Frank O’Hara, Τρία ποιήματα

[ΕΚΕΙΝΗ, ΕΧΕΙ ΛΟΥΣΤΕΙ ΣΤΟΝ ΗΧΟ]

Εκείνη, έχει λουστεί στον ήχο
όπως ένα τσέλο ανοίγεται στη βροχή.
Και το μάννα πέφτει στον αμαρτωλό,
και το χιόνι πέφτει στον πεινασμένο.

Με τη γεύση του πόνου, εκείνη
μεταμορφώθηκε σε κρήνη. Ανάβλυσε
όπως μια παρθένα θα αγαπήσει
και ο έρωτας θα προχωρήσει.

Μάζεψε, από τούτη την κρήνη, έρωτα
μέσα στις κάμαρές σου. Δίχως χαρά,
μα όπως το κρασί στις ψυχές αρμόζει
κι ένα παράθυρο ανοίγει τοίχους στην ζωή.

*

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Γνωρίζω πράγματα
τόσα πολλά, παραδέχομαι
τόσα πολλά, μου ‘ρχεται
να ξεράσω. Κι έχω
συντηρηθεί με την
αθλιότητα του να
γνωρίζω τόσα πολλά
για τους άλλους κι αυτά
που κάνουν, και να δέχομαι
τόσα πολλά που μισώ
λες και δεν γνώριζα
αυτό τι σημαίνει, για μένα.
Και γι’ αυτούς τι σημαίνει
γνωρίζω, και μισώ.

*

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Υπέφερα σιωπηλά για σένα
καθώς διάβαινα μες στη βροχή
ένας παράξενος φθινοπωρινός καπνός
βγήκε απ’ το τσιγάρο μου και είχε γεύση
καμπαναριού και λάσπης
εκεί που είχα φτάσει μια πινακίδα έγραφε κύριε
ευλόγησε το μικρό μας χωράφι
μα δεν σήμαινε τίποτα απώτερο για μένα
πέρα από εκείνο που έφτιαξε τούτο το βαρύ ξωκλήσι
να στέκει αφημένο δίπλα στο σιδηρόδρομο
για λόγους αναμνηστικούς
ανάμνηση χαράς προσδοκιών αρρώστιας και αμφιβολίας.

*Από το βιβλίο “Φρανκ Ο’Χάρα Ποιήματα”, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα 2014. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Dimitris Lyakos, from “Poena Damni The First Death”

IV

Keep moving among the remnants of the feasts
like the sheepskin which flutters on the improvised gallows
keep walking amid the fragments of the night
with the Nightmare’s bitter betrayal in your mouth
eyes burning like the sick man’s bed
aware that all men have drowned within you
and just as the umbilical cord stretches
-and you feel the heavenly hand which now
draws you with all its might-
keep wondering without drawing breath
when you will reach the end
a beret body, a crippled embrace
when will the hangman put you down
a limping soul
an old woman despoiled by the quest
uprooted by weeping
when will you give up the ghost in
the vomit of your misery

(and you ascend into the flowers
of the tree where you were hanged)

*“The First Death”, Shoestring Press, 2000. It is a translation from the original in Greek with the title “Poena Damni Ο πρώτος θάνατος” (εκδ. Οδός Πανός, 1996). Translation in English: Shorsha Sullivan.

Κατερίνα Φλωρά, Πνοής ζωή

Μισή φυσά η πνοή σου μέσα μου
Σαν χάδι αέρα, σαν αθώα εισβολή στο χώρο,
στου χρόνου τη λαθραία στιγμή

Πνοή θερμής αφής, μυρωδιάς γνώριμης,
εμφύσημα ζωής, πνοής παιχνίδισμα
κι υπόσχεση μαζί.

Ο απόηχός της δεν αρκεί,
της στέρησης αφήνει τη δροσιά,
σαν σβήνει το αχνό πέρασμα του αέρα ανάμεσά μας

Miroslaw Grudzien, Lesson / Μάθημα

it’s so few words
that I wring out of myself,
as much as some chalk dust
out of an eraser
after the blackboard’s
been wiped clean.
Something still remains,
stuck like a bone in the throat,
will not go out
On the school blackboard,
an old schoolmaster is writing
an unintelligible text:
my life
It’s less and less time
until the lesson end rings,
fewer and fewer words
less and less chalk
in fingers.

ΜΑΘΗΜΑ

Μόνο λίγες λέξεις βγάζω από μέσα μου
λίγη σκόνη απ’ ην κιμωλία
ή τη γομολάστιχα
αφού καθάρισα τον πίνακα.
Όμως κάτι παραμένει
σαν κόκκαλο που σκάλωσε στο λαιμό
κι αρνείται να ειπωθεί.
Στον πίνακα του σχολείου
ο γερο-δάσκαλος γράφει
ένα δυσανάγνωστο κείμενο:
τη ζωή μου
κι όσο κυλά ο χρόνος
και τελειώνει το μάθημα
παραμένουν λίγες λέξεις
λιγώτερη σκόνη απ’ την κιμωλία
στα δάχτυλα

*Μετάφραση στα αγγλικά από τα πολωνικά: Mirosław Grudzień – Stanley Barkan. Μετάφραση στα ελληνικά: Μανώλης Αλυγιζάκης.

