Κατερίνα Φλωρά, Άχρονο

Στην εκπνοή του κόσμου
βαριά τα βλέμματα τριγύρω
ακατανόητη οικειότητα
σαφή όρια και αποστάσεις

Στου χρόνου την άκρη
η αλλαγή μοιάζει κοντά
μικρή όμως η κλωστή
σιγοκαίει προς το μέρος μας

Μιας χαράς στιγμή
προσπέρασε σα σκιά
ούτε στάθηκε λιγάκι
να γνωριστούμε καλύτερα

Ως πότε θα συνεχίζουμε
ακάματα την πορεία
στων χρόνων τα περάσματα
με τέρμα το άχρονο

Κωνσταντίνος Βορβής, Η συνείδηση του μηδενός

Δεν χρειαζόμαστε την ορατότητα. Η φύση, τα στοιχεία συνωμοτούν απόψε υπέρ μας, υπέρ της οπτικής μας των πραγμάτων. Δεν θέλουμε καμία συγκίνηση. Καμία χαρά και καμία θλίψη. Δεν τολμούμε ούτε διστάζουμε. Παρά μόνο κινούμαστε με ταχύτητα προς τα εμπρός, προς αυτό που έρχεται, προς αυτό που δεν προλάβαμε να αποφύγουμε αλλά ούτε ζήσαμε. Πάτησε λοιπόν το γκάζι! Με αυτή την ταχύτητα ο θάνατος ακαριαία είναι εγγυημένος. Πάτησε το γκάζι! Τι φοβάσαι; Ένα παρόν εκπεσμού τεμαχισμένο σε άπειρες μικρές στιγμές που βιώνουμε υποφέροντας ωχριά μπροστά σε μια μόνο στιγμή, σε μια λάμψη που οδηγεί στη λύτρωση! Εκεί που κάθε ορθή και εσφαλμένη κρίση μας υποτάσσεται στην αλήθεια μιας απόλυτης άρνησης! Της άρνησης που δεν είναι παρά η πιο δυναμική κατάφαση του κόσμου! Για αυτό πάτα το γκάζι, να γίνουμε ένα με τη νύχτα, να νιώσουμε την έξαρση της παλιάς μας αλήθειας, ξανά στις ίνες του σώματός μας, και ας είναι να μας καταστρέψει, κι ας μας στερήσει την εμπειρία της αγρύπνιας μέσα στον κόσμο! Ίσως τότε θυμηθούμε, ίσως εκτιμήσουμε ξανά, την ανώφελη προσμονή του εφήμερου – αυτή που μας αρνήθηκε και την απαρνηθήκαμε.

Ρογήρος Δέξτερ, De paradoxis

VII

[De Chorea Nympharum
Ή
De interpretatione recta]

•από πέρα• κι αντίπερα•
Στα γυάλινα πηγάδια•
Λες και τις σπέρνει ο βοριάς•
Φυσώντας•
Πέτρες στα κεραμίδια• και
Πέτρες στα παράθυρα• “πάλι
Περνά το νεραϊδόσογο”• θά ‘λεγε
Η γιαγιά• που σχωρέθηκε στα 90•
Αδύνατη σαν οδοντογλυφίδα• και
“Σουτ• μην κρένετε”• ρίχνοντας•
Χοντρό αλάτι στη φωτιά• να
Κάνει παφ και κρότο• να
Φύγουν στον άνεμο τα ξωθικά•
Με την αλλόκοτη λαλιά τους•
“Σαν το ψαθί που το πάτησαν
Χάμω”• πέρασμα λοιπόν•
Από ξουθιές και ανερούσες•
Όπως τα γάργαρα νερά•
Που κελαρύζουν• ίσια κάτω στο ρέμα•
Δε θα σου βάσταγε να πας•
Τη νύχτα τραγουδώντας•
Ούτε κι “αργά τ’ αποταχύ” • μήτε και
“Πάρωρα το γιόμα” • αυτά
Λαχαίνουν μία στις χίλιες• ή
Μήπως ξέσπασε
Κι άλλος πετροπόλεμος•
Στην απάνω γειτονίτσα• που
Μόνο οι κλήρες
Κατέχουν καλά•
Από πριν γεννηθούν• ένα ξέρω•
Ότι οι πέτρες πέφτουν πάνω μου•
Και δεν είναι• βότσαλα στη λίμνη•
Τουλάχιστον
Από έναν κύκλο στο νερό•
Να γύριζα πίσω•
Σε μια λιακάδα αλλιώτικη•
Σε κάτι τραγούδια ξεχασμένα• και
Όχι εδώ• γιατί•
“Αυτού που μπήκες νιούτσικε
Πίσω δε ματαβγαίνεις”•

