Παναγιώτης Γαλανόπουλος, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Το ποίημα όλο πηγαίνει.
Πού πηγαίνει;
Πηγαίνει από δω κι από κει.
Θα σταματήσει άραγε κάπου;
Θα σταματήσει σ’ αυτή τη σελίδα;
Ή μήπως το ποίημα της επόμενης σελίδας
Δεν είναι παρά η δική του επόμενη σελίδα;
Μήπως και κάθε άλλο ποίημα
Είναι μια ακόμα δική του σελίδα;
Θα σταματήσει άραγε κάπου
Ή μήπως πηγαίνει για εκεί
Όπου δεν υπάρχει πού;

*

ΑΙ ΣΥΚΕΑΙ

(όταν καπνίζει ο λουλάς εσύ δεν πρέπει να μιλάς)

Ενώ οι φυλλωσιές εθρόιζαν υπόπτως
εις τας παρυφάς της κατασκηνώσεως
ενώ τα ύδατα έπιπταν μετ’ εντάσεως
επί των απορρώγων βράχων
ενώ ο ήλιος εβυθίζετο καθέτως
εις Δύσιν ή Ανατολήν
ενώ οι γάιδαροι εγγάριζαν ασυστόλως
εν μέσω ακάνθων και ξερολιθιών
κατ΄ εντελώς παράδοξον τρόπον
μόνον αι συκέαι έμεναν ακλόνητοι
μονοκλώνοι
υπερήφανοι
καρποφόροι
ακόμη και εις περιόδους λειψυδρίας
ακόμη και εις περιόδους λειψανδρίας
μόνο αι συκέαι έμεναν σιωπηλαί

*

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΓΡΑΦΤΕΙ ΑΚΟΜΑ

1 Τρωγλοδυτικό στίγμα (αρχετύπου όξους)
2 Σιαμαία τσουλήθρα
3 Αρρυθμία γνωμοδοτήσεως
4 Ανάμειξη με τον εγκέφαλο του τραγουδιστή
Ντόνοβαν
5 Γιατί οι ήρωες που κατόρθωσαν να σκοτώσουν ένα
φοβερό δράκο πέθαναν σχεδόν αμέσως μετά τη
γενναία τους πράξη;
6 Βιολιού στουπιά
7 Ψαλμωδίες ώχρας
8 Οικτρά σκατά
9 Λιμήν κίτρινος
10 Μεγάλων μουσικών σιγή
11 Χρώματος χώμα
12 Φρενήρες ρείθρο
13 Εκκωφαντικό όριο
14 Επιτυχή κρέμα
15 Αμάλγαμα τρυφερού προφίλ
16 Αδενοκτοπία
17 Αφιονισμός θεσπισμένου ίχνους

*Από τη συλλογή “Τραίνα στο σκοτάδι”, εκδ. Απόπειρα, 2012.

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

ΑΝΕΝΔΟΙΑΣΤΩΣ

Η ψυχή δεν θ’ ανταμώσει το αέτωμα του αυγερινού,
η οδύνη νικήτρια εστέφθη στην δίνη του κατατρεγμού.
Της ανίας οπαδοί το απάντεχο ξορκίζουν˙
η ελπίδα που την σκοτώνουν, παιδί ονομάζεται,
η χαρά που την σταυρώνουν, λαγνεία! Και δικάζεται.
Τις αλυσίδες σας υμνείτε!
Στων αντιφάσεων τα δεσμά,
εγχειρίδιο αιχμηρό ακονίζω,
τον δραπέτη ζηλεύοντας.

*

Τι θα έγραφα εάν ήσουν, εάν έμενες, όμως, όμως δεν στάθηκες.

