Μαρία Πισιώτη, Η Ιθάκη

Τα σύννεφα γλάροι λευκοί
καράβια μόχθου συνοδεύουν.
Όνειρα, ελπίδες, πάνω στ’ άρμενα
αργοσαλεύουν.
Μέσα απ’ απύθμενα σκότη ξεπηδούν,
σε κάποιο μουράγιο την εκπλήρωσή τους
αναζητούν.

Πρόσκαιρες οάσεις στο διάβα τους
θα βρουν.
Των Σειρήνων το νησί
απατηλή υπόσχεση γλυκολαλεί.
Σβήνεται η μνήμη στη χώρα του λωτού,
αλίμονο όσοι παρασυρθούν.
Μέσα στην πεζότητα θα απορροφηθούν.

Στο πλήρωμα του χρόνου σαν αστραπή
το όνειρο θα ξαναφανεί.
Θ’ αναρωτιέται η ανήμπορη ψυχή
πώς άφησε να την παρασύρει
των Σειρήνων η ηδονή
και χάθηκε η Ιθάκη
στου μύθου το μονοπάτι.

Ευτυχισμένος όποιος το βρει,
στην αγκαλιά της μέσα μακάρια
θα σβηστεί.
Η Ιθάκη πάντα προσμένει
να δώσει μορφή
στ’ ονείρεμα κάθε ψυχής.

*Από τη συλλογή “αιωρούμενο νησί”, 1999, και από εδώ: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2019/04/22/maria-pisioti-i-ithaki-μαρία-πισιώτη-η-ιθάκη/

Μαρία Καντ (Καντωνίδου), Παιδί σε Τραμπολίνο

Εν μέσω πολέμου [διαγράφεται]
Εν καιρώ ειρήνης [1 οριζοντίως]
θα μπορούσες να κάνεις πολλά και ad libitum, όπως, για παράδειγμα, να λύνεις σταυρόλεξα
για λύτες στον γκρενά καναπέ με τα λαχούρια ή/και να απλώνεις τα λευκά σου εσώρουχα
στην ίδια πάντα πτυσσόμενη απλώστρα από ανοδιωμένο αλουμίνιο κατά της φθοράς ή/και
να μετακινείς τα έπιπλα του καθιστικού απ’ εδώ κι απ’ εκεί για καλύτερη θέαση ειδήσεων,
ανταποκρίσεων και αρκούντως ευτυχισμένων στιγμών ή/και να γράφεις ιστορίες μαγικού
κατά προτίμηση, ρεαλισμού – κάλλιστα δε μια ιστορία

για ένα μαχαίρι και ένα βαλσάκι
[φιγούρα που πέφτει χορεύοντας]
ή για ένα μαχαίρι και ένα καφάσι
[μαχαίρι που τροχίζεται κόβοντας]
ή για ένα μαχαίρι και μία γέννα
[γέννα που σκοτώνει γεννώντας
ο πόλεμος]
ή για ένα π α ι δ ί σε τραμπολίνο.

Ζωή Καραπατάκη, Δύο ποιήματα

Ι

Το φθινόπωρο
λιώνουν στις φούχτες
τα μεσημέρια
σαν μούστος

ΙΙ

Τα φθινοπωρινά μεσημέρια
είναι χρυσόψαρα στη γυάλα
είναι γατάκια κουλουριασμένα στο χόρτο
είναι σούπα που δεν καίει πια
και έχεις βυθίσει ήρεμα το κουτάλι μέσα της
είναι ένα ποίημα που ψιθυρίζεις
κάτω απ ‘ το κλήμα
με τα κιτρινισμένα φύλλα
είναι ένα παλιό άδειο πακέτο sante
που νομίζεις ότι κρατάει κάτι απ’ τη μυρωδιά του
είναι η στωϊκή αναμονή
για άγριους ανέμους το χειμώνα
πάνω στα τζάμια
και κυρίως είναι η μελαγχολία
του συντελεσμένου πάθους
που μας παγίδευσε προσωρινά

Νίκος Μιτζάλης, Θύμηση

Μετά από χρόνια θα ξαναπάς
με ήσυχα βήματα θα μπεις,
μην την ξυπνήσεις.
Εκεί που κοιμότανε θα πας να δεις,
μήπως είναι ακόμα εκεί.
Μετά,
στην κουζίνα
στο υπνοδωμάτιο
στο γωνιακό γραφειάκι
στα βιβλία με το μονόγραμμά της
στην αυλή με τα απότιστα γιασεμιά
στις σκεβρωμένες φωτογραφίες.
“Μάνα”, θα πεις,
“σήμερα έπλυνα την ταφόπλακά σου”
και θα ξαναφύγεις

Κωνσταντίνος Βορβής, Τρία ποιήματα

ΑΤΙΤΛΟ

Νύχτα άναστρη και απάνεμη
από τους δρόμους αναδυόταν
η βαριά μεσημεριανή κάψα
της αρχής του καλοκαιριού.

