Νίκος Χρυσός, Ψέμα

Θα γράψω ένα ψέμα
Να χαρώ.
Μέσα του να γυρίσω την επίπεδη γη,
ολόκληρη,
πριν σβήσει
δυο στροφές, τον κύκλο

το βράδυ
να κοιμήσω.

Ένα ψέμα φοβερό του πόνου και της θλίψης
ήρθανε εχθροί γνωστοί

και φύγανε δυο φίλοι.

Πού βρίσκεται το ψέμα μου
το είδα μακριά να τρέχει

.

Με άφησε μόνο και αυτό
στο μέλλον με γυρεύει
να πεταχτώ

σαν την πρόκα
από τον τοίχο
σαν την εικόνα
απ΄ τον καθρέφτη
σαν το δάπεδο
απ΄ το τραπέζι.

με ψάχνει για να με έχει.

Αόριστα,

σαν την μουσική το ηχείο
σαν το ρεύμα το ψυγείο
σαν το κρύο μεσ΄το ωδείο.

Με ψάχνει για να με αγαπά,
Αιώνια

Μελωδία

Το ψέμα γύρισε απ’τα ψώνια
με άδεια χέρια
Κρύα

ζεστή καρδιά
γεμάτο πορτοφόλι

και όνειρα για νέα αγορά
του δρόμου

μία λαϊκή

μία ευτυχισμένη κυριακή

να βρει τα όνειρα μου και να μου
τα αγοράσει
όλα στη λιανική.

Δεν το νοιάζει λέει η τιμή,
το ψέμα
είναι πλούσιο από τις απεργίες και τις
Κυριακές
που δούλεψε διπλά

το ψέμα με βρήκε δωρεάν
πουλάει τη μιλιά μου

σε αχόρταγους και κυνικούς
σε κύκνους πελώριους
Ρυθμούς
αγγίζω τα οριά μου.

Το ψέμα βρήκε σύνορα, και ξένη γη πουλάει

αγάπη μου παράφορη
αδειάσαν πάλι τα βαλκάνια
μαζί και τα μπαλκόνια
κοντά μας νέο ψέμα

αριστέψανε ακόντια πεθάναν τα φτερά

αρχινάμε /
διαφεύγουν της ματιάς

οι λίμνες δεν μας δέχονται

κοπάδια τα όνειρα μας

πετάξαν χαθήκαν μακριά

και εμείς δυο αγριόχηνες στεριάς,

τι χάρη

στον φούρνο ενός Σαββάτου

με ρούχο μας τ’αλάτι

Ίσως μας φάνε τα παιδιά,
ίσως μας κάνουνε ζαμπόν

όπως και να ‘χει

θα ήθελα στο ψέμα μου αυτό
να μεταμορφωθώ,
σε καραμελοτσίχλα
γεύση, φράουλα

που τη γλύφουνε πριν τη μασήσουν
τα παιδιά

και σαν ίσως την πετάξουν, την πατήσουν

για να την κυκλοφορήσουν
και πάλι

στα στενά.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από τη σελίδα του Νίκου Χρυσού στο https://brainchain.gr/?p=6502

Γλυκερία Μπασδέκη, Τρία ποιήματα

Καθόλου εύκολη δεν είν’ η ζητιανιά
Θα δώσεις πόνο, έτσι θα ρεφάρεις
Δε σε λυπάται ο περαστικός με τα ψιλά
Πρέπει να δείχνεις χάλια για να πάρεις
Από υγεία αν σφύζεις και χαρά
Θα κόψει δρόμο, ξέχνα τα λεφτά

*

Ο ζήτουλας θα κάνει υποχωρήσεις
Θα σπάσει κι άλλο πόδι αν χρειαστεί
Τα μάτια του θα βγάλει, στην ανάγκη
Τη σπλήνα του παιδιού του την καλή
Τα δόντια μόνος του θα ξεριζώσει
Θα φάει τα πιο βρωμερά σκατά
Αν είναι την καρδιά σου να ραγίσει
Ολόκληρος θα τυλιχτεί με ξερατά

