Wallace Stevens (1879-1955), Tα σελάγη του φθινοπώρου

John Anster Fitzgerald, The Old Hall: Fairies by Moonlight (1875)

Ι

Εδώ είναι που ζει ο όφις, στο ασώματο.
Το κεφάλι του αέρας. Κάτω απ’ την κορφή του τη νύχτα
Ανοίγουν μάτια και μας καρφώνουν σε κάθε ουρανό.
Ή μήπως είναι άλλο ένα λάκτισμα για να σκάσει από τ’ αυγό,
Άλλη μια εικόνα στο βάθος της σπηλιάς,
Ένα ακόμη ασώματο για το πουκάμισο του σώματος;
Εδώ είναι που ζει το φίδι. Αυτή είναι η φωλιά του,
Αυτά τα χωράφια, οι λόφοι, οι χρωματισμένες αποστάσεις,
Και τα πεύκα από πάνω και κατά μήκος και κολλητά στη θάλασσα.
Είναι μορφή που χλαπακιάζει το άμορφο,
Δέρμα που αστράφτει κάθε που θέλει να γίνει αόρατο
Και το σώμα του φιδιού απαστράπτον χωρίς το δέρμα.
Αυτό είναι το μεσουράνημα της τροχιάς και η βάση του
Αυτά τα φώτα μπορούν εντέλει να αγγίξουν έναν πόλο
Στην καρδιά του μεσονυχτίου και να βρουν το φίδι εκεί,
Σε άλλη φωλιά, τον μετρ του λαβυρίνθου
Με σώμα κι αέρα και μορφές και εικόνες,
Στο ανελέητο κυνηγητό της ευτυχίας.
Αυτό είναι το δηλητήριό του: ότι θα πρέπει να υποψιαζόμαστε
Ακόμα και αυτό. Οι στοχασμοί του μέσα στις φτέρες,
Τόσο ανεπαίσθητα όπως σάλευε για να εξασφαλίσει ήλιο,
Μας έπειθαν εξίσου. Είδαμε μέσα στο κεφάλι του,
με μαύρες χάντρες στολισμένο στο βράχο, το πιτσιλωτό ζώο,
Το έρπον γρασίδι, τον Ινδιάνο στο ξέφωτό του.

ΙΙ

Αποχαιρετισμός σε μια ιδέα… Μία καλύβα στέκει,
Εγκαταλειμμένη, σε μια ακτή. Είναι λευκή,
Όπως συνηθίζεται ή σύμφωνα με
Κάποιο μοτίβο προγονικό ή το αποτέλεσμα
μιας ατελείωτης πορείας. Τα λουλούδια πάνω στον τοίχο
Λευκά και λίγο ξεραμένα, σαν ένα σημάδι
Που υπενθυμίζει, προσπαθεί να υπενθυμίσει, ένα λευκό
Που ήταν διαφορετικό, κάτι άλλο, πέρυσι
Ή πιο παλιά, όχι το λευκό ενός γέρικου απογεύματος,
Ίσως πιο φρέσκο ή πιο μουντό, ίσως από σύννεφο χειμωνιάτικο
Ή χειμωνιάτικο ουρανό, από ορίζοντα σε ορίζοντα.
Ο άνεμος σηκώνει την άμμο απ΄το πάτωμα.
Εδώ, το να είσαι ορατός σημαίνει να είσαι λευκός,
Να κρατάς απ’ τη σκληράδα του λευκού, το επίτευγμα
ενός ακραίου χαρακτήρα σε μια άσκηση…
Η εποχή αλλάζει. Ένας άνεμος ψυχρός βιτσίζει την ακτή.
Οι μακριές γραμμές της μακραίνουν κι άλλο, αδειάζουν,
Μια σκοτεινιά πυκνώνει κι ωστόσο δεν πέφτει
Και η λευκότητα ολοένα και πιο άτονη στον τοίχο.
Ο άνθρωπος που περπατάει γυρίζει ανέκφραστος στην άμμο.
Παρατηρεί πώς ο βορράς μεγεθύνει διαρκώς την αλλαγή,
Με τις παγωμένες του λάμψεις, τις μπλε-κόκκινες σαρώσεις
Και τα μεγαλειώδη κατά ριπές ανάμματα, το πολικό του πράσινο,
Χρώμα από πάγο και φωτιά και μοναξιά.

