Είχε Πανσέληνο ή περίπου και σαν άδειασαν βιαστικά η σκηνή και οι κερκίδες με κάλεσες να απολογηθώ.
Σ’ ακολούθησα από τον Ορχομενό στην Επίδαυρο κουρελής εγώ μισός βουνήσιος και μισός θαλασσινός ζητιανεύοντας μια νύχτα μες στα μάτια σου να γίνω γλάρος ικετεύοντας να κάψεις μες στις φλέβες μου τα ξωτικά.
Το γέλιο σου έσμιξε με την πέτρα Κι είδα πως ανεβαίνουνε στους ουρανούς τα δαιμόνια.
Κλωνάρι αγράμπελη το κορμάκι σου ριγούσε στα δάχτυλα του τραγοπόδαρου καθώς οι νεράιδες τέλειωναν τον καλαματιανό
Τότε ήταν που θυμήθηκα τον πρόγονό μου τον φονιά και βάλθηκα να χαλάσω την παράσταση.
Στις αρχαίες τραγωδίες δεν βρέχει.
*
ΔΩΔΕΚΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ
Δώδεκα νύχτες χόρευε στην κάμαρά του ανάλαφρη σαν φεγγαροαχτίδα. Εκείνος έπινε πλάι στα εικονίσματα και κρατούσε τον ρυθμό χοπ, χοπ, χοπ. Όταν του είπε, πάει, φεύγω το πρωί έβαλε φωτιά στα θυμιατά και στη στολή που ‘χε ράψει, του γαμπρού.
Υπάρχουν τόσα που επιπλέουν και συμπίπτουν. Ένα κύμα γεμάτο σκουπίδια η δημοκρατία και η επανάσταση, η Ελένη και η Μαρία Αντουανέτα, ο Ροβεσπιέρος και οι Άθεοι, οι Γιρονδίνοι και οι εκάστοτε μετριοπαθείς, οι προφητείες του Νοστράδαμου και του Ησαΐα και μέσα στο μπλε της θάλασσας, στο άσπρο των αφρών της ασφόδελο, οι Ιακωβίνοι πιο κόκκινοι από τους κόκκινους, και η λαιμητόμος να ανεβοκατεβαίνει με το μονότονο με χρηματοδότηση γδούπο, που τόσο το αίμα τον όχλο συνεπαίρνει.
Και τώρα, στων γηρατειών την κλίνη μιας Καλυψώς τα πύρινα φιλιά μιας Κίρκης την πυρωμένη αγκάλη και τα νάζια της μικρούλας Βαγγελιώς σκέπτεται μονάχα, κι ολούθε δάκρυα νοσταλγούν.
*
ΧΩΜΑΤΙΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ
Όταν γεννάς ζωή, όταν θάβεις με θάνατο τον θάνατο και όταν μέσα σου γεννάς και θάβεις-θάβεις και γεννάς, σε αυτό το άπειρο θαύμα της φύσης μέσα στο σώμα της, κι εσύ και εγώ αντισώματα πολεμιστές, κύτταρα συμμετοχής, δύτες και εγώ κι εσύ στην ίδια φύση του έρωτα και του θανάτου, θεοί θνησιγενείς, γόνοι πράξεων ασυντέλεστων που στεφανώνουν τον έρωτα και τον θάνατο, και εσύ και εγώ, χωμάτινα παιχνίδια είμαστε, στο χέρι βρέφους ιερού που αρνείται να ενηλικιωθεί.
*Από τη συλλογή “Ο φάλτσος κότσυφας”, εκδ. Εξιτήριον.
Δικός μου ο θάνατος μέσα στις νότες δική μου η πορεία χρεώσου εσύ το μονοπάτι Τσαρλς τα βαθουλωμένα μάτια της αγρυπνίας μού υπόσχονται αγιοσύνη όμως σιχαίνομαι να παραμένω άγιος ενώ εσύ αγαπούσες τα σκυλιά και έρπουμε και έρπουμε και όλοι μαζί σου κλαίμε γιατί επόνεσες πολύ για την πουτάνα μνήμη και γέμισε το ποτήρι σου είναι ωραία όταν βρέχει και δεν υπάρχει θάνατος μετάλλικα σαξόφωνα σε σιγοντάρουν μακρινά ωραία να πουλάς τις νότες σου για μνήμη και είναι η λήθη μια στιγμή που πάγωσε και μένει κι είμαστε εμείς μία στιγμή που ακίνητη σωπαίνει Τσαρλς γεμίζω και εγώ το ποτήρι μου το θέμα είναι ποιος από τους δυο θα μας λυγίσει πρώτος.
Φώτο: Κωνσταντίνος Βολανάκης Καράβι στο φως του φεγγαριού (Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου).
Νύχθ’ υπό λυγαίαν ΑΠΟΛΛ. ΡΟΔ.
Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι! Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε, ίσκιος θολός που εγέννησε μια νύχτα εβένινη, όταν πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.