«Una mattina mi son svegliato» των Φαραγγιών Μαρία

Τα μαύρα χρώματά σου αγέρωχα στέκονται
παραστάτες του απροσπέλαστου.
Η σιωπή σου την σιωπή διακυβεύει.
Τα ρηχά επισκέπτεσαι δίχως να θέλγεσαι από δαύτα,
ξέρεις ότι δεν θέλγεσαι από δαύτα.
Ψηλή, ξερακιανή, με την κατράμικη ωχράδα σου,
που τους κονδυλοφόρους διεγείρει,
στα πυροβόλα φλεγματική θα σταθείς,
την δυσαπόκτητη ειρήνη απεικονίζοντας.
Μελάνι της φαντασίας μου στο στέρνο σου στάζει,
η έκφραση αυθαίρετα χαράζει;

Δημήτρης Δούκαρης, Σε είπανε θεό

Σε είπανε θεό
και δεν Σε πίστεψα,
γιατί αν ήσουνα
θα ‘χες φόβο
θα ‘χες τρόμο
θα ‘χες ντροπή
γιατί αν ήσουνα
θα σε λυπόμουν-

Σε είπαν επανάσταση
και σ’ ακολούθησα
ήθελα να γκρεμίσεις
ήθελα να χτίσεις
ήθελα να τελειώσεις
και ν’ αρχίσεις
ήθελα ν’ αλλάξεις
κι Εσύ
κι εγώ
και μ’ άφησες στους πέντε δρόμους

Τζίμης Ευθυμίου, Δύο ποιήματα

Η ΚΛΙΜΑΞ


Να σταθείς ακριβώς στη μέση της σκάλας

Ανάμεσα σ’ αυτούς που πέφτουν κι αυτούς που συνεχίζουν

Τους μετέωρους και τους μετεωρίτες που επιθετικά αναπτύσσονται.

Στάσου κει όπου το κατώφλι δεν ξέρει, ακριβώς
αν είναι είσοδος ή έξοδος, για πού επίσης.

Στάσου, να γίνεις Οδοδείκτης, Τοπόσημο να γίνεις, Δρόμος,
τόσες πατημασιές έτσι κι αλλιώς στην πλάτη σου.

Έτσι που

ή θα βρεις το δρόμο,

ή που θα γίνεις εσύ ο δρόμος.

*

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΣΦΑΛΤΟΣ


Αν ήταν, θα χανόταν με στροφές πίσω απ’ τους λόφους.

Αν ήταν θα σήκωνε όλη την κυκλοφορία.

Αν ήταν θα ΄ταν πάρκινγκ.

Αν ήταν θα ένωνε το σπίτι μου με το δικό σου.

Αν ήταν θα γέμιζε αντικατοπτρισμούς,
νερά που δεν υπάρχουν κάτω απ΄ το μπλε που αχνίζει,
πέμπτο σύννεφο πιο κάτω
στάση Παναγιά.

Αν ήταν άσφαλτος δε θα ‘τανε κανείς
αν όχι άνθρωπος. Το απλό είναι περίπλοκο.

Η άσφαλτος δε χάνεται ποτέ. Σφάλλειν είναι
ένας δρόμος με στροφές
κι ως προς τον εαυτό τους,
πρέπει να ‘χεις ψηλό διαφορικό

μπορεί πάλι
και να χαθείς στο δρόμο, πρέπει να ‘χεις ψηλό ηθικό.

Για να μπορείς να δεις τι βρίσκεις όταν χάνεις.

Δε μπορείς να μπεις δύο φορές στο ίδιο ποτάμι.

Όμως μπορείς να πέσεις καταρράχτης και να
ξεκινήσεις ένα νέο ποτάμι.

Κανείς δεν είναι άσφαλτος

ευτυχώς

είμαστε όλοι μονοπάτια.

*Από τη συλλογή «Επισκευή ουρανών», εκδ. Ορίζοντας Γεγονότων.

