Κάποτε είχα ένα όνειρο. Όλη τη μέρα το κανάκευα και τα βράδια το φορούσα κατάσαρκα και περιπλανιόμουν στους δρόμους της πόλης. Το όνειρό μου ήταν πιο δυνατό από μένα Και όταν έσπαγα είχε τον τρόπο να με συναρμολογεί. Το όνειρό μου ήταν τόσο φωτεινό που μπορούσε να φωταγωγήσει όλους τους σκοτεινούς δρόμους. Όμως ένα βράδυ κάποιοι μου κόλλησαν ένα περίστροφο στον κρόταφο, ζητώντας ό,τι είχα. Κι εγώ, δεν είχα τίποτα. Μόνο το όνειρό μου. Τώρα τα βράδια, τριγυρνώ χωρίς τη φωτεινή ασπίδα μου στο δρόμο. Χημικός πόλεμος στο αίμα μου. Και όταν σπάω τα κομμάτια μου τα πετάει το σκουπιδιάρικο στη χωματερή.
*Από την Ανθολογία “Κυνικός υπερρελισμός”, Έκδοση “Ανέκδοτο”, 2019.
Κι έγινε σιωπή στους τοίχους στις πόρτες στο πάτωμα στο νερό στα λακκάκια του λαιμού Εκεί που κούρνιαζε όλη η θάλασσα. Πάρε μου την θλίψη από τα μεσημέρια. Κάποιος είπε: θα πεταχτώ έξω για τσιγάρα δε γύρισε ποτέ. Λοιπόν χωρίς να μου ανήκει ούτε ένα όνομα σε αυτό το σπίτι σκέφτηκα ότι μπορεί να έχω ημερομηνία ή μπορεί να είμαι η υγρασία στις γρατζουνιές του τοίχου αυτού που κάνει ησυχία και απορροφά όλες τις έκτακτες ανάγκες. Διάλλειμα δεν έχει αφού όνομα δεν έχουμε ούτε πρωινά μόνο ένα στριφτό τσιγάρο.
*Από τη συλλογή “Άφιλτρα”, Εκδάσεις Bibliotheque, 2021.
Ήταν μεσημέρι κι έπαιζε ακόμη με το ποτάμι ο ήλιος την έδενε από τα μαλλιά και το ρόδινο νερό γύρω στα λαγόνια της.
Έβλεπα πως ήμουν το ποτάμι αλλά γινόμουν άλογο κατεβαίνοντας αφρισμένο και κείνη διχάλα στη γαλάζια ράχη μου αντιστεκότανε μαζεύοντας τη δύναμή της καθώς εμπαίναμε στους ίσκιους κάτω από τις ιτιές. Κι εγώ γελούσα και μη γελάς μού έλεγε μη γίνεσαι όνειρο, φοβάμαι σε φοβάμαι.
Από τότε πολλές φορές άκουσα τη φωνή της ξυπνώντας μέσα σ’ αυτό το φως μαύρο σαν ένα μελίσσι που μου έτρωγε τα μάτια.
*Από τη συλλογή “Το κατώγι”. Εμείς το πήραμε από το συλλογικό τόμο “Γιώργης Παυλόπουλος – Ποιήματα 1943-2008”, Εκδόσεις Κίχλη, Ιούνιος 2017.
ευτυχώς που υπάρχουν οι λέξεις εκατομμύρια και ελαφριές γιατί αν μόνον οι πράξεις υπήρχαν πώς θα ΄γραφα κάθε μέρα πόσο σ’ έχω ερωτευθεί;
ευτυχώς που υπάρχουν οι τόνοι γκρεμίσματα και λαρυγγισμοί γιατί αν μόνον οι πράξεις υπήρχαν πώς θα ταίριαζαν τα χείλη μου σαν περισπωμένες ανάμεσα στα δικά σου;
ευτυχώς που υπάρχει η στίξη κύκλοι πηχτοί και νούφαρα γιατί αν μόνον οι πράξεις υπήρχαν πώς θα αναπηδούσα σε τρεις τελείες πάνω για να έρθω να σε βρω;
*Από τη συλλογή “Γράμματα σε νεκρό εραστή”, εκδόσεις Bibliotheque, 2016.
έχει κάτι το αρχέγονο αυτό το βλέμμα σπινθηρίζει ουσίες κοσμογονίας χάος σκοτάδι έκρηξη έρωτα Ελευθερία
Γράφει με λέξεις τολμηρές ένα ποίημα αόριστο δυνατό υγρό απόλυτο μόνο για μένα για όσους όλους
Αυτό το βλέμμα αστράφτει αντιφάσεις ξεχύνεται από την οθόνη του PC σαγηνευτικά βελούδο γοητευτικά σκληρό και μου σαρώνει τη λογική με προκαλεί τρυφερά να ξεντυθώ την ποίηση και να χωθώ στην άββυσό του γυμνή.
*Από την Ανθολογία “Κυνικός Υπερρεαλισμός”, Εκδ. Ανέκδοτον, 2019.
