Λίλλυ Ιουνίου, λίγο πριν τελειώσουν οι ανάσες του κόσμου

Photo: Enzo Dinolfo

λίγο πριν τελειώσουν οι ανάσες του κόσμου
θα καθήσω δίπλα σου
με τρόπο απλό
και λευκό
σαν ποιητές
θα μοιραστούμε
τον σπασμένο μας ύπνο
τα βαριά μας χείλη
ψελλίζοντας
όσα η εποχή δεν επιτρέπει

E.E. Cummings, ας είναι η καρδιά μου πάντα ανοιχτή

ας είναι η καρδιά μου πάντα ανοιχτή στα μικρά
πουλιά που ‘ναι τα μυστικά της ζωής
ό,τι κι αν τραγουδούν είναι καλύτερο απ’ το να γνωρίζεις
κι αν οι άνθρωποι δεν θέλουν να τ’ ακούσουν οι άνθρωποι
είναι γέροι

ας περιδιαβαίνει το μυαλό μου πεινασμένο
κι άφοβο και διψασμένο κι εύπλαστο
ακόμη κι αν είναι κυριακή ας έχω άδικο
γιατί όποτε οι άνθρωποι έχουν δίκιο δεν είναι νέοι

κι ας μην κάνω εγώ τίποτα χρήσιμο
κι ας αγαπώ εσένα περισσότερο κι από αληθινά
δεν έχει υπάρξει ποτέ κάποιος τόσο ανόητος που
να μην μπορεί να
τραβήξει όλο τον ουρανό πάνω του μ’ ένα χαμόγελο

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2022/07/05/e-e-cummings/ (Δεν αναφέρεται μεταφραστής/τρια).

Popi Aroniada, Termites dance

…I am cold
while around me
flames dance
instead of pain
the tooth is missing
it lies opposite
on the demolished roof
together with more
baby-teeth
the lye on the hair
turns termites into ashes
termites that carry
full moon buttons
seal holes
by stopping cries
mint dries up
a memory of green
soap in the eyes
from washing a child
while the waiting
for a resurrection
floods the eyes
I sewed up the womb
I sew on the pockets
every small opening
for the heirs to find
something to burry
I am cold
while all around me
flames dance

*From the collection “Roke”. Translation from the Greek: Katerina Anghelaki-Rook.

Χρήστος Ντάντος, Αντινανούρισμα

…και το βάρος του Άτλαντα πούπουλο
θα καθίσει στους ώμους μας

Στην Δώρα πάλι

Μην εγκαταλειφθείς.
Την πόρα μην ανοίξεις στον ύπνο.
Θα χιονίσει κι εδώ γαλάζιες νιφάδες.
Φλοίδα τη φλοίδα θα ξεφτίσει ο ουρανός.
Θα ξεμυτίσει το κρυμμένο στο τέλος.
Μείνε μαζί μου να το δεις.

Περνούν γαλαζοκότσυφες, χαλκοκουρούνες.
Πλημμύρα αλκυονίδων νιφάδων καταφτάνει.
Ξετρελαμένα τα χέρια σου θα πιάνουν
την ολιστική βαφή, θ’ αλείφονται
του ουρανού την ορμόνη.
Θα βγάζεις την κομμένη γλώσσα
και πετιμέζι θα γεμίζει και λουλάκι το στόμα.
Μονομιάς σου λέω οι άφτρες θα χαθούν.
Στα άγρια βουνά τα δηλητηριώδη λόγια.
Εδώ που έφτασες μην εγκαταλειφθείς…

Και τι είναι λίγη στέρηση ακόμη σκοταδιού
για ένα δίκροκο σιέλ κουκούλι.
Βελούδο του ύπνου κρίμα από τώρα να καταδεχτείς.
Στην αποστήθιση του κόσμου γιατί να εξεταστείς
εδώ που έφτασες.

Μπλε και στις εφτά αποχρώσεις του αναλυμένο
αντίκρισες ποτέ σου;
Ξεδιπλωμένους τους εφτά ουρανούς και τις εφτά
σημασίες ευανάγνωστες να καταυγάζουν είδες;
Πόσο στο πρόσωπο εσένανε θα φέρνει όταν
η φοβερή εφτάριγη σημαία τραβηχτεί;

Μα κοίτα τώρα. Με γαλαζόπετρα κιόλας ραντίζει.
Ο περονόσπορος των άλλων ματιών θα προληφθεί.
Μεθυστικός ο γαλανίτης τους θα στάξει
θ’ αποστάξει στο μέγα της ψυχής το σπήλαιο.
Καλειδοσκόπιο για μας γιγάντιο μπλε
και μ’ απειράριθμες του απόρρητου ειδώλου μας
τις ανακλάσεις, μα όπου να ‘ναι θα ανοίξει.
Μείνε λοιπόν -ορίστε μισανοίγει- μείνε…

Μόνος δεν το φορτώνομαι -στο λέω-
τέτοιο διαβόητο χρώμα.

