Εκεί, που το κύμα σπάει και τα άσπρα θραύσματά του πετούν ανάλαφρα -κάτι ανάμεσα σε νερό κι αέρα- κι αφρός λευκός τελικά γίνονται μα με τ’ αλάτι το θαλερό ζωσμένος Εκεί, στο τοπίο τ’ αμμουδερό που δείχνει να ‘ναι σε κίνηση αργή απ‘ των κυμάτων τις ωθήσεις τις επίμονες Εκεί, σαν πλοίο που το σύρανε οι συντρόφοι τ’ Οδυσσέα μετά από ταξίδι μακρινό θα σταθώ και θ ‘ αφήσω τα δάκρυα να στάξουν ώσπου να σμίξουνε με τ’ αλμυρά νερά
Ό,τι έκανε κι ο Οδυσσέας δηλαδή όταν έφτανε στο πουθενά
Τις στιγμές που εισβάλλει η όραση στην αφή βλέπεις το δέρμα ξέχωρα απ’ το σώμα το κρατάς σαν μωρό σφιχτά κι απαλά μικρές τριχούλες ρίγη σταλάζουνε στους οφθαλμούς τρυγούν τα δάχτυλα, την εσωτερική τους πλευρά μην και σκιαχτεί η τρυφερότητα.
Κι ύστερα περνά από μπροστά σου φευγαλέα η ματιά μια πλήρωση της αίσθησης βλέπεις όπως όταν η φλέβα φουσκώνει το αίμα κυλά τι τένοντας, τι τέντωμα να σκάσει πάει η κρούστα και είναι της πληγής τούτης ενόραση η δερμάτινη μνήμη.
*
Η ΕΥΚΑΛΥΠΤΗ
Η Ευκάλυπτη ζούσε στα δάση. Είχε ξεφύγει σε ηλικία ανήλικη από το παρτέρι με τ’ άλλα καλλωπιστικά φυτά.
Μια μέρα που την πότιζαν οξέα για δυναμωτικά, ένιωσε στα πόδια της ν’ ανοίγει το δέρμα η φλούδα της να σκάει στα πλευρά οι γεωπόνοι είκαζαν πώς ήταν έγκαυμα δεν πρόσεξαν τα νεογέννητα φτερά.
Μετά, στο πρόσωπό της παρατηρήθηκε η μετάλλαξη. Την τύλιξαν με τουλπάνια εμποτισμένα να μπολιάσει, είπαν, με πειθαρχία όμως ή θεραπεία μάταιη.
Οι ρόζοι γίναν μάτια είδανε πέρα από τα σύρματα στο στόμα σχηματίστηκε σάρκα αντιμίλησε στην οικογένεια αμφισβήτησε όλα τα ποώδη την ορτανσία, τα καλοκουρεμένα πάρκα.
Έφυγε μια νύχτα πνιγηρή η κεκαλυμμένη με μια ομορφιά πρωτόγνωρη. Στα δάση αλλάζει, όποτε θέλει, τη μορφή. Η ανάσα της λένε πώς θεραπεύει.
Heinrich Vogeler (1872 -1942) ~ Will, etching 1921
ΥΨΩΘΗΚΑΜΕ ΞΑΝΑ
Υψωθήκαμε ξανά. Με τη ματιά του ήλιου σηκωθήκαμε Από τον βράχο τον στερνό Και με το φύσημα του ανέμου μικρές φωτιές αγγίζουν βλέφαρα μέσα σε διάφανο βλέμμα
Υψωθήκαμε ξανά. Για να μαλακώσουν τα χείλη, να ποτιστούνε έρωτα∙ αυτός τώρα, προσωρινός ζωοδότης
*
ΤΗ ΒΡΟΧΕΡΗ ΕΚΕΙΝΗ ΝΥΧΤΑ
Τη νύχτα που έβρεχε ασταμάτητα, βυθιζόταν στα νερά κι ανέβαινε μια ανηφόρα, αντίθετα στα ποτάμια που σχημάτιζε η μαινόμενη βροχή μέχρι που έφτασε, με κοφτή υγρή αναπνοή στην πόρτα που δέχτηκε τον νυχτερινό επισκέπτη.
Στα χέρια που αφέθηκε να τον απαλλάξουν από τα μουσκεμένα ρούχα, σε μια φωνή που ζέσταινε το υγρό του πρόσωπο, ακαριαία αφή δαχτύλων στα βρόχινα μαλλιά.
Τη νύχτα που παρέδωσε τη λειψή του φωτιά στην αγκαλιά του νερού και της στοργής της.
Στη λάμψη των ματιών της, αποκοιμήθηκε στο πάτωμα των συννέφων
Πότισε η ανάσα της ζωής τις λίγες κείνες μέρες τις μουντές Και πάλι όλο που ‘χαμε, να τι – Κάνα χαμόγελο αστραπή, κάνα άγγιγμα χεριών κι αλαργευτά Κάνα έτσι σβέλτο, φευγαλέο φιλί.
Άδειος εδρεύει, μάταιος θάνατος στα διάμεσα τα χρόνια! Πια άλλο δεν έχουμε εγώ κι εσύ Από δάκρυα παγωμένα, λόγια πνιχτά κι αλαργευτά Καμιά που ίσα προλάβαμε κραυγή!
