένα πανί
Μήπως αυτό σας θυμίζει κάτι;
δείχνει ένα μικρό πιθάρι
Μήπως αυτά τα πέδιλα, σας θυμίζουν κάτι;
δείχνει μια φωτογραφία
Μήπως κάποια από αυτά τα μέρη, σας θυμίζουν κάτι;
δείχνει φωτογραφίες από διάφορες πόλεις της Ευρώπης.
Με πονάνε αυτά τα μέρη. Στο καθένα, έχω αφήσει κάτι από μένα. Μην με χωρίζεται από τα μέρη που πέρασα, μην τεμαχίζεται την ζωή μου, αφήστε όλα τα κομμάτια μου, όσα η μνήμη μου επιτρέπει να θυμάμαι.
Πέρασα κάποτε από εδώ και το κράσπεδο αν μιλούσε, θα έλεγε τι αισθήματα είχα τότε, θα έλεγε, τα λόγια μου, τους ήχους που έβγαζα, πως μίλαγε το βλέμμα μου.
Θα έλεγε πως όταν ήμουν μόνη και περπατούσα και χάζευα και έβλεπα και επισκεπτόμουν κι’ όλα αυτά μόνη, ήμουν χαρούμενη και πλήρης. Και ότι μόνη ή όχι μόνη, η ανυπομονησία δεν με άφηνε γι’ αυτό ήθελα να κοιμάμαι πολλές ώρες γιατί μόνο τότε, η ανυπομονησία ξεκουραζόταν και αυτή.
Το τραγούδι αυτό, που σας λέω μιλάει για την αγάπη μου. Αυτά τα μέρη είναι πιο ισχυρά από την αγάπη μου, αυτά τα μέρη, έχουν την ιστορία τους, με περιέχουν, αυτό είναι πιο δυνατό από την αγάπη για έναν άνθρωπο.
Γι’ αυτό τραγουδώ.
Μήπως αυτό το μέρος σας θυμίζει κάτι;
δείχνει μια φωτογραφία
Είναι το μέρος που ήμουν καθισμένη και έβλεπα τον ουρανό, ή σκεπτόμουν την σιωπή.
Έπειτα ήρθε η τύφλωση, όχι κάτι τραγικό, να.. ένα ανακάτεμα από χρώματα.
Στρίψε και άσε με.
Φύγε και ξέχασέ με.
Τα πάντα εδώ γύρω.
Το πεζοδρόμιο απ’ έξω.
Ανάσκελα και ο σκύλος
Το ντέφι γυρνάει πίσω.
Τα κουδούνια του Θησείου.
Κρύψε, σήκωσε το σεντόνι.
Κρύψε ό,τι είναι σκορπισμένο.
Λάμπουν τα γραψίματα.
Τα μάτια άδεια.
Ανατριχιάζει το κρύο
Πινελιές στο τζάμι.
Μνήμες 1989-2019
Αλέξης Αντωνόπουλος, Ηλίθια Κοκκινοσκουφίτσα
Ακόμα και τώρα που σε κοιτάζω με τόση αγάπη
δεν γίνεται να μη βλέπεις τον θυμό που τα μάτια μου γερνά.
Ακόμα και τώρα που ακούω την κάθε σου λέξη
δεν γίνεται να μη βλέπεις το ξεραμένο αίμα στ’ αυτιά μου.
Ακόμα και τώρα που σε αφήνω να με αγγίξεις
δεν γίνεται να μη βλέπεις τα χέρια μου πώς τρέμουν.
Ακόμα και τώρα που με φιλάς στα χείλη
δεν γίνεται να μη νιώθεις τα δόντια μου.
Μείνε μακριά, Κοκκινοσκουφίτσα.
Έχουμε κι οι δύο μάτια
και αυτιά, και χέρια, και χείλη, μα
εσύ
θέλεις να με γευτείς
κι ύστερα να πάμε βόλτα στο δάσος, και
εγώ
εγώ
εγώ
εγώ θέλω να σε φάω ζωντανή.
*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com









