Ζωή Δικταίου, Άκου Ευρώπη

Καλότυχη δεν θα ’λεγα στις μέρες μας,
πως είσαι Ευρώπη
και δεν θα νιώθεις τη χαρά που άλλοτε
στις παρυφές της Δίκτης, έδρεψες σε άλσος ιερό,
με στάχια ώριμα του θερισμού
και δάφνες στο κεφάλι
με τους καρπούς του Έρωτα
και τα μήλα του πόθου στα χέρια.
Τις έγνοιες και τους κόμπους απ’ τη σκέψη σου
δεν έχεις βρει τρόπο να λύσεις,
ακόμη αγαπημένη.
Μάταια ψάχνεις να κρυφτείς
μέσα στην άβυσσο που έχτισες
μάταια, γιατί οι ναοί σου γέμισαν θυσίες
και θρήνοι αντηχούν στις ρεματιές σου,
μάταια, γιατί η αναπάντεχη ώρα έφτασε
γιατί, κρατώ στο χέρι εγώ τον κεραυνό,
μην το ξεχνάς,
ο νους σου θα γυρίζει πάντα εδώ τις νύχτες
κι εδώ θα σβήνεις την ξανθή σου φλόγα.
Να ξέρεις,
άλλους ύμνους δεν θ’ ακούσεις την αυγή
να υψώνονται για εσένα στους αιθέρες
και λόγια απ’ τα ουράνια βάθη
δεν θα ειπωθούν ξανά
όσο η αρετή σου πλέει μες στο βούρκο
και εσύ σε σάπια πέλαγα
αφήνεις να βουλιάζει η στέρεη δόξα σου.
Όχι, πριν η λαχτάρα σου
για το καινούριο αγκάλιασμα φανερωθεί
όχι, πριν δέσεις τη λευκή κορδέλα
στο λαιμό του ταύρου
και πλύνεις με το δάκρυ σου
το αίμα και το κρίμα
από χιλιάδες που άφησες πληγές
ν’ ανοίξει ο εγωισμός,
όχι, πριν του Ζέφυρου οι πνοές
διαλαλήσουν στα πέρατα του κόσμου
πως θέλεις να είσαι, δική μου,
για να μείνεις η Ευρώπη του μύθου,
δική μου, στο δικό μου ακαταμέτρητο σύμπαν.
Όχι και στο θυμό μου, γενναιόδωρος μαζί σου,
δεν θέλω να γυρνάς με πείσμα αλύγιστο,
χωρίς να έχεις την ταυτότητα που σου έδωσα
όχι θνητή, εσένα που σου φύσηξα θεία πνοή και φως
μεθώντας με το ρόδινο βελούδο των χειλιών σου,
νεκρή και σκοτεινή ψυχή
δεν θα σε θέλουν οι αιώνες που έρχονται
και θα ρωτήσει η Ιστορία, τους αιώνες.
Πως γίνεται να λησμονάς το ρίσκο σου
να με ακολουθήσεις στο ταξίδι,
θυμήσου θυγατέρα των κέδρων της Ανατολής,
Ευρώπη, που σε ανάθρεψε η Φοινίκη
με άσπρο χυλό και μέλι,
όταν στην Κρήτη φτάνοντας σε αγκάλιασα
στο χώμα κοίταζες κατακόκκινη και ντροπαλή
η Κρήτη, ευλόγησε την ένωση μας…
Δεν έχεις παρά να κοιτάξεις
απ’ τη χαραμάδα της μνήμης,
το Μάη, όταν ανθούν οι παπαρούνες στον κάμπο
έχουν το χνούδι των χειλιών σου,
απ’ τα φιλιά και τους χυμούς που πότισαν τη γη
και τώρα, πως δε λογαριάζεις
τίποτα απ’ τα ακριβά που έζησες
και πως ατίμητα στεφάνια θέλεις
να φορείς με ψεύτικα στολίδια
και είναι η βούληση σου εκδικήτρα κι άδικη.
Γιατί τα πλήθια κύματα του Αιγαίου δεν ακούς
παρά ποθείς τις συμφορές και τους θανάτους των λαών
κι αμέτρητους τρόπους μηχανεύεσαι
