Έλενα Λυμπεροπούλου, Δύο ποιήματα

Τα δάχτυλά σου κόμποι σα γαρύφαλλα.
Έκλαψα πολύ τότε.
Με τα γαρύφαλλα.
Μια φορά θυμάμαι,
είχε πέσει ένα γαρύφαλλο στο
ουίσκι μου, τυχαία,
και εγώ συνέχιζα να το πίνω.
Ήταν στο μπάσο ο Σάκης,
είχα βουτήξει με τα ρούχα στη
θάλασσα για αυτόν. Το φεγγάρι
σχημάτιζε μια θάλασσα, εγώ εκείνον,
η ταχύτητα είχε την δική της αδράνεια.
Όλα ήταν σωστά στο πλήθος
όπου νερό και λουλούδι
σαν εραστές όλοι ακολουθούσαμε
σαν μεγάλες λευκές γραμμές ή
γκουρμέ καβούρια πνιγμένα στο ουίσκι.

*

Γερανοί από μέταλλο και γλάροι νότες
στα ναυτικά τραπεζομάντηλα από κάτω
οι παλάμες άδειες
φορτωμένο μόνο με βλέμματα από λούστρο
το ξύλινο πάτωμα, η θάλασσα, το κόντρα μπάσο,
μια τούφα μαλλί με δόντια
ανάσα τρούφα, δάχτυλα πλευρώτους
κόντρες τα αυτοκίνητα στο δρόμο
το νέο πέραμα κλειστό, από αρκούδες.
Και ήταν τόση η νύχτα στα χαμόγελα
και γέλια πολλά στο το νέο πέραμα με
ήχους νέας Ορλεάνης, χωρίς πάτωμα
και γύρω ολόγυρα, γλάροι.

*Από τη συλλογή “Yποταγή λυρισμού”, εκδ. Ενδυμίων, Γενάρης 2021.

Κατερίνα Φλωρά, Του Φθινοπώρου

Στης λήθης μας το άβατο
εικόνες προσπερνούν λαθραία
ακροβατώντας στης μνήμης το σχοινί

Μιας μονάχα ηλιαχτίδας
το πέρασμα στάθηκε
ανάμεσα στα γκρίζα σύννεφα
που έφευγαν γοργά
και στο αδιάκριτο φως του απογεύματος

Αυτή θα ήταν μάλλον που γυρεύαμε
αυτή και που ξεχάσαμε
που γλίστρησε απ’ τα χέρια μας
στου μακρινού μας φθινοπώρου τις αρχές

Γιώργος Σαραντάρης, Να κοιμάσαι νηστικός 

Να κοιμάσαι νηστικός σε μία σοφίτα
Να είσαι ο τεμπέλης του σπιτιού
Να γίνεσαι σκουπίδι
Όταν ανοίγεται ένα λερωμένο στόμα
Θα σηκώσω το γιακά
Για να φύγω σαν ένας ληστής
Απὸ το δικό μου σπίτι
Θα κοιμηθώ στους δρόμους
Για να νιώσω ολάκερη την πολιτεία
Να τουρτουρίζει μαζί μου
Στο παλτό μου έχω ένα λεκέ
Αλλά είναι καλό πού δεν τον βλέπω
Θα το ξαπλώσω χάμω
Και θα στρωθώ πάνω του
Να πιω λίγη βραδυά
Στη γωνιά του έρημου κήπου
Θα αιστανθώ τη σελήνη
Όπως δεν αιστάνθηκα τίποτε
Στη ζωή μου
Θα την αιστανθώ στα χείλια μου
Σαν ένα αχλάδι
Στα μάγουλα
Σαν άλλα μάγουλα.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Αγριόχορτα

Artwork: Harry Sternberg (1904–2001)