*Από τη συλλογή “Ο Σκιέρ των Σκιών”, εκδ. Οροπέδιο, 2008.

Γιάννης Χαιρέτης, Δύο ποιήματα

Η ΠΟΛΗ

Περιπλανώμενος
στην ερημιά
της εγκαταλειμένης πόλης
θωρώ τη λήθη
με το σάβανό της
να σκεπάζει
καθ’ έργο του ανθρώπου.
Όλα τριγύρω μου
χαλάσματα και όρνεα
που κράζουνε τρομαχτικά’
κι ο Άρχων της φθοράς
την εφιαλτική σκιά του
έχει απλώσει
πάνω απ’ τα παιδιά του.
Μονάχα εκεί,
στην κεντρική πλατεία
-σύμβολο μίσους-
ορθώνεται
φρικτή
η φυλακή.

*

ΚΥΚΛΟΣ

Αναθυμούμενος
Τα χρώματα της νιότης
έδεσα
της μοναξιάς μου τη θελιά,
στα κέρατα
των περασμένων Χρόνων.

Έτσι με βρήκε -γερασμένο-
το πρωί
μ’ ένα παλιό καντήλι,
αναμμένο
να φωτίζει το παρόν
κι ένα μικρό θυμό
να ξαγρυπνά
στην πόρτα της ψυχής μου.

*Από τη συλλογή “Ο κήπος των απολάψεων”, Εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Δεκέμβρης 1992.

Percy Bysshe Shelley (4/8/1792 – 8/7/1822), Από το βιβλίο “Περί ζωής: Διακήρυξη Δικαιωμάτων / Αλάστωρ ή Το Πνεύμα της Μοναξιάς”

Όπως κάποιος που σε ασημένιο όραμα μετεωρίζεται
Υπακούοντας στην σαρωτική κίνηση των ανέμων των δυσωδών
Από τα υπέροχα σύννεφα επάνω, τόσο γρήγορα
Κατά μήκος των σκοτεινών και ταραγμένων νερών γοργοδιάβαινε
Η βάρκα.― Ένας ανεμοστρόβιλος την παράσερνε συνεχώς,
Με βίαιες ριπές και δύναμη επιταχυντική,
Μέσα από τους χιονισμένους σκοπέλους της θάλασσας της ερεθισμένης.
Τα κύματα υψώνονταν. Ολοένα και υψηλότερα
Οι άγριοι λαιμοί τους σφάδαζαν κάτω από της τρικυμίας το μαστίγιο
Όπως ερπετά που πασχίζουνε σαν τα αδράχνουνε τα όρνια.
Ήρεμος και χαρούμενος μέσα στον πόλεμο τον τρομακτικό
Των κυμάτων που συντρίβονταν μεταξύ τους και όπως χτυπούσαν
Έπεφταν, και την μαύρη πλημμύρα που ακολουθούσε του ανεμοστρόβιλου
Την σκοτεινή πορεία την καταστροφική, καθόταν:
Σάμπως οι διάνοιές τους να ευθύνονταν
Που ορίστηκαν για να τον οδηγήσουνε στο φως
Των ματιών των αγαπημένων, ο Ποιητής καθότανε
Κρατώντας το πηδάλιο σταθερό. Το βράδυ ήρθε,
Οι αχτίδες του ηλιοβασιλέματος κρεμούσανε τις ιριδωτές τους αποχρώσεις
Ψηλά ανάμεσα στους ασταθείς από σταγόνες θόλους
Που περιέβαλαν το μονοπάτι του στα ανοιχτά˙
Το λυκόφως, ανεβαίνοντας αργά από την ανατολή,
Συνέπλεκε τις πλεξούδες του σε σκοτεινότερα στεφάνια
Επάνω από την ξάστερη πρόσοψη και τα ακτινοβόλα μάτια της ημέρας˙
Η νύχτα ακολούθησε, ενδεδυμένη αστέρια. Σε κάθε πλευρά,
Ακόμα τρομακτικότερα τα πολυάριθμα ρέματα
Της φουσκοθαλασσιάς, σε πόλεμο αμοιβαίο,
Εφόρμησαν με μαύρη αναταραχή όλο κεραυνούς, σαν για να περιγελάσουν
Τον γαλήνιο ουρανό, τον διάστικτο. Η μικρή βάρκα
Ακόμα πήγαινε μπροστά στην καταιγίδα˙ ακόμα πήγαινε, όπως ο αφρός
Καθοδικά στον απόκρημνο καταρράκτη παγερού ποταμού˙
Πότε σταματώντας στο χείλος του κύματος του σπαραγμένου˙
Πότε φεύγοντας μακριά πίσω από τον εκρηγνυόμενο σωρό
Που έπεφτε, τον ωκεανό συνταράσσοντας. Με ασφάλεια πήγαινε―
Λες και εκείνη η εύθραυστη και χαραμισμένη ανθρώπινη μορφή,
Θεός των στοιχείων.