*

media vita in morte sumus

•έως πότε θα σέρνεσαι• ψιθύρισε•
Κουνώντας το κεφάλι του• κι αν
Ζούσε σήμερα•
Τί πίκρα θά ‘χε ο αδερφός μου•
Ο πατέρας μου λιώνει στο λάκκο του
Και οι ζωντανοί στο δικό τους• είπα•
Ν’ απαντήσω•
Μήνες αργότερα
Πήγε κι αυτός από καρδιά στα 70•
Να συναντήσει τους προγόνους μας• ελπίζω•
Σπάζοντας τα δεσμά
Τής σάρκας και τής ύλης•
Τουλάχιστον νά ‘φυγε χαρούμενος•
Αλλά και πάλι•
Ποιος ξέρει στ’ αλήθεια•
Σε τί παλίμψηστο
Θα ξεπέσει στο μεταθάνατο•
Κι εγώ ακόμη εδώ•
Να σέρνομαι κάποτε•
Και άλλοτε να με σέρνουν
Από τη μύτη διάφορες•
Σκέψεις• θλίψεις• γυναίκες•
Μέχρι να βρούμε μαζί•
Τον βαθύ γκρεμό
Που μας ταιριάζει•

*

Verae Historiae

•η μία κόρη•
Έμεινε έγκυος νωρίς•
Σ’ ένα ταξίδι μακρινό•
Στην ύπαιθρο• όπου και χάθηκε•
Κάπου• λένε• κοντά στο Ροδολείβο• η άλλη
Μετρούσε εκτρώσεις• μέχρι τα 40• ώσπου
Τη βρήκαν κόκκαλο• μ’ ένα μπουκάλι χάπια•
Στο κρεβάτι της• η μάνα
Των κοριτσιών• έφυγε γρήγορα• από θρόμβωση•
Ενώ ο πατέρας
Τίναξε τα μυαλά του στον τοίχο•
Το βράδυ που έμαθε
Πως η αλήθεια
[Που νόμιζε ότι γνώριζε καλά]
Δεν ήταν•
Παρά ένα καλοστημένο ψέμα•
Μην μπορώντας ν’ αντέξει•
Ότι και ο δικός του χάρτινος πύργος
Γκρεμίστηκε αύτανδρος• δεν
Ξέρω τελικά•
Αν κάποιος από τους τέσσερις
Είχε άδικο• ίσως κανείς•
Και αυτό είναι όλο•

*Δημοσιεύτηκαν και εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2022/05/de-paradoxis.html?fbclid=IwAR1K5UOWqAWBC5pav4HJdygYnRzf5EtQAg2iPIyCd0J1dE04whWxJ0SS-bk

**Στην εικόνα: Egon Schiele, «Four trees» (1917). Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Σταύρος Βαβούρης, Η αλληγορία της πικροδάφνης

Οι πικροδάφνες προχωρούν σε δυο ατέλειωτες σειρές·
απʼ το σημείο που ξεκινάς
έως το σημείο για όπου προορίζεσαι
ανηφορίζουν έξαλλες μαζί σου
και μπορεί κανείς, πολύ δικαίως να υποθέσει
πως ξεφυτρώνουν μέσα από τη θάλασσα
κι ότι εξακολουθούν νʼ ανθίζουν μέσα στον αέρα·
γιατί,
γιατί ανασαίνεις την πικρή τους ευωδιά χωρίς ανάπαυλα
δίχως να παρεμβάλλονται άλλα αρώματα
νʼ ανακινεί αισθήματα και πρόσωπα πικρά
που τέλειωσαν το ρόλο τους στις μέρες σου
που εν τούτοις στάζουν το φαρμάκι τους
πάντοτε στις ρίζες της ζωής σου·
πικρές κινήσεις, αλυσίδες χωρισμών,
άρνηση, προδοσίες,
απʼ το σημείο που ξεκινάς
έως ότου, εκεί, που σταματάς για τις καθημερινές σου ασχολίες.
Και στο γυρισμό τα ίδια φυσικά·
γιατί και πώς νʼ αλλάξουν;