Το περπάτημα του κυρίου απέναντι μ’ αρέσει Είναι ένα ωρό περπάτημα Ένα-ένα πόδι Ωραία, καλογυαλισμένα, δετά παπούτσια Πάνω στις γραμμές απ’ τα τετραγωνάκια -με τη λιγότερη δόση ψυχαναγκασμού της εποχής μας- Στέκεται τώρα Κρατάει την ομπρέλα του και μας κοιτά Έχει ωραίο βλέμμα Αν τον γνώριζα στον κόσμο Δε θα του έδινα καμιά προσοχή Είναι γέρος Μα γλυκύτατος Λεπτός Και ήσυχος Και κάτω απ’ τη γη αυτός ο κύριος είναι πραγματικά πολύ όμορφος για την εποχή μας
4 Με τα στραβά μου τα δόντια – Λύκος Με τη μεγάλη μου μύτη – Γύπας Με τα μακριά μου τα νύχια – Γάτα Τα φοντωτά μου μαλλιά – Αλεπού
Τι είμαι;
5
Ι πρώτα την φτιάχνεις μετά τη ζεις για να μάθεις πως είσαι από πριν
ΙΙ την ημέρα που γεννήθηκα κι άλλοι πολλοί γεννήθηκαν Μας συνδέει η επείγουσα ανάγκη Ζωής και θανάτου
ΙΙΙ Σαράντα μέρες πέρασαν από τότε που γεννήθηκα (ή πέθανα)
IV Εσωτερικός ρυθμός γέννησης Εξωτερικός ρυθμός θανάτου
V Δύο ερωτευμένοι τρώνε: Ζωντανό – ωμό – κρέας
VI Όλο “νεκρή εντοπίσθηκε” “ζωντανή” πότε;
VII Πέθανε ένας γέρος στη γειτονιά Και πήγαμε να συλλυπηθούμε στη γριά του Και μας είπε η γριά “έτσι είναι η ζωή” Και της είπαμε”να ζήσετε να τον θυμάστε”
*Από τη συλλογή “Τα μέσα μου”, Εκδόσεις Οροπέδιο, Απρίλη 2019. (Στο βιβλίο περιλαμβάνονται και εικαστικά της Σίλβιας Τσομπανάκη).
Στο δωμάτιό σου που κάναμε έρωτα κυριαρχούσε ένα σκούρο, καφέ χρώμα, από τις μοκέτες, τα έπιπλα, τα σκεπάσματα. Σχετικά σκοτεινά ήταν, γιατί όταν μπήκα –απομεσήμερο, τέλη Μαΐου– είχες ήδη κατεβάσει τα ρολά, και οι κουρτίνες μπροστά στα παράθυρα δεν άφηναν κανένα φως. Σαν σκοτεινή σπηλιά και κρησφύγετο κολασμένων έμοιαζε το δωμάτιό σου, σε συνδυασμό με την ηδονή στο κρεβάτι. Μετά, όταν κατέβηκα στο δρόμο και περπάτησα αρκετή ώρα, το δυνατό και διάχυτο φως του Μαΐου, η πανδαισία των χρωμάτων παντού, και η ζεστή ατμόσφαιρα που τόσο ταίριαζε με τη διάθεσή μου.
Εκεί ψηλά στην άσπρη βεράντα Την βλέπεις να φορά μια γραβάτα και ένα καλοκαιριάτικο καπέλο στυλ Panama Στο διαβατήριό της υπάρχει ένα πρόσωπο Από μια περασμένη εποχή και τόπο Δεν μοιάζει καθόλου μ’ αυτό που έχει τώρα Κι όλα τα απομεινάρια του πρόσφατου παρελθόντος της Έχουν διασκορπιστεί στον άγριο άνεμο Περπατά πάνω στο λευκό μαρμάρινο δάπεδο Όταν μια φωνή μέσα από την αίθουσα όπου χαρτοπαίζουν την καλεί Αυτή χαμογελά, και απομακρύνεται από την άλλη μεριά Καθώς το τελευταίο πλοίο σαλπάρει και το φεγγάρι σβήνει Στην ακτή των μαύρων διαμαντιών
Ενώ το φως της νέας μέρας ανατέλλει, ο Έλληνας κατεβαίνει Και ζητά ένα σκοινί και μια πένα για να γράψει κάτι ”Παρντόν κύριε” του απαντά ο ρεσεψιονίστ Βγάζοντας το φέσι του από το κεφάλι ”Σας άκουσα καλά;” Και καθώς η κίτρινη ομίχλη σηκώνεται Ο Έλληνας γρήγορα ανεβαίνει στο δεύτερο πάτωμα Αυτή τον προσπερνά στη στριφογυριστή σκάλα Νομίζοντας ότι είναι ο Πρεσβευτής της Σοβιετικής Ένωσης Αρχίζει να του μιλά, αλλά αυτός απομακρύνεται Καθώς τα σύννεφα της καταιγίδας φαίνονται στον ουρανό και τα κλαδιά των φοινίκων λικνίζονται Στην ακτή των μαύρων διαμαντιών