για να γεννάς κακομοιριές και πάθη.
Αφήνεις δίχως έλεος, άσπλαχνα,
να παίρνουν αποφάσεις, άρχοντες λέει,
μα δεν είναι οι άρχοντες σου θεοτίμητοι,
και συ θαρρείς πως κάθεσαι ειρηνικά στο θρόνο,
μα δεν ακούς… ο πόλεμος σέρνεται γύρω σου.
Ευρώπη, δεν είναι οι Κορύβαντες Κουρήτες
που χτυπούν τα κύμβαλα
δεν είναι ο χορός της μύησης σου,
και τα τραγούδια, δεν είναι των Μουσών.
Ήχοι βαρβάρων, που έχουν πόθο αψύ τον πλούτο
και παραχορτασμένοι που την ύβρη υπηρετούν
αυτοί, το θάνατο σου μηχανεύονται με αυθάδεια
και μοίρα ολέθρου σου ετοιμάζουν για ξημέρωμα.
Ευρώπη, ποιος να σε ξυπνήσει από το λήθαργο,
στον ύπνο σου, άλλοι,
σχεδιάζουν σπαραγμούς και οδύνες
υψώθηκαν πάνω απ’ το μέτρο οι μνηστήρες
και θαρρούν πως τράνεψαν, τόσο,
για να μπορούν και τους θεούς να μέμφονται
πικροί αντίπαλοι μ’ αδικομαζωμένα κέρδη
αδείλιαστα τη μοιρασιά έχουν βάλει στο βωμό
καταραμένοι και ξεδιάντροποι θα σβήσουν στον αιώνα.
Έτσι όπως είσαι, δεν σου αξίζουν ρόδα ανθισμένα
μισώ τους τρόπους σου, μα όχι εσένα,
αστραφτερό το βλέμμα πια δεν έχεις
και η μέρα ήρθε που τη δόξα τερματίζει
ήρθε, με τον ψίθυρο που δεν ήθελες να ακούσεις
κι ήταν δικός μου ο ψίθυρος,
αυτόν που ο Νότος, μέσα από χιλιάδες φυλλωσιές
πάσκισε να σου φέρει, με το φεγγάρι στο κανίσκι
και τα άστρα στα δίχτυα,
να σου θυμίσει τ’ αφρισμένα κύματα που πέρασες
σαν άστραφτε το φιλντισένιο σώμα σου
κάτω από τον ήλιο της Δήλου
και απ’ το κρασί που ήπιες και μέθυσες
είχε κρατήσει το άρωμα,
για να σε πείσει να λυγίσεις
μα εσύ, είσαι ήδη
στα στενά της Χάρυβδης παραδομένη.
Αύριο… Ευρώπη,
όταν τη σκουριασμένη διαμαρτύρηση
από την πόρτα που έκλεισες θ’ ακούς,
μόνη θα ’ρθεις, ικέτιδα με δίχως όνομα,
στο δρόμο το στενό
της ανελέητης ανάγκης σα βρεθείς
την αλυσίδα σου, στα πόδια μου να ρίξεις.
Τα πληγωμένα μου αγάλματα θρηνούν
μα όχι τόσο για τα σπασμένα μέλη τους,
όσο γι’ αυτή την ξενιτιά που όρισες πατρίδα.
Βαριά τα βλέφαρα σου κλείνεις
θαρρείς και δεν αισθάνεσαι πως δεν ανήκουν
σε κανένα από τα βάθρα σου, οι Καρυάτιδες
και η Αφροδίτη και η Νίκη κι ο Αρπιστής
και η πληγωμένη μου, η γενναία Αμαζόνα
και τ’ άλλα σμιλεμένα μάρμαρα,
δικά μου, ταγμένα
στα μεγάλα μου ιερά να στέφονται
με καταπόρφυρες ροές από το άρμα του ήλιου
αγγέλλοντας το δίκαιο όρκο της τιμής και της ζωής
όταν η αγάπη των κοινών θνητών
πυργώνει πιο ψηλά από τα νέφη και τον Όλυμπο
τον αθάνατο Έρωτα και το υφάδι της Ελευθερίας
χαλκεύοντας τους νόμους της φυλής
στ’ αμόνι της αλήθειας.
Θα μου γυρέψεις αμοιβή της αρετής,