*

Ευλογημένοι οι ζήτουλες, τα ζητιανάκια.
Τα μούγγαλα και τα σακάτικα ευλογημένα
Χωρίς αυτούς τα πλούτη θα σαπίζαν
Κλεισμένα σε μπαούλα και θυρίδες
Χωρίς αυτά θα τρώγανε οι λίγοι
Και ο Θεός τον κόσμο θα χαλνούσε
Και θα ‘σασταν πολύ κατεστραμμένοι

*Από τη συλλογή “Μία βοήθεια, παρακαλώ!”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2018.

Αλέξιος Εμμ. Σαββάκης, Δύο ποιήματα

Η ψυχή βλέπει τον κόσμο της σκόνης
το σύμπαν της σκόνης τα πίπουλα
που μπαίνουν σε χώρους και χώρους
που παίρνουν θάρρος και γεννοβολούν
σαν λείπουν μακριά οι άνθρωποι
Η ψυχή η ζωή το σώμα παρατηρεί
όχι σαν απογοήτευση αλλά σαν κοινή συμβίωση
όλων των όντων της σκόνης
Με το χρυσό του σάλιου με τον άνθρωπο
της ωραιότητος η βρώμα
και της αρχιολογίας με τη μέλλουσα φαντασία
που είναι η πρώτη φαντασία.

*

Η γονιμότης και της πέτρας ακόμα
ο θεός που είναι σαν άνθρωπος
που τον καλοπιάνεις μη σε βλάψει
το χώμα π’ αδιαφορεί σαν πλήθος πόλεως
μέσα στο οποίο περπατά ένα άλλο πλήθος
που μιλά άλλη γλώσσα
Τα σκουλήκια που τα χάιδεψαν κανονικά οι γονείς
και οι δάσκαλοι τα γύμνασαν με υπομονή
για να γίνουν καλοί πολίτες και τα χειραφέτησαν
για να τρώγουν καλά τους νεκτούς
εκεί κοντά που είναι ρίζες των λουλουδιών και των δέντρων.

*Από τη συλλογή “Σημειώσεις ποιήματος”, Εκδόσεις Σμίλη, Ιούνιος 2021.

Αγγελική Σούτου, Σίσυφος

Μικρά μυαλά
Μεγάλα όνειρα
Ρηχές αντιλήψεις
Ισχυρές πεποιθήσεις
Μακρύς είναι ο δρόμος προς την εκπλήρωση
Επιθυμίες που σβήνουν άτσαλα
Γήινες επιθυμίες
Στρώνουν το πνευματικό μονοπάτι
Που ακολουθείς
Που σε οδηγεί
Πάνω στο λόφο
Κάτω από το δρόμο
Και συναντάς τη νοημοσύνη σου
Τη βλακεία σου
Υπερφίαλο εγώ
Βαθύτατη ανασφάλεια
Ξέρεις τα πάντα
Δεν ξέρεις τίποτα
Μπορείς να αναλύσεις όλα τα γεγονότα
Σε λάθος συμπεράσματα
Σκάβοντας τρύπες στο νερό
Εσύ, καταραμένε Σίσυφε!

*Δημοσιεύεται στο περιοδικό “Σείστρο” – Συν-φωνία φίλων της ποίησης στη Χίο, τεύχος 1, Άνοιξη 2020.

Γιάννης Γκούμας, Τρία ποιήματα

ΤΥΠΟΛΑΤΡΙΑ

Το ρολόι της Μητρόπολης χτυπάει δώδεκα.

Δύο θεούσες, με τα μαλλιά τους μαζεμένα κότσο,
κάνουν αμέσως το σταυρό τους
σαν να τινάζουν ψίχουλα απ’ τις ζακέτες τους.