Περασμένα μεσάνυχτα
ησυχία κυρίαρχη παντού
τα καταστήματα κλειστά
οι πλατείες ερημωμένες.

Στο κέντρο της Αθήνας
κάτω από την σκιά
των μαρμάρινων μνημείων
μια φιγούρα αχνή
παρασυρόταν στα πεζοδρόμια
αδύναμη και ατονική
ανάμεσα στις νησίδες
και τις κολώνες ηλεκτροδότησης.
Περπατούσε χωρίς προορισμό
χαμένη στα σκοτεινά στενά
και στο βλέμμα της
ένα απόκοσμο λευκό κενό
οι κόρες της διεσταλμένες.

Καρφωμένη στο χέρι της
μία σύριγγα ακάθαρτη
και από το πληγωμένο δέρμα της
μια γραμμή πηγμένου αίματος
που έσταζε στην άσφαλτο.

Κάθε μέρα την απήγαγε ο θάνατος
και κάθε νύχτα γεννιόταν ξανά
για λίγες περαστικές στιγμές.

Το βράδι επέστρεφε καταπονημένη
έπαιρνε τον δρόμο του γυρισμού
μέσα στα νυκτερινά δρομολόγια
των λεωφορείων και των τραίνων
μοναχική στο τελευταίο βαγόνι
και έχοντας στην τσέπη της
δύο τσιγάρα και τα μουντά
κίτρινα φώτα των λεωφόρων.

Ένα πρωινό, πριν την χαραυγή
όταν ο ουρανός έλαμπε ακόμα σκούρος
υπέκυψε, αφέθηκε για πάντα
σε ένα σπασμένο παγκάκι
και τα δάκρυα δεν είχαν στεγνώσει
από το ισχνό της πρόσωπο.

Και για μουσική υπόκρουση
η κακοφωνία των σειρήνων
από τα ασθενοφόρα και τα περιπολικά
οι μεταλλικοί ήχοι των σκουπιδιάρικων
οι συναγερμοί από τα αυτοκίνητα
τα γαβγίσματα των αδέσποτων
και η παρήχηση των οδοκαθαριστών.

*

ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Νύχτα
πώς ήρθες πώς έφυγες
αφήνοντας μονάχα το βαθύ
αιμάτινό σου στίγμα
στις ανεπούλωτες χαρακιές
του σώματος και της ψυχής.

Νύχτα
σε εξαγνίζει ακόμα
το φως και το σκοτάδι

*

ΧΑΟΣ

Σπάσε το γυαλί του μελανού θόλου
πάνω απ’ τα άστρα καίνε οι ψυχές μας
τις στέγες βάφει το αίμα μας
τα χέρια μας κομμένα
από το ασημένιο σπαθί της νύχτας
στα μάτια μας ο όλεθρος.

*Από την ποιητική συλλογή «Τοπία της νύχτας», εκδόσεις Οδός Πανός, 2021.

ένα έτσι, δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση

Είμαι πολύ κακός στα ελληνικά.
Δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση.
Αλλά είμαι πολύ καλός στο dada,
δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση
δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση
δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση
δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση
Είμαι πολύ κακός στα ελληνικά.
Δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση.
Είναι πολύ λυπηρό, για αυτό πρέπει να πω
με τον τρόπο του dada, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα
δεν μπορείς να σκέφτεσαι, δεν μπορείς να νιώσεις
το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να σταματήσεις.
Να μην σκέφτεσαι ποτέ τίποτα, με τον τρόπο του dada,
δεν μπορείς να κάνεις τίποτα καλά,
είναι πάντα μόνο ένα έτσι και μια μπάντα,
όλα χάνονται σε μια χαμένη αγκαλιά,
κουρασμένος και κλεισμένος μέσα στον κόσμο.
Η καρδιά μου βγήκε από την πόρτα.
Και πήγε στον δρόμο με τα πόδια μου.
Δεν ήταν πρόβλημα για μένα.
Είμαι πολύ κακός στα ελληνικά.
Δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση.
Μπορεί να μου δώσετε μια ποίηση;
Μπορεί να είναι στα ελληνικά;
Ελπίζω ότι μπορείτε να με βοηθήσετε!
Δεν έχω μια καλή ποιότητα των λέξεων
και δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση.
Είναι δύσκολο να γράψεις ποίηση στην ελληνική γλώσσα
και χωρίς να ξέρεις την ελληνική γλώσσα είναι πολύ πιο δύσκολο.
Είμαι πολύ κακός στα ελληνικά.
Δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση.
Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι
ότι αυτός ο κόσμος είναι τρελός
και μπορείτε να μπερδευτείτε.
Το μόνο που χρειάζεται για να ζήσετε
είναι ένα σκουπίδι και ένα έτσι.
Τρελός κόσμος, τρελός κόσμος.
Κόσμος τρελός, κόσμος τρελός.
Τρελός κόσμος, τρελός κόσμος.
Δεν ξέρεις τι έχεις πάει σωστά
και μπορεί να χάσεις τον καιρό.
Τρελός κόσμος, τρελός κόσμος.
Τρυφερός, μεγάλος, και πάντα μεγαλώνει
και σκοτεινός, πουλί, βράχος, και μπάτσος
και πάντα είσαι μόνος.
Και τρέχεις και τρέχεις
και δεν πρόκειται να σταματήσεις.
Μέχρι να βρεθείς κολλημένος στο τέλος του κόσμου
κι αυτό είναι τρελό.
This world is crazy and you can be confused.