μα δεν θα λάβεις, ποιας αρετής,
βλέπεις, λησμόνησες τη θεία Ευγνωμοσύνη
κι εγώ, μετρώ τ’ αποκεφαλισμένα όνειρα.
Σαν τι θα γίνεις, αν εκείνα που σου χάρισα
στης λήθης το ποτάμι αφήσω να κυλήσουν,
πως λόγο θα αρθρώσεις για τον Έρωτα
και στην ψυχή, ποια θεραπεία, με ποια λέξη,
σε ποιο αμφιθέατρο η Δημοκρατία να υμνηθεί
και πως ο ενθουσιασμός να σε οδηγήσει σε συμπόσια,
η μελωδία, η αρμονία, ο χορός, που θα βρουν θέατρα,
και πως θα αποκαλείς τις πιο μεγάλες σου ορχήστρες.
Ακαδημία και φιλοσοφία και φαινόμενα και σκέψη
δώρα, προικιά πολιτισμού
πιότερο κι απ΄ του κόσμου το χρυσάφι
ακριβό το πνεύμα.
Σκέψου, όταν μελαγχολήσεις από φόβο,
που θα βρεις φωνή να το ιστορήσεις.
Μα πάλι, δεν μπορώ να σ’ αρνηθώ
γι’ αυτό πλατεία σου ετοίμασα
ανάβοντας ξανά αρχαίους πυρσούς,
στη Δίκτη, εκεί πρώτη φορά, στο λίκνο μου
σε κλίνη από μάρμαρο λευκό περίτεχνο,
τρύγησα του ανθοστόλιστου κορμιού σου
τη χαρά και τη συγκίνηση
και εσύ την πιο τρανή τη δόξα,
τότε κέρδισες, Ευρώπη.
Λύρα εφτάχορδη σου πρόσφερα, ν’ ακούς,
να μη μπορείς να κρατηθείς μακριά
κι από τη φλογισμένη αστραπή του πόθου σου,
ποτέ να μην λυθείς και να ξεφύγεις.
Ο χρυσαετός θα λύσει τον αρχαίο χρησμό σε Ανατολή
αγέννητο παιδί θα στο μηνύσει
και με λαχτάρα
για το γυρισμό σου θα μιλήσεις
στη Δύση, με έργα βαθυστόχαστα,
έδωσε η μάντις η τυφλή απάντηση στο χρόνο,
σαν καταλάβεις πως σε χθόνιο αγώνα σε τραβούν
και σπέρματα κακού φυτρώνουν,
όλο πιο πολλά στη γη σου,
την ώρα που αψηφάς τον κίνδυνο που ελλοχεύει,
γυρνάς δήθεν αμέριμνη,
με το χυδαίο χιτώνα της αλαζονείας
αυτόν που σε έχει αλλοτριώσει
και παιανίζεις την αυτοκαταστροφή, τρελή,
στη συνδιαλλαγή με τους εμπόρους του θανάτου.
Ιέρειες του πόνου άλλες
δεν θα βρεις να σε υπηρετήσουν
στον κύκλο του Έρωτα αγιάζει η συμφιλίωση
κι είναι το νήμα ασήμι και χρυσό μιας άλλης έλευσης.
Θα μείνω εδώ, η ελπίδα αντέχει
στη χώρα που γεννήθηκε το φως
να περιμένω, το προσωπείο να πετάξεις
κι αυτά τα χάρτινα κλειδιά του δεσμοφύλακα
τα βρόμικα, να ρίξεις στην πυρά
κι όχι ψυχές, λάθη που είχες κάνει κι άλλοτε…
Θα μείνω εδώ, η ελπίδα αντέχει
στη χώρα που γεννήθηκε το φως
να περιμένω, αψίδα Ειρήνης θα σου πλέξω
με μυρτιές και κληματόβεργες
απ’ τα ηφαίστεια νησιά
από την τυραννία και το χλευασμό να σε γλιτώσω.
Θα μείνω εδώ, η ελπίδα αντέχει
στη χώρα που γεννήθηκε το φως
να περιμένω, στ’ αλώνια τα πανσέληνα
εδώ που ξύπνησε
η καρδιά κι ο νους της οικουμένης
έλα, ν’ αφουγκραστείς απ’ την αρχή
το μέλλον σου, Ευρώπη.