III
Αποχαιρετισμός σε μια ιδέα… Το πρόσωπο της μητέρας,
Σκοπός του ποιήματος, γεμίζει το δωμάτιο.
Είναι μαζί, εδώ, κι είναι ζεστά,
Χωρίς ούτε μια πρόβλεψη των επερχόμενων ονείρων.
Είναι βράδυ. Το σπίτι είναι βράδυ, μισό διαλυμένο.
Μα μόνο το μισό που δεν θα ‘ρθει ποτέ στην κατοχή τους παραμένει,
Ακόμα με αστέρια. Είναι η μητέρα που κατέχουν,
Αυτή που κάνει αέρινη την τωρινή γαλήνη τους.
Την απαλύνει πιο πολύ απ΄οτιδήποτε απαλό.
Και όμως έχει κι αυτή διαλυθεί, έχει καταστραφεί κι αυτή.
Χαρίζει μια διαύγεια. Αλλά είναι γερασμένη.
Το κολιέ της είναι ανάγλυφο, όχι φιλί.
Τα απαλά της χέρια κίνηση όχι χάδι.
Το σπίτι θα καταρρεύσει και τα βιβλία θα καούν.
Βολεύονται σε κάποιο καταφύγιο του νου
Και το σπίτι ανήκει στο νου κι αυτοί και ο χρόνος,
Μαζί, όλοι μαζί. Βόρεια νύχτα
Θα μοιάζει με παγετό που τους πλησιάζει
Μαζί και τη μητέρα καθώς αποκοιμιέται
Και όπως λένε καληνύχτα, καληνύχτα. Στον πάνω όροφο
Τα παράθυρα θα είναι φωτισμένα, όχι τα δωμάτια.
Ένας άνεμος θα απλώσει τα ανεμοδαρμένα μεγαλεία του τριγύρω
Και θα χτυπήσει την πόρτα σαν το κοντάκι τουφεκιού.
Ο άνεμος θα τους προστάξει με ήχο αήττητο.

IV

Αποχαιρετισμός σε μια ιδέα… Οι ακυρώσεις,
Οι αρνήσεις ποτέ δεν είναι οριστικές. Ο πατέρας κάθεται
Στο αχανές, όπου κι αν κάθεται, με ζοφερή ματιά,
Σαν κάποιος ισχυρός μέσα στις βάτους των ματιών του.
Λέει όχι στο όχι και ναι στο ναι. Λέει ναι
Στο όχι· και λέγοντας ναι λέει αντίο.
Υπολογίζει τις ταχύτητες της αλλαγής.
Πηδάει από ουρανό σε ουρανό πιο γρήγορα
Απ’ τους κακούς αγγέλους που εκτινάσσονται από τον ουρανό στην κόλαση φλεγόμενοι.
Τώρα όμως κάθεται στης μέρας το γαλήνιο πράσινο.
Παίρνει τις φοβερές ταχύτητες του διαστήματος και τις κυματίζει
Από το νεφελώδες στο ανέφελο, και από το ανέφελο στο ακραιφνώς καθάριο
Στις πτήσεις ματιού και αυτιού στο υψηλότερο μάτι
Και το χαμηλότερο αυτί, βαθύ αυτί που ξεχωρίζει,
Μέσα στο βράδυ, συνοδείες πραγμάτων ώσπου να ακούσει
Τα δικά του υπερφυσικά προοίμια,
Τη στιγμή που το αγγελικό μάτι διακρίνει
Τους ηθοποιούς του να έρχονται, ένα τσούρμο, με μάσκες.
Κύριε ω, Κύριε, που κάθεσαι δίπλα στη φωτιά
Και μαζί στο αχανές, ακίνητος και μαζί
Σε κίνηση η ολονέν απαστράπτουσα αρχή,
Εμβριθής, και μαζί ο άναξ και μαζί το στέμμα,
Δες τούτον εδώ τον θρόνο. Ποια χορωδία,
Μασκοφορεμένη, μπορεί να τον εναρμονίσει με τον γυμνό άνεμο;

V

Η μητέρα καλεί την ανθρωπότητα στο σπίτι της
Και στο τραπέζι της. Ο πατέρας μαζεύει παραμυθάδες
Και μουσικούς που χαμηλώνουν τον ήχο και στοχάζονται τον μύθο.
Ο πατέρας φέρνει νέγρισσες που χορεύουν,
Ανάμεσα στα παιδιά, σαν ένα αλλόκοτα ώριμο
Μοτίβο που ρίχνεται στον χορό για να τον ωριμάσει.
Για χάρη τους οι μουσικοί πιάνουν υπόγειους τόνους,
Γρατζουνάνε τραγουδιστά τα όργανα.
Τα παιδιά γελούν, βαρούν ένα τενεκεδένιο τέμπο.
Ο πατέρας εμφανίζει πομπές από το πουθενά,
Θεατρικές σκηνές, τοπία και συστοιχίες κορμών
Και αυλαίες, σε αφελή προσποίηση του ύπνου.
Εκεί ανάμεσα οι μουσικοί ενστικτωδώς παίζουν το ποίημα.
Ο πατέρας μαζεύει τα ασυμμάζευτα κοπάδια του,
Με γλώσσα βάρβαρη, σαλιάρικα και με κομμένη
Την ανάσα, υπάκουα στο χάδι της τρομπέτας του.
Αυτό λοιπόν είναι το Σατιγιόν ή όπως αλλιώς θέλετε.
Βρισκόμαστε στον κυκεώνα ενός φεστιβάλ.
Ποιο φεστιβάλ; Αυτή η θορυβώδης, άτακτη περιπλάνηση;
Αυτοί είναι οι οικοδεσπότες; Αυτοί οι ημιάγριοι φιλοξενούμενοι;
Αυτοί οι μουσικοί που ντουμπλάρουν την τραγωδία,
Με νταμπ-α-ντουμπ, που το σκαρφίστηκαν γιατί
Κείμενο δεν υπάρχει; Έργο δεν υπάρχει.
Ή, οι άνθρωποι παίζουν απλούστατα επειδή παρευρίσκονται.