Βάλια Γκέντσου, Τρία ποιήματα

ΓΥΑΛΙΝΗ ΣΦΑΙΡΑ

Κάποτε εμφανίζεται η μικρή νεράιδα
και μου πιάνει την κουβέντα
καθισμένη στη γυάλινη σφαίρα της
τοσοδούλα

Με αφήνει να βλέπω
σιωπηλές πεδιάδες την άγρια λεβάντα
και ∆ρυάδες να κρύβονται στις καστανιές
ντροπιασμένες
Σκύβω το κεφάλι

*

Ο ΗΧΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΦΙΟΥ

Σκέφτομαι συχνά
ξύλινα τραπέζια πλάι στο κύμα
καρέκλες άσπρη φορμάικα
κι ένα τασάκι στρογγυλό
νικέλινο
μισά τσιγάρα σβησμένα με μανία
τιμωρημένα για αταξίες ολόκληρες

μπροστά το απέραντο να καρφώνει

Το τραγούδι του πατέρα έρχεται τότε
εξαίσια αίσθηση νιότης παλιάς
με τη μάνα να κάνει τις δεύτερες
οι μουσικές που με μεγάλωσαν
μπόγοι που κουβαλώ
φτάνουν κοντά μου
ανάποδα

*

ΤΟΠΙΟ ΜΕ ΚΑΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Μαραμένα φύλλα ταπετσαρίας
η μάνα με τον «Αστέρα» καθισμένη στο σκαμνάκι
οσμές από βιβλία εικονογραφημένα

∆οξασμένη εποχή των μονοκοτυλήδονων

*Από τη συλλογή “Παραμύθια ανάποδα”, εκδ, Θεμέλιο, 2020.

**Στη φωτογραφία: Sabine Weiss, Rainy Monday.

Γιώργος Κοζίας, Τρία ποιήματα (και στα γερμανικά) 

Die Operette der Hunde

Mylords, ich präsentiere euch die treuen Hunde,
die Bastarde der Demokratie,
die Köter der städtischen Klasse,
Pudel, Terrier, Zwergspaniel.

Von Ewigkeit zu Ewigkeit
grüße ich meine eigene Rasse,

den schmutzigen Hund,
den Proletarier, Heimatlosen, Herumtreiber,
den Paranoiden, den unfassbaren Hundesohn,
den wütenden Surrealisten
den andalusischen Hund mit der glänzenden Klinge .

Mylords, ich bin nicht der Kavalier,
der Kamerad der Chefs.
Hündin aus Catania, schwarzes Geschoss…
Ich bin Sirius,
der strahlende Einzelstern, Alpha canis maioris.

#

Το εβραϊκό παντοπωλείο

Είμαστε εμείς που αναζητάμε
την Ομορφιά στιγματισμένη.
Είμαστε εμείς που το Άγνωστο
φθονούμε και το Μάταιο μας καταδιώκει.

Είμαστε εμείς που αγοράζουμε
τους απογοητευμένους εραστές.
Είμαστε εμείς που Ακόρεστοι πάλι
σπαράζουμε το κουφάρι του επιβήτορά μας.

Είμαστε εμείς τα κουταλάκια των πληβείων,
τα πασουμάκια και τα κομποσκοίνια των αγίων.
Είμαστε εμείς οι πορσελάνες των μικροαστών,
οι φιλήσυχοι, οι σιωπηλοί, οι νοικοκυραίοι.

Είμαστε εμείς κατεψυγμένα ομοιώματα
και κούκλες βιολογικές μισοτιμής.
Είμαστε εμείς η Αδηφαγία της ζωής.
Είμαστε εμείς η μόνη σας Ελπίς τοις μετρητοίς.

*

Der jüdische Laden

Wir sind es, die suchen
nach der Schönheit, die einen Makel hat.
Wir sind es, die das Unbekannte beneiden,
und uns verfolgt die Vergeblichkeit.

Wir sind es, die kaufen
Die enttäuschten Liebhaber.
Wir sind es, die wieder unersättlich
den Kadaver des Hengstes zerreißen.

Wir sind die Teelöffel der Plebejer,
die Hausschuhe und Rosenkränze der Heiligen.
Wir sind das Geschirr der Kleinbürger,
die Ruhigen, Schweigsamen, Familienväter.