Αλλʼ αυτά, στο τέλος μοιάζουν λόγια –τα πες τα ξανάπες–
μοιάζουν φωνές, που απόμειναν
παράξενα αλληγορικά τραγούδια μες στον άνεμο
που μʼ όποιον τρόπο κι αν ειπώθηκαν
που κι αν τα ξεχωρίσαμε
καμιά φορά μεσʼ απʼ τη λύσσα του νοτιά
δεν καταλάβαμε ποτέ
τʼ ήταν αυτό που θέλησαν να πουν
γιατί ειπώθηκαν άραγε με τόση αλληγορία
για τι ʼχαν τέλος πάντων, προσπαθήσει να μας πείσουν.

Προτιμότερο κανένας να σωπαίνει.
Έρχεται καιρός που αντιλαμβάνεσαι
πως είσαι βασιλιάς εξόριστος σε μια περιοχή
που ʼχουνε στύψει οι χρυσοθήρες
μετά η επιδημία κι ο σεισμός.
Μιλάς και χρειάζεσαι πολίτες να σʼ ακούσουν.
Δεν σε χρειάζεται κανείς.
Βγαίνεις το βράδυ στο μπαλκόνι με την αίσθηση
πως θα σʼ εξακοντίσουνε ως τʼ άστρα οι επευφημίες του πλήθους.
Στους δρόμους, το πολύ, περαστικοί αδιάφοροι.
Στο δέρμα σου βουίζει και σαρκάζει
η Σιωπή.

Κι έτσι είναι που απαυδήζεις τέλος απʼ τα ποιήματα και τα όνειρα.
Γυρεύεις τότε να ʼβρεις τη Ζωή.
Τη βρίσκεις. Νοσταλγείς μετά, τα ποιήματα ξανά.
Στρέφεις και βλέπεις:
πως δεν υπάρχει δρόμος γυρισμού
πως δεν υπάρχουν ξέχωρα ζωή και ποιήματα.
Πως όλα είναι όνειρα, ζωή και ποιήματα
μια αξεχώριστη έννοια
μια αξεχώριστη θολή βοή.

Είναι προτιμότερο λοιπόν κανένας να σωπαίνει;
Κάποτε οι παραβολές κι οι αλληγορίες τελειώνουν
και για όλους, φτάνει η ώρα του Σταυρού.
Τότε, με τη λόγχη στο πλευρό
τι ποιήματα μπορείς να κάνεις;

Σκατά·
κάθομαι τώρα και μιλώ για πικροδάφνες
απʼ το σημείο που ξεκινήσαμε
ίσαμε δω που φτάσαμε
ίσαμε δω απʼ όπου τώρα προσπαθώ να εξηγηθώ
στύλος καμένος απʼ τʼ αγιάζι και τη λάβρα των καιρών
τίγρης, με χαίνουσα πληγή στο στήθος όλο,
πάνθηρ δραπέτης από τσίρκο
που χρόνια ανέχτηκε να τον χειροκροτούν
γιατί μπορούσε κι έκανε παράσταση τη λύσσα του
κάθομαι και μιλώ κι αλληγορώ,
ενώ τόσο εύκολα κι απλά μπορώ να πω:
οι πικροδάφνες είμαι εγώ.

*Από την ενότητα «Σημειώσεις για έναν άνθρωπο που πέθανε» (1956), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής, 1998.

