Γρηγόρης Σακαλής, Τρία ποιήματα

ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΙΑ

Μαθαίνοντας
να ζω το σήμερα
πρέπει να φονεύσω το παρελθόν
να αγνοήσω το μέλλον
όσο έχουν βάρος
στη συνείδησή μου
με τραβάνε προς τα κάτω
επαναλαμβάνομαι
αδρανώ
φοβάμαι τις συνέπειες
κι έτσι δεν ζω
σαν το ποτάμι
πρέπει να κυλώ
που πίσω δεν γυρίζει
να μην υπερβάλλει η σκέψη
το ίδιο και η δράση
στο σήμερα να ζω
χαρά είναι κι ευλογία

*

ΚΟΙΝΗ ΜΟΙΡΑ

Μέσα στην καυτή πεδιάδα
ένας άνεμος Σιμούν
φέρνει άμμο από την Αφρική.
Οι ψυχές διάτρητες
σκορπίζονται στον ουρανό
τα σώματα χοροπηδάνε
στην επιφάνεια της γης
φούσκες που ξεφουσκώνουν με μιας.
Η καταστροφή επέρχεται
επί δικαίων και αδίκων
φαίνεται να είναι
νόμος της φύσης
διαψεύδει προσδοκίες
φωλιασμένες στη συνείδηση
αιώνων
το καθιερωμένο
δεν είναι πάντα το σωστό
όταν βλέπεις το κακό
δεν μπορείς να κλείνεις τα μάτια.

*

ΑΧΡΟΝΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ

Διαλογίζομαι
σιγά-σιγά
βγάζω απ΄ το νου μου
κάθε σκέψη
καθαρίζω το μυαλό
το σώμα μου ελαφραίνει
ίπταται
πάνω απ΄ τα σπίτια
πάνω απ’ τους δρόμους
τραβάει για τα βουνά
εκεί είναι η θέση μου
δίπλα στις αετοφωλιές
στα αιωνόβια δέντρα
από κάτω
μια αίσθηση πληρότητας
με κυριεύει
να ‘ναι η αγάπη για κάθε τι
να ‘ναι η συμπαντική αγάπη
ο χρόνος σταματάει
κι όταν επιστρέφω
στην πραγματικότητα
νιώθω πως ξαναγεννήθηκα.

*Από τη συλλογή “Άχρονη μετάβαση”, εκδ. Ενδυμίων, 2018.

Βασίλης Κουντζάκης, Δύο ποιήματα

Artwork: Joy Hester (1920-1960)

ΘΕΡΙΝΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ

Πόσο εύκολα διαλύεται
μια υπόθεση
καθώς η νύχτα
γλυστρά μυστικά
σε λεπτή επιφάνεια

αντίλαλοι τυλίγουν
ήχους μιας μηχανής
διαστήματα σιωπής

εικόνες σκίζονται
στο πέταγμα ενός πουλιού
στ’ ανατρίχιασμα
της διακοπής
ενός ανήσυχου ύπνου.

*

ΑΚΤΗ

Νυχτώνει
στα βράχια τούτα δω
κύματα σκάβουν σιγά σιγά σπηλιές
αντίλαλος τυλίγει
με του σκοταδιού τον ερχομό
τις οιμωγές μιας γέννας

Εδώ βρίσκονται τ’ απομεινάρια
του πέπλου που ύφαναν
της αράχνης οι ιστοί
γύρω από έναν κόσμο

Οι σωροί απο φύκια που σάπισαν
θάβουν αναμνήσεις, κονιορτούς
φωνές κι απόηχους καλοκαιριού

Το τραγούδι μας πια δεν ακούγεται.

*Από τη συλλογή “Το απέναντι κάθισμα”, εκδ. Εκάτη, 2020.