Wir sind die tiefgekühlten Abbilder
und biologischen Puppen zum halben Preis.
Wir sind die Unersättlichkeit des Lebens.
Wir sind eure einzige Hoffnung in bar.

#

Απομεινάρια σε ένα ακόμα Βατερλώ

Κι αγαπηθήκαμε με άνομα κρεβάτια
αν σε στιγμές παραφοράς δοθήκαμε
στην ασωτία, στην αναίδεια

Αν ανοήτως υποκριθήκαμε
σε σάρκες αδύναμες
τάξαμε στέφανα κι αρραβώνες
ή ταπεινώσαμε άδικα εραστές

Τώρα που χάσαμε την μάχη
πεζοί επιστρέφουμε
ωραίοι κι άδοξοι αντάμα
ψάχνουμε ίσως κάποιο θαύμα

Η καθιέρωσις μας λείπει …
Δεν είμαστε οι πρώτοι
μήτε οι τελευταίοι
ρομαντικοί και τόσο νέοι

Πληρώνουμε την Μοίρα για να έχει
απομεινάρια σε ένα ακόμα Βατερλώ

*

Überbleibsel für ein zweites Waterloo

Wir lassen uns ein auf verbotene Liebschaften,
wenn wir in Momenten der Leidenschaft
der ungezügelten Schamlosigkeit nachgeben,

wenn wir uns der Schwäche
des Fleisches beugten,
versprachen wir Ehen und Verlobungen
oder demütigen die unpassenden Liebhaber.

Jetzt, da wir den Kampf verloren haben,
liegen wir am Boden,
schön und unrühmlich zugleich
finden wir vielleicht irgendein Wunder.

Uns fehlt der Segen…
Wir sind nicht die ersten
und auch nicht die letzten
so jungen Romantiker.

Wir zahlen für unser Schicksal, damit es
Überbleibsel gibt für ein zweites Waterloo.

**Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης & Dirk Uwe Hansen

*Πρώτη δημοσίευση των μεταφράσεων στο ηλεκτρονικό Φρέαρ, με ταυτόχρονη δημοσίευση στο περιοδικό Signaturen. https://frear.gr/?p=33114&fbclid=IwAR1_8SKSoyuYKo28diJiTinfR6pJjIj8dq_IQ4qMmxC13CWS_51eOwknWlA

Bernadette Mayer (12 Μαΐου 1945–22 Νοεμβρίου 2022), Ποίημα

Αρχίζω να αλλάζω
τη θέση αυτού του λιμανιού,
που τώρα συναντιέται με ένα κανάλι
και τα μέρη ενώνει μεταξύ τους.
Ύστερα συνεχίζει
λες και σε μία κωμόπολη οδηγεί,
με την επιδεξιότητα ενός χεριού
που από κάποια πράγματα ξεχειλίζει
και από κάποια άλλα όχι.
Το μάτι ξεκουράζεται
και βλέπουμε ό,τι υπάρχει
στο συνηθισμένο, κοινότοπο σκηνικό.
Αν και αυτό υπονοεί μία αρχή
στην οποία ουδέν σημείο αποδίδουμε,
εντούτοις ένα τέλος διαθέτει,
διότι κανένας αξιοσέβαστος επίσκοπος
τον τάφο του δεν κτίζει σε κακή εποχή.
Το τέλος που έρχεται
διόλου τόσο σημαντικό όσο η κίνηση
που κρατιέται στον αέρα
και στην πορεία της σταματά.
Τότε, προκειμένου να αλλάξει,
αντιστρέφει το τρένο
μίας διερχόμενης γραμμής
και όπως και πριν
ίσως στριφογυρίσει και καταλήξει
σε μία καινούργια θέση
που από κάτω θα φανεί.
Ετούτη η ιπτάμενη μεταστροφή
θέτει το σκηνικό
για μία καμπάνα.
Είπα περισσότερα
απ’ όσα βλέπει κανείς.
Η καμπάνα ξεγελά
περισσότερο από την όπερα.
Εάν από κάποιο πλοίο τον κόσμο ατενίσατε,
τότε δεν έχετε δει
τι το τελευταίο στην θάλασσα αφήνει
για να μαυρίσει την κορυφή και να την μεγαλώσει.
Για να βγεις από το λιμάνι,
οφείλεις να αποδειχθείς κόφτης δικτύων.

