1.
Τι σ’ έπιασε κι έφυγες την ώρα του πρωινού
ώρα θανάτου 9.15 μπορεί 9.20 ή μπορεί 9.25
με ένα αχ και μια γοερή κραυγή
κάποιοι παίρνουν πρωινό αυτή την ώρα
δεν με σκέφτηκες
αλλά ούτε κι εγώ σκέφτηκα τι σε έκανε να φύγεις
εδώ είσαι
το ξέρω
αλλά το σώμα είναι ο δαίμονάς μου
θα κάνω έρευνα
να στείλω σε όσους έχουν την ισχύ
αίτημα
να καταργηθούν τα σώματα
να μην πονάμε εμείς που έχουμε χάσει ψυχές με σώμα
εμείς που θέλουμε ένα χάδι στο κεφάλι
και δυό μάτια
εμείς που ξεκινάμε τις μέρες
τις αδυσώπητες τις στραβές
έτσι ακριβώς
και τις τελειώνουμε πάλι έτσι
με τον ίδιο τρόπο
όχι όχι να καταργηθούν τα σώματα
*«Ανοικτό Σημείο», Κάπα εκδοτική, Μάιος 2025.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Cholitas Escaladoras
«Ένα Cholitas γλειφιτζούρι, παρακαλώ!»
λέω, μικρό κορίτσι, χοροπηδώντας,
με τις ψάθινες σαγιονάρες, στ’ όνειρό μου.
Και ο ψιλικατζής, γνωστός ύπουλος εισβολέας
και αξεπέραστος παραμυθάς,
-δίχως να με ταχταρίσει στα γόνατά του
μέσα στο παράπηγμά του, αυτό που κανείς
δεν έχει βρει ακόμα την είσοδο ή την έξοδο-
κρατώντας ανοιχτό ένα πολυσέλιδο βιβλίο,
-έμοιαζε με το «Εκατό χρόνια μοναξιάς»
αλλά δεν ήταν- φέρνει το πρόσωπό του μπροστά,
στην κορνίζα που χωρίζει την επικράτειά του
από αυτή των πελατών του και,
θαμπωμένος από τον ήλιο,
το παραλήρημα ξεκινά.
«Θα ντυθείς τη φορεσιά που γεννήθηκες.
Τα μαλλιά σου θα πλέκεις σφιχτά,
να μη σκορπάει ο χρόνος.
Το μαγειρειό σου θα χτίσεις
στα 6.968 μέτρα ψηλά,
ανάβοντας φωτιές αξημέρωτα.
Από εκεί θα βλέπεις πόσο πικρός
σαν κατακάθι είναι ο φθόνος των ανθρώπων.
Τα χέρια σου θα ξέρουν το κρύο
όσο ξέρουν το αλάτι.
Ρίχνοντας από αυτό στις κατσαρόλες
θα εξατμίζεται ο θυμός που βράζει.
Τα μεσοφόρια θα φουσκώνει ο αέρας
να στέκεσαι στη μέση του ουρανού,
κάπως σαν πλατυτέρα, μέχρι να συναντήσεις
μια escaladora Boliviana -μια σιωπηλή κραυγή,
που θα σου επουλώσει τις πληγές στα χέρια
με βοτάνια που αναπτύσσονται
σε σκληρές συνθήκες, όπως κι εσύ.
Πριν κατέβεις, θα εκπληρώσεις τάματα,
ξορκίζοντας με αναμμένες φούντες pinifolia,
τις γαμημένες αποικιοκρατίες.
Κι εμένα τα σαγόνια
θα ανοίξουν σαν ρωγμή
και θα γεμίσουν χώμα,
κι εσένα τα λαγόνια,
λεκάνες από αταξίδευτο χρυσό,
θα γεμίσουν τους ουρανούς.
Ξανθή Μηλίγγου-Γκλεζάκου, Δύο ποιήματα
Αθόρυβοι επισκέπτες στα όνειρά μου ·
μορφές αέρινες που τις κατάπιε ο καιρός
Τους βλέπω
από παραμορφωτικό φακό
Ξέρω:
θέλουν να τους θυμηθώ
Σιωπή που σπάει
Δεν έφυγαν
Μέσα μου ήταν
Δειλοί παρατηρητές·
δεν τολμώ να τους κοιτάξω
*
Έχω έναν μικρούλη θάνατο μεσ’ στη καρδιά μου
Τον ταΐζω ροδοπέταλα, τον ποτίζω ζαχαρόνερο να είναι γλυκός.
Τον νανουρίζω και του λέω παραμύθια· για μεγάλο ταξίδι
Περιμένω να μεγαλώσει γρήγορα να φύγουμε
Η μικρή μας βάρκα κάτασπρη μας περιμένει στην όχθη
Μια μέρα ηλιόλουστη θα πιαστούμε χέρι χέρι και θα μας πάρει το ρεύμα του ποταμού
Δεν μας νοιάζει που
Μόνο θα λέμε εκείνο το τραγούδι μας·
για το σύννεφο που όλο πάει, χωρίς πίσω να γυρνάει.