*Το πήραμε από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2022/10/14/6734/

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Μπάμπουσκα 

Μία ρώσικη κούκλα
μια μπάμπουσκα
κι από μέσα βγαίνει μια μικρότερη
κι από μέσα βγαίνει άλλη
ακόμα πιο μικρή
και συνεχίζει
μέχρι που βγαίνει η μικρότερη.
Η πρώτη είναι δολοφονημένη,
η δεύτερη μέσα στο σπίτι σκλαβωμένη,
βιασμένη η πιο μικρή
μόλις δώδεκα ετών.

Απέναντι της μια άλλη μπάμπουσκα,
που κρύβει μέσα της άλλες διακόσιες δεκατρείς
μπορεί και περισσότερες
όλες αρσενικές.
Η μία παριστάνει τον επιχειρηματία,
η άλλη τον γείτονα και οικογενειάρχη,
η άλλη τον νοικοκύρη,
η άλλη κάποιον, που κάθε Κυριακή εκκλησιάζεται.
Κάποια τον πολιτικό,
που σε μια θέση εξουσίας έχει βολευτεί.

Μα αν κοιτάξεις πίσω
από την πρώτη μπάμπουσκα
θα δεις από πίσω μία δεύτερη
και πίσω μία τρίτη
και ακόμα πιο πίσω άλλες
πλήθος μπάμπουσκες,
που η καθεμιά δικαιοσύνη διεκδικεί
κι ενώνονται όλες μαζί
να κατακτήσουν ολόκληρη τη γη.

Χρήστος Νιάρος, Τρία ποιήματα

ΑΙΘΕΡΟΒΑΣΙΕΣ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΣΕΛΙΔΑ

Με τα ομοιώματα των ονείρων
να φτιάχνουν ιστορίες καλοκαιριού στο όρθιο των φιλιών μας,
ένα ακόμη φθινόπωρο μας οδηγεί
σε ένα άλμπουμ γλυκών αναμνήσεων,
η μεγαλύτερη αρετή ήταν ό,τι ήμουνα και εκεί παρών,…Ακόμη και σαν διάλειμμα εργασίας,
μια τσακισμένη όμως σελίδα ημερολογίου που αντικρίζω πια, κρατάει την σιωπή της στο στόμα μου κλειστή,
σαν μυστικό θαμμένο στο χώμα ή σαν να μην έγινε τίποτε από όλα τα παραπάνω.

*

ΟΛΑ ΤΑ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΑ ΣΤΑΓΟΝΕΣ

Περπατώντας και περπατώντας,
νύχτες φθινοπωρινές, όνειρα χειροπιαστά σταμάτησαν και με κοίταξαν με παράπονο,
κλείνοντας και την ομπρέλα τους,
η μόνη μου επαφή με την πραγματική ζωή θα είναι οι βρόχινες σταγόνες που τινάζονται πίσω μου,
στο διάδρομο του σπιτιού όλα τα ενδεχόμενα τους, αφήνουν αποτυπώματα.
Σαν τα δάχτυλα στους τοίχους ή σαν χειραψίες.
Επί μονίμου βάσεως δηλώνω παρών στις τυχόν αλλαγές του καιρού, εντός και εκτός του και παίρνω τα μέτρα μου για παν ενδεχόμενο.