*Από τη συλλογή “A Bernadette Mayer Reader”, εκδ. New Directions 1992. Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος.

Hans Magnus Enzensberger (1929-2022), Τρία ποιήματα

ΕΝΘΥΜΟΥΜΕΝΟΣ ΤΗΝ ΚΑΚΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Το πρωινό του οικτιρμού που κυλάει στα μέλη σου
σαν λουμπάγκο’
η μέρα που γελοιοποιήθηκες για πάντα’
το απόβραδο εκείνο που κείτεσαι στο πάτωμα
με ματωμένη μύτη’
η ώρα που ανακαλύπτεις πως για δεκατέσσερα χρόνια
εννιά μήνες και δύο εβδομάδες έσφαλλες’
το λεπτό εκείνο που η ίδια σου η κόρη
σε βλέπει σαν ξένο’
η στιγμή που μπορείς να φανταστείς την αιχμή
του μαχαιριού στην πλάτη σου’
η στιγμή που βρίσκεις το αποχαιρετιστήριο γράμμα
στο τραπεζάκι της κουζίνας’
το δέκατο του δευτερολέπτου που η χιονοστιβάδα
κάτω από τα πόδια σου αρχίζει να κυλάει’
και πριν και μετά
όλες εκεινες οι αδιανόητα απειράριθμες στιγμές
που δεν σου καιγόταν καρφάκι.

*

ΚΑΤΑΜΕΡΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Όλα όσα δεν μπορείς να κάνεις:
Να προσγειώσεις ένα φορτωμένο τζάμπο
να αποδείξεις το θεώρημα του Μορντέλ
να πλέξεις – άλλοι το κάνουν για εσένα,
ατάλαντος καθώς είσαι εξαρτημένος
από τον Άγιο Florian,
από τον διευθυντή φυλακών, τον άνθρωπο
με τις αποστειρωμένες λαβίδες, τον χειρομάντη,
τον σκουπιδιάρη, τον γιατρό
και, κυρίως, από τη Μανούλα.
Όλοι αυτοί μπορούν να κάνουν κάτι, να συνεισφέρουν
στη διατήρησή σου, να σε ψυχαγωγήσουν,
να σου κρατήσουν παρέα, είτε
το επιθυμείς, είτε όχι,
ενώ εσύ;

*

ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ ΠΛΑΝΟ

Η βροντή της αυγουστιάτικης νύχτας με ξύπνησε,
αλλά εσύ πέταξες μακριά το σεντόνι στον ύπνο σου,
ανονείρευτη, ασυγκίνητη από την καταιγίδα.
Αστραπές μαγνησίου τυφλώνουν
τα κλειστά σου βλέφαρα.
Ένα λευκό βιολετί φωτίζει τους γοφούς σου που ανασαίνουν
ενώ ξανά και ξανά το νερό φλυαρεί χορεύοντας
πάνω στη στέγη.

*Από τη συλλογή “Η Ιστορία των Νεφών” (2003). Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Hans Magnus Enzensberger, Η ιστορία των νεφών και άλλα ποιήματα”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάρτης 2016. Μετάφραση: Γιώργος Πρεβεδουράκης.