Στη Μητρόπολη Εδάφους – Οι τηλεοράσεις των διαμερισμάτων σκούζουν δελτία – ”Σφαίρες συμμοριών σφυρίζουν σε σχολικά προαύλια – Ανήλικοι συνελήφθησαν για κλοπές σε βενζινάδικα – Ακόμη μια αυτοχειρία για εκπλειστηριασμένο σπίτι από τράπεζα – Μητέρα σκοτώνει την κόρη της κι αυτοκτονεί στης ψυχής της τα Τάρταρα’’ – Μετά ζητάνε του καπιταλισμού την τάξη και την ασφάλεια – Με διαφημίσεις για σαπούνια και αυτοκίνητα – Οι νοικοκυραίοι κατεβάζουν τα παντζούρια στα ομοιόμορφα κτίρια – Δεν βγάζουν το αίμα απ’ τ’ αυτιά τους και τα μούτρα – Δεν θέλουν να μάθουν πως ζουν σε κοινωνία ωμής ολιγαρχίας – Όπου τίθεται το ερώτημα της ελευθερίας ή της ησυχίας* – Στο ασανσέρ με βλέμμα μπατσαρίας – Παίρνω το δρόμο για όσους κολλούν μπροσούρες στων πληγών τον γαλαξία – ”Συναλλασσόμαστε με όστρακα – Στον άνεμο είμαστε αγριόχορτα – Ζούμε με ερώτων δάκρυα – Ο κόσμος εκκίνησε από διακύμανση του Κενού – Τη βαστάμε στα μάτια – Ονειρευόμαστε φωταγωγούς με χρυσάνθεμα – Παράθυρα σε ακάλυπτους με ορίζοντα – Μουσική μας – Η ποίηση που διαβάζεται στους δρόμους χαράματα – Ο ήχος των σωμάτων όταν πετάνε στα κτίρια – Τα βήματα των περαστικών όπως ξεμακραίνουν απ’ τα υπόγεια – Συναλλασσόμαστε με όστρακα – Στον άνεμο είμαστε αγριόχορτα – Ζούμε με ερώτων δάκρυα’’ – Στη Μητρόπολη Εδάφους – Οι τηλεοράσεις των διαμερισμάτων σκούζουν δελτία – ‘‘Σφαίρες συμμοριών σφυρίζουν σε σχολικά προαύλια – Ανήλικοι συνελήφθησαν για κλοπές σε βενζινάδικα – Ακόμη μια αυτοχειρία για εκπλειστηριασμένο σπίτι από τράπεζα – Μητέρα σκοτώνει την κόρη της κι αυτοκτονεί στης ψυχής της τα Τάρταρα’’

*Κορνήλιος Καστοριάδης.

**Από τη συλλογή ‘’Κάθαρμα”, εκδ. Οδός Πανός 2020.

Λίνα Φυτιλή, Φίλοι

Των κατά φαντασίαν
συγγενών
όσων έχουν
έναν τρόπο να κρύβονται
πίσω από ψευδώνυμα

Δείτε
πως οι πληγές είναι
τρόπαια
σε ξένα σώματα

Αυτοί που έχουν αφεθεί
στη μοίρα τους
το ξέρουν.
Εσείς -πιο γενναίοι-
με κάποια ίχνη
ειρωνίας, το λέτε;

Ώρα να βρει
το παρελθόν
έναν άλλο τόπο.

Μετά, θα ‘ρθει
κι η σειρά μου

*Από τη συλλογή “Ισόβιο πρόσωπο”, εκδ. Μελάνι, 2018.

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Εξορία

Το σώμα μου δεν θέλει να μιλάει πια
θέλει να κλείσει το στόμα
Μάτωσε στα μάτια του κόσμου
θέλει να βγάλει τη γλώσσα του
να γλείψει τις πηγές του
να φιλήσει τις ρυτίδες του
να αγκαλιάσει τα κόκαλά του
να χαϊδέψει τη ζαρωμένη κοιλιά του
να κλείσει ευλαβικά στα δυο του χέρια
τα πρησμένα στήθη του
τις αρθρώσεις που πονάνε
τις ενώσεις που σπάσανε
αυτές που δεν ήταν ποτέ

Το σώμα μου δεν θέλει να μιλάει πια
Το έχει πιάσει το παράπονο
Ό,τι και να λέει
Κανείς δεν το ακούει:
ότι δεν είναι σώμα
Είναι καρδιά,
μια καρδιά από δέρμα.

*Από τη συλλογή “Φιλιά στο κενό”, εκδ. Μελάνι, 2020.

