Γρηγόρης Σακαλής, Γαλήνη ψυχής

Σ΄ένα ξέφωτο
περπατώντας μέσα
στο δάσος, βρέθηκα
είχε ένα ρυάκι
που έτρεχε
σε μια μικρή κατηφοριά
και έφτιαχνε
μια λιμνούλα
ήταν κάτι εξωτικό
πουλιά κελαηδούσαν
κάθισα κάτω
ξάπλωσα στο χόρτο
έκλεισα τα μάτια
και χάθηκα
δεν ξέρω πόσο
μία ώρα
ή ένα αιώνα
όταν ξύπνησα
ήταν νύχτα
ξαστεριά
τ΄αστέρια έλαμπαν
και η ψυχή μου
είχε γαληνέψει.

Μάριος Χάκκας, Στάθηκα στις δαιδαλώδεις πόλεις

Στάθηκα στις δαιδαλώδεις πόλεις
με τις καμπύλες των λόφων στα μάτια
κι ήρθα προς τους ανθρώπους
με τις σωστές λέξεις στο στόμα
και την ελεύθερη κίνηση των χεριών.
Κατέληξα με μια τσάντα
που επαλήθευε το νόμο της βαρύτητας
στην ατέλειωτη άσφαλτο
πληρώνοντας φόρους και διαπύλια
φθείροντας την ακμή μου
ανάμεσα σε πλαστικά γιασεμιά
γδέρνοντας το λαιμό μου στους τοίχους
μ’ ένα μπρελόκ που τα κλειδιά του
δεν ταίριαζαν σε καμιά ανθρώπινη πόρτα.

*Από τα “Ποιήματα”, Εκδόσεις , Κέδρος, 1978.
**Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://poiimata.com/2022/05/05/stathika-stis-daidalodeis-poleis-marios-chakkas/

Αλέξης Τραϊανός (20/10/1944-7/5/1980), Τρία ποιήματα

ΥΔΡΙΑ

Σου έδινα συνέχεια σου έδινα
Και συ έπαιρνες συνέχεια έπαιρνες
Και δεν ήξερες πως παίρνεις
Δεν ήξερες κι ούτε ποτέ θα ξέρεις
Πώς η ψιχάλα γίνεται βροχή
Κατακλυσμός η βροχή κι ύστερα θύελλα
Και μένεις γυμνός δίπλα στο γκρεμισμένο σπίτι
Δίχως φωτιά δίχως βοήθεια
Στην τέλεια εγκατάλειψη στην πλήρη ερημιά
Όπως αδειάζει μια κάμαρα σαν αφαιρέσεις
Έναν πίνακα ή κάποιον καθρέφτη
Κάτι δικό σου τέλος πάντων
Αναπόσπαστο με τον εαυτό σου
Που σ’ όριζε να υπάρχεις δεμένος μαζί του
Και τώρα μόνο να θυμάσαι ξέρεις
Τώρα που λιγοστεύει η βροχή πάνω απ’ την πόλη
Και ξημερώνει πάλι όπως αύριο όπως χτες
Στα προπύλαια τούτης της μέρας παρατημένος
Θα σε θυμάμαι
Όπως το τελευταίο όνειρο τον τελευταίο λυγμό
Με μιαν υδρία ποιήματα κάθε πρωί

*Από τη συλλογή “Μικρές μέρες” (1973).

*

ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

Νύχτα της Τετάρτης 29 του Γενάρη 1974

1.

Κι έπειτα ήρθες να που έπρεπε βέβαια να ’ρθεις
Αγάλι σέρνοντας τη φρίκη μιας πληγής παντοτινής
Μέσα στο πιο αποτρόπαιου τέλους τον κρότο
Στο μαύρο αδιέξοδο στην άβυσσο του νου

Να που έπρεπε την καρδιά σου κομμάτια να ’βλεπα
Κάτω από ’να ξεθωριασμένο πράσινο κοστούμι
Τυπικό και άψογο σ’ ένα λευκό τραπεζομάντιλο σκυμμένο

Πέρασαν τόσα χρόνια πέρασε ο καιρός
Πλυμένο κίτρινο παλιό το φως
Έπεφτε πάνω σου σαν τίποτα και σαν ανυπαρξία

*Από τη συλλογή “Η κλεψύδρα με τις στάχτες” (1975).

*

ΟΠΩΣ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

Στον Γιώργο Κάτο

Όπως τα δέντρα
Όπως τα δέντρα μαζεύοντας τη νύχτα μέσα τους
Όπως τα δέντρα έζησε
Τρέμει και βήχει

Κουράστηκε ο άνεμος να περνά στο πρόσωπό του
Σκουριασμένα φύλλα
Την ερημιά

Πέφτουν όλα σ’ ένα μεγάλο φλιτζάνι καφέ
Το κόκκινο της καρδιάς και το μεγάλο γαλάζιο
Πέφτουν και πίνει την ίδια κόκκινη καρδιά του
Και για κανέναν πια δεν είναι
Υποθετικά υπάρχει
Τρέμει
Και πότε πότε τραντάζεται από ’να σπασμένο βήχα

*Από τη συλλογή “Η κλεψύδρα με τις στάχτες” (1975).

