Al Masarik, Δύο ποιήματα

ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΕΥΚΟΛΟ

Θα έρθει κάποια νύχτα, την ώρα που κοιμάσαι
και θα γλιστρίσει στο κρεβάτι σου
σα τη γάτα που πάει σιγά σιγά να κλέψει
θα σταθεί να σε κοιτάξει που κοιμάσαι
και θα ζυγιάσει το κορμί σου
σαν ναυτικός σ’ ένα
μπουρδέλο της Τιχουάνα.
οι κουρτίνες θα κουνηθούν
αν τις έχεις κρεμάσει
& εκείνο θα πλησιάσει ακόμη πιο κοντά
μέχρι ν΄ ακουμπήσει το πρόσωπό σου
πάλι σαν τη γάτα
θα σου ρουφήξει απ’ τη μύτη την ανάσα
την ώρα που θα κοιμάσαι.
και μαζί με την πνοή σου
θα σου πάρει τα όνειρα
& το μυαλό θα σταματήσει
σαν πεθαμένη μηχανή αυτοκινήτου
που αφήνει το τελευταίο πουφ απ’ την εξάτμιση.
πουλάκια θα τσιτσιρίζουνε
στις τουαλέτες θα τραβάνε καζανάκια
& όλα θα ‘ναι τόσο απλά
όταν θα φύγει από πάνω σου η ζωή
όπως μια γριά που σηκώνεται
απ΄ την κουνιστή πολυθρόνα της

το φως γίνεται σκοτάδι
μέχρι να χαθεί εντελώς.
έτσι όπως σβήνουν τα φώτα στο δρόμο
γύρω στις 5 το πρωί.

*

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΕΣ

Στο εργοστάσιο ετοίμων ενδυμάτων που δουλεύω εργάζονται
πολλοί νεαροί Κινέζοι
όλοι τους λάτρεις του κουνγκ-φου
κλωτσιούνται μεταξύ τους,
πέφτουν κοφτές, ξεφωνητά, φτύνει ο ένας τον άλλο,
πηδάνε πλάι-πλάι σαν καβούρια
συχνά μου δείχνουνε κινέζικα περιοδικά
με φωτογραφίες κουνγκ-φου σταρ του σινεμά
που καταματωμένοι πηδάνε στον αέρα
μόνο με το ‘να πόδο 2 μέτρα και…

πάνε και βλέπουνε 2 με 3 ταινίες τη βδομάδα
με την ίδια πάντα υπόθεση
το μικρό κινέζικο χωριό
που μοιάζει με τις πόλεις στα γουέστερν
κι ο τόπος στενάζει
από μερικούς Γιαπωνέζους παλιανθρώπους
σκατόφατσες που κόβουνε βόλτες πάνω-κάτω
σκοτώνουν γυναίκες και παιδιά
σαν πλιατσικολόγοι ινδιάνοι
μέχρι που σκάει το παλικαράκι με τους στενούς γοφούς
και κάνει εκατοντάδες χοντρογιαπωνέζους αλοιφή
και αυτός δεν παθαίνει ποτές του τίποτα
μέχρι και οι σφαίρες τον φοβούνται

οι πιο πολλοί από τους νεαρούς Κινέζους είναι φοιτητές
σπουδάζουν οικονομικές επιστήμες ή κάτι τέτοιο
κι έχουν κάνει περμανάντ τα μαλλιά τους
για να μην φαίνονται τελείως ίσια
πάνε και βλέπουνε αμερικάνικο ποδόσφαιρο
μετά από τις κουνγκ-φου ταινίες

τα αμερικανάκια στην ίδια μ’ αυτούς ηλικία
μοιάζουνε στον Λάο Τσε και η κουβέντα τους είναι για τον
βουδισμό και το όπιο της προηγούμενης βραδιάς.

*Μετάφραση: Τέος Ρόμβος
**Από το βιβλίο “Ανθολόγιο των κακών Αμερικάνων”, εκδ. Opportuna, Πάτρα 2022.