Είναι λυπηρό η πίστη να μένει εντελώς αναίσθητη
στις λεπτές αποχρώσεις της κωδωνοκρουσίας..

*

ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΔΟ ΤΣΙΜΙΣΚΗ

Ας ήταν να είμαι αυτός που είμαι
στα μάτια εκείνων που μ’ αγαπούν
και όχι στο αόμματο βλέμμα
μιας κούκλας στη βιτρίνα

*

ΠΑΡΑΒΑΤΗΣ

Αργά χθες βράδυ, κάνοντας μια βόλτα
γύρω από το τετράγωνο του ξενοδοχείου
σαν σε απαγορευμένη περιοχή

στη γωνία Κομνηνών και Τσιμισκή
κάποιος έπεσε πάνω στις σκέψεις μου.

Γύρισα στο ξενοδοχείο
επειδή η είσοδός του
βρέθηκε ακριβώς μπροστά μου.

*Από τη συλλογή “Η σιωπή των άλλων”, Εκδόσεις Κέδρος, Σεπτέμβριος 1997.

Ε. Μύρων, Εγώ συνεχίζω τον πόλεμο εναντίον μου

το παν είναι να κάνεις το βαμβάκι
να κόβει
τα λοιπά δεν κάνουν
ούτε για νανούρισμα
(το πολύ πολύ
να σου ζεστάνουν τη σούπα)

κι αφού κάθε αλήθεια
είναι ένα μπούμερανγκ χωρίς μπέσα
(κάποια στιγμή
θ’ αυτομολήσει)

κρύβω στις χούφτες μου
φως από τα σπλάχνα
της ωραίας σας πανσελήνου

-το κλέβω όταν αποκοιμιέστε-
το πετάω μες στη μνήμη
για να πάρει
τα πάνω της
ή έστω
ν’ ασπρίσει λίγο

Καίσαρ Εμμανουήλ, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΚΙΟΣΚΙ

Κοντά στη θάλασσα αγαπώ ένα γαλάζιο κιόσκι.

Γύρω απ’ αυτό το ειρηνικό παραθαλάσσιο κιόσκι
τα μεσημέρια στάζουνε κόμπους ζεστό χρυσάφι
δίχτυα απλωμένα αντίστροφα σ’ ωριμασμένους ήλιους.

Το δείλι, όταν το σχήμα του βυθίζεται στους ίσκιους,
βρίσκουν εκεί καταφυγή φιλέρημα παιδιά,
που επάνω από τ’ αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου
αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά.

Εκεί το αγιόκλημα άλλοτε με την πολύοσμη κόμη
παλαιών εμύρωνε κυριών την ανθηρή ομιλία,
καθώς στο θάλπος των νυκτών του Αυγούστου η ωχρή σελήνη
στάλαζε φίλτρα ερωτικά από μια ανάερη κρήνη.

Τώρα το κιόσκι το παλιό με την εράσμια φρίζα
θρυμματισμένη απ’ τη σκληρή της χειμωνιάς αξίνη,
όταν οσιώνεται το φως το ακόλαστο της μέρας,
περνάει στη νύχτα παίρνοντας το μύρο απ’ την αιφνίδια
μελαγχολία των σιωπηλών, φιλέρημων εφήβων,
που με το δείλι χάνουνε τις βάρκες, τις ψυχές τους
επάνω από τ’ αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου.

*”Ποιήματα”, Εκδ. Eρμής 2001.

*

ΧΑΜΕΝΟΙ ΣΤΑ ΒΑΘΗ ΤΩΝ ΤΡΟΠΙΚΩΝ

Στον αιώνα αυτό, όπου ανήσυχοι πλανόμαστε,
συχνά τους εαυτούς μαςπαρομοιάζω
με κάτι ερευνητάς, που βρίσκονται έξαφνα
δεσμώτες μιας πυκνής, πανάγριας ζούγκλας.