Josef Albers, More or less / Λίγο – πολύ

Easy – to know
that diamonds – are precious

good – to learn
that rubies – have depth

but more – to see
that pebbles – are miraculous

Εύκολο – το να ξέρεις
ότι τα διαμάντια – είναι πολύτιμα

καλό – να μάθεις
ότι τα ρουμπίνια – έχουν βάθος

αλλά περισσότερο – να δεις
ότι τα βότσαλα – είναι θαυματουργά

*

There is no world without a stage
and no one lives for not-appearing

Seeing of ears invites to speak
knowing of eyes invites to show

Notice also, silence sounds
listen to he voice of color

Semblance proves it can be truth
as every form has sense and meaning

Δεν υπάρχει κόσμος χωρίς σκηνή
και κανείς δεν ζει για να μην εμφανίζεται

Η θέαση των αυτιών προσκαλεί στο να μιλήσει
η γνώση των ματιών προσκαλεί στο να δείξει

Παρατήρησε επίσης, η σιωπή ηχεί
άκουσε τη φωνή του χρώματος

Η εμφάνιση αποδεικνύει ότι μπορεί να είναι αλήθεια
καθώς κάθε μορφή έχει αίσθηση και νόημα

*

To distribute material possessions
is to divide them

To distribute spiritual possessions
is to multiply them

*

Να μοιράζεις υλικά αγαθά
είναι για να τα χωρίσουμε

Να μοιράζεις πνευματικά αγαθά
είναι για να τα πολλαπλασιάσουμε

*

Calm down
what happens

happens mostly
without you

Ηρέμησε
ό,τι συμβαίνει

συμβαίνει κυρίως
χωρίς εσένα

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο Black Mountain Poems – An Anthology, New Directions 2019. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Στη φωτογραφία: Ο Josef Albers κάθεται στο πάτωμα σε μια έκθεσή του το 1956.

Ζέφη Δαράκη, Ο υποβολέας

Θέλετε να κατεβώ τη σκάλα
εν συνεχεία στρίβοντας
δεξιά στο διάδρομο και
πάλι αριστερά κάτω
στα υπόγεια
εκεί που ερειπώνεται ο ουρανός
των λέξεων, θέλετε
πλήρη αποσαφήνιση των γεγονότων;

Δεν δικαιούσθε να συσκοτίζετε
τα “εν ονείρω”, απάντησε ο υποβολέας
Το μήνυμα να είναι σαφές
προς όλο το ακροατήριο
Διότι στα υπόγεια κάτω ανάμεσα στις φλόγες
αναστέλλονται οι απσαφηνίσεις

Γιγαντώνονται επικίνδυνα οι ασάφειες
και πρυτανεύουν ακατανόητες εικόνες ρίγους

Αλεξία Βίκτωρος, Δύο ποιήματα

ΑΛΛΑΖΩ

Ταυτίζομαι με το ταξίδι ενός περαστικού
ταυτίζομαι με ένα φυσιολογικό αδιέξοδο
που με συνεπαίρνει.
Αλλάζω.

*

ΜΗΝ ΚΑΤΑΚΤΑΤΕ

Μην κατακτάτε ψυχές.
Τόσο σκληρές
αόρατα φθείρονται.

Η πίστη του ανθρώπου
δεν κρατάει ποτέ
τη μετάθεση του εαυτού της αιώνια- μέχρι το τέλος.

Είναι η εργασία
είναι ο μόχθος εκείνων που εξαντλήθηκαν
και συμβιβάστηκαν μες στις επισκέψεις του πόνου
καμία πίστη.
Οι υπόλοιποι έγειραν
έχοντας το πολλαπλάσιο μέγεθος από αυτό των παιχνιδιών τους
και φυσικά
έχοντας συμβιβαστεί παρόμοια με τους πρώτους.

Μην κατακτάτε ψυχές. Μια τέτοιου είδους ηδονή
ματαιώνει την επιστροφή
και την ανιαρή θλίψη.

*Στη φωτογραφία της ανάρτησης Joan Miro, La Porte (1931).

Jack Kerouac, Δεκαοκτώ Χάικου

1

Ξέρεις γιατί με λένε Τζακ;
Γιατί;
Για αυτό.