Έφη Καλογεροπούλου, Δύο ποιήματα

FLIGHT / ΦΥΓΗ

There
in an abrupt turn in the road
a rapid movement of the wind
the sinking of the slightest
we left something of ours
lost for good
if you stretch your hand
you’ll feel it
remnant of truth
broken wing of Immortality
if you stretch your hand
if…

Εκεί
σε μια απότομη στροφή του δρόμου
σ’ έναν ελιγμό του αέρα
σ’ ένα βύθισμα του ελάχιστου
αφήσαμε κάτι δικό μας
που χάθηκε για πάντα
αν απλώσεις το χέρι
το νιώθεις
απομεινάρι αλήθειας
σπασμένο φτερό Αθανασίας
αν απλώσεις το χέρι
αν…

*

IMMOBILITY / ΑΚΙΝΗΣΙΑ

Polysyllabic nothingness
Slaughter passage
But how strange
though nothing!
It doesn’t fit in everything.

Πολυσύλλαβο το τίποτα
Διάδρομος σφαγής
Μα αν και τίποτα
τι παράξενο!
Δεν χωράει στο όλα.

*Από τη συλλογή “Στην εξορία του βλέμματος / Banished look”, εκδ. Κουκκίδα, 2019. Αγγλική μετάφραση: Γάννης Γκούμας.

Serhiy Zhadan, Πάρε μόνο ό,τι είναι πιο σημαντικό

photo by Mark Power | Magnum photos

Πάρε μόνο ό,τι είναι πιο σημαντικό. Πάρε τα γράμματα.
Πάρε ό,τι μόνος σου μπορείς να μεταφέρεις.
Πάρε τις εικόνες και το κέντημα, πάρε το ασήμι,
Πάρε τον ξύλινο σταυρό και τα χρυσά ομοιώματα.

Πάρε ψωμί και τα λαχανικά, και φύγε.
Ποτέ πια δε θα γυρίσουμε εδώ.
Ποτέ πια δε θ’ αντικρύσουμε την πόλη μας.
Πάρε τα γράμματα. Όλα. Ως και το τελευταίο πικρό χαρτί.

Ποτέ πια δε θα μπούμε στα νυχτερινά μπακάλικα.
Ποτέ πια δε θα πιούμε απ’ το ξερό πηγάδι.
Ποτέ πια δε θα δούμε γνώριμα πρόσωπα.
Εγώ κι εσύ είμαστε πρόσφυγες. Θα τρέχουμε όλη νύχτα.

Θα τρέχουμε μέσα από χωράφια με ηλιοτρόπια.
Θα τρέχουμε μακριά απ’ τα σκυλιά, θα ξαποσταίνουμε ανάμεσα στις αγελάδες.
Θα μαζεύουμε το νερό με τις παλάμες, περιμένοντας στα στρατόπεδα,
ενοχλώντας τους δράκους επάνω στις σημαίες του πολέμου.

Δε θα γυρίσεις και οι φίλοι δεν θα επιστρέψουν πια.
Δε θα υπάρχουν κουζίνες που καπνίζουν, δουλειές συνηθισμένες,
δε θα υπάρχουν ονειρικά φώτα σε νυσταγμένες πόλεις,
δε θα υπάρχουν πράσινες κοιλάδες, προαστιακές ερημιές.

Ο ήλιος θα είναι μια μουντζούρα στο παράθυρο των κλεισμένων θέσεων,
περνώντας ορμητικά από λάκκους χολέρας καλυμμένους με ασβέστη.
Θα υπάρχει αίμα στα τακούνια των γυναικών,
κουρασμένοι φρουροί στα χιόνια των συνόρων,

ένας ταχυδρόμος με άδειες τσάντες πυροβολημένος,
ένας παπάς με ξέγνοιαστο χαμόγελο απ’ τα πλευρά του κρεμασμένος,
η ησυχία ενός νεκροταφείου, ο θόρυβος ενός διοικητηρίου,
λίστες νεκρών, τυπωμένες χωρίς διόρθωση

τόσο μακριές που ο χρόνος δε θα φτάνει
σ’ αυτές να ψάχνεις κάθε μέρα το όνομα σου.