Πέρα απ’ τις μακρινές, πολιτισμένες τους
πατρίδες εξεκίνησαν μια μέρα·
τα ουτοπικά τους μάτια η μέθη εφλόγιζε
του τροπικού κινδύνου, του απροόπτου.

Τώρα, απροσανατόλιστοι, περίτρομοι,
μες στων δασών την κόλαση πλανιώνται·
μόνοι, σε βρυχηθμούς θηρίων ανάμεσα,
το θάνατο προσμένουν, ένας-ένας.

Αύριον, οι ιθαγενείς, σε μια άκρη, θα ‘βρουνε
μια-δυο λευκές τους κάσκες ματωμένες
-σύμβολα υγενικά κάποιων που επέρασαν
οικτρών δυστυχισμένων Ευρωπαίων…

Ίσως, κανείς – ποιος ξέρει πάλι! – ανέλπιστα
μέσα στους τόσους άλλους επιζήσει·
τα βήματά τους εκείνος, τότε, σέρνοντας
βαριά από μια σφοδρή κι άνιση πάλη,

στη μακρινή, φιλήσυχη πατρίδα τους
το δέρμα μιας ωραίας θα φέρει τίγρης,
ενθύμιο από μια χώρα αγρία, απολίτιστη,
γεμάτη δέος, απώλεια κι αγωνία…

*Και τα δύο ποιήματα προέρχονται από εδώ: https://www.timesnews.gr/kaisar-emmanoyil-nychterini-fantasiosi-to-galazio-kioski-chamenoi-sta-vathi-ton-tropikon/?fbclid=IwAR3OItAScXa9wtnoSucwFqfcrB3afGLh4fgcvUuLBTMoVUk45EpPnz3Pwww

Ράνια Καραχάλιου, ορνιθολογία

Όμορφα να περπατάς στην πόλη κι εμπρός σου να εμφανίζεται
πτηνό που ως τότε το βλέμμα σου δεν είχε κατοικήσει,
πουλί σπάνιο, άγριο και μισό, με μια φτερούγα
τεντωμένα χέρια, χέρια λευκά, κίτρινα και μαύρα, που μαρτυράνε
απογείωση, κι εσύ να κοντοστέκεσαι, όλους τους θορύβους
γύρω σου να παύεις, πέρα από ένα τοσοδά ταμπούρλο
εντός σου, ανυπομονώντας το θαύμα να θαυμάσεις
καθότι έχεις χρόνια κουραστεί μόνο πνιγμούς να βλέπεις.
Όμορφα ωσότου αντιληφθείς πως το παραδεισένιο σου
πουλί δεν ήταν παρά περαστικοί που ‘γνεφαν σο τρόλεϊ
να τους χάψει

*Από τη συλλογή “σκλήθρα”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2018.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΞΥΡΑΦΙ
Επειδή έμαθα να ζω
απ’ τις εκλάμψεις
του φωτός που φέγγει
όταν χαράσσεται
το παραπέτασμα του κόσμου

αδυνατώ να ζήσω μακριά σου

γιατί εσύ
ήσουνα για μένα
το ξυράφι

*

ΒΕΡΟΝΑ 2018
Παλιά ήταν το μίσος των οικογενειών
εκείνα τα γκρεμνά μπαλκόνια στη Βερόνα
οι μπράβοι του πατέρα σου
(που μ’ ήθελαν νεκρό)

Κάποτε ήταν ζήτημα κοινωνικό:
γάμοι συμφέροντος
οι προίκες, τα συμβόλαια
οι περιτοίχιστες αυλές

Τώρα σαν να κλείστηκαν όλα
μέσα στην κοιλιά σου
και σε ανακατεύουν,
μέσα στο μυαλό σου
και σε θολώνουν,
μέσα στους μύες σου
και σε παραλύουν

…λίγο πριν πατήσω το κουμπί
του θυροτηλεφώνου

Κόρη του Καπουλέτου,
είμαι στον δρόμο σου
και σε περιμένω

*Από τη συλλογή “Γεωγραφίες της απουσίας, Εκδόσεις Κουρσάλ, 2021.