Χρήστος Νιάρος, Παλινδρομήσεις των μέσων μεταφοράς

Οι μέρες συρρικνωμένα βαγόνια τρένων,
διαδρομές υπερηχητικών αεροπλάνων οι νύχτες της λήθης,
και το φεγγάρι ο τελικός προορισμός των βηματισμών μας.
Έτσι γνωρίζουμε και την πόλη καλύτερα και οι αλήθειες της στιγμής
που κάνουν παλινδρομήσεις από δωμάτιο σε δωμάτιο,
στους καθρεφτισμούς του ιδρώτα μας τα αφηρημένα λόγια των
ονείρων τους,
δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στα εύθραυστα του χρόνου σημεία.
Με λεπτομέρειες και συνταγολόγια,
νύχτες που διανυκτερεύουν με το φώς του διαδρόμου απογειώσεις
και αποχαιρετισμοί μας,
γίνονται ένα
στην άκρη των ματιών μας τα κύματά τους ηρεμούν.
Μα οι βουτιές καλοκαιριού και τα καράβια της γραμμής που λικνίζονται,
στο βάθος του πελάγους
μπορεί και των νεόπλουτων καράβια,
είπες να ‘ναι αλλά τι μας νοιάζει συμπλήρωσα και έδειχνες στο
άγνωστο του ορίζοντα με τα δάχτυλα και το φεγγάρι
και εκεί που μας βγάζει η στιγμή τους,
το τέλος του ταξιδιού μας δεν πιάνει λιμάνι.
Μια ακόμη παλινδρόμηση με μεταφορές και παρομοιώσεις μένει στα
χαρτιά και στις φωτογραφίες τις τόσο αναμνηστικές,
κάρτ ποστάλ και μυρουδιές τους ακόμη ταξιδεύουν.
Με ωτοστόπ ταξιδέψαμε,
κανένα ταξί δεν μας περίμενε στην εξώπορτα και συνεχίζαμε το ίδιο
και πίσω από τις κουρτίνες των λίγων τετραγωνικών μας,
όρθιοι και καθιστοί κρατούσαμε χέρι με χέρι το δευτερόλεπτο να μην φύγει άσκοπα από δίπλα μας,
μια στο ταβάνι, μια στο πάτωμα,
κατοικούσαμε τις εποχές και ό,τι αφήσαμε πίσω μας,
παλινδρομεί συμπτωματικά και εν γνώση μας μπροστά μας,
λες και είναι ένας σταθμός επιβίβασης και μας περιμένει.
Σαν ανταμοιβή ή σαν φιλοδώρημα η καλή πλευρά του χρόνου,
μας μοιράζει ακόμη κουράγιο και συμπάθεια,
και ξεδιπλώνουμε και τους λερωμένους χάρτες από τις τσέπες μας,
τα τόσα ταξίδια των δαχτύλων μας σε μια άλλη δοκιμασία γεύσης
και με τα απολύτως απαραίτητα όπως δυο ρουχαλάκια για αλλαξιά
και αυθορμησιά στα μάτια δείχνουν καινούργιους δρόμους
Χωρίς ενδοιασμό τραβάμε και την κουρτίνα των ονείρων
Ό,τι προκύψει, ας μας βρει.

Μελβούρνη 2022

William Carlos Williams, Τέσσερα ποιήματα

EL HOMRE

Ένα παράξενο θάρρος
μου δίνεις αρχαίο αστέρι :
Φώτισε μόνο σου την χαραυγή
που τίποτα δεν της δανείζεις!

*

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΤΟΙΧΟΥΣ

Στις πίσω πτέρυγες
του
νοσοκομείου όπου
τίποτα
δε φυτρώνει ριγμένες
στάχτες
κι ανάμεσά τους λάμπουν
τα σπασμένα
κομμάτια μιας πράσινης
μπουκάλας

*

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΡΟΤΣΑΚΙ

Πολλά μπορούν να συμβούν
από
ένα κόκκινο
καροτσάκι
που αστράφτει από βρόχινο
νερό
κοντά στις άσπρες
κότες

*

ΑΥΤΟ ΣΟΥ ΛΕΩ ΜΟΝΟ

Έφαγα
τα δαμάσκηνα
που ήταν στην
παγωνιέρα
και που
είχες πιθανόν
φυλάξει
για πρόγευμα
Συγχώρησέ με
ήταν νόστιμα
τόσο γλυκά
και τόσο κρύα

*Μετάφραση: Τάσος Κόρφης.