Θεοδώρα Βαγιώτη, Δύο ποιήματα

Domas Mituzas, «You can’t sleep without a book». Πηγή: Wikimedia Commons

ΕΡΡΙΜΕΝΟΤΗΤΑ

Εδώ που ρίχτηκε η ζωή σου, ποιητή
τι ωραία που κοιτάς
το βιβλίο σου λυπημένος·

να ’χες την ίδια
λυπημένη αφοσίωση
σε μένα

θα γραφόμουν κατάστηθα
με την πρόθεση τάχα
της ευτυχίας

*

Η ΕΝΕΔΡΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Ο υετός είναι λέξη καρουζική και δόλια
το νόημα υφέρπει κάτω από το νερό
πλημμυρίζει τη σκέψη όταν
κλωθογυρίζει στους πρόποδες
του Ελικώνα· σήμερα δεν μπορώ
να κολυμπήσω, το σώμα υποτάχθηκε
στο άυλο κελί του πνεύματος και επιχειρεί
να πετάξει πάνω από τη θολή επιφάνεια

Από κάτω περνούν τα πλήθη που κοιτώ
όταν η νόσος κερδίζει τη μάχη·
η Μαριάννα βγαίνει από το βιβλίο της
κοιτάζει αριστερά και δεξιά, η Άννα
τραγουδά το ρέκβιεμ γεννώντας
τώρα δα τον γιο της, ο Τσαρλς σηκώνει το
βρέφος ψηλά, ο Ναζίμ τα χάνει
-Προύφροκ Άμλετ Μοντάρτ-
ο Τζιουζέππε θλίβεται από τον λεκέ
πάνω στη γαλανή του όψη,
το σημάδι του θανάτου στο μέτωπο
Των ποιητών που απόψε μου
έστησαν ενέδρα·

απ’ όλα το πιο ακριβό
εκείνο το πορτοκαλί βιβλίο
του ταχυδρομείου
κοιμάται στο στήθος μου ανοιχτό
σελίδες μηδέν και άπειρο

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2022/06/blog-post.html?fbclid=IwAR0N3unrIvBTqYg9zm1P4tLcGHVztN3izm-k4XQ7iph3wk4bgdAbCTUbUAI

Χρήστος Λάσκαρης, Δύο ποιήματα

ΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Πρέπει να ευθύνεται και η ποίηση
για τις ευκαιρίες που έχασα –
που δε μ΄ αγάπησαν,
δε με κατάλαβαν.

Πρέπει να ευθύνεται και η ποίηση
για όλα αυτά –
γι’ αυτή την απομόνωση.

*

ΕΓΡΑΨΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Έγραψε ποιήματα,
όπως άλλοι
δούλεψαν στα λατομεία.

Κι οι δυό τους σκάψανε βαθιά.

Εκείνοι για ένα μεροκάματο’
αυτός όμως για τί;

Antonin Bartusek, Δύο ποιήματα

ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ

Αρνιέσαι να τα παρατήσεις
Εξακολουθείς να ελπίζεις
Μαζεύεις δαχτυλικά αποτυπώματα
Από κάθε καταστροφή ελπίζοντας
Να τις συλλάβεις επ’ αυτοφώρω
Το χιόνι πέφτει δίβουλα
Ξαφνικά βρεθήκαμε με γκρίζα
Μαλλιά κι οι δυο μας

*

ΛΥΠΗ

Ολόκληρος ο κόσμος
Ένα νεκροταφείο
Αγάπης

Τα πράσινα δέντρα
Καλύπτουν τον τοίχο
Όνειρο τ’ ανέμου
Που πήγε να κοιμηθεί
Για πάντα

Όταν ξημερώνει
Μια αχτίδα ήλιου
Πέφτει εδώ

Το απόγευμα
Θα φωτίσει τ’ όνομά μου
Για τελευταία φορά
Στην επιτάφια πλάκα.

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Μεταφράζοντας”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάρτης 2022. Μετάφραση: Τάσος Πορφύρης.