Do you know why my name is Jack?
Why?
That’s why.

2

Λουλούδια
στραβά στοχεύουν
στον ευθύ θάνατο.

Flowers
aim crookedly
at the straight death.

3

Το όνειρο του Θεού
είναι μονάχα
ένα όνειρο.

God’s dream,
it’s only
a dream.

4

Δημιουργία του Χάιντν ή
Κόλμαν Χόκινς,
με φτιάχνουν εξίσου.

Haydn’s creation or
Coleman Hawkins, I can
fix ‘em just right.

5

Μέγας κόμπος
στη σεκόγια ωσάν
το πρόσωπο του Δία.

Huge knot in the
redwood tree
looking like Zeus’ face.

6

Φώναξα τον Χαν Σαν
Μες στην ομίχλη –
Σιωπή, απάντησε.

I called Hanshan
in the fog –
Silence, it said.

7

Τα σύννεφα της Αιόβα
μια ακολουθία
στην Αιωνιότητα.

Iowa clouds
following each other
into Eternity.

8

Πέφτει δείλι –
Η πατσαβούρα στο
βράχο στεγνώνει.

Late afternoon-
The mop is drying
on the rock.

9

Άνθρωπος πεθαίνει –
Λιμανιού φώτα
σε ακύμαντη θάλασσα.

Man dying –
Harbor lights
on still water.

10

Χλόη του Μάη –
Σχεδόν με
Ραχάτι.

May grass –
Nothing much
to do.

11

Άντρες και γυναίκες
φλυαρούν κάτω από
το αέναο Κενό.

Men and women
yakking beneath
the eternal Void.

12

Οι επικριτές μου
σαλεύουν αδιάκοπα
σαν τον κισσό στη βροχή.

My critics jiggle
constantly like
poison ivy in the rain.

13

Νιρβάνα,
όπως όταν η βροχή
σβήνει μια μικρή φωτιά.

Nirvana,
as when the rain
puts out a little fire.

14

Επτά Νοέμβρη
σβήνει το τελευταίο
τριζόνι.

November the seventh
the last
faint cricket.

15

Το λουλούδι
στου γκρεμού την άκρη
δείχνει το φαράγγι.

One flower
on the cliffside
nodding at the canyon.

16

Διαρκώς προσεύχομαι –
Μιλώντας
στον εαυτό μου.

Praying all the time –
Talking
to myself.

17

Επτά πουλιά σ’ ένα δέντρο,
κοιτάζουν προς
κάθε κατεύθυνση.

Save birds in a tree,
looking
in every direction

18

Ανοιξιάτικη νύχτα –
Ακούω τη γάτα να
μασάει ψαροκέφαλα.

Spring night – the sound
of the cat
chewing fish heads.

*Από το βιβλίο “Τζακ Κέρουακ, Ρεμπό και 18 Χάικου”, εκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2015.