Πέρα απ’ τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων. Στην πρύμη του, όπου ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο, ο Χάρος, μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη από τα νέφη της Νοτιάς τα θυελλικά υφασμένη. Οι φύλακες, που εξόριστοι σ’ έρημους φάρους ζούνε, βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων, να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.
Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτό εμηνύσαν πως κάτω απ’ τα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα, καθώς αργά πέφτει η ζεστή, βαλσαμική αμφιλύκη,
σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα μες στην αγκάλη ειρηνικών κι ευωδιασμένων κόλπων: πάνω από θάλασσες στυγνές τα μαύρα ιστία του ορθρίζαν, καθώς πικρές κι ανήμερες μελλοθανάτων σκέψεις.
Μες στους ατμούς της γαλανής κι απατηλής ομίχλης οι πόλοι αλλάζαν κι έπαιρναν μια νέα τεράτινη όψη:
εκεί ήλιοι ωχροί, στις παναρχαίες τροχιές τους παγωμένοι, λάμπαν στους άδειους ουρανούς σαν κρύα, φασμάτινα άνθη.
Είδε νησιά μυστηριακά από σκοτεινό βασάλτη κάτω απ’ την πύρινη βροχή να θάβονται ηφαιστείων, και μ’ ένα βούισμα, σα ν’ αχούν σήμαντρα υπόγεια πλήθος, στ’ άναστρα βάθη να κυλούν των ωκεανείων αβύσσων!
Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους: Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες, δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.
Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι (η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!) Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων, αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.
Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι. Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του, κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα– μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!
Φύλλα Πόσοι έχουν φύγει… Πόσοι. Τι απομένει… Ούτε καν η πνοή. Ούτε καν της πίκρας η αμυχή ή της παρουσίας η κεντιά. Όλοι έχουν φύγει δίχως ν’ αφήσουν ίχνος. Όπως δεν αφήνει ίχνος ο άνεμος στο μάρμαρο καθώς περνά. Όπως δεν αφήνει πατημασιά στο πεζοδρόμιο η σκιά. Όλοι άφαντοι σ’ έναν κονιορτό ανάκατο από μάτια. Ένα θρόισμα άναρθρων φωνών, σαν φύλλα κόντρα στην ανασαιμιά πίσω απ’ τα τζάμια. Φύλλα που μόνο η καρδιά μπορεί να δει κι ο νους δεν δίνει πίστη.
*Aπό τη συλλογή «Ο ελεύθερος σκοπευτής». Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.
Πάνω σε κόκκινα τριαντάφυλλα πέφτει η βροχή κι οι σταγόνες είναι μεγάλες – πέφτουν συχνά Για να σώσω τα λουλούδια βγάζω τα πέταλα τα τοποθετώ με πολλή φροντίδα στις τσέπες μου και με το ‘να μου χέρι σφίγγω δυνατά τ’ αγκαθωτά κοτσάνια με το άλλο θωπεύω τ’ αγκάθια γιατί σχίζου το δέρμα. Το χέρι καλά πληγωμένο σου τείνω. Δεν το κοιτάς προφασίζεσαι πως βρίσκεσαι μακριά. Αποσύρω το χέρι. Το κρύβω στην τσέπη, όξω παντού είναι λάσπη κι ο κόσμος γελάει θωρώντας τα μαδημένα κοτσάνια. Δεν ξέρει πως πάνω στα πέταλα τώρα στάζει αίμα. Ω, ό,τι κι αν κάνω γίνεται λάσπη.
*Από τη συλλογή “Οδός Νικήτα Ράντου”, εκδ. Ίκαρος 1977.
ξεκοκάλιζε κρέας ίνα-ίνα το χώριζε τ΄ ανακάτευε ύστερα με πλιγούρι να βράσει αντάμα έπειτα οκλαδόν με το κουτάλι μια μπουκιά εσύ και μια εσύ λίγο πιο δίπλα κι άλλη -και μετά τι έγινε;- α ναι ο δράκος δυο μέτρα τα φτερά εξείχαν της ουράς κλειστά άμα τ’ άνοιγε δέκα γκρι μέτρα η δεξιά κι ακόμη δέκα η άλλη ο Ντάριον σήκωσε το χέρι φως από το στόμα του [-…-…-…-] πιάνει κουζινομάχαιρο χρτατς χρουτς -δόλια- πήρε δέρμα φλέβες αρτηρίες ένα τένοντα ξανά χρατς το κποκαλο το ξέσκισε χειμάρριασε το αίμα χτύπος κι αναβλυσιά
*Από τη συλλογή “ΖΑΡΥΑ”, εκδ. Ποιητικά/Γκοβόστης, 2019.
Πρέπει να φύγουμε Είναι αργά ν’ αγαπήσουμε πίσω από κλειστές πόρτες. Σε λίγο φεύγει το τελευταίο πλοίο η θάλασσα φουρτουνιάζει μέσα μας. Παντού μια έξοδος κινδύνου παντού ουρλιάζει ο άνεμος. Πρέπει να προχωρήσουμε. Είναι αργά να γυρίσουμε πίσω.