VI

Είναι θεατρικό μετέωρο στα σύννεφα,
Σύννεφο και το ίδιο, παρότι από βράχο ομιχλώδη
Και βουνά τρεχούμενα σαν το νερό, κύμα στο κύμα,
Μέσα από κύματα φωτός. Είναι από σύννεφο που ήτανε
Σύννεφο και που θα ξαναγίνει, τόσο ανεπαίσθητα όπως
Μια εποχή που αλλάζει χρώματα ασταμάτητα,
Μόνο και μόνο για να σπαταλιέται αλλάζοντας,
Καθώς το φως κάνει το κίτρινο χρυσό και λύνει το χρυσό
Στα οπάλινα στοιχεία του και στην λαχτάρα της φωτιάς,
Με πινελιές απ’ άκρη σ’ άκρη για χάρη της μεγαλοπρέπειας
Και των ιερών απολαύσεων του απέραντου διαστήματος
Το σύννεφο γλιστράει νωχελικά μέσα από ημιτελείς μορφές της φαντασίας.
Το θέατρο είναι γεμάτο πουλιά που πετούν,
Άγριοι τριγωνικοί σχηματισμοί, σαν ηφαιστειακός καπνός, με μάτια φυλαχτά
Κι εξαφανίζονται, ένας ιστός σε έναν διάδρομο
Ή μια πελώρια στοά. Ένα καπιτώλιο,
Μπορεί, να αναδύεται ή να
Κατέρρευσε μόλις. Η κάθαρση αναβάλλεται…
Αυτό δεν είναι τίποτα μέχρι που χώνεται σε έναν και μόνο άνθρωπο,
Τίποτα μέχρι που αυτό το όνομα και πράγμα γίνεται ανώνυμο
Και σβήνει. Ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του
Στις φλόγες. Ο σπουδαστής του ενός κεριού βλέπει
Ένα φέγγος αρκτικό να λαμπαδιάζει το περίγραμμα
Όλων όσων ο ίδιος είναι. Και φοβάται.

VII

Υπάρχει άραγε μια φαντασία ενθρονισμένη
Στυγνή εξίσου και καλοσυνάτη, δίκαιη
Κι άδικη μαζί, που κοντοστέκεται καταμεσής του θέρους
Να ζωντανέψει τον χειμώνα; Όταν τα φύλλα θα ‘χουνε πεθάνει,
Βρίσκει άραγε μια θέση στον βορρά, στον εαυτό της μέσα τυλιγμένη,
Αίγα αλμάτων, από κρύσταλλα και φως, καθισμένη
Στην ύψιστη νύχτα; Κι άραγε οι ίδιοι οι ουρανοί τη διακοσμούν
Και το διακηρύσσουν, την λευκή δημιουργό του μαύρου, που εκτοξεύεται
Εξαφανίζοντας, ακόμη ακόμη και πλανήτες,
Ακόμη και τη γη, ακόμη και την όραση, μέσα στο χιόνι,
Αλλά εξαιρεί τα πρέποντα για την ανάδειξη του μεγαλείου της,
Στον ουρανό ως στέμμα και αδαμάντινη καββάλα;
Χιμάει από μέσα μας, μέσα απ’ τους ουρανούς μας άπαντες χιμάει,
Σβήνοντας έναν έναν τους πλανήτες μας,
Μόνον αφήνοντας, εκεί που ήμασταν και που κοιτούσαμε, κει που
Γνωρίζαμε ένας τον άλλον και που σκεφτόμασταν τον άλλον,
Ίχνος τρεμουλιαστό και κρύο και λησμονημένο,
Χάριν αυτού του στέμματος και της απόκρυφης καββάλα.
Όμως δεν θα τολμούσε αστόχαστα στο ίδιο της σκοτάδι να χιμήξει
Προτού κάνει τη μοίρα να φανεί ασήμαντο καπρίτσιο.
Τότε της τραγωδίας η τροχιά, η στήλη
Το σχήμα και η πένθιμη φτιαξιά της, κινούν να βρουν
Κάτι να την διασκεδάσει επειγόντως, ό,τι επιτέλους είναι ικανό,
Ας πούμε, μια ανάλαφρη κουβέντα στο φεγγαρόφωτο.

VIII

Ίσως και να υπάρχει πάντοτε μια εποχή αθωότητας.
Όμως τόπος ποτέ. Κι αν ίσως ούτε εποχή υπάρχει,
Δεν είναι ούτε του χρόνου πράγμα, ούτε του τόπου,
Παρούσα στην ιδέα της καθεαυτή, μονάχα,
Στο νόημα που αντιπαλεύει την καταστροφή, ούτε και τότε είναι
Λιγότερο πραγματική. Για τον πιο γέρο και πιο παγερό φιλόσοφο,
Είναι ή υπάρχει ενδεχομένως η εποχή της αθωότητας
Ως καθαρή αρχή. Η φύση της είναι και ο σκοπός της,
Αυτό που θα ‘πρεπε να είναι, κι ας μην είναι, κάτι
Που ξυπνάει τη συμπόνια σε όποιον είναι συμπονετικός,
Όπως το απόβραδο κάποιο βιβλίο όμορφο αλλά αναληθές,
Βιβλίο για την άνοδο του όμορφου και του αληθινού.
Είναι σαν πράγμα αιθέριο που υπάρχει
Σχεδόν ως κατηγόρημα. Όμως υπάρχει,
Υπάρχει, είναι ορατό, υπάρχει, είναι.
Κι αυτές οι φωταψίες δεν είναι τότε του φωτός τα μάγια,
Ούτε κι από νεφέλες λόγια, αλλά αθωότητα είναι.
Της γης η αθωότητα σημάδι διόλου παραπλανητικό
Ή σύμβολο μοχθηρίας. Μετέχουμε σε αυτό,
Ξαπλώνουμε σαν τα παιδιά σ’ αυτή την αγιότητα,
Σαν όντας ξύπνιοι, ν’ αφηνόμαστε στου ύπνου τη γαλήνη,
Σαν να τραγούδαγε η αθώα μητέρα στο σκοτάδι
Της κάμαρης και σ΄ ένα ακορντεόν, που αμυδρά ακουόταν,
Να ‘φτιαχνε αυτή τον χρόνο και τον τόπο όπου ανασαίναμε…