Ιούνιος 2014

*Ο Serhiy Zhadan (γεν. 1974) είναι Ουκρανός ποιητής. Απόδοση: Μαρία Θεοφιλάκου.

**Το πήραμε από εδώ: https://trenopoiisis.blogspot.com/2022/05/serhiy-zhadan-take-only-what-is-most-important.html?fbclid=IwAR2G094kSUE75hRtwdl-DzoATv5dVtn5d7EV9e1yloGwZC9RnhQrk76Q8kI

***Για το ποίημα στα ουκρανικά και στα αγγλικά: 
https://www.wordsforwar.com/take-only-what-is-most-important

Θεόδωρος Ντόρρος, Ξεμούδιασμα

Η σπιθερή ματιά ενός “καλού πελάτη”, ακολάκευτη, μονολογεί.
Όπως το κάνει πάντα αυτός.
Και μπρος στο γέλιο μιας κοκότας.
΄Ετσι, ανόητα,
προσμένει να μιλήσει στα κρυφά του:
“-Ω! Τέτοια μουσική! Συ μου βουβαίνεις
της ατόξινης αλήθειας τη φωνή πως είν’
αλλού εκείνα τ’ άλλα… πολύ αλλού.
Μου πνίγεις μέσα μου τον πόνο μακρινής
αλήθειας σαν έτσι αναιμίζεις τις ύπουλές μου
αγιότητες.
Σ΄ όλους το ίδιο κάνεις.
Γι’ αυτό δε βλέπω το γελοίο μου.

Και παύεις.
Τόσο μονάχα
ως που να δω σταματημένα όλα.”

*Από το βιβλίο της Μαρίας Αθανασοπούλου “Θεόδωρος Ντόρρος, Στου γλυτωμού το χάζι”, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005.

Χρίστος Κασσιανής, Σκακιέρα ενός βροχερού Ιουνίου 

Η σκακιέρα υπό βροχή,
έμεινε ασυμπλήρωτη
στ’ αργό καλοκαίρι,
μες στα απέραντα χωρίς μας.

Στον βροχερό Ιούνη
ακίνητοι με τις πολύχρωμες ομπρέλες,
ξέσπασμα βροχής στ’ αργό απόγευμα
που σταθήκαμε ακίνητοι.

Σε μια πρώτη κίνηση που δεν έγινε,
σε μια παρτίδα που δεν ξεκίνησε,
κενά τετράγωνα με άλογα τρελά
ν’ αναπληρώνουν την έλλειψη τρελών
κι άγνωστοι στρατιώτες
βουλιαγμένοι στα πλημμυρισμένα χαρακώματα.

Κι εμείς ξεχασμένοι άγνωστοι,
Πότε μέσα, πότε έξω,
σε δρόμους χωριστούς,
αλλάζουμε θέσεις στο ίδιο ποτάμι,
σκοντάφτουμε με μάτια ανοιχτά.

Ασπρόμαυρη βασίλισσα εσύ,
αλλάζεις ρούχα κάθε τόσο,
εκτός ισορροπίας στα υψώματα των τετραγώνων,
με μένα κρυφή αλλαγή εκτός της σκακιέρας σου
να ρίχνω βλέμματα στον πύργο σου
και χλιμιντρίζω στον χλωμό βασιλιά σου
κρυμμένο πίσω απ’ τους δικούς του πύργους.

Να σώσει ένα βασίλειο σε μια κενή παρτίδα.

Ζεστές ανεμώνες κατεβάζει η βροχή,
δεν θα’ ναι έτσι πάντα ο καιρός,
στην ασπρόμαυρη ιστορία μας
που αργεί να ξεκινήσει.