*
Ο ΘΙΑΣΟΣ
Με έναν άλλο θίασο θα φύγω σε πόλεις πιο μεγάλες σε καφενεία με πολλά φώτα και καλοντυμένες κυρίες. Με κλασσικό ρεπερτόριο κι έναν ωραίο ατζέντη που θα με φέρνει με το αμάξι και θα μου ανοίγει την πόρτα. Ένας άλλος άνεμος πιο ζεστός θα με μαστιγώνει μια λάβα πιο καυτή θα με σκεπάσει.
*
Ο ΒΥΘΟΣ
Ν’ ακούω τις παλιές αγαπημένες φωνές τα τραγούδια των πουλιών στην παλιά αυλή. Ν’ ακούω τη μνήμη να έρχεται και να φεύγει μ’ ένα ανυπόμονο βογγητό. Ν’ ακούω τη θάλασσα να τη βλέπω να έρχεται και να φεύγει. Τη βουή του βυθού, τα χέρια γαντζωμένα στα βράχια. Ν΄ ακούω εκείνη την ίδια ιστορία γι’ αυτούς που δεν γύρισαν ποτέ πίσω.
*Από τη συλλογή “Ταριχευτές πουλιών”, εκδ. κύμα, 2020.
Είμαστε όλοι κόσμοι κλειστοί μικρές περίκλειστες καμπύλες αποκλεισμένες στην αδιαφάνεια της σιωπής.
*
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Τα δέντρα χέρια υψωμένα τρέμουν
τα νεύρα τα κλαριά κρατούν δε σκύβουν
Κάτω σωριάστηκαν τα φύλλα οι φλέβες—
κόκκινα φύλλα ματωμένα και πεθαίνουν.
*
Ο ΠΥΡΕΤΟΣ
Έχω ένα πυρετό που δεν είναι δικός μου βάζω το θερμόμετρο προσέχω τον αριθμό σπάζω το θερμόμετρο. Ο πυρετός μου δεν είναι αυτός. Ό,τι μιλώ με λέξεις δεν είναι δικό μου— δικός μου ο άλλος πυρετός εκείνος που οι λέξεις και μετρήσουν.
*
ΤΟΠΙΟ ΜΕ ΟΜΠΡΕΛΑ
Ο κύριος αυτός που σκουντουφλά πάνω στο φως και τώρα τον βλέπουμε— σέρνει απ’ το μπράτσο τη μαυροντυμένη γυναίκα του
ή μιαν ομπρέλα.
*
Η ΛΕΞΗ
Ήταν μια λέξη μόνο πάνω στο χαρτί. Ένα λευκό χαρτί. Κάποιος ήθελε να τυλίξει κάτι. Το βρήκε πρόχειρο, το πήρε. Σε λίγο η λέξη μύριζε άσχημα.
Τώρα εκείνος που έγραψε τη λέξη κλαίει. Έτσι, όπως εμείς κλαίμε κάποιον δικό μας που πέθανε.
*Από το βιβλίο “Πατριδογνωσία – Επιλογή 1969-1981”, εκδ. Θεωρία/Λογοτεχνία, Αθήνα 1982.
Γράφω ποιήματα που σημαίνουν λίγα Φαρενάιτ Ελάχιστα κατανοητά στο χαρτί σαν φρατέρκουλα Οι λεύγες πετάνε μίλια από γλάρους χαμηλά Πάπιες ισορροπούν στο κύμα ακροβάτες Ένα χέρι με τραβά από το πόδι στο κρύο Γιακούτσκ [2] Βυθίζομαι κι επανέρχομαι ζωντανός στους -83.9° F Γράφω ποιήματα και στο μελάνι χύνονται στιγμές Φτερά από σφαγμένα γλαροπούλια απεύχομαι Τι να σημαίνει άραγε η θάλασσα για τους βράχους; Αν, όχι ένα μαρτύριο επανάληψης ή συνήθειας; Γράφω ποιήματα κάτω απ’ την άμμο υπονοούμενα Μ’ ένα κλάμα έρχεται και τα καλύπτει θάρρη η θάλασσα Με ημισφαίρια που συμβολίζουν το βόρειο σέλας Χαροκαμένα στήθη του αρκτικού κύκλου κοπιάστε Γίνονται έτσι αντηχείο﮲ τα ποιήματα της σπηλιάς κοχλάζουν Μια φαφούτα βοή στα χέρια, Πίσω απ’ τον ορίζοντα του Ψύχους ξεπροβάλλει -επιτέλους- ο ήλιος θερμαστής…
[1] Αλλόκοτα θαλασσοπούλια. [2] Η Yakutsk είναι η πιο κρύα πολιτεία του κόσμου με το θερμόμετρο να αγγίζει τη θερμοκρασία των -83.9° F (or -64.4°C).