Ένα έτσι, οι μέρες περνάνε

Οι μέρες περνάνε. Προσπαθούν να φτάσουν τον χρόνο.
Στο σημείο όπου κάτι τελειώνει και κάτι αρχίζει ξανά.
Βρίσκομαι μες στις μέρες αυτές. Υπέροχες μέρες.
Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο από το να τις βοηθώ
να επιτύχουν τον σκοπό τους. Δεν κοιτάω πίσω.
Μα δεν κοιτώ και μπροστά. Ίσως και οι δύο κατευθύνσεις
να συναντιούνται στην θέλησή μου να πετύχω
μια παύση αυτής της ασταμάτητης κίνησης.
Η επιθυμία μου να σταθώ έστω και για μια στιγμή στον χώρο
που καταλαμβάνει αποκλειστικά η ευτυχία μου να υπάρχω.
Η θέση από όπου μπορώ να κοιτάξω ολόγυρα
δίχως να αναγκαστώ να επιλέξω ποιος είμαι
ή τι κάνω και γιατί το κάνω. Το όνομά μου.
Για ποιο λόγο αγαπώ ή μισώ αυτό τον κόσμο
και όσους τον κατοικούν. Στα αλήθεια, ποιοι είσαστε;
Απλές αιτιάσεις ενός φαινομένου που ξεπερνάει την ποίησή μου.
Μικρές ρωγμές στην καρδιά του απόλυτου όντος.
Το πρόσωπό σου παρεμβάλει το σήμα. Είσαι κοντά.
Τα λόγια σου επαναλαμβάνονται ως ηχώ μέσα στις αποστάσεις.
Δεν γνωρίζω ποιος απαντά. Ποιος καλεί και ποιος
συνεχίζει να στέκεται ακίνητος καθώς όλα είναι πάντα σιωπηλά.
Τα χέρια μου προσπαθούν να κρατήσουν το πλάνο σε διαβούλευση.
Το μυαλό μου στοιβάζει τους χειμώνες και το επόμενο
κάθε φορά καλοκαίρι στο θησαυροφυλάκιο.
Πετάω το κλειδί όσο πιο ψηλά μπορώ. Αντίο.
Προσεύχομαι να μην αγγίξει το έδαφος πριν εξαφανιστώ.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2022/10/05/6719/

Κώστας Ταχτσής, Δεν ντρέπομαι 

Μια μέρα θα με πουν φακίρη
μεσ’ απ’ το στήθος μου έβγαλα κόκκινα περιστέρια
μεσ’ απ’ τα μάτια μου καπνό
πέρασα ξίφη στα όνειρά μου
διέπραξα κλοπές δι’ υποβολής
από αγάπη, σας τ’ ορκίζομαι, από τύψεις ίσως
μια μέρα θα με πουν ομοφυλόφιλο
εκείνον ευγενή κι ομοφυλόφιλο
εμένα πονηρό απλώς
θα με πουν οχιά: ένα κοινό προδότη!
εμπρηστή!
οι τίμιοι συμπολίτες μου
θα ’ρθουν και θα κοπρίσουνε στον τάφο μου (εικονικόν)
μα τα παιδιά τους — α, οι έφηβοι!
αυτοί θα μ’ αναστήσουνε, και θα με πούνε ποιητή
ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2022/09/30/δεν-ντρέπομαι-κώστας-ταχτσής/

Νίκος Γαλάνης, στον Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκι

Ι.
Δείτε παιδιά
Ο ψηλός κύριος
Με τις πελώριες πατούσες
Τα φαρδιά χέρια
Τα πλατάνια στα μάτια
Κι αυτή τη γατίσια ουρά
Είναι ποιητής
Ο ποιητής των ποιητών.

Εάν τον κρατήσετε απ’ τα πόδια
Φουσκώνει κι ορθώνεται ψηλά
Ολόκληρο σοβιετικό αερόστατο
Με το τεράστιο αστέρι
Των προλεταρίων στο μέτωπο
Και το σημειωματάριο των αιώνων
κολλητά στα σπλάγχνα.

Είναι ο Μαγιακόφσκι
Ο υπερβολικός των υπερβολικότερων
Αυτός είναι ο ποιητής

Βλέπετε πως κατεβαίνει δρασκελώντας
τα πεζοδρόμια της Μόσχας
Κι απ΄ την πλατεία με το όνομά του
πηγαίνει προς το μέλλον
Εκεί που κλείνουνε τα μουσεία οι τσάροι
γιατί τρέμουνε στα οράματά του
Κι ακόμη πιο πέρα στη θάλασσα των κεραυνών.

Δείτε παιδιά
Θαυμάστε τον τόν κύριο αυτόν
Είναι ποιητής
Να τον προσέχετε
Θα πεθάνει για εσάς
Γιατί δε διστάζει σε κανένα φόβο
Αγαπά τη ζωή του ο ποιητής γι΄ αυτό τη χάνει.

*Από τη συλλογή “στον Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκι”, αυτοέκδοση, 2019.

Louis Dubost, Το μονοπάτι…

Η άκρη του κόσμου
είναι στην άκρη του δρόμου

κι ο δρόμος πάει μέχρι που;

*

Στην άλλη άκρη είναι η ευτυχία

Και η άλλη άκρη
είναι ακόμη μακριά;

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2022/09/24/to-monopati/

Αργύρης Μαρνέρος, Ασπιρίνη

Είναι εκείνη η ασπιρίνη
Που βρίσκω κάθε πρωί
Πάνω στο τραπέζι
Τυλιγμένη
Μέσα σ’ ένα κομμάτι
Χαρτί εφημερίδας
Είναι εκείνη η υποψία
Που με κάνει να προτιμώ
Τον πονοκέφαλο
Απ’ τα ναρκωτικά.