*Από την Ανθολογία “Μαύρες Ρίζες – Αφροαμερικανοί ποιητές και ποιήτριες του Μεσοπολέμου”, Εκδόσεις ‘Στοχαστής”, Φθινόπωρο 2021. Ανθολόγηση – Μετάφραση: Νίκος Λάιος.
Πώς να μιλήσω σ’ ένα πλήθος που δεν μ΄ αναγνωρίζει; Πώς να σταθώ κόντρα στον άνεμο όταν σαν σκιά και μόνο σαν σκιά με προσδιρίζουν τα πρόσωπα; Πώς ο λαός πορεύεται σε ξέφωτο; Αρκεί η πρώτη σπίθα, αυτό το “τσαφ”; Η λάμψη που επιπλέει μες στα νερά του βλέμματος για ν’ αρχίσει ξανά να κυλά η ρόδα της ιστορίας;
*
ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΟΥΣ
Και συ ενώ η μπόρα βρυχάται στον ουρανό με το δισάκι σου στον ώμο οργώνεις το σώμα μιας ταλαίπωρης χώρας Για κάποιες σκιές-δροσουλίτες που σου φωνάζουν Για ένα παραμύθι που δεν τέλειωσε Για ιστορίες με ήρωες που μυρίζουν θυμάρι και μπαρούτι Για το χαμένο νήμα που ψάχνεις πάλι να βρεις να μας τραβήξει απ’ το πηγάδι Και οι συνομώτες ορκίστηκαν “μέχρι τέλους”
*Από τη συλλογή “Χυμένο κόκκινο”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2016.
Εσύ ντύνεσαι την καθημερινή χαρά και εγώ τσουβάλι κενό θα νικήσω σχεδόν εξαντλημένος, ένα κομμάτι μουσικής που χάρισες στο σκοτάδι Απόψε δεν θα χτυπηθώ με τα ποιήματα ελίσσομαι στους βράχους της καρδιάς σου ορμητικά!
Γρατζουνισμένη αγάπη…
*
ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ
Σ’ έχω χάσει… δεν ήταν πόλη αυτή, ήταν κρατήρας και σ’ έκαιγε. Φοβάμαι τα κεφαλαία “Σ”ίγμα κι αυτήν την πάντα ατράνταχτη λογική σου, που μου αρπάζει τις λιακάδες. Σε άφησαν οριστικά! Και συ σαν κουρνιαγμένος αναστεναγμός να φυσάει, Στ’ αυτιά των ειδικών απεγνωσμένα. Η άνοιξη μου χτυπά επίμονα την πόρτα Και πνίγομαι και φοβάμαι ΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ “Σ”ΙΓΜΑ…
*Από τη συλλογή “Αεράκια φαρμάκια”, Εκδόσεις Εκάτη, 2021.
Dreaming of a world liberated from imperialism. A lino print in solidarity with the people of Ukraine, and the anti-war protestors in Russia who inspire us to bravely fight the enemy at home. By Hollie Molly
Αντιφέγγισμα στιγμών μνήμες χαράζει, δωροδοκούνται οι ηδονές να ψεύδονται, ο φόβος διακρίσεις δεν κάνει κι ας λέν πως η ζωή στους πλούσιους χαμογελά. Κορίτσι σπάζει το κανάτι με την άχνα του ψωμιού που τ’ ακούμπησε, τα παιδιά σε λασπόνερα ξεφαντώνουν, κι ενώ τα βιολοντσέλα πένθιμα ηχούν πάστορες την αγάπη προβοκάρουν.
Καθώς με αγγίζεις Η άρνηση φορτίζεται Προσκολλάται στις θετικές πρωτεΐνες των δαχτύλων σου Τα αποτυπώματά σου παραμένουν στο δέρμα μου σπινθήρες μετά την τριβή
Ηλεκτρισμένο το σώμα μου φωσφορίζει τις νύχτες φωτίζει στην κάμαρα πέρα ως πέρα για να μπορώ να κυνηγώ όλη νύχτα τη σκιά σου.
*
Η ΑΡΕΝΑ ΤΩΝ ΔΙΔΥΜΩΝ ΒΥΘΩΝ
Ανάμεσα σε εμένα και εσένα είναι τα δάχτυλά μου μέσα από τα δάχτυλά μου ξεπηδούν λέξεις καμπύλες, τετράγωνες, μυτερές, περιστρέφονται στο διάστημα ανάμεσά μας φεύγουν από τα χέρια μου πετούν, σε αγγίζουν, τις χάνω, τις ξαναβρίσκω αλλάζουν σχήματα, ιδρώνουν, πονάνε όπως εσύ τόσο με εμένα
Ενώ όλη αυτή την ώρα το μόνο που θέλω να πω το μόνο που θέλεις να κάνεις είναι να βάλεις τη γλώσσα σου πάνω στα δάχτυλά μου.
*
ΟΙ ΚΟΚΚΟΙ ΤΟΥ ΚΑΦΕ
Αφήνω τα μαλλιά μου μακριά απλώνω τα χέρια μου ανοιχτά ξεδιπλώνω τα πόδια ξεσφίγγω αναδιπλώνομαι εκτείνομαι Μα όσο κι αν ξετυλίγομαι δεν μπορώ να περικυκλώσω τα όρια του άδειου μου
Στο φλιτζάνι μου ο καφές με τα βουτήματα με περιγελούν Πριν από εμένα έχουν αγγίξει τη γλώσσα σου.
*Από τη συλλογή “φιλιά στο κενό”, Εκδόσεις Μελάνι, Ιούνιος 2020.