IX

Και ο ένας τον άλλον σκεφτόμασταν—στη γλώσσα
Του μόχθου, στο ιδίωμα μιας γης αθώας,
Όχι στο αίνιγμα του ένοχου ονείρου.
Σαν Δανοί στη Δανία ζούσαμε ολημερίς
Και γνωριζόμασταν καλά, της γης δουλευτάδες με καρδιά λεβεντιά,
Που ήταν γι’ αυτούς το ξένο άλλη μια μέρα
Της βδομάδας, παραδοξότερη από την Κυριακή. Όμοια σκεφτόμασταν
Και αυτό μας έκανε αδέρφια σε ένα σπίτι
Που μας ανέθρεφε σαν αδέρφια, μας έθρεφε
Και μας πάχαινε όπως σε μια κηρήθρα καθωσπρέπει.
Το δράμα που ζούμε— Καταγής κολλημένοι με τον ύπνο.
Η αίσθηση της δράσης της μοίρας—
Το προκαθορισμένο ραντεβού, τότε που ήρθε μόνη,
Από τον ερχομό της προήλθε μια ελευθερία για δυο,
Μια απομόνωση που μόνο δυο τους μπορούσαν να μοιραστούν.
Θα μας βρουν κρεμασμένους στα δέντρα την ερχόμενη άνοιξη;
Ποια συμφορά ετοιμάζεται να πέσει πάνω μας:
Κλαράκια γυμνά, δέντρα γυμνά και άνεμος αψύς σαν αλάτι;
Τα αστέρια φορούν τις λαμπερές τους ζώνες.
Ρίχνουν στους ώμους τους μανδύες που στραφτοκοπούν
Όπως το ύστατο στολίδι μιας πελώριας σκιάς.
Μπορεί να έρθει αύριο με την απλούστερη λέξη,
Σχεδόν σαν κομματάκι αθωότητας, σχεδόν,
Σχεδόν το τρυφερότερο και πιο αληθινό κομμάτι.

Χ

Δυστυχισμένοι άνθρωποι σ’ έναν ευτυχισμένο κόσμο—
Διάβασε, ραββίνε, τις φάσεις αυτής της αντίθεσης.
Δυστυχισμένοι άνθρωποι σ’ έναν δυστυχισμένο κόσμο—
Πάρα πολλοί καθρέφτες για την αθλιότητα.
Ευτυχισμένοι άνθρωποι σε έναν δυστυχισμένο κόσμο—
Αδιανόητο. Τίποτα εκεί δεν κυλάει αβίαστα
Στη γλώσσα που εκφράζει, στον κυνόδοντα που γυρεύει.
Ευτυχισμένοι άνθρωποι σε έναν ευτυχισμένο κόσμο—
Μπουφόνικο αστείο! Ένας χορός, μια όπερα, ένα μπαρ.
Γύρνα εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε:
Δυστυχισμένοι άνθρωποι σε έναν ευτυχισμένο κόσμο.
Τέλεσε τώρα αυτές τις απόκρυφες συλλαβές.
Διάβασε στο εκκλησίασμα, για σήμερα
Και αύριο, ετούτη την ακρότητα,
Αυτή την επινόηση του φάσματος των σφαιρών,
Που βρίσκοντας την ισορροπία πλάθει το όλον,
Την ζωτική, την αλάθητη διάνοια,
Που εκπληρώνει όσα στοχάζεται, μεγάλα και μικρά.
Μέσα σ’ αυτούς τους δυστυχείς διαλογίζεται το όλον,
Το πλήρωμα της τύχης και το πλήρωμα της μοίρας,
Σαν να έζησε όλες τις ζωές, που θα μπορούσε να γνωρίσει,
Σε σάλα στρίγγλας κι όχι σε σιωπηλό παράδεισο,
Σ’ ένα παζάρι αγέρα και καιρού, δίπλα σ’ αυτά τα φώτα
Άχυρα θέρους που έπιασαν φωτιά πάνω στη δόξα του χειμώνα.

*Μετάφραση: Ευγενία Βάγια

**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Χάρτης” Νο 85, Ιανουάριος 2026

Juan Gelman, Decorations / Παρασημοφορήσεις

They decorated the General,
They decorated the Admiral Sir,
to brigadier, to my neighbor
the sergeant of Police,
and they will ever decorate the poet
by using words like fire,
Like sun, like hope,
among so much human misery,
so much pain
without going any further.