Μαρία Κασσιανή Πανούτσου, Bagatelles*
α
Οι Ερινύες με επισκέπτονται συχνά τα βράδια για ό, τι δεν έκανα.
Και οι πεθαμένοι μ’ ονειρεύονται και μετανιώνουν
Για το ό, τι δεν μ΄αγκάλιασαν όσο θα θέλανε.
β
Νοσταλγώ μέσα στα όνειρά μου την ζωή μου ολόκληρη
Και έτσι πλούσια η μέρα και η νύχτα.
γ
Αναρωτιέμαι θα προλάβω να βρω ανθρώπους
όχι πιο τυχερούς από μένα
Σίγουρα δεν θα προλάβω, λάθη να διορθώσω.
Μια ανυπομονησία, ίδιο με τραίνο
φορτωμένο με αιχμαλώτους
με συντροφεύει.
δ
Σέρνω ζωές που δεν κατανοώ
αλλά αισθάνομαι
Και ο χρόνος
πιο λίγος από όλη την διαδρομή.
ε
Όλη η πλάση συνηθισμένη με τα ερωτικά ζευγάρια την άνοιξη.
Αλλά και ο θάνατος δεν πάει πίσω σε επιτυχίες την ίδια εποχή.
Να θυμηθώ τι είναι πιο σημαντικό στις εφευρέσεις
Ή να θυμηθώ τα θύματα ενός λοιμού;
*Η μπαγκατέλα είναι ένα σύντομο μουσικό κομμάτι, τυπικά για πιάνο, και συνήθως με ελαφρύ, ήπιο χαρακτήρα. Το όνομα bagatelle σημαίνει κυριολεκτικά «μια σύντομη ανεπιτήδευτη οργανική σύνθεση» ως αναφορά στο ανάλαφρο στυλ ενός κομματιού.
Γιάννης Κίντζιος, Δύο ποιήματα
Μυστικός Δείπνος
Ο μυστικός μας δείπνος είχε προσκεκλημένους την Μαγδαληνή, τον Διόνυσο και την Παναγία που κυοφορούσε την Αγάπη…
Κι εμείς θρέφαμε την πείνα μας μεθώντας με κάθε θνητό μας κύτταρο πριν φθαρεί στην ριπή του χρόνου…
Την δίψα μας γιάτρευε το ζεστό μας αίμα που έσταζε σαν κερί που τρεμοπαίζει στην εκπνοή των αναστεναγμών
Κι η ηδονή φύτρωνε σαν νυχτολούλουδο στα σκοτεινά σοκάκια μυρίζοντας άνοιξη…
Υπνωτισμένοι στη θαλπωρή αυτής της καλοθρεμμένης φωτιάς, απολαμβάναμε το ακράτισμα κόντρα στον θάνατο
*
Μέσα σε λίγα εκατοστά
Πώς χωρούν όλες οι ομορφιές
όλη η ζωή μας πώς χωρά
μέσα σε λίγα εκατοστά;
Σε μια κάμαρη μικρή
σε ένα δωμάτιο φθηνό
σε ένα εύθραυστο κορμί
σε μια γωνιά
Πώς ο κόσμος μας όλος
η ευτυχία και η χαρά
μέσα από τα μάτια σου περνά;
Πόσοι βοριάδες και βροχές
πόσους χειμώνες και θάλασσες
Πόσοι λεωφόροι και στενά
σαν ταινία από τους τοίχους μας περνάν
Ό,τι θυμάμαι απ’ όταν γεννιέμαι
και ό,τι ζω έως να πεθάνω
μέσα από το αίμα σου κυλά
Όλοι οι λόγοι και οι αφορμές
όλοι οι πόθοι και οι φωτιές
θεριεύουν και σβήνουν εδώ μπροστά
μέσα σε λίγα εκατοστά
*Από τη συλλογή «Ονειρεύτηκα την Διοτίμα και άλλα εφήμερα Ειδύλλια», Εκδόσεις: Κομνηνός, Απρίλιος 2025
Νίκος Μιτζάλης, Ροσίνια
Ξεπήδησε
από τον σκαρφαλωμένο οικισμό
που συνεχίζει να βουλιάζει
σαν σε αρνητικό φωτογραφίας
μ’ ένα φθαρμένο μπλουζάκι
ξυπόλητο
υποσιτισμένο
ακίνητο
κοίταζε έντονα προς τα κάτω
τις «μονάδες ειρήνευσης»
και τους τουρίστες με τα κινητά
και δεν παρατήρησα ότι
κάτι κράταγε
στο χαμηλωμένο του χέρι
Σε λίγο θα κατάστρεφε το ορατότερο του ορατού