Σοφία Κουφού, Dust in the wind

Συλλέγω σκόνες,
Σε διάφορα χρώματα.
Κυρίως το λευκό μ’ αρέσει,
αυτό της καθαρής ψυχής
του κενού
του ολόκληρου
της αδιάβαστης αρχής αυτού του ποιήματος.
Ξεχωρίζω σκόνες
ανά μέγεθος κόκκου.
Οι λεπτόκοκκες ακολουθούν τον αέρα,
οι υπόλοιπες στέκονται στο τραπέζι σχεδόν σταθερές.
Διαλύω σκόνες
διαφόρων πυκνοτήτων
σε νερά και έλαια.
Κάποιες μένουν αδιάλυτες
ακατάλληλες για αναδεύσεις.
Αυτές προτιμώ.
Τέλος
τις αφήνω όλες
μπροστά στον ανεμιστήρα.

*Από τη συλλογή “Περί θέσεως και ευρύτητας”, εκδ. Φαρφουλάς, 2020.

Μαντώ Αραβαντινού, Γραφή Γ’ (απόσπασμα)

Ποια μέθη κρατάει τα βλέφαρά σας μισόκλειστα;
Η μνήμη του αδιέξοδου; ή η γνώση του ελάχιστου;

Έτσι τους μίλησα και κρατούσα τα μάτια ορθάνοιχτα μέσα στη νύχτα.
Γιατί αυτή των φθόγγων η δύναμη των αισθήσεων μαλακτικό και μαστίγιο.
Όμως άπνοια του θέρους και θρηνωδία πουλιών.

Τότε τα πράγματα με πλησίασαν ανάλγητα και αυτά περιγράφω.
Προχωράω σε βάθος.
Διαπερνώ τον χώρο του λόγου.
Αρθρώνω τους φθόγγους που βγαίνουν απρόθυμοι απ’ την καρδιά των αντικειμένων.
Περισφίγγω ασφυκτικά το αντικείμενο.
Ενσωματώνω κι ενσωματώνομαι στις μορφές του αντικειμένου.
Η γλώσσα ακόμα ανάπηρη.

Το εκεί, το εδώ, που πάντα συμπλέκεται.
Το εγώ και το συ στους δικούς του τους νόμους.
Ακούω τους κραδασμούς του ανέκφραστου,
των ανάρθρων τους ήχους,
των φθόγγων φευγαλέα την άρθρωση,
την ροή του χειμάρρου.

Μετράω σιωπή.

Αθήνα 1964-67

Νίκος Καρούζος, Βαθμίδες

Αν είδατε τη μοναξιά ποτέ πίσω απ’ το τζάμι
να σας απειλεί
μ’ ένα μαχαίρι σιωπή
που αργά θα σχίσει το δικό σας στήθος
όπως φάντασμα την πόρτα περνά
με γελαστά τα εξογκωμένα μήλα
και να στέκει-
θα με αγαπήσετε, είναι γυμνό
σαρώθηκε αυτό το μεσημέρι.

*Από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2022/09/08/vatmides/

Αναστάσιος Δρίβας (1899-1942), Δύο ποιήματα

Η ΚΙΤΡΙΝΗ ΑΧΤΙΔΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Η κίτρινη αχτίδα του φθινόπωρου
ζωγραφίζει το μουσκεμένο δάσος
πόση ευγένεια παλαιϊκιά πόσο πάθος
Έρημος ακούω εδώ τη δροσιά
να μιλάει ο αχός του κόσμου
Χρωματισμένα σύννεφα χρυσαφιά λυωμένα
ξεπροβοδούν έναν ήλιο νεκρό πέρα στην άφωνη δύση
Έρχεται: – το κρυερό σουρούπωμα
οι σκιεροί χρωματισμοί
το νύχτιο σιωπηλό περπάτημα των άστρων

*

ΞΕΡΩ· ΣΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΝΥΧΤΑ

Ξέρω· στην άγρια νύχτα
το πολικό αστέρι ακλόνητο
φωτίζει τον απελπισμένο ναύτη
– ω! μη μου χαθείς ελπιδοφόρο αστέρι,
χρυσόθωρο, ερωτικό μου αστέρι.

*Τα ποιήματα τα πήραμε από εδώ: http://hellenicpoetry.com/uncategorized/drivas/