Στόλισαν με παράσημα τον Στρατηγό,
Στόλισαν με παράσημα τον Ναύαρχο Κύριε,
τον Ταξίαρχο, τον γείτονά μου
τον λοχία της Αστυνομίας,
και θα παρασημοφορούν για πάντα τον ποιητή
χρησιμοποιώντας λέξεις όπως φωτιά,
όπως ήλιος, όπως ελπίδα,
ανάμεσα σε τόση ανθρώπινη δυστυχία,
τόσο πόνο
χωρίς να προχωρήσουν παραπέρα.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

D.H. Lawrence (1885-1930), Δεν υπάρχουν θεοί

Δεν υπάρχουν θεοί, μπορείτε λοιπόν να το γιορτάσετε
να παίξετε τένις, να βγείτε με το αυτοκίνητο, να πάτε για ψώνια,
να καθίσετε και να μιλάτε με τις ώρες, να λέτε, να λέτε,
με ένα τσιγάρο να κιτρινίζει τα δάχτυλά σας.

Δεν υπάρχουν θεοί, άρα μπορείτε να το γιορτάσετε –
εμπρός λοιπόν γιορτάστε το –


Αφήστε με εμένα ήσυχο, αφήστε με μόνο με τον εαυτό μου!
αλλά τί λέω, στο δωμάτιό μου, από την παρουσία τίνος
έγινε ο αέρας τόσο ήσυχος τόσο ευχάριστος για μένα;


Ποιος είναι αυτός που με αγγίζει απαλά στο στέρνο
που μ’ ακουμπάει στο μέρος της καρδιάς
και ηρεμεί τους χτύπους της φέρνοντάς μου τη γαλήνη;


Ποιος είναι αυτός που ισιώνει τα σεντόνια και τα κρατά
σαν τον ακύμαντο ωκεανό όπου τα ψάρια αναπαύονται
στου νερού την επιφάνεια σαν σε δικό τους όνειρο;


Ποιος τρίβει τα γυμνά μου πόδια, μέχρι να ξεμουδιάσουν,
να απλωθούν καλά και σαν λουλούδια του λωτού να γίνουν!


Ούτε γυναίκα ούτε άντρας είναι, σας βεβαιώ, γιατί είμαι μόνος.
Άρα με τους θεούς κοιμάμαι, με τους θεούς
που δεν υπάρχουν ή που υπάρχουν
όπως η ψυχή αποφασίσει,
μια λίμνη ας πούμε, όπου βουτάμε ή δεν βουτάμε.


Μετάφραση: Βαγγέλης Κάσσος

Ασημίνα Λαμπράκου, Δύο ποιήματα

ΜΕ ΜΑΝΙΑ ΟΠΩΣ γλύφαμε το φύλο ο ένας του άλλου
το σβήναμε με μάτια σάλιο και μικρές συμφάσεις
έπειτα: δυο ξεχαρβαλωμένες γαλότσες μέσα στη βροχή
από βλέμματα σκορπιών κι ένα φάντη μπαστούνι–
τρέξαμε σχεδόν έμβρυα άμορφα να παίζουμε κρυφτό
κι όλα τα παιχνίδια που θα μας έκρυβαν από τον άλλον
σε δρόμους που δεν έγραψε κανείς την αρχή τους
και το τέλος θα ανατραφεί από το παρελθόν


*


ΕΙΣΑΙ Η ΑΛΛΗ ΓΥΝΑΙΚΑ, Ελοΐζ η φορεμένη στον καθρέφτη
ένα σπασμένο βότσαλο στην άκρη του βλεφάρου
Φοράς τη σκοτεινή ύλη των μητέρων και
στα δάχτυλα έχεις φωνές πνιγμένων γατιών
Σκοτεινή γυναίκα μητέρα φορεμένη στο γυαλί
Σ’ αγαπώ.
Θα σε κάνω ύλη από αλμύρα και νερό
Σάρκα από ηλίανθο και φλέμα.
Κι έπειτα
οι γιοι θα κληθούν των ανθρώπων να πιουν κόκκινο
από τα μάτια σου.
Σαρκοβόρα μάτια. Μάτια αλόγου και χταποδιού.
Μάτια μέδουσας στις σκοτεινές του ωκεανού σπηλιές.
Μήδεια.
Κανείς δε θα καταλάβει τίποτα.
Κα νείς δε θα κα τα λά βει τί πο τα.
Η Μήδεια αγαπούσε τα παιδιά της.
Η Μήδεια είναι εγώ. Η χοντρή γυναίκα.
Η έχθρισσα της σελήνης.
Φορώ τα παιδιά μου σε νερένιες πτυχές του χιτώνα μου.
Τους νεκρούς μου άντρες σέρνω
ψάρια έξω από τον πάγο.
Η βασιλεύουσα του πρωινού γυναίκα.
Ένα βυθισμένο “κάποτε”
στο λαιμό νεαρού πουλαριού με δέρμα Φοινίκη
κι οξύ από φίδι στο σάλιο.
Δάχτυλα από φύκια και νύχια από θάλασσα κι έβενο.
Στέρξη από απουσία και δέκα σκοτεινές
σπηλιές από θάνατο στην καρδιά.
Τραγούδι και σκιά του Ευρώτα.