Πασχάλης Κατσίκας, Arbeit macht frei / Μια αλμυρή μπαλάντα
Κατάπιες όνειρα με λίγα λιπαρά
δεν έφυγες στα ξένα
Τρία στο κράτος έδωσες παιδιά
σου κρέμασε παράσημο στη φτέρνα
Όπου κι αν γύρεψες δουλειά
υπήρχε όριο για πάνω από σαράντα
Μπισκότα ήξερες να φτιάχνεις αλμυρά
κι ήταν προσόν για τη Βιολάντα
Η μάνα σού ‘μαθε νωρίς τη συνταγή
όπως τη δίδαξε η δική της
Δάκρυα ζύμωνες πριν την αυγή
για να πλουτίζει ένας κοπρίτης
Ίδια εργοστάσια είχαν στήσει, ασφαλή
κάποτε εκεί στη Γερμανία
Εφάρμοζαν μια ρήση αυτολεξεί
“Ελευθερώνει η εργασία”
Τρία κεριά ανάβουν τώρα Κυριακή
σε μια εκκλησιά στη Βαυαρία
Κληρονομιά γονιδιακή
μετά τον φούρνο, μπυραρία
Νωρίς σας έμαθε κι αυτή τη συνταγή
όπως τη δίδαξε η δική της
Δάκρυα ζυμώνετε πριν την αυγή
για να πλουτίσει άλλος κοπρίτης
Μουταλίμπ Αμπντουλά, Δύο ποιήματα
Ιδε ο Θάνατος
Το όνομά μου αγνοώ
Μετά από ζωή στης φύσης την αγκαλιά, με καρδιά ανοιχτή, το όνομά μου αγνοώ
Με μάτια σφαλιστά, ο κόσμος μού άρπαξε την καρδιά
Η ψυχή μου λαχταρά τη φύση
Μα ξέρω, η ζωή είναι προφύλαξη από ό,τι ποθούμε
Η καρδιά μου απ’ τον κόσμο αποξενώθηκε, μακάρι να μην άνοιγα τα μάτια
Ο θάνατος, προϋπόθεση λύτρωσης απ’ τον πόνο
Όσα ζητάμε δεν είναι το να γίνουμε κόσμος
Ούτε όρος να γίνουμε φύση
Μα λύτρωση απ’ τη μοναξιά
Μακάρι να γινόμουν θάνατος, αντίθετος του κόσμου
Με καρδιά γεμάτη όνειρα, θα γύριζα στο κενό Ίδε Ο Θάνατος , προϋπόθεση λύτρωσης απ’ την αμφιβολία
Μετά από ζωή στον κόσμο
Με της νύχτας τη φαντασία κατακτώ τη φύση
Πού είναι το σπίτι μας, αγνοώ
Το όνομά μου αγνοώ.
*
Ο θάνατος θέλει…
Δεν θέλω να βγω από τον πόλεμο του θανάτου
Μπρος στον καθρέφτη χτενίζω τα μαλλιά προς τα πάνω και λέω στον εαυτό μου
Τι θέλεις
Από τον πόλεμο της ηδονής που δεν ελέγχεται
Τη φαντασία που η ζωή λαχταρά
Την παράξενη επιθυμία που είναι ο θάνατος και
Ο άνθρωπος γερνά στην αναμονή
Τι θέλεις
Ρωτώ τον καθρέφτη
Δεν ρωτώ τον πόλεμο
Αυτή είναι η αληθινή επιθυμία
Η ζωή τη θέλει
Εγώ δεν τηθέλω
Κρατιέμαι μακριά από τον πόλεμο του θανάτου
Λύτρωση από τον κλειστό κύκλο της επιθυμίας
Που με την πρώτη ματιά φαίνεται πως η ζωή τη θέλει
Εγώ δεν τη θέλω
Ζητώ από τη γλώσσα να με προστατέψει από τον πόλεμο του θανάτου
Ζητώ από τον θάνατο να με προστατέψει από τον πόλεμο της γλώσσας
Ζητώ από τον πόλεμο να με προστατέψει από τον θάνατο της γλώσσας
Όλη αυτή η αυτοκαταστροφή
Αυτές οι επιθυμίες
Ένα κενό απύθμενο
Η φαντασία το θέλει
Ο άνθρωπος το προσμένει
Μπρος στον καθρέφτη χτενίζω τα μαλλιά προς τα πάνω και λέω στον εαυτόμου
Τι θέλεις
Μπρος στον καθρέφτη κλείνω τα μάτια και λέω
Ποιος είμαι εγώ που ο θάνατος επιθυμεί.
*Μετάφραση από τα Κουρδικά στα Ελληνικά: Ομίντ Καρανί.