Sine Lege, Ζητείται ποιητής

παλιοθήλυκο εσύ αντίφα*

όλοι οι ποιητές περπατούν σκυφτοί
το κεφάλι τους γέρνει μπροστά
οι ώμοι τους θα ξεκολλήσουν θαρρείς από το σώμα τους
λες και παλεύουν να φυλακίσουν το μέλλον
να το προλάβουν
να το κάνουν όμορφο
για να μας το παραδώσουν
οι ποιητές μας είναι οι προπομποί μας
η πατησίων μας φάνηκε εξωτική κι απόψε
χώρος διακίνησης ναρκωτικών προστατευόμενος από την αστυνομία
έτσι έγραφε
υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία*
είπε ο ποιητής
και κάποιος δάκρυσε
ο φόβος του θανάτου είναι η έμπνευση
μόνο ο έρωτας και η ποίηση νικούν το θάνατο
αν ξαναγινόμουν δεκαπέντε
θα άκουγα μόνο χιπ χοπ
εσύ;
δώστε μου έναν ευθυτενή ποιητή!

*στίχοι του γιάννη πατίλη

*Από τη συλλογή “π”, εκδόσεις Bibliotheque, 2021.

Δημήτρης Γλυφός, ποιήματα

το

γίνε
σαν ποτέ
δική μου

το πλήρωσαν
όσοι δεν έζησαν στο σώμα τους
το τρέμουλο ενός ρήματος πριν την καληνύχτα

σ’ αγαπώ

αυτή η εξορία
όλων των κτητικών αντωνυμιών

είναι ήσυχα
τόσο ήσυχα
ούτε η νύχτα ακούγεται
που πέφτει

σε κάθε λέξη που ψιθύρισα
από την αρχή ώς το τέλος εκείνης της νύχτας
της κάθε
της μιας
οι τόνοι χαράχτηκαν κάθετα στα ζυγωματικά σου
αστέρια σε ελεύθερη πτώση
πνιγμός
και οι καταλήξεις ακούμπησαν ελαφρά στον λαιμό σου
αχνόβροχο

από τότε
δεν μετριέμαι σε μέρες
σε νύχτες μετριέμαι
και μόνο σε όσες
άφησαν ένα μικρό στεναγμό
αυτόν που σου προσάπτω
αυτόν που ξέρει πως δεν θα δημιουργήσει τον κόσμο
αλλά ξέρει πως θα τον τον διαλύσει
μεμιάς

αναπνέω
απαρηγόρητα

*Από τη συλλογή “Υπήρξαμε”, Εκδόσεις Σμίλη, Οκτώβριος 2021.

Γεώργιος Ελευθ. Καραγιάννης, Ναυαγισμένος

Alexandros Dalkos, Castaway

Θάλασσα τα μάτια σου
μπαίνω μέσα τους λαθρεπιβάτης
και ταξιδεύω.

Αλλά όπως πλέω
στου ονείρου μου τ’ ανοιχτά
σβήνουν άξαφνα οι φάροι μου
και νιώθω χαμένος.

Στην άκρη της κόγχης
το δάκρυ μου απαρηγόρητο
που μπέρδεψα το δρόμο.

Ξέρω πια
πως όλα τέλειωσαν.
Εξόκειλε το καράβι μου
στην πιο άγνωστη αμμουδιά
κι εγώ ναυαγισμένος.

6/5/2022

Alda Merini, Η αλεπού και η αυλαία / la volpe e il sipario

[Δεν έχω ανάγκη από χρήματα]

Δεν έχω ανάγκη από χρήματα.
Έχω ανάγκη από αισθήματα,
από λέξεις, από λέξεις σοφά διαλεγμένες,
από λουλούδια που τα λένε σκέψεις,
από ρόδα που τα λένε παρουσίες,
από όνειρα που κατοικούν τα δέντρα,
από τραγούδια που κάνουν τ’ αγάλματα να χορεύουν
από άστρα που ψιθυρίζουν στ’ αυτί των εραστών.
Έχω ανάγκη από ποίηση,
εκείνη τη μαγεία που πυρακτώνει το βάρος των λέξεων
“υ ξυπνά τι? εκκινήσεις και βγάζει καινούργια χρώματα.

LA VOLPE Ε IL SIPARIO
[Non ho bisogno di denaro]

Io non ho bisogno di denaro.
Ho bisogno di sentimenti
di parole, di parole scelte sapientemente,
di fiori, detti pensieri,
di rose, dette presenze,
di sogni, che abitino gli alberi,
di canzoni che faccian danzarle statue,
di stelle che mormorino aU’orecchio degli amanti.
Ho bisogno di poesia,
questa magia che brucia le pesantezza delle paroll
che risveglia le emozioni e da colori nuovi.