*Από τη συλλογή “Solidago”, έκδοση καλλιτεχνικό σωματείο έβδομο βήμα, Αθήνα 2018.

Μαρία Κασσιανή (Πανούτσου), Τριλογία

Artwork: Mark Rothko

soaring over the city


Στον Λεωνίδα Καζάση


Ο δρόμος που άνοιξες

Ανήμπορος λένε και με αποκαλούν σε σχηματισμούς.
Δεν βλέπω την ώρα να ξιφουλκώ το πλήθος.
Αναρωτιέμαι σε κάθε βηματισμό και κλυδωνίζομαι.
Αντάρα με και χωρίς τον ουρανό να ρίχνει αστραπές.
Οι μέρες ένα τρεχαντήρι που γλιστρά στην ξέρα,
Όμως τον μύθο θα κρατήσω όρθιο όπως του πρέπει.
Κι εγώ εσένα ξεχωρίζω, πρώτο ναυαγό, να ατενίζω το βλέμμα του.
Και περπατώ στα λόγια σου επάνω και ανακαλώ τα πρώτα και τα ύστερα.
Μια, μονάχη εγώ, μέχρι τη μέρα που θα δύσει για μένα ο ήλιος.
Και λέω πως ανοίγεις δρόμο — ποιον δρόμο;
Μα ένας είναι ο δρόμος.

28/11/25, Αθήνα

*
Σιωπηλή Σφραγίδα

Νομίζω πως πεθαίνω
Πεθαίνω σιγά, χαμογελαστά.
Οι ώρες μακριά σου βαραίνουν.
Νιώθω την ανημπόρια να εξαπλώνεται,
πρώτα στην ψυχή
κι ύστερα
να αφανίζει ένα-ένα τα μέλη μου.

Φόρεσα μια στολή πολεμιστή
κι από κάτω
έκρυψα τη γυμνή κοιλιά μου.
Βγήκα στον δρόμο να κλάψω,
να μη μ’ ακούσουν.
Τραγούδησα, κιόλας, ένα τραγούδι
μόνο για σένα.

Σιγά σιγά κυλάς σαν ένα ποτάμι,
σαν πάγος που λιώνει
και γίνεται νερό,
κι εγώ στο προσφέρω.

Με διάλεξες
για να αποχαιρετήσω τον κόσμο
με τον άνδρα
που λάτρεψα στα όνειρά μου.
Τώρα είναι μπροστά μου.

Πρώτα θα γονατίσω
στο στήθος του επάνω
κι ύστερα
θα λατρέψω τα σπλάχνα του.

Είμαι αδύναμη
σαν ένα σπουργίτι το καταχείμωνο,
κι όμως η δύναμη ξεχειλίζει
από τα χείλη μου,
από τις ρόγες του στήθους μου,
από τη μήτρα
που με καλεί
όχι σαν μήτρα
μα σαν θάλασσα
που κράζει τα ζωντανά της.

Έτσι με σπρώχνει να πάω.
«Πού;» τη ρωτώ.
Η μέρα κάνει τον κύκλο της.
Πέφτει ο ήλιος.
Κι εγώ
φορώ τη στολή του πολεμιστή.

10/1/26

*

Το Μελανοδοχείο

Θυμάμαι τις συμβουλές του Βίκτωρα Ουγκώ
σε ένα νεαρό ερωτευμένο ζευγάρι,
καθώς τους κοίταζε να αφομοιώνονται
όπως το φίδι την τροφή του,
ο ένας μέσα στον άλλον.
Σε ένα σκοτεινό δωμάτιο,
με τις οσμές των κορμιών τους.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ, με τα άσπρα μαλλιά,
ήξερε — αλλά τι να τους πει;
Να βγουν στον ήλιο.
Να κλαδέψουν τα δέντρα.
Να φάνε τα φρούτα της εποχής
με τα χέρια πασαλειμμένα από αγάπη.

Δεν τους είπε τίποτα.
Μόνο απομακρύνθηκε,
θλιμμένος, ευχόμενος
να επιζήσουν.

Ο έρωτας που εκείνος γνώρισε
είχε τα ίδια σημάδια της αυτοκαταστροφής.
«Ας είναι ευλογημένα τα παιδιά»,
είπε μέσα του,
και πήγε να γράψει ξανά,
ακουμπώντας το μελανοδοχείο
και την πένα
με ευλάβεια.

Κι όμως, τους ζήλεψε.
Ποτέ πια δεν θα νιώσει αυτή τη φλόγα.
Ύστερα άφησε την πένα
και πήρε ένα άσπρο, άγραφο χαρτί.
Και εκεί,
σαν μια τελετή,
άδειασε το μελανοδοχείο.
Τα χέρια του μελανώθηκαν λίγο.
Θυμήθηκε πως κάποτε
είχαν μουτζουρωθεί
από το αίμα της αγαπημένης του,
καθώς του έδειχνε
το αίμα από τον κόλπο της
και χαμογελούσαν και οι δύο.