Κέρκυρα, καλοκαίρι του 2015

*Από την ποιητική συλλογή «Αύριο στάχυα οι λέξεις», εκδ. Φίλντισι, 2018.

**Στη φωτογραφία: «Η αρπαγή της Ευρώπης», έργο του Ρουσσέτου Παναγιωτάκη.

Πάνος Κυπαρίσσης, Φωτοπότης

Έρχεσαι να με ξοδέψεις
ξέροντας πως σε διψώ
όπως φαύνο ποτήρι νερό
παγιδεύει στο λίγο του τον ήλιο

Έρχεσαι
όπως ήρθες την πρώτη σου φορά
με βλέφαρα κλειστά
σπαταλώντας άφατη ομορφιά
στην άτολμη ματιά μου

Διαλέγω με βεβαιότητα τ’ απόλυτο
να μετρηθώ
και με την ίδια ν’ αποτύχω

Παρά του πόνου τ’ αναβολικά
προτιμώ αφύλαχτη την ακοή
στων ρούχων σου το γυρισμό

Μ’ όσες πληγές με βρουν
μ’ αυτές θ’ αποχωρήσω

Θωμάς Κοροβίνης, Λόρκα

Ποτέ δε θα χορτάσει η Μεσόγειος
ν’ ακούει το πιάνο,
την Μπερνάρντα,
τον Ιγνάθιο
και τα καταραμένα σου τραγούδια
Φεντερίκο Όμορφε λυγερέ και
φλογισμένε ποιητή και θεατρίνε
παρά που πήγες από βόλι φαλαγγίτικο
άταφος και άκλαυκτος
βορά κυνών έν’ αυγουστιάτικο πρωί
κάλλιο, αδερφέ, να σ’ έπαιρνε μεσάνυχτα
φαρμακερό φιλί κάποιου τορέρος,
κάποιου Τσιγγάνου ο γλυκασμός
να σ’ εξουθένωνε σ’ ένα στροβίλισμα παθητικά
βαλσάροντας το χάραμα σε κάποιο πανηγύρι της Γρανάδας

Nafia Akdeniz, Κομμένη ανάσα

μπήκε στα νερά μου
κολυμπώντας παράλληλα με τα κύματα της φούστας μου
διαπερνώντας τους μικρούς μου κύκλους που στενεύουν
τον έναν μετά τον άλλον
πηδώντας στην πλάτη του δελφινιού, πηδάει πηδάει
χώνομαι μέσα μου
περιμένω να περάσει

-ο έρωτας εξυψώνει δεν πρέπει να δείξεις ότι φοβάσαι
από τη μια προσποιούμαι τη νεκρή
κι από την άλλη επιθυμώ να αντιληφθεί την κομμένη μου ανάσα

*Μετάφραση από τα αγγλικά: Χρύσα Σπυροπούλου.