Ισμαήλ Κανταρέ, Δύο ποιήματα

ΤΩΝ ΤΡΑΙΝΩΝ ΤΑ ΩΡΑΡΙΑ

Όταν στο βρεγμένο ανάβαθρο τις απέραντες ράγες ρεμβάζεις
Ένα μακρινό ουρλιαχτό της ατμομηχανής. Τι είναι, τι;
(Κανένας δεν καταλαβαίνει την ανταριασμένη γλώσσα του ατμού)

Τραίνα μ’ επιβάτες. Αγωγοτραίνα. Βαγόνια με μέταλλα.
Περνάνε αδιάκοπα
Έτσι περνάνε
Καταμεσής της ύπαρξής σου διαβαίνουν οι μέρες σου
Όπως μέσα στο σταθμό τα τραίνα
Γεμάτα φωνές, θορύβους, σήματα
Και βαριά μέταλλα αναμνήσεων

*

ΚΙ ΟΜΩΣ

Κι όμως, πιστεύω πως θα θυμηθούμε
Ο ένας τον άλλο, τα χρόνια της αγάπης
Σαν έναν αριθμό ξενοδοχείου
Με σκληρό κρεβάτι
Που πέσαμε
Όταν μας έπιασε της νιότης η φουρτούνα
Στην διαδρομή του βίου μας στον κόσμο ετούτο…

*Απόδοση: Κώστας Νούσιας. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οδός Πανός”, Νο 126, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2004.

Giampaolo De Pietro, ultimamente mi appassionano / τελευταία παθιάζομαι

ultimamente mi appassionano
i barattoli di vetro vuoti
le risa in scatoletta – le emozioni
spendibili prima di sera

mi piacciono le fantasie suggerite
dai fotoromanzi che potrai scrivere
e l’influenza presa perché non c’era
ancora non amo elencare i prezzi dei simboli

colori vestiti da lavare senza ammorbidente;
i viaggi sentimentali mi rimano sempre meno
le pillole ufficiali hanno un effetto scemo
che prendo comunque in considerazione dato

che sono presuntuoso quanto un singolo uomo.

τελευταία παθιάζομαι
με τα βάζα από γυαλί τα άδεια
τα γέλια σε κονσέρβα – τα συναισθήματα
αναλώσιμα πριν το βράδυ

μου αρέσουν οι φαντασίες που υποννοούνται
από τα φωτορομάντζα που θα μπορέσεις να γράψεις
κι η γρίπη που κόλλησες επειδή δεν υπήρχε
ακόμα δεν αγαπώ να καταγράφω τις τιμές των συμβόλων

χρώματα ρούχα για πλύσιμο χωρίς μαλακτικό·
τα συναισθηματικά ταξίδια όλο και πιο λίγο μου ομοιοκαταληκτούν
τα εγκεκριμένα χάπια έχουν μια ηλίθια επίδραση
που λαμβάνω ωστόσο υπόψη
Δεδομένου

ότι είμαι φαντασμένος όσο ένας μοναδιαίος άνδρωπος

*Μετάφραση Ελένη Μοσχοβάκη.

**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ¨Τσακμάκι”, τεύχος άνοιξη καλοκαίρι φθινόπωρο 2017.

Μαρία Ξενουδάκη, Ήσυχα απλώνεται η φύση

Ήσυχα απλώνεται η φύση
και ο Καρυωτάκης βγαίνει από τον τάφο
την τελευταία ελπίδα ν’ αγναντέψει.
“Πέσε πρινής όταν περνούν ανθρώποι”.
Εδώ του το σχωρνάς.
Ο Καρυωτάκης αγαπούσε, πέθανε
κι η ελπίδα χάθηκε.
Το φω, η θάλασσα, τα πλατάνια βρυχώνται,
Οι τελευταίοι σύντροφοι στο σκιερό του σπίτι.
Καρυωτάκη ποιητή σε χαιρετώ

*Από τη συλλογή “Πέμπτη διάσταση”. εκδ. Γνώση, 1984.

Λίνα Βαταντζή, Σε αέρινο κήπο

Όσα αποτελούν τον κόσμο
δεν μου ανήκουν.
Μόνο ο αέρας μου παραχώρησε
ένα ολόδικο χώρο –
εκεί έχω κρεμάσει
όλες τις χαμένες αγάπες.

Ένας αιωρούμενος κήπος
ήττας και απουσίας.

Και είμαι νέα ανάμεσα
σε ευωδιαστά κρινάκια,
το γλυκό άρωμα
των παιδικών καλοκαιριών –
και ψάχνω φράσεις
Μεγάλων Αμφισβητιών
που έχω ξεχάσει,
αν και αγωνίζομαι να επαναφέρω
τα ουσιώδη –

μα δεν σε κερδίζω, ακόμη.