**Μετάφραση – Επίμετρο: Γιάννης Λειβαδάς.

Lawrence Ferlinghetti, I Am Waiting

“I am waiting for my case to come up
and I am waiting
for a rebirth of wonder
and I am waiting for someone
to really discover America
and wail
and I am waiting
for the discovery
of a new symbolic western frontier
and I am waiting
for the American Eagle
to really spread its wings
and straighten up and fly right
and I am waiting
for the Age of Anxiety
to drop dead
and I am waiting
for the war to be fought
which will make the world safe
for anarchy
and I am waiting
for the final withering away
of all governments
and I am perpetually awaiting
a rebirth of wonder
I am waiting for the Second Coming
and I am waiting
for a religious revival
to sweep thru the state of Arizona
and I am waiting
for the Grapes of Wrath to be stored
and I am waiting
for them to prove
that God is really American
and I am waiting
to see God on television
piped onto church altars
if only they can find
the right channel
to tune in on
and I am waiting
for the Last Supper to be served again
with a strange new appetizer
and I am perpetually awaiting
a rebirth of wonder
I am waiting for my number to be called
and I am waiting
for the Salvation Army to take over
and I am waiting
for the meek to be blessed
and inherit the earth
without taxes
and I am waiting
for forests and animals
to reclaim the earth as theirs
and I am waiting
for a way to be devised
to destroy all nationalisms
without killing anybody
and I am waiting
for linnets and planets to fall like rain
and I am waiting for lovers and weepers
to lie down together again
in a new rebirth of wonder
I am waiting for the Great Divide to be crossed
and I am anxiously waiting
for the secret of eternal life to be discovered
by an obscure general practitioner
and I am waiting
for the storms of life
to be over
and I am waiting
to set sail for happiness
and I am waiting
for a reconstructed Mayflower
to reach America
with its picture story and tv rights
sold in advance to the natives
and I am waiting
for the lost music to sound again
in the Lost Continent
in a new rebirth of wonder
I am waiting for the day
that maketh all things clear
and I am awaiting retribution
for what America did
to Tom Sawyer
and I am waiting
for Alice in Wonderland
to retransmit to me
her total dream of innocence
and I am waiting
for Childe Roland to come
to the final darkest tower
and I am waiting
for Aphrodite
to grow live arms
at a final disarmament conference
in a new rebirth of wonder
I am waiting
to get some intimations
of immortality
by recollecting my early childhood
and I am waiting
for the green mornings to come again
youth’s dumb green fields come back again
and I am waiting
for some strains of unpremeditated art
to shake my typewriter
and I am waiting to write
the great indelible poem
and I am waiting
for the last long careless rapture
and I am perpetually waiting
for the fleeing lovers on the Grecian Urn
to catch each other up at last
and embrace
and I am awaiting
perpetually and forever
a renaissance of wonder.”

Francis Picabia, από τον “Μοναδικό ευνούχο”

Στενό, πολύ μύτη
Μακρύ πρόσωπο
Άσπρο χρώμα
Μηδέν μούσι
Ξεχωριστό σημάδι
Απαλό και λεπτό
Επιβιώνει ότι αυτός γνωρίζετε
Λάμα βυθισμένο
Δυναστεία της σελήνης
Επιτρέψτε του μεταξύ μας
Να εξελίσσεται σαν ένα άγαλμα
Μαζί με το ουράνιο τόξο του Κλυνί
Κομαρτέν Άστρα φωλεά η με ίδια όλα
Αμπαζούρ του κόσμου ο άνθρωπος τού
Μέγας Δούκας
Ρουθουνίζει κίτρινο χλωμό
Από δέρμα πυρρό ευτυχία
Ρουέν ρόδο δαντέλες τών λαιμός ο επάνω
Επιχρυσωμένες με ανασήκωμα των ώμων
Δυο ρηγάδες μέσ’ στα χέρια
Υπό από αραβόσιτο
Χρυσαφένιοι αστράγαλοι βασίλισσα
Πάλλεται
Το επιδόρπιο ιδού
Ολίγον μεθυσμένος
Μελανοδοχείον ένα εντός κιμωλία τού
Γερανός ρομαντικός
Ντυμένος γκλάβες ελαφροπηδήματα
Θαύμα ελαφρότητας φασουλής
Σφυρηλατεί το ανεκδιήγητο παλάτι
Των υπερρεθισμένων άστρων
Η πλήρης ανιδιοτέλεια
Έχει λόγια κριός μικρός
Ξεκουτίζει τον άλικο δαυλό του νεκρού κόσμου
Στόρι αφήστε του το κρύσταλλο
Μ’ ένα τέχνασμα ρομαντικό
Στη σχολή των μπουκέτων κουπλέ τυφλό
Κάποιας διάνοιας ανώτερης παρωχημένης
Σκέψου κουνάβι
Στρογγύλες όμορφες καλώς τού
Νοικιασμένα τακούνια του εντός έως
Απλότης ομορφιά
Δούμε θα
Αυτή η εξαιρετική ιδέα
……………………………………………………………

*”Μοναδικός ευνούχος”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2018. Μετάφραση: Ανδρέας Νεοφυτίδης.

**Στη φωτογραφία Francis Picabia, Γυναίκα σε πράσινο φόντο, 1938.