12/1/26

*


Έχω αφιερώσει ποιήματά μου σε ποιητές που έχουν υπάρξει αλλά και σε σύγχρονους ποιητές. Αναφέρω μόνο μερικά ονόματα.
Μιχάλης Κατσαρός, Λευτέρης Πούλιος, Δημήτρης Λεοντζάκος, Σταμάτης Πολενάκης, Έλενα Τουμαζή Ρεμπελίνα, Γιάννης Αντιόχου, Αλέξανδρος  Αραμπατζής, Θεόδωρος Μπασιάκος, Βασίλης Λαλιώτης, Γιώργος Χρονάς, Άκης Παρώδης, Λεωνίδας Καζάσης. Έτσι γεννήθηκε η σκέψη να γράψω ένα δοκίμιο για την ποίηση που αφιερώνεται. Τι είδος είναι και τι ιδιότητες κατά την γνώμη μου έχει. Το δοκίμιο γράφεται.
Απόσπασμα δοκιμίου: Μαρία Κασσιανή Πανούτσου για την αφιερωμένη ποίηση
Τα αφιερωμένα γραπτά φέρουν αυξημένη ευθύνη και ιδιαίτερη βαρύτητα. Η ευθύνη αφορά πρωτίστως τον ίδιο τον λόγο: τη στιγμή που ένα κείμενο αφιερώνεται, παύει να είναι αυστηρά αυτοαναφορικό. Το «εγώ» του γράφοντος δεν δικαιούται πια να κυριαρχεί, αλλά καλείται να μετακινηθεί, ώστε ο λόγος να παραμείνει χώρος φιλοξενίας και όχι ιδιοποίησης του άλλου.
Παράλληλα, η αφιέρωση εισάγει μια απαιτητική σχέση με τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης δεν προσκαλείται να παρακολουθήσει μια ιδιωτική χειρονομία, αλλά να αναγνωρίσει την παρουσία ενός τρίτου προσώπου μέσα στο κείμενο. Όχι ως όνομα ή αναφορά, αλλά ως ίχνος ύφους, στάσης και ηθικού βάρους. Όταν αυτό το πρόσωπο δεν καθίσταται αναγνωρίσιμο, η αφιέρωση καταρρέει και ο λόγος επιστρέφει αυτάρεσκα στον γράφοντα.
Έτσι, η αφιέρωση λειτουργεί ως δοκιμασία ωριμότητας: περιορίζει το «εγώ», απαιτεί ακρίβεια από τον λόγο και ζητά δικαιοσύνη απέναντι σε εκείνον που απουσιάζει αλλά υπονοείται. Η αφιέρωση δηλαδή αυξάνει το βάρος του λόγου, επειδή περιορίζει την αυθαιρεσία του γράφοντος και από το σημείο αυτό και μετά ξεκινά το ενδιαφέρον και η ιδιαιτερότητα της αφιερωμένης ποίησης.


13/1/26

Paul Eluard, Ποιήματα

Le Mont Grammos


Le mont Grammos est un peu rude
Mais les hommes l’adoucissent
Les barbes nous les tuons
Nous abrégeons notre nuit
Plus bêtes que poudre à canon
Nos ennemis nous ignorent
Ils ne savent rien de l’homme
Ni de son pouvoir insigne
Όρος Γράμμος
Το όρος Γράμμος είναι λίγο τραχύ
Αλλά οι άντρες το απαλύνουν
Τα γένια τα σκοτώνουμε
Συντομεύουμε τη νύχτα μας
Πιο ανόητοι κι από την πυρίτιδα
Οι εχθροί μας αγνοούν
Δεν ξέρουν τίποτα για τον άνθρωπο
Ούτε για τη εμβληματική δύναμή του


*


Dans la montagne vierge


Les herbes et les fleurs, ne m’abandonne pas,
Leur odeur suit le vent
Les chevreaux jouent de leur jeunesse,
Un aigle fait le point dans le ciel sans secrets.
Le soleil est vivant, ses pieds sont sur la terre,
Ses couleurs font les joues rougissantes d’amour,
Et la lumière humaine se dilate d’aise.
L’homme en grandeur au cœur d’un monde impérissable
Inscrit son ombre au ciel et son feu sur la terre.


Στο παρθένο βουνό


Τα βότανα και τα λουλούδια,δεν με εγκαταλείπουν,
Η μυρωδιά τους ακολουθεί τον άνεμο
Τα παιδιά παίζουν με τα νιάτα τους,
Ένας αετός κάνει απολογισμό στον ουρανό χωρίς μυστικά.
Ο ήλιος είναι ζωντανός, τα πόδια του είναι στη γη,
Τα χρώματά του κοκκινίζουν τα μάγουλα σαν ντροπαλά από αγάπη,
Και το ανθρώπινο φως διαστέλλεται με ευκολία.
Ο άνθρωπος με μεγαλείο στην καρδιά ενός άφθαρτου κόσμου
Εγγράφει τη σκιά του στον ουρανό και τη φωτιά του στη γη

*


Des yeux qui ont vraiment trop souffert de voir
Plus beau visage ne peut pas se plaindre
Plus violemment des horreurs de la guerre
Plus beaux yeux noirs ne peuvent se couvrir
Plus doucement d’un voile mortuaire
Et tout vivants le chagrin les enterre.