Ιούνιος 2021

Αργύρης Μαρνέρος, Δύο ποιήματα

ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟΝ

Κάθισε και παράγγειλε
Τον καφέ του
Την πάστα του
Τα τσιγάρα του
Τις μπιζάμες του
Τον ύπνο του
Τον θάνατό του.

*Από τη συλλογή “Σκοτεινός θάλαμος“, 1975.
**Το πήραμε από εδώ: https://poiimata.com/2022/06/15/zaharoplasteion-marneros/

*

ΕΚΕΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΘΑ ΒΡΕΙΣ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ

Στο χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα
Στα γράμματα στις λέξεις στις προτάσεις
Εκεί ανάμεσα θα βρεις τον ποιητή
Ν’ ανθίζει εκεί να πελεκάει τις πέτρες
Τις πολύχρωμες για το ουράνιο γιοφύρι
Εκεί ανάμεσα ο θεμέλιος λίθος
Πάνω στο στήθος να πατάει τον ποιητή
Έτσι θα έχει ανθρώπινη ανάσα το γιοφύρι
Ανάμεσα στα γράμματα στις λέξεις στις προτάσεις.

*Από τη συλλογή “Αίθουσα αναμονής”, 2003.

Μαρία Ξενουδάκη, Δύο ποιήματα

Η φυγή ερμαφρόδιτη κάθεται κι αγναντεύει
Πεταμένες “κοραλιογενέις νήσοι”
προσμένουν τη φαντασία σε πορσελάνινο τραπέζι,
στρώσαν απάνω τους χορό τα καγκουρώ.
Η φαντασία λίμνασε στη Φωκίωνος Νέγρη
και κανείς φυγόδικος δεν έρχεται να τη σώσει.
Ανθρωποφάγοι με ρούχα κανονικά,
μονόκλ, γάντια σεβρό και σκουλαρίκια,
χαριετίζονται πάνω στη σιφόν καρδιά μου.
και οι κατάδικοι στη “Νέα Γουιάνα” είναι δεμένοι.

*

Σιωπές απόμακρες γεμάτες αγωνία,
η μουσική,
η δίβουλη λήθη,
διάφορα σκόρπια αντικείμενα,
αράχνες να κεντρίζουν την περιέργεια,
ενέδρες ανανδρείας
το πιάνο ακουμπισμένο στον αγώνα του Μπετόβεν.
Ο Πόε καγχάζει η ζωή παίζει σκάκι
και τα λοιπά.
Αποτεφρώνομαι.

*Από τη συλλογή “Πέμπτη διάσταση”. εκδ. Γνώση, 1984.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΦΙΛΙΑ ΤΩΝ ΖΩΝΤΑΝΩΝ

Ήρθες τη νύχτα που καιγόταν η Πάρνηθα
Εγώ τότε δεν μπορύσα ν’ αναπνεύσω
Χρειαζόμουν το φιλί σου για να ζήσω
πέρασαν δεκατέσσερα χρόνια

Τώρα δαγκώνουμε τα χείλη μας
Βάζουμε δύναμη
-πονάνε οι αρθρώσεις-

Ζούμε το ποίημα
Που δεν έχει τέλος

*

ΤΟ ΦΙΛΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΣ ΠΟΤΕ

Ασπόνδηλος ο χρησμός
καπνός που ανεβαίνει
ακολουθώντας τους νόμους της φυσικής

Δεν υπάρχουν θεϊκοί στίχοι,
ο Θεός δεν είναι ανεμούριο να δείχνει

Αν βλέπεις κάτι
αυτό είναι το φιλί στο
μέτωπο του νεκρού πατέρα

*

“ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ ΣΑΝ ΗΜΟΥΝΑ”

αντάλλασσα διπλά χαρτάκια
συνήθως ποδοσφαιριστών
Στόχος να γεμίσει
το άλμπουμ των ομάδων

Τώρα γεμίζω το δικό μου άλμπουμ
που το συμπληρώνω με ταχύτητα
και ας μην έχω διπλά
χαρτάκια ν’ ανταλλάξω

*Από τη συλλογή “Οι ψιθυρισμοί του πένθους πάνω από την πόλη”, εκδ. Οδός Πανός, Φεβρουάριος 2022.