Χάθηκες στον πλούτο της ζωής,
αλλά μην υποστηρίξεις ότι
πλούτος είναι η ύλη.
Πλημμυρίζει ο αέρας
με μάχες και εποχές
που θρυμματίζονται
και μικρές νίκες που τραγουδούν
για αρχές στη δροσερή χλόη.

Φτερουγίζουν σπουργίτια και καρδιές
ανάμεσα σε πέταλα ελαφρά
σαν χιόνι πάνω από τις μνήμες –
το λευκό των αναμνήσεων χρωματίζεται
από το ομιχλώδες του παρελθόντος.

Και αν παλεύω να σε ανακαλύψω
σε ένα μικρό ποίημα της λήθης
πάλι στον κήπο μου οδηγούμαι,
όπου σβήνει ο χρόνος την εικόνα σου
και γενναιόδωρα μου επιτρέπει
να υποδεχτώ

την σοφία των εμπειριών.

Λουκάς Λιάκος, Από το “έρμαιο”

Υπήρχα για ένα πρωί παρατεταμένης δροσιάς
Όταν το γρασίδι δεν ήταν τόσο ξερό στη σκιά
Και τα λουλούδια ήταν φορτωμένα
Με μικρές τελείες και παύλες νερού
Σε κάθε κίνηση του αέρα κρέμεται παντού το νερό
Σαν μικρό ασημένιο φρούτο
Σαν νήμα αράχνης υφαίνεται λεπτό το νερό
Έχει μακριά πόδια κι ανοίγει το βήμα

*

Θα ξεπορτίσω θα φύγω
Θα πιάσω κάποιον από το χέρι
Αν δεν απλώσω το χέρι δεν θα μάθω ποτέ πως έχω δυο χέρια
Δυο σκέψεις δυο ελπίδες που από κάπου πρέπει να πιαστούν
Γιατί τώρα νιώθω μόνος θέλω να πάω μαζί με τους άλλους
Σαν τις γυναίκες που ενδίδουν
Χωρίς να έχουν το θάρρος να κάνουν αλλιώς
Να πάνε εκεί που δεν πρέπει να πουν
Πως εδώ είμαι εγώ
Και εκεί είναι τα μάτια μου
Και τα μάτια μου είναι πολλά μάτια που κατασκοπεύουν
Τις πόρτες των σπιτιών με τα ανοιχτά τους παράθυρα
Τις ρωγμές στους τοίχους
Τα σπασμένα τζάμια τις κουρτίνες που κυματίζουν
Σαν να κάνουν εμετό τη ζωή
Πέρα στα ποτάμια και στους απομακρυσμένους λόφους
Πολλά χιλιόμετρα μακριά στην ομίχλη της αρχαιότητας

*

Ζούσα χωρίς να το λέω τώρα τι μ’ έπιασε
Παίρνω φαίνεται τόσο λίγη χαρά από τη ζωή μου που φαίνεται
Πως συμμετέχω σε μια χορωδία από ταπεινωμένες καρδιές
Δεν είχε καμιά αμφιβολία να μου πει πολλές φορές
Πως κάποτε θα γράψουμε ποίηση για τους τρελούς
Κι όχι για τους κουρασμένους
Θα γράψουμε επιστολές σαν αυτές
– Θα με πας στο καζίνο της Πάρνηθας;
Και της ψιθύρισα στ’ αυτί
– Εσύ δεκατέσσερα κι εγώ είκοσι
Θα φτιάξω για σένα μια προσομοίωση του καζίνου της Πάρνηθας
Θα παίξουμε θα χάσουμε και μετά θα κλαφτούμε
Παραμονή Πρωτοχρονιάς για τα τελευταία μας δέκα χιλιάρικα
Σε ένα καλύβι χωρίς θέρμανση στους Θρακομακεδόνες

*

Εγώ είμαι εδώ
Όμως εγώ είμαι μόνος μου και αυτό το εδώ είναι μόνο για τώρα
Κουνάω την ουρά μου στρίβω το κεφάλι φωνάζω σώσε με
Εννοώντας πως οι άλλοι περάσαν και προσπέρασαν μα εγώ δε σάλεψα
Έγινα πέτρα τα ζουζούνια σκαρφαλώνουν πάνω μου τρυπώνουν μέσα μου
Είμαστε τώρα έξω στο ύπαιθρο όλοι μαζί δομούμε ένα σύστημα
Από εδώ και από εγώ καθαρά και ξάστερα