*”Περί ζωής: Διακήρυξη Δικαιωμάτων / Αλάστωρ ή Το Πνεύμα της Μοναξιάς”, εκδ. Bibliotheque, 2020. Μετάφραση: Γ. Μπλάνας & Χ. Αγγελακόπουλος.

Τόλης Νικηφόρου, Επιστροφή στους κήπους του παραδείσου

το φύλλο της οξυάς
έχει μια μοναδική αγνότητα
καθώς καθρεφτίζει
χωρίς περιστροφές
μια ζωή ταγμένη προς τα πάνω
οι φλέβες που δέχτηκαν τη βροχή και τον ήλιο
διαγράφουν μια πορεία ξεκάθαρη
κι ένα θάνατο όρθιο
έλα λοιπόν
μαζί να οδοιπορήσουμε
έλα να βρούμε την υφή των δέντρων
να μάθουμε το νόημα του μύθου
και μη διστάσεις
θάνατος είναι ο δισταγμός
προφέροντας τη λέξη ελευθερία
ν’ αποκρυπτογραφήσουμε τα μυστικά του κήπου

*Από τη συλλογή «Τα αναρχικά», Θεσσαλονίκη 1979.

**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2022/07/07/epistrofi-stous-kipous-to-paradeisou/

Κατερίνα Φλωρά, Του αγνώστου δρόμου

Αναζητώντας των απαντήσεων την ασφάλεια
ξεπρόβαλαν συνεχή ερωτηματικά
που απαντήσεις γύρευαν για να αμφιβάλλουν πάλι

Ο γνώριμος δρόμος φαντάζει σταθερός στης σιγουριάς του το πέπλο.
Δίχως εκπλήξεις, ανιαρός κάποτε·
μα οικείος κι ασφαλής, ίσιος μπροστά μας

Ο άγνωστος, πλανευτής, ανοίκειος και μυστήριος, άλλης ομορφιάς παιδί.
Με χαλίκια ειν στρωμένος με πετράδια ονειρεμένος

Βασίλης Βασιλειάδης, Ο νους με κοιτάζει στα μάτια

Ο νους με κοιτάζει στα μάτια,
να φυλαγεσαι, μου λέει,
από τους Ενικούς
και την Τάξη,
Και οι δύο είναι έμπυοι,
μέσα τους εκκολάπτεται
το βήμα της χήνας,
γι’ αυτό
δεν είναι τυχαίο
που ποινικοποιούν τήν καταγωγή σου,
από την παραλογία τής Αβεβαιότητας,
την Αταξία την ακαταμάχητη
και την φυσική αναζήτηση της Μοιρασιάς,
Σε αυτό τό ναρκοπέδιο,
ακόμη κι αν είσαι βετεράνος
μπορείς να ανατιναχθείς,
αλλά καλύτερα να διαμελιστείς
αβέβαιος,
άτακτος
και μοιρασμένος,
παρά
να γλύφεις τις πληγές σου,
με το Εγώ και τις αλαζονείες τών Βεβαιότητων σου,
να κάθονται απέναντι
και να σε χλευάζουν
για το πόσο ανεπίτρεπτο μαλάκιο
υπήρξες,
ασπόνδυλος,
κανακάρης των ισσοροπιών,
ακυρίευτος από τις συρράξεις.

*Από την ενότητα “Χωρίς επιδότηση αποπεράτωση συνειρμών”.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Με γέλασαν τα πουλιά

Οι μικρές φωλιές γέμισαν
τις λεύκες με φωνούλες
οι δρόμοι ανοίγονται
μπροστά μας σαν γενναία ψεύδη
/τίποτε άλλο μη ζητήσεις
μια βακτηρία που βγήκε
από της γης το χωνευτήρι
να σε στηρίζει
και κλείσε τα μάτια γερά
το απομεσήμερο∙

/μπροστά στη λεκάνη
τρίβει με το μαχαίρι
μία στοίβα πατάτες
τα πόδια της ζαρωμένα και αδύνατα
τ’ άφησε ο καύσωνας
και φέτος∙ όπως έκλεινε τα μάτια
να παραστήσει το λόγο
κόπηκε στη χούφτα∙
όλο χώμα και αίμα στη λεκάνη
πλήγωσε το γεύμα μας
η φευγαλέα σκέψη
της μάνας