Ζωή Καραπατάκη, Έξω βρέχει

Ψάχνω ένα πράσινο φόρεμα
στην ντουλάπα-
φωτεινό πράσινο
σα φύλλο ματζουράνας
Έξω βρέχει
επιτέλους
Μια ευτυχισμένη φθινοπωρινή βροχή!
Είτε βγει ο ήλιος γρήγορα
είτε όχι,
όπως και νά ‘χει,
με τη γλυκιά βροχή
μπαίνω στη θέση ενός απάτητου βουνού
με τα βρεγμένα θυμάρια του.

Άρης Αλεξάνδρου (1922-1978), από το “Αλεξανδροστρόι”

………………………………………………………………………………

Δεν ξέρω τα καινούρια σου γραφτά
μα δεν πιστεύω να ασχολείσαι με συγκεντρώσεις σωματείων
εσύ που δεν αντέχεις στην ασφυξία των πολλών
εσύ που προτιμούσες τα χωράφια
να ξαπλωθείς ανάσκελα
να πέσει η νύχτα στο πλευρό σου
να καλπάζουν κάπου πέρα
απετάλωτα
τα άλογα στο χόρτο.
.
Ποτέ δε γύρεψα κ’ εγώ
πολλά πουκάμισα.
Και το ένα ακόμα
μεταξύ μας
θα το δεχόμουν λιγδιασμένο.
Έλεγα πως θα ‘ταν αρκετοί
να με χτυπήσουνε στον ώμο καλησπέρα
και πια πώς να τις χάσω
τέτοιες μουντζούρες επωμίδες.

……………………………………………………………………..
.

.

Γιώργος Λίλλης, Τρία ποιήματα

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΓΙΑ ΤΑ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΑ ΜΟΥ ΓΕΝΕΘΛΙΑ


Το φαγητό μου το τρώω μαμά
τα δόντια μου τα πλένω, μην ανησυχείς
Κι όταν κρυώνω φορώ το χοντρό παλτό.
Μαμά, σόρι, το πρόβλημα δεν είναι
ο καιρός ούτε η κακή διατροφή.
Με ακούς; Αλλού είναι το πρόβλημα.
Βρίσκομαι στη γη δεκαπέντε χιλιάδες μέρες
κι ακόμα να προσαρμοστώ.

*

ΣΥΝΗΘΕΙΑ


και προπαντός
να μη σιχαίνομαι
όσα μπορώ
και συνηθίζω

το κρεβάτι που τρίζει
την τηλεόραση ως μοναδικό
συνομιλητή
τα παγωμένα καλοριφέρ
τις κονσέρβες
τις τρύπιες κάλτσες
τα αντικαταθλιπτικά χάπια
το όνομά μου στις λίστες
ευρέσεως εργασίας
τους τέσσερις τοίχους
τις άδειες κορνίζες
τα πλαστικά μαχαίρια
τη νεκρή μου γάτα
τις πόρτες ασφαλείας
τη χαμένη μου αξιοπρέπεια
τις πόρτες ασφαλείας

*

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΜΥΑΛΑ


παπαγαλίες
και φτηνά στιχάκια
σε σχολεία, έδρανα
και παρακλήσεις

τα καλύτερα μυαλά τη γενιάς μου
δεν τα έφαγε η ξενιτιά
αλλά οι υποκλίσεις

βολεμένοι όλοι σε μια ζωή
από δεύτερο χέρι
στέκω αμήχανος
χωρίς πια να ξέρω
ναι, χωρίς πια να ξέρω

*Από τη συλλογή «Ο άνθρωπος τανκ», εκδ. θράκα, 2017.

Κωνσταντίνος Μελισσάς, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΟΡΤΗ ΚΥΡΙΕ ΣΑΡΛ

Το ρολόι χτυπά
ο κούκος πηδά απ’ την οθόνη.
Βαράκια στα πόδια και επιγονατίδες
ασανσέρ και έξω
το σούρουπο να κλέψεις.