Vladimir Mayakovsky, Ο δειλός

Προσεκτικά
μαύροι και ξανθοί,
κρύβοντας τη ματιά τους,
κρύβοντας τα γούστα τους,
όλο στο πλάι,
στον ίσκιο,
παράμερα, –
κυκλοφορούν οι δειλοί
στη δοξασμένη
από ήρωες
χώρα.

Κάθε διευθυντής
για το δειλό
είναι κανόνι,
Ακόμα κι εμπρός σε πρόσωπα συγγενικά του
τα ματάκια ο δειλός χαμηλώνει
και τρυπώνει
στο γιακά του.

Κολλάει
στα χαρτάκια το μάτι,
με των ποδιών
σφιγμένους τους διαβήτες:
«Να μπορούσα να καταχωνιαστώ
πίσω από τη διαταγή…
Να μπορούσα να κρυφτώ
πίσω από την εντολή…»
Δεν μπορείς να καταλάβεις,
αν είναι άντρας
ή ψάρι –
λέξη τζάμπα
κανείς δεν μπορεί
να του πάρει.

Που να βάλει
σφραγίδα και υπογραφή!
«Μόνο να μη
μ’ εκλέξουν,
μόνο να μην
έχω την ευθύνη…».
Αυτί ένα μέτρο
-καθόλου πιο λίγο-
στους διευθυντές
ξωπίσω τρέχει,
τη γνώμη
τη δική τους
ν’ ακούσει,
και αύριο
πρώτος να την έχει.
Αν όμως
ο ανώτερος
γνώμη αλλάξει,
εκείνος
θ’ αφομοιώσει
τη γνώμη του ανωτέρου;
-Γνώμη είναι
δεν είναι γνώμη,
και δεν είναι φοβερό,
να τη χάσεις.–

Κλέψτε,
σφάξτε κοντά του,
δε θ’ ακούσει μήτε κλάμα,
μήτε θρήνο.
«Η δική μας δουλειά
είναι μικρή –
εγώ αυτός καθεαυτός
δεν είμαι και μεγάλος βουβός,
μα το στόμα μου είναι
γεμάτο
νερό,
σαν
νεροχύτης είμ’ εγώ».

Ο δειλός
τυλίγεται
με χαρτόνια
και χαρτιά.
«Πώς να το λύσω;!
Ας το κάνουν άλλοι.
Κι αν ξάφνου
κάνω γκάφα
μεγάλη;».

Μέρα τη μέρα
δένει λεπτά
των πιο παράξενων γάμων –
δένει
το λιοντάρι με τ’ αρνί
με τη γάτα
το ποντίκι συμφιλιώνει.
Όλη μέρα
την καρδούλα
ο τρόμος σκεπάζει,
αφορμές για πετάρισμα –
άπειρες.

Των λεωφορείων ο τροχός
τον τρομάζει
και οι ανώτεροι,
και η γυναίκα του,
και η γρίπη.
Το συνδικάτο,
Ο δήμος,
όσοι ζητούν δανεικά,
το νεκροταφείο,
η αστυνομία,
τα δάση,
τα σκυλιά,
ο καιρός,
το κουτσομπολιό,
ο χειμώνας
και οι πρότυπες δίκες.

Τρέμει
και ξαπλώνει ο πολίτης,
το τρέμουλο
τη νύχτα
τον τσακίζει…
Σύντροφε,
τι τρέμεις;
Τι,
συμβαίνει,
λοιπόν;
Στο ενυδρείο,
θέλεις,
να σε βάλω;
Η επανάσταση απαιτεί,
να υπάρχει
θάρρος,
θάρρος,
και άλλη μια φορά –
θ-ά-ρ-ρ-ο-ς.

*Μετάφραση: Χρήστος Τρικαλινός.