*

Ή εσύ ή εγώ
Γιατί πάντα οι άλλοι πεθαίνουν
Γιατί ο Θεός μας έπλασε να μην πεθαίνουμε όλοι μαζί
Οι άλλοι να πεθαίνουν πρώτοι
Και καλύτεροι
Κι ακόμα
Γι’ αυτά που μου τσαμπουνάς
Χρειάζεσαι κάτι ρε φίλε
Ένα αδιέξοδο έστω που να σε έχει φέρει σε τέτοια απόγνωση
Κάτι που να αποδεικνύει πως ότι έκανες δεν ήταν σωστό ως τα τώρα
Με αυτήν την τελείως ασήμαντη υπόθεση
Που την λες σταδιοδρομία
Ανώτερα ιδανικά
Μπούρδες

*Από τη συλλογή “έρμαιο”, εκδ. Κουκίδα, Αθήνα 2022

**Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2022/08/30/έρμαιο-λουκάς-λιάκος/

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, καλβέρ/εξάτμιση

Στη φωτογραφία, η αρχή της διαδήλωσης πίσω από το φέρετρο του Altab Ali Paul, στην οδό Adler, από το Whitechapel στο Hyde Park, στο Λονδίνο, στις 14 Μάη 1978. Η διαδήλωση αυτή οργανώθηκε από την Action Committee Against Racial Attack (ACARA). Φώτο: Paul Trevor (British, b. 1947).

Ι
Για μας που πέσαμε
το καλβέρ της Αμβέρσας ξαναφτιάχτηκε στη  Λισαβόνα με απλήρωτους εκατόνταρχους
και μια μάινα που τραγουδούσε στο έλος δίχως αφορμή
κλείστηκε στο κλουβί της και μας χλεύαζε•
έπειτα έγινε υποστήριγμα  για της κοπέλας την ύπαρξη
μέσα σε μια γκρίζα γάζα που αιμορραγούσε
ώσπου εξαφανίστηκαν κι οι δυο
μες στην ασάφεια του υπαρκτού κόκκινου•
επειδή η ασάφεια
εντείνεται με την απώλεια και γδέρνει
κι εκείνη η ταυτοχρονία τους
-αέρας, έλος και το κορίτσι γάζα-
δεν ήταν παρά μια ακόμη χωρική ύφεση
της ζωής που πέρασε δίχως να μας συμπεριλάβει.

II
Αντιθέτως, όσοι παρέμειναν ορθοί,  επανορίσαν τα ταξίδια τους κι άνοιξαν φτερά
αλλά ούτε πέταξαν ούτε τραγούδησαν•
έζησαν μια ζωή που ανέβαινε γύρω τους
κι όσο κι αν αντηχούσαν
οι κραυγές δεν διατυπώνονταν•
έτσι, επαναλάμβαναν τη ρουτίνα τους,
και δεν προσγειωνόνταν•
δυστυχώς
προς το τέλος συνετρίβησαν
από μια θλίψη για τον ίδιο τους τον θάνατο
καθώς ακόμη και το νερό που εξατμίζεται
αυτό μας δείχνει•
ο χρόνος δεν αφήνει πίσω του μάρτυρες από όπου κι αν περνά για να σκοτώσει._

*Καταληκτική εκδοχή δίπτυχου από τη συλλογή ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΜΕ ΤΟ ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΟ ΚΟΡΙΤΣΙ

**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν εδώ: https://loukopk.wordpress.com/2022/08/26/καλβέρ-εξάτμιση/

Αλέξης Τραϊανός, Παίζοντας με μια φράση που αργεί να τελειώσει

Παίζοντας με μια φράση που αργεί να τελειώσει
Διάθεση
Όμως χωρίς αντανάκλαση
Βράζοντας μόνο μες το βρώμικο χρόνο
του σώματος
Με τη σκόνη όλο και πιο βαθιά μες στα νύχια
Το πρόσωπο ξεφλουδισμένο στις άκρες
Όχι όπως απ’ την τρύπα αυτού του καλοκαιριού
Ο Βιβάλντι που κοιτά και τραγουδά το χειμώνα
Αλλά μ’ αυτό το σκοτεινό φραστικό μάθημα
μες στην τάξη
ο σκισμένο χάρτη
Τον καθηγητή της αράχνης
Το κρέας μακριά απ’ τα κόκκαλα και τα δόντια
Το δωμάτιο να γέρνει στο άπειρο
Το μάτι ολοένα να τρίβεται πάνω στο μαύρο

*Από τη συλλογή ”Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα – cancer poems”, εκδ. Τραμ, 1977.