Άδειες βιτρίνες ή
γεμάτες με εκπτώσεις.
Πηχιαίοι τίτλοι για διεθνείς εξελίξεις,
συμβάντα και αναμορφώσεις.

Το κινητό σου πάλι χτυπά
το μήνυμα λέει:
“Λάβε ένα χρηματικό βραβείο
για την κατάργηση των αριστείων”.

Η αυγή μας χαράζει,
το παρελθόν δεν ταράζει.
Το ξημέρωμα είναι γιορτή κύριε Σαρλ
μια γιορτή μόνο για σένα.

*

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

Τέσσερα μυθιστορήματα του Ασίμοφ,
τρία πουκάμισα της Χάγης,
δύο γιλέκα με κόκκινες ρίγες
ένα ζευγάρι παπούτσια Ζιλέρι
ένας άδειος φάκελος στο Ντρόπμποξ
κι ένα βαζάκι καλαμπόκι
με ημερομηνία λήξης στην ετικέτα
την 10-02-2010 από άλλο γαλαξία.
Α, και μια φωτογραφία από το καλοκαίρι του 1995
σ’ ένα δερμάτινο πορτοφόλι
που ξεπήδησε στην τρίτη μετακόμιση
(έτσι δεν γίνεται πάντα;).
Η ανεύρεση της απώλειας:
ένα ταξίδι στο διάστημα.

*Από τη συλλογή “Ματς Πόιντ”, εκδ. θράκα, 2018.

Misha the Maniac, from “Ύβρις”

THE HOLY CITY

Starving, emaciated and completely insane.
I am dragged out of the house in the early hours of morning. The sun bright and flaming. Clutching an icon of Jesus Christ and praying for salvation.
All night long phoning emergency services, pleading with them for an urgent liver biopsy. My liver was turning to rot and I had little time left.
I had neither taken communion nor confessed in the past week, which meant I was destined for the pits of hell.
I remember the Jewish boy on the ward and the corned-beef dinners. And how long it took me to gain strength to walk.
On a hospital bed. A feeding tube pumping sustenance into my body. Sedate and lithe. Hums and beeps.
The Jamaican nurse sang me a gospel hymn after I showed her my religious bracelet.
I pieced through my meal to the verses of “Holy, Holy, Holy…”

*

GENESIS

Shouting and arguing. Bewildered and on edge. I race across the floorboards. Into the bathroom, the pill bottles lined up below the mirror. Shaking, the faucet bursts open and I take in mouthfuls of water.
Looking into the browny pits of my eyes. The gaze holds then collapses from view. Push forward into blackness.
<>
13 year old boy. Transferred following an intentional overdose of Flunitrazepam. Ingested 29 tablets. Went upstairs to the bathroom and came downstairs, appeared groggy and unsteady on his feet. Ambulance called. Empty bottle found in bathroom. Reports from toxicology incoming. Patient currently sleeping.
<>
Patient still sleeping. Should wake up from the effects of the drug in the morning. Should not need Flumazenil now.
End report.


“Ύβρις”, Apothecary Archive, January 2021

http://www.apothecaryarchive.com

Μιχάλης Κατσαρός, Ποιήματα

Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί
– καθώς διαβάστηκε –
ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο.
Πριν διαβαστεί
όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν
αλλά σφετεριστές καταπατήσαν τα χωράφια.

Η διαθήκη μου για σένα και για σε
χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα
από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους.

Αλλάξανε φράσεις σημαντικές
ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο
εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς
τη νέα βουή στα δάση
τον άνεμο τον σκότωσαν –
τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα
ποιος είναι αυτός που πνίγει.

Και συ λοιπόν
στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις
από φωνή
από τροφή
από άλογο
από σπίτι
στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:

Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν.

*Ποιήματα από την συλλογή Κατά Σαδδουκαίων του 1953