**Ο Μουταλίμπ Αμπντουλά είναι ένας διακεκριμένος Κούρδος συγγραφέας και μεταφραστής, γεννήθηκε το 1962 στην πόλη Ερμπίλ, την πρωτεύουσα της Περιφέρειας του Ιρακινού Κουρδιστάν. Μέχρι σήμερα, συνεχίζει να ζει και να δημιουργεί στην πόλη που τον γέννησε. Με ένα εντυπωσιακό έργο που περιλαμβάνει 33 δημοσιευμένα βιβλία, ο Αμπντουλά έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της κουρδικής λογοτεχνίας. Έχει λάβει πολλές τιμητικές διακρίσεις εντός του Κουρδιστάν και έχει βραβευτεί πολλές φορές για το έργο του. Το 2017 αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην επαγγελματική του πορεία, καθώς τιμήθηκε με το βραβείο της ΔιεθνούςΈκθεσης Βιβλίου της Φρανκφούρτης.
Γιώτα Αργυροπούλου (1960-2018), Το βοτάνι
Στα 1917 οδοιπορούσαν στην προσηλιακή Μάνη
ο Καζαντζάκης με τον Σικελιανό
μυθικοί και νέοι
στα μονοπάτια και τα βήματα του Γιώργη του Ζορμπά
στην Πραστοβά γύρω από το ορυχείο του λιγνίτη.
Τα βράδια κατέλυαν στον πάναστρο μυχό της Καλογριάς
στην άκρη δεξιά σ΄εκείνο το μικρό σπιτάκι.
Οδοιπορούσαν θεϊκοί –αν λένε θεϊκό τον Σικελιανό
όσοι τον είδαν να βαδίζει στην Ομόνοια –
και αποθαύμαζαν, όπως θαυμάζει ακόμα
όποιος πατά αυτή τη γη, τη θάλασσα απροσμέτρητη
τις πλάτες του Ταΰγετου
πύργους και χωριά κι ένα αεράκι να φυσά θυμάρι.
Στο δρόμο τους έκοψαν ένα βοτάνι, το μυρίσανε
κι όσους συναπάντησαν το αναγνωρίζαν, το βλέπαν στα χωράφια τους
δεν ήξερε κανένας τ΄όνομά του.
Μόνο στα μύχια του Ταΰγετου τους έδειξαν ψηλά σ΄ένα χωριό
τα ξέρει μια γερόντισσα
ονοματίζει τα βοτάνια ένα προς ένα.
Περάσανε χωριά
απάντησαν ανθρώπους με τα ζωντανά τους
–στο χέρι το κλαράκι ακόμη ανονομάτιστο-
άκουσαν την καμπάνα.
Η μανιάτισσα κυρά αποχαιρέτησε του τόπου της τις πέτρες
και τα βότανα
για τα πηχτά τα μαλακά σκοτάδια.
Χτυπούσε η καμπάνα πένθιμα.
Σήμερα κηδεύουμε μια λέξη ελληνική
είπαν επίσημα οι δυο τους.
*Από το βιβλίο “Γιώτα Αργυροπούλου, Ποιητών και Αγίων Πάντων”, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2013 και τη συγκεντρωτική έκδοση “Ποιήματα και Πεζά: 1998-2018”: Αθήνα: “, Εκδόσεις Μελάνι 2023.
Γ. Σκαρίμπας, Το μοντέλο
Πού τήν είδα;
Συλλογίζομαι άν στούς δρόμους
τήν αντίκρυσα ποτές μου ή στ’ αστέρια,
τούς χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τούς ώμους δίχως χέρια!
Δίχως χέρια… Τό μάτι της γυαλένιο
άς μή μ’ έβλεπε – μ’ εθώρει κι ήταν τ’ όντι
ρόδο ψεύτικο τό γέλιο της – κερένιο –
καί τό δόντι.
Τήν στοχάζομαι.
Η φωνή της, λές, μού εμίλει
ριγηλή σάν μέσ’ σέ όνειρο- και τ’ όμμα
ήταν σφαίρα.
Σπασμός τρίγωνος τά χείλη
καί τό στόμα.
Τ’ ήταν; πνεύμα;
Μήν φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,
ύποπτεύομαι – καί τρέμω νοερά μου –
απ’ τό ίδιο ύλικό πούναι φχιαγμένα
τά όνειρά μου; …
Αχ πώς τρέμω!
ο νούς μου πάει σ’ ιδέες πλήθος,
σέ μπαμπάκια καί καρτόνια -ο νούς μου βάνει
γεμισμένο της μήν ήτανε τό στήθος
μέ ροκάνι!
Ώ Κυρά μου – Άγγελε – Σύ – των μειρακίων
πόχεις τό γέλιο,
ώ χαύνη κόρη των πνευμάτων,
σέ μια βιτρίνα σ’ έχουν στήσει
γυναικείων φορεμάτων…