*Από τη συλλογή “Σκοτεινός θάλαμος” (1975).

**Πηγή: Χειροκροτήστε ποιητική τριλογία 1972-1980
https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=9084.0

Χρήστος Λάσκαρης, Τρία ποιήματα

ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΣΚΑΒΟΥΝ ΒΑΘΙΑ

Τον κέρδισε η σιωπή.
Είχε πολύ
μέσα στην ποίηση βαδίσει.

*

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑΝ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ

Λιτοί,
και υποβλητικοί οι στίχοι του.
Μπροστά τους οι δικοί μου ωχριούν.

Μου λείπει το θάρρος να τους παινέσω.

*

ΕΠΙΜΕΝΩ ΣΕ ΕΝΑΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ

Επιμένω σε ένα άλλο κόσμο.
Τον έχω τόσο ονειρευτεί,
τόσο πολύ έχω σεργιανήσει μέσα του

που πια
είναι αδύνατο να μην υπάρχει.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Δύο ποιήματα

ΝΑ ΣΥΝΤΡΕΞΕΙΣ

Αγάπη της αλήθειας
και περιπάθειάς μου
έλα να με συντρέξεις.
Λύπες σκληρές σαν λόγχες
στραγγίζουν το σθένος μου.
Αγάπη της περιπάθειας
αντιπαλεύω με φοινικές λύπες,
στείλε την παρηγοριά σου.

*

ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑ

Κάλυψε με τα χείλη του τα δικά της.
τα άρπαξε και τόσο δυνατά τα έσφιξε,
την ανάσα της έχασε.
Η γλύκα από το σμίξιμο στα χείλη
την ψυχή και τις αισθήσεις ανασταίνει.
Της χρωστούσε αυτό το φιλί,
χρόνια το περίμενε.

Έχουν και τα φιλιά τη μοναδικότητά τους.

*Από τη συλλογή “Ντελικάτη γυναίκα”, εκδ. Πόλις, 2021.

Δανάη Σιώζιου, Δύο ποιήματα

ΣΤΟ ΛΟΥΝΑ ΠΑΡΚ

Δύο γιγάντιες χελώνες
από μακρύ ταξίδι έφτασαν
ατο λούνα παρκ
περιμένουν το παιδί
να κατέβει
απ’ τα περιστρεφόμενα αλογάκια
να το πάρουν μαζί τους
η μητέρα του έχει
σύννεφα στους ώμους
στο στήθος βροχή
χαιρετά το παιδί
οι χελώνες το παίρνουν
πάνε στη θάλασσα

*

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΩΡΑ

Το παιδί κρυμμένο
πλέκει τις ώρες με τα πόδια
υποχωρεί μαζί με τον τοίχο
ώσπου χάνεται εντελώς

κάποτε εμφανίζεται

σκουπίζει τη στάχτη απ΄ τα μάτια τους
τοποθετεί ένα καντηλάκι
στο κέντρο τους

μέσα είναι τώρα φωτεινά
και παντού κρέμονται
χριστουγεννιάτικες κάλτσες

*Από τη συλλογή “Χρήσιμα Παιδικά Παιχνίδια”, εκδ. Αντίποδες, 2018.

Ειρήνη Βακαλοπούλου, Δύο ποιήματα

ΕΝΑΣ ΗΛΙΟΣ ΟΠΩΣ ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ

ένας ήλιος
όπως ξημερώνει ο κόσμος πρώτη φορά
η γυναίκα με στάχυα δάχτυλα
άρπαξε το φρέσκο φως του

το κάρφωσε στο κεφάλι της
μη γείρει και πέσει
μη χάσει το ολόισιό του ακτινοβόλημα

η τελευταία της στάση
η στάση του μετανοημένου
το γόνατό της έσταζε αίμα
μα γυμνό μάτι δεν μπόρεσε να δει

αργά κάποτε
όπως ξημερώνει ο κόσμος πρώτη φορά
στεκούμενη ελιά γερμένη

μόνο οι ανοίξεις
τη σοφή της εικόνα διαθέτουν
την εγκράτεια που θέριεψε
στα προηγούμενα χέρια της

*

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

ο σταυρός στον ουρανό
ένας τάφος στερεωμένος

μα το υδρόφυλλο σύννεφο
χειρονομίες φτιάχνει
του κόβουν στη μέση το γιορτινό της μέρας

λίγο πιο κάτω ο άνθρωπος
ν’ αφαιρεί από το βάρος του

*Από τη συλλογή “Τα εύφορα μέλη”, εκδ. Εκάτη, 2020.