*

Μάτια που έχουν πραγματικά υποφέρει πάρα πολύ για να δουν
Το πιο όμορφο πρόσωπο δεν μπορεί να παραπονεθεί
Πιο βίαια από τη φρίκη του πολέμου
Τα πιο όμορφα μαύρα μάτια δεν μπορούν να καλυφθούν
Πιο απαλά από ένα νεκρικό πέπλο
Κι ολοζώντανους, η λύπη τους θάβει.


*Σχετικός σύνδεσμος: https://materialisme-dialectique.com/paul-eluard-en-grece-libre/ Μετάφραση: Α.Β.

Κωστής Τριανταφύλλου, Το κόκκινο ποίημα

Οδηγία χρήσης:
για να γραφεί
αυτό το ποίημα
είναι αναγκαία
η συνεργασία
του αναγνώστη
ο οποίος
καλείται
να κλείσει
τα μάτια του
για ένα λεπτό
σκεπτόμενος
έντονα
το κόκκινο
χρώμα.

*

Ακόμη και
το μη ορατό χρώμα
στην πανχρωματική
λευκή έκρηξη
της αστραπής
έχει τη δύναμη
να επηρεάζει
την ψυχή μας

Hans Magnus Enzensberger, Ειρηνευτικό Συνέδριο

Το αεροπλάνο που προσγειώθηκε έχει εκατό ψεύτες
για επιβάτες
η πόλη τους υποδέχεται κρατώντας ανθοδέσμες
μια δυσοσμία από ναφθαλίνη κι ιδρώτα
κι έναν άνεμο απ’ τις κοιλάδες της Ασίας.


Κάτω από το φως των προβολέων
και σε πενήντα γλώσσες οι ψεύτες διαλαλούν:
“είμαστε κατά του πολέμου”
σιωπηλός δικαιώνω τους ψεύτες.
λένε την αλήθεια, ωστόσο γιατί να χρειάζονται
πενήντα ώρες
για μια μοναδική κουβέντα;


Μόλις απομακρυνθούν, τα λουλούδια μαραίνονται
τα τασάκια ξεχειλίζουν
από γόπες αλληλέγγυων
ακλόνητες άκρες πούρων
ακαταμάχητα αποτσίγαρα.


Μέσα στο πτυελοδοχείο η ειρήνη κολυμπά


ταυτόχρονα, στον Λευκό Οίκο
κάτω από το φως των προβολέων
οι ηθικοί ανακοινώνουν μιαν άλλη αλήθεια:
ο πόλεμος κλιμακώνεται.
μόνο οι ψεύτες παραμένουν ακλόνητο


στον Λευκό Οίκο τα λουλούδια είναι φρεσκοκομμένα
τα πτυελοδοχεία έχουν απολυμανθεί
και τα τασάκια λάμπουν από καθαριότητα
όπως κι οι βόμβες


άνεμος σηκώνεται πάνω από την πόλη
άνεμος απ’ τις κοιλάδες της Ασίας
άνεμος που σκορπάει κραυγές
σαν μια στραγγαλισμένη γυναίκα.


*Από το βιβλίο “Η υπεράσπιση των λύκων και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2025. Μετάφραση: Γιώργος Πρεβεδουράκης.

Άννα-Μαρία Καραγιώργη, Σάλσα

Φόβος φοβούμενος διαχέεται
όπως αντηχεί μια φωνή
μέσα στο φαράγγι.
Ποιος θα ζούσε μόνιμα εκεί;
Επίμονος και θρασύς συναγερμός
καταραμένου αυτοκινήτου επανωτίζει
τα λεπτά κελαηδίσματα.
Τα πουλιά της νύχτας υποφέρουν, σου λέω.
Ο γείτονας, παραταύτα
σφυρίζει ανέμελα κουβανέζικους ρυθμούς.
Θέλω να τον βρω
να τον ρωτήσω πως το κάνει. Ξέχασα πάλι
πως ρέει μια στιγμή.


*Σχετικός σύνδεσμος: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2026/01/07/σάλσα-άννα-μαρία-καραγιώργη/#like-7504

Kenneth Rexroth, Σύγχυση

Στη Νάνσυ Σορς

Περνώ απ΄ το σπίτι σου μια αργή κατακόκκινη αυγή,
Οι γρίλιες είναι κατεβασμένες, και τα παράθυρα ανοιχτά.
Το ελαφρύ αεράκι απ’ τη λίμνη
Είναι σαν την ανάσα σου πάνω στο μάγουλό μου.
Όλη την ημέρα περπατώ στη διακοπτόμενη βροχή.
Κόβω μια κατακόκκινη τουλίπα στο έρημο πάρκο,
Λαμπερές στάλες βαστιούνται στα πέταλα της.
Στις πέντε η ώρα είναι ένα μοναχικό χρώμα στην πόλη.
Περνώ απ’ το σπίτι σου ένα βροχερό απόγευμα,
Μπορώ να σε δω αμυδρά, να κινείσαι μεταξύ φωτισμένων τοίχων.
Αργά τη νύχτα κάθομαι μπροστά σε μια λευκή κόλα χαρτί,
Μέχρι ένα πεσμένο κατακόκκινο πέταλο να τρεμοπαίζει μπροστά μου.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Μουσών”, τεύχος 5, Οκτώβριος 2025-Μάρτιος 2026. Μετάφραση: Νίκος Παναγόπουλος.