*

ΘΑ ΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΜΕ ΣΥΛΛΑΒΙΣΤΑ

Θα συναντηθούμε στα όνειρα των ημισφαιρίων,
αφού συγκατοικούμε εδώ και χρόνια στις γραμμές τους και ο καθένας από μια διαδρομή έρχεται.
Είναι μια συνάντηση που δεν περιμένει να νυχτώσει για να κάνει την βόλτα του.
Από φύλλο σε φύλλο τα φθινόπωρα μας ,σε σελίδες άγραφες της μνήμης και των συναισθημάτων,
ζούνε τα πάντα των γεύσεων που αφήνει η κάθε μέρα σαν ενοίκιο ή σαν μεροκάματο.
Έτσι είχες υποσχεθεί κάποτε και τα λόγια μας στεγνώσανε σαν τεχνάσματα της λογικής πλυντηρίου ρούχων,
χωρίς ένα καλό υπόλοιπο τους να ναι αρκετό να μας ντύσει υπομονή και επιφωνήματα,
μα μου φαίνεται ό,τι κάποια λόγια του αέρα που μας κατοικεί
στα απόμερα και γνωστά μας μέρη μας νοσταλγικά μας επαναφέρει. Εκεί λοιπόν και σε αυτά αλλά και στα καινούργια στέκια θα συναντηθούμε,
χωρίς δώρα στα χέρια και αποσιωπητικά ιδρώτα τα χείλη μας,
θα κάνουμε φύλλο και φτερό τον χρόνο.
Μα και αν μπερδεύουμε ημερομηνίες και απογεύματα,
Τις λέξεις τους χωρίς νεύρο και τσαγανό θα τις πάρει ο χειμώνας σαν πούπουλο και η σιωπή του θα γίνει κύμα ωκεάνειο,
μάτια με μάτια όταν συναντιούνται,
συλλαβιστά γράφουν ιστορία ακόμη και τα απρόβλεπτα μιας νίκης ή ενός εγωισμού,
κοντά στην σόμπα διαβάζοντας βιβλία ή ακούγοντας μουσική δωματίου,
είναι και αυτό ένα λογικό πλαίσιο συγκατοίκησης για να γεράσουμε ή για να μας πάρει η νύχτα,
μα αγωνιστήκαμε, φτιάξαμε, παλαίψαμε με νύχια και με δόντια, για ένα κεραμίδι και μια αγάπη δώσαμε πήραμε.
Έτσι είχαμε υποσχεθεί, τώρα που το θυμάμαι
και κει που ανανεώνουμε την αναπνοή μιας υπόσχεσης που είναι κάτω από το χαλάκι της κουζίνας,
αλλά και στα ψιλά γράμματα των συμβολαίων συγκατοίκησης,
σώμα με σώμα όλα ξυπνάνε, με τα απολύτως απαραίτητα τους θα εγκιβωτιστούμε στις εποχές της άνοιξης,
χωρίς μετάφραση και τυπικότητες θα αφεθούμε στα μποφόρ και στα χώματα,
να κάνουν και αυτά την δουλειά τους όπως και τα χελιδόνια της ξενιτιάς,
καλοκαίρια αειθαλή θα μας συναντήσουν σίγουρα από ποτέ.
Κάπως έτσι και οι καρδιές μας θα ωριμάζουν και από ημισφαίριο σε ημισφαίριο,
Εδώ σε τόπο χλοερό και εκεί σε χρόνο αληθινό,
θα κρατούν το λόγο τους και στους καθρέφτες της κάμαρης αλλά και θα μας τραγουδάνε στο κήπο και στις νύχτες,
χωρίς προαπαιτούμενα και προσκλήσεις.

*Πρώτη δημοσίευση εδώ: https://www.fractalart.gr/tria-adimosieyta-poiimata-toy-christoy-niaroy/

Γρηγόρης Σακαλής, Τα όρια

Ένας δάσκαλος στην Ανατολή
προσπάθησε
να γίνει Μποντισάτβα
καθόταν και κοίταζε
ένα τοίχο
επί εννέα χρόνια
χωρίς τροφή
έπινε μόνο ένα χυμό
που του έφτιαχναν
οι μαθητές του
καθάρισε το μυαλό του
από κάθε περιττή σκέψη
ώσπου ατρόφησαν
τα πόδια του
τον παρακάλεσαν
οι μαθητές του
“Δάσκαλε
έλα να φας
να ξαπλώσεις
σ΄έχουμε ανάγκη”
τους άκουσε
έπαψε να είναι
Μποντισάτβα
έδειξε τα όρια
της ανθρώπινης φύσης.

Αντώνης Τσόκος, Αναβολές

I.
Οι φίλοι μου
φορούν ακάνθινο στεφάνι
παριστάνουν τον Χριστό
λογαριάζουν ν’ αναστηθούν
φοβούνται τον θάνατο
και όλο το αναβάλλουν.

ii.
Μια παρέα εφήβων
σέρνει τα βήματά της
στη διαδρομή προς το σχολείο
φορούν όλοι
τα πόδια των προγόνων τους.

iii.
Ξημερώνει
οι πινακίδες των Ι.Χ.
λαμπιρίζουν στον ήλιο
είμαι και σήμερα
ο πιο μοναχικός τεμπέλης
στον κόσμο.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ψηφιδωτό Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης”, εκδ. Κύμα, 2022, σελ. 145.