Γιώργος Σαραντάρης, Θάλασσα

Όποιος φέρνει τη θάλασσα στην αγκαλιά του
Είναι σα να μην υποφέρει απὸ βάρος
Είναι σα να μη ντρέπεται που πηγαίνει με τον αγέρα
Είναι σα να κρατάει ολάκερη τη γη μέσα στο βλέμμα
Να τραγουδάει μέσα στη νύχτα
Και να του γίνεται η νύχτα μητέρα
Να τραγουδάει μέσα στον ήλιο
Και ν᾿ αγαπάει μία γυναίκα
Που τη νομίζει βρέφος
Να τραγουδάει μέσα στον άνεμο
Κι έτσι να χάνει και να κερδίζει τη φωνή του

*Από το «Τρία ποιήματα της θάλασσας».
**Το ποίημα και η φωτογραφία είναι από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2022/07/28/thalassa/

Vall Grey, Στο τέλος η αιχμή σκοτώνει

Όταν λείπεις
Η φλεγμονή
αλλάζει μορφή Μέσα
στο όνειρο, η απουσία
αγγίζει τα όρια μιας τρέλας

Η μορφή της κατάρας
Θεριεύει ο μαύρος σκύλος
χωρίς έλεος στον δούλο
επωμίζεται την αλήθεια του

Την αμαρτία που γέννησε η μάνα
Το μαύρο βρέφος αναδύεται
όταν λείπεις, εδώ
το πέπλο σχίζεται χίλια κομμάτια
στο Επίκεντρο

Στην φωλιά το σπίτι φλέγεται
μα εγώ στην άκρη κάθομαι βουβή

Η γλώσσα γίνεται
μέταλλο
παγωμένο
σκουριασμένο
Ανελέητη σιωπή

                          *

Η απουσία αυτή ταράζει τους πόλους
της ύπαρξης μου εμμονή η Μάνα
και εγώ στην άκρη ως ένα,
και εσύ λείπεις πάντα,
σταθερά

Σαν τον χρόνο γκρίζα
η απουσία σου Εφιάλτης
για πάντα πληγή ανοιχτή

Και καθώς ονειρεύεσαι
Εγώ σκάβω βαθιά στην πηγή
Να βρω την θέρμη, το νόημα

Αυτό που δεν άφησες να ειπωθεί
Εκείνο το εγκλωβισμένο μαύρο
Παραμένω εδώ να υποδεχτώ
Μέσα στην πικρία και την έπαρση
*

Μία όαση, εσύ με συναντάς
Όμως δεν με αναγνωρίζεις
Καθώς είμαι ξένος στα μάτια σου
Στην μεγάλη σου αυτή πλάση

Μόνο εσύ υπάρχεις
Για πάντα
Σταθερά

Και εγώ σε αποχαιρετώ
Για πάντα
Αγαπημένοι εχθροί

Όπως είθισται άλλωστε –

*Από εδώ: https://vallgrey.com/2022/07/19/στο-τέλος-η-αιχμή-σκοτώνει/#like-2148

Ζωή Καραπατάκη, Τρία ποιήματα

ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ

Να με περιμένεις
όπως το Σαββατόβραδο
περιμένει την Κυριακή
ήσυχα και με σιγουριά

Γιατί θα έρθω

*

ΔΡΟΣΕΡΟ

Για το ταξίδι λέω
και σε θάλασσα
με το κύμα και τον παφλάζοντα ήχο του
στα πλευρά του πλοίου
με τη γεύση του νερού και του βαποριού στη γλώσσα
με το αλάτι να τρυπώνει παντού
και κυρίως στη σκέψη
και να ‘μαι πάλι
για μια άλλη αποβίβαση
λάμπουσα

*

ΑΤΙΤΛΟ

Πληγώνει τα μάτια
το άσπρο του ασβέστη
με τον ήλιο κατάσαρκα

Μα
το άσπρο
στον τοίχο του ξωκκλησιού
σημάδι ζωής είναι
και πολύ ανθρώπινο μάλιστα

Daniele Pietrini, Ζάλογγο 1803

Το ύστατο πράγμα που θα δείτε από μένα
θα ’ναι ολόιδιο με το πρώτο,
απαράλλαχτα η πλάτη και το στήθος,
ανάμεσα στο κεφάλι και τα πόδια
το ίδιο βάρος. Πεθαίνω χορεύοντας
για να μην απομείνω πίσω, διχασμένη,
σαν κείνους που ζουν σε δυο τόπους διαφορετικούς.
Κανείς περνώντας από εδώ να μη με θυμάται,
να μην πιάσει να με μιμηθεί κι ο ίδιος χαθεί.
Θαρρείτε αλήθεια ότι οι σφαίρες
με διαπερνούν, το καβούκι μου βγάζουν;
Κοιτάξτε πως όλα ήδη από μένα απορρέουν:
αυτό το πράσινο, το μπλε σταχτί. Τίποτα
όμως δεν μπορεί να αθροιστεί.
Θα μεταχειριστώ ακόμα και το θάνατο
για να μεγαλώσω τη ζωή μου.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Παρασκίβα Ζώγου, Μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος 

Μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος.
Τόσο σιωπηλός και βαθύς και απόμακρος,
σαν προς θρήνο ωραίο και προς μαύρα λουλούδια όλα να τα ωθείς.
Μέσα στη λύπη σου όταν με ξεχνάς,πάνω απ’το χαρτί σκυμμένος.
Σε νιώθω παρ’ όλα αυτά κοντά μου, μ’ αρέσεις.
Μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος.
Τα χείλη μου υγραίνονται για σένα στη σκιά σου.
Kι αναζητούν τη σάρκα σου στον άνεμο,
καθώς το πνεύμα μου ακροθωπεύει
τις παρειές των ωραίων ονείρων σου.
Εκεί στη λύπη σου στέκομαι σύθαμπη.
Mετά μικρών δακρύων συνοδοιπορώ προς το μπορώ.
Εις μάτην δακρυροώ.
Αν και ποτέ ένα δάκρυ δεν πάει χαμένο.
Συμποτίζουμε τα μαύρα λουλούδια σου, ονειρικέ.
Kαι μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος.
Μ’ αρέσει ακόμα κι η θλίψη σου, κρύφιε έρωτα.

Alda Merini, Δύο ποιήματα 

ΟΝΕΙΡΟ

Ω, όνειρο
που κάποτε ζητούσες ν’ αγαπήσεις
και να φανερωθείς από ένα άλλο όνειρο
σαν να υπήρχε η φιλοσοφία της βροχής
μέσα σε μια μούσα των λέξεων.
Η νεφέλη είναι απαραίτητη στον ουρανό
όπως η αποσύνθεση των άστρων, ω όνειρο
η ρίζα σου καθώς βυθίζεται στην ημέρα
γνωρίζει το δηλητήριο της θυσίας
της υπομονής όποιου δεν ακούει
όμως το βήμα του που αλλάζει όπως το νερό
είναι από μόνο του μια προδοσία.

*

ΤΟ ΑΝΘΟΣ

Το άνθος που διαρκεί όσο ένας αναστεναγμός
εκλύει η ψυχή μέσα στη σάρκα σου
και η ελαφριά ύπαρξή του διαρκεί
εις τους αιώνες.
Έτσι το τρυφερό σου βλέμμα
τρύπησε την καρδιά μου
ζυγίζοντας το μυστικό του μυαλού
κάθε στιγμή
για ένα όριο αιώνιο.

*Από τη συλλογή “Le Briglie D’ Oro” (“¨Τα Χρυσά Χαλινάρια”), εκδ. Scheiwiller, 2005. Μετάφραση: Έλσα Κορνέτη. Τα ποιήματα τα πήραμε από το βιβλίο “Alda Merini Θεϊκή μανία” (Επιλεγμένα ποιήματα 1951-2008), εκδ. Ρώμη, 2020.

Κλείτος Κύρου, Δύο ποιήματα

ΥΠΟ ΤΗ ΕΠΗΡΕΙΑΝ

Συμπεριφερόμαστε
Υπό την επήρειαν
Παντός επιστητού

Της μέθης φερ’ ειπείν
Βρασμού ψυχής
Διαττόντων στίχων

Και οπωσδήποτε
Υπό την επήρειαν
Ερώτων γεγονότων
Χρωμάτων και αρωμάτων

Ή όποιων προτροπών

Είναι ο λόγος
που υπό την επήρειαν του μέλλοντος
Αναπολούμε το παρελθόν

*

ΣΧΟΛΗ ΘΕΑΤΡΟΥ

Η εξόρυξη λέξεων
Πάντα
Πιό δύσκολη
Κι από εκείνη
Των διαμαντιών

Ακόμα δυσκολότερο
Το συνταίριασμά τους

Αντ’ αυτών
Παντομίμες μειδιάματα
Τα σπάνια ευρήματα
Δεν εντοπίζονται
Υποκλίσεις ψελλίσματα
Επακριβώς
Δεν περιγράφονται

Απλώς καταγράφονται

*Τα πήραμε από το βιβλίο “εν όλω – Συγκομιδή 1943-1997”, εκδ. Άγρα, 2006.

Maria Luisa Spaziani, Με κατεβασμένη αυλαία

Όταν σε αγαπούσα ονειρευόμουν τα όνειρά σου.
Κοιτούσα τα υπνωμένα βλέφαρα,
τις βλεφαρίδες μ’ ένα ελαφρύ πετάρισμα.
Καμιά φορά
είναι με κατεβασμένη αυλαία που ξετυλίγεται
με ηθοποιούς πρωτάκουστους και φωταψίες
– το θάμα.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

ΗΡΑΚΛΗΣ 1908

Από όλες τις συμφορές
στο βραχύ πέρασμά μου,
θα μείνουν ανεξίτηλες δύο
μέσα στην καρδιά μου.
Των γυναικών τα ψύχη,
ραπίσματα σφοδρά!
Ο κακοδαίμων Γηραιός,
ήττες, μιζέρια, καταχνιά.

*

ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΗΣ

Ο τόπος έχει δάση, ρυάκια από βουνά,
νησιά γαλαζοπράσινα, ασπροντυμένα,
με ήλιο , με σιωπή, με νέφη ομονοούν,
ο εκνεφίας την θέλξη εκστασιάζει!

Απόκληροι σοφών τον τόπο αμαυρώνουν.
Θεσσαλονίκη την ομορφιά σου
δεν έθιξαν ίβηρες, ετρούσκοι, φλαμανδοί,
γραικύλοι – καραμάν αλήδες στην ασχημία σε κατέδωσαν.