Ένας στρατιώτης κάθεται πλάι στον ανεμιστήρα Εμπορευόμενος με έναν μικρό άντρα που του πουλάει ένα δαχτυλίδι Η αστραπή πέφτει, τα φώτα σβήνουν Ο ρεσεψιονίστ ξυπνάει και αρχίζει να φωνάζει ”Μπορείτε να δείτε τίποτα;” Τότε ο Έλληνας εμφανίζεται από το δεύτερο όροφο Με γυμνά πόδια και με ένα σχοινί γύρω από το λαιμό του Ενώ ο χαμένος στα χαρτιά ανάβει ένα κερί Και λέει ”Άνοιξε μια άλλη τράπουλα” Αλλά ο κρουπιέρης του απαντά στα γαλλικά ”Σας παρακαλώ προσέξτε” Καθώς η βροχή πέφτει καταρρακτωδώς και οι γερανοί πετούν μακριά Από την ακτή των μαύρων διαμαντιών
Ο ρεσεψιονίστ ακούει την γυναίκα να γελάει Καθώς κοιτά τι έγινε ενώ ο στρατιώτης αγριεύει Και προσπαθεί να αρπάξει το χέρι της γυναίκας Της λέει ”Νάτο αυτό το δαχτυλίδι, μου κόστισε πολλά” Αυτή όμως του απαντά, ”Δεν είναι αρκετά” Και μετά τρέχει πάνω να ετοιμάσει τις βαλίτσες της Ενώ μια άμαξα μ’ ένα άλογο την περιμένει στη στροφή Περνά έξω από την πόρτα που ο Έλληνας έχει κλειδώσει Όπου μια γραμμένη με το χέρι ταμπέλα έγραφε: ”Μην ενοχλείτε” Αλλά αυτή χτύπησε την πόρτα έτσι κι αλλιώς Καθώς ο ήλιος έδυε και η μουσική συνέχισε να παίζει Στην ακτή των μαύρων διαμαντιών
”Πρέπει να μιλήσω με κάποιον γρήγορα!” Αλλά ο Έλληνας ακούστηκε να της λέει ”Φύγε” και κλώτσησε την καρέκλα στο πάτωμα Κρεμάστηκε εκεί από τον πολυέλαιο Αυτή ούρλιαξε. ”Βοήθεια, υπάρχει κίνδυνος εδώ Σε παρακαλώ άνοιξέ μου την πόρτα!” Και μετά το ηφαίστειο εξερράγη Και η λάβα κύλισε κάτω από το ψιλό βουνό Ο στρατιώτης και ο μικρός άντρας κουλουριάστηκαν στη γωνία Σκέφτονταν και οι δυο τους τον απαγορευμένο έρωτα Αλλά ο ρεσεψιονίστ τους είπε ”Αυτό συμβαίνει κάθε μέρα” Καθώς οι σκάλες σωριάζονταν και τα χωράφια καίγονταν Στην ακτή των μαύρων διαμαντιών
Καθώς το νησί βυθίζονταν αργά Ο χαμένος στα χαρτιά τελικά κέρδισε την μπάνκα Αλλά ο κρουπιέρης του είπε, ”Τώρα είναι πολύ αργά” Μπορείς να πάρεις τα λεφτά σου, αλλά δεν ξέρω πως Θα τα ξοδέψεις μες στον τάφο σου” Ο μικρός άντρας δάγκωσε το αυτί του στρατιώτη Καθώς το πάτωμα άνοιξε και ο καυστήρας έσκασε Ενώ αυτή ήταν έξω στο μπαλκόνι, όπου ένας άγνωστος της λέει στα γαλλικά ”Αγάπη μου, σε αγαπώ πολύ” Αυτή δακρύζει και μετά αρχίζει να προσεύχεται Καθώς η φωτιά αφού τα κάψει όλα μετά απομακρύνεται Από την ακτή των μαύρων διαμαντιών
Καθόμουν στο σπίτι μοναχός μου ένα βράδυ στο Λος Άντζελες Παρακολουθώντας στην τηλεόραση τον γέρο δημοσιογράφο Cronkite που έλεγε τις ειδήσεις στις επτά το βράδυ Υπήρξε ένας σεισμός που Δεν άφησε τίποτα όρθιο εκτός από ένα καλοκαιριάτικο καπέλο στυλ Panama Και ένα ζευγάρι παπούτσια ενός Έλληνα Δεν μου φάνηκε ότι έγινε και κάτι σπουδαίο Γι’ αυτό έκλεισα την τηλεόραση και πήγα για μια ακόμα μπύρα Φαίνεται ότι κάθε φορά που κοιτάς γύρω σου Θα πέσεις πάνω σε μια κακότυχη ιστορία που θ’ ακούσεις Που κανείς δεν θα μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό Έτσι κι αλλιώς εγώ δεν σχεδίαζα ποτέ να πάω Στην ακτή των μαύρων διαμαντιών Σημείωση: Ο γέρος τότε δημοσιογράφος των ειδήσεων στην αμερικανική τηλεόραση Walter Cronkite υπήρξε για δεκαετίες η εμβληματική μορφή του αρχισυντάκτη της παρουσίασης των ειδήσεων.