Γιώργος Κοζίας, Τρία ποιήματα

ΚΗΠΟΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Υπάρχει κήπος στη θάλασσα

η Δονούσα, τα Κουφονήσια, η Κέρος
η Σχοινούσα, η Ηρακλειά, τα Αβελονήσια
ο Άγιος Ανδρέας, η Άργιλος, το Ασπρονήσι
το Βενέτικο, η Βούλγαρη, το Γλαρονήσι

κι όπου το κύμα σε φιλά
γλυκιά γοργόνα κι όπου σε παίρνει
το λίκνισμα των κοραλλιών
και της τρελής σελήνης

η Κλιδούρα, ο Λάζαρος, οι Μακάρες
οι Μελάντιοι, ο Μοσχονάς, η Οφιδούσσα
οι Πλάκες, το Πλακί, η Πρασούρα
η Σκάνδια, το Σκυλονήσι, το Τσουλούφι

Ναι, υπάρχει κήπος στη θάλασσα

το Αγκαλιασμένο είναι εδώ
κι ολόγυμνο το Γαλάζιο της Ουσίας
Πασών των Μικρών Κυκλάδων
στο Χτες, στο Σήμερα και στο Παντοτινό.

*Από τη συλλογή “Εξάγγελος”, εκδ. Περισπωμένη 2021.

*

ΤΟ ΠΑΛΤΟΥΔΑΚΙ ΤΗΣ ΜΟΔΟΣ

Παρακαλώ σας,
ένα πανωφόρι ψάχνω της προκοπής,
ένα παλτουδάκι της μοδός,
να μην έχει φθαρεί
από δυστυχίες εξευτελιστικές,
δοκιμασίες απαίσιες φρικτές,
να κρύψω το ταλαίπωρο κορμί μου,
να υποδεχτώ τα Επερχόμενα.

Ω επιτήδειοι, ω ευυπόληπτοι,
εσείς οι κατέχοντες,
οι συμβεβλημένα διασωθέντες,
πριν ντύσουμε τους νεκρούς, πηγαίνετε
να αναγγείλετε στους ζωντανούς
πως έζησαν ολόγυμνοι στο Απροσδόκητο

-έρμαια, αθύρματα, κουκλάκια μίας χρήσεως –
οι Αμλέτοι, οι βαρκάρηδες,
η Μπαραμπαντού, οι φτωχοδιάβολοι,

μέχρι το τελευταίο κουμπάκι στο παλτουδάκι της μοδός.

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιάν…”, εκδ. Περισπωμένη. 2017.

*

Η ΟΠΕΡΕΤΑ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ

Μυλόρδοι, σας χαρίζω τα πιστά λαγωνικά,
τους μπάσταρδους της δημοκρατίας,
της αστικής τάξης τα κοπρόσκυλα
Κανίς, Τερριέ, Παπιγιόν.

Εις τους αιώνες των αιώνων
την δική μου ράτσα χαιρετώ

τον λερωμένο σκύλο
τον προλετάριο, τον άστεγο, τον μετανάστη
τον παρανοϊκό, τον αντάρτη σκύλας γιο
τον λυσσασμένο υπερρεαλιστή
τον Ανδαλουσιανό σκύλο με το αστραφτερό ξυράφι.

Μυλόρδοι, δεν είμαι ο Καβαλιέρ
ο σύντροφος των αφεντικών.
Σκύλα Κατάνη, μαύρη βολίδα…
Είμαι ο Σείριος,
ο λαμπρός μοναδικός, το Άλφα του Μεγάλου Κυνός.

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιάν…”, εκδ. Περισπωμένη. 2017.