13.10.2008

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Παρασκίβα Ζώγου, Ποιήματα χωρίς τίτλο

Ι.

Είναι νύχτα τώρα εκεί που κάποτε ήταν μέρα γλυκιά.
Τώρα θλιβερά βυθισμένη στην τέφρα, τη σιωπή
και την πένθιμη εικόνα τη φθινοπωρινή.
Τούτος ο χρόνος δεν ήταν για εμάς τους δυο.
Τώρα έρχονται νύχτες άγρυπνες και πικρές
μέσα στις οποίες εγώ, η Πληγωμένη,
θ’ ασκούμαι στο να λέω σιγοψιθυρίζοντας το όνομά Σου.
Αύριο θα βρέξει, το ξέρω…
και θα ‘σαι Συ η βροχή των δακρύων μου που θα με καθάρει
από τις σκόνες των καλοκαιριών μου.
Κι Εσύ πάλι θα ‘σαι, τα χέρια σου, τα χάδια από τα χείλη και τη
γλώσσα σου
που θα μου φέρουν το ρίγος στις ξεκούρδιστες τώρα χορδές της
ανάσας μου.
Και θα ‘μαστε πάντα εμείς χωρίς εμάς
μέσα στ’ απέραντο Φθινόπωρο της θλίψης που βάλθηκε
να μας ενταφιάσει τα όνειρα.

ΙΙ.
Σαν ονειρεύομαι τις νύχτες λυπημένη στο σκότος
Φως ιλαρό, στην ψυχή μου έρχεσαι, ίχνος απαλό!
Αόρατο φως, ακουμπάς την ζεστή σου δίνη στο έσω μου
Γέρνεις το όμορφο μειδίαμά σου στο πρόσωπό μου
Ακουμπώ τα εξαίσια όρη, τα τρυφερά, τα βελούδινα
Πάνω στο στήθος σου τα ρωγοβυζιά μου, φως με φως
Ω! ό,τι έχω να σου πω, στην ακροστιχίδα μου δες το…

Miroslav Holub, Άνθρωπος βρίζει τη θάλασσα

Κάποιος
σκαρφάλωσε στην κορυφή του βράχου
και άρχισε να βρίζει τη θάλασσα.

Ανόητο νερό, βλακώδες γκαστρωμένο νερό
νωθρό γλοιώδες αντίγραφο του ουρανού
πλανόδιο απ’ τον ήλιο ώς το φεγγάρι
γύφτε τοκογλύφε αχιβάδων
ταύρε νερουλέ ωρυόμενε
που θρέφεις τα βράχια με το αίμα σου
αυτοκτόνα ρομφαία
σπασμένη κομματάκια ώς τον γκρεμό
ύδρα που κάνεις τη νύχτα υδρόλυση,
που ξεφυσάς νέφη σιωπής αλμύρας
απλώνοντας φτερά από ζελατίνη
μάταια μάταια
γοργώ που μασουλάς το κορμί σου

νερό πλατυκέφαλο αλόγιστο νερό-

Έτσι έβριζε τη θάλασσα για κάμποση ώρα
κι εκείνη έγλειφε στην αμουδιά τα ίχνη
των ποδιών του
σαν πληγωμένο σκυλί.

Ύστερα ο καλός σου κατέβηκε από τον βράχο
και χάιδεψε
τον μικρούτσικο αχανή σφοδρό καθρέφτη
της θάλασσσας.

Έτσι, νερό, της είπε
Και ξαναπήρε το δρόμο του.

*Μετάφραση: Στρατής Χαβιαράς. Δημοσιεύτηκε στα “Ποιητικά”.

Val Grey, Η κόρη της μάχης

Ήθελα απλώς να σε αγκαλιάσω,
να νιώσω την θέρμη της Γκρίζας πέτρας
Καμένη σαν από τον ήλιο γεννημένη
εναπόθεσα τα χείλη μου πάνω της

και η μυρωδιά της σάρκας με συνεπήρε
η οσμή αυτή η παντοτινή
κυρίευσε την πλάση μου όλη

Στο ταξίδι στην άκρη του νου
Στον εαυτό που δεν βρίσκεται εδώ
Σε εκείνον που ζει παρατηρώντας
Στην στιγμή που διαρκεί αιώνες

αυτήν την απουσία την ενδόμυχη αναμένω

στον βωμό της απώλειάς μου εκεί

ο εαυτος προσμένει την σχισμή

Καθορισμένη
Χαρτογραφημένη
από την ίριδα στο μάτι σφηνωμένη
παραμένει υπενθύμιση
στο κορίτσι που θρηνεί στον πόλεμο
την χαμένη μητέρα Όλων.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://vallgrey.com/
2022/05/02/i_kori/