**Το πήραμε από εδώ: https://authormanolis.wordpress.com/2022/08/01/ithaca-poems/

Σταύρος Βαβούρης, Δύο ποιήματα

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΡΙΖΙΚΑ ΜΑΣ

Ο χλωμός προπάππους μου του κάδρου
λεν οι συγγενείς πως πέθανε τρελός.
Ήταν γιατρός και γεωμέτρης.
Το μόνο που δεν μπόρεσε να κλείσει σε τετράγωνα
ήτανε το χάος της καρδιάς του·
το μόνο που δε γιάτρεψε:
η νοσταλγία μιας ανύπαρκτης χαράς.

Τέλος, παντρεύτηκε για νʼ αντιδράσει
κι έκανε και παιδιά.
Ούτε κι αυτά τον κάναν όμως πάλι να πιστέψει
πως ένα κι ένα κάνουν δύο.

Πέθανε νέος.
Τον τελευταίο του καιρό
κλεινότανε στο πιο βαθύ υπόγειο του σπιτιού.
Έλεγε λόγια τρελά
που απέλπιζαν για το μυαλό του τους δικούς του.

Λόγου χάριν, όταν του λέγανε να βγει
έλεγε
ότι η πνοή που ʼφερνε η θάλασσα στον κήπο
τον ξερίζωνε,
παραπονιότανε
πως δεν ευρέθηκε σοφός
να κάνει το κορμί φτερό
και κούναγε μʼ αδυναμία το κεφάλι
όταν του τονίζανε πως έπρεπε να γίνει πιο δραστήριος
για τα παιδιά του.

Ο προπάππους μου δεν πέθανε τρελός.
Μόνο δεν έκανε καλά
να νομίζει πως θα ξαναγινόταν γεωμέτρης
κάνοντας γάμους και παιδιά
φυτεύοντας έτσι τα παράξενά του πεπρωμένα
στα μυαλά μας και στις μέρες μας.

*Γράφτηκε το 1942 και δημοσιεύτηκε το 1945. Περιλαμβάνεται στην ποιητική ενότητα «Εδώ φαντάσου καλπασμούς και κύματα» (1950-1952), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής – 1998.

*

ΧΙΜΑΙΡΑ

Όταν μας λέγαν οι παλιοί
πιο λίγο πάθος. Είχανε δίκιο.
Οι λογικοί «πιο λίγο βάρος
θα βουλιάξουν τα καράβια»,
είχαμε, λέει, μπράτσα νεανικά.
Αλλά μια κι έγινε
(πάει είχε γίνει πια)
γιατί νʼ αποδειχθεί το δίκιο των παλιών;
………………………………………
Αδικηθήκαμε! Όχι, δεν είχαν δίκιο οι παλιοί!
Αφού μας δόθηκαν καρδιές
άστρα να θέλουν
άστρα γιατί δε μας δοθήκανε;

Στον ουρανό
ένα σειρήτι μοναχά η Σελήνη
δε θα μπορέσει να πραΰνει
έναν ολόγιομο καημό…
Όταν ετρέξαμε χαμένοι στο λιμάνι
ήτανε πια το πλοίο βουλιαγμένο
Θε μου, με πόσο μόχθο ετοιμασμένο
με τόση Νιότη, τόσο πόθο φορτωμένο!
Δε μας λογάριασες Αφέντη τον ιδρώτα της λαχτάρας
……. Τι κλαις;
Άσε να ξημερώσει και θα δούμε
τώρα, είναι βράδυ ακόμα·
ένα σειρήτι μοναχά η Σελήνη!

*Το ποίημα αυτό προέρχεται από την ίδια ποιητική ενότητα τής επιλογής «Ποιήματα», εκδόσεις Ερμής, 1977.

**Ανθολόγηση: Σωτήρης Παστάκας.
Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν εδώ: http://www.poiein.gr/2009/11/03/ooaynio-aaaiynco-aieieuaei-dhieciuoui-1-nuiio-adhu-oii-euiaou-oio-a-adheiyeaea-aaaayeco-oanaaueco/

Γιώργος Κοζίας, Τα Μυστήρια

Εικόνα: Sweet Movie, Dušan Makavejev, 1974

Ήταν θάλασσα. Κι ήταν τα πλεούμενα.
Από όλα τα πλωτά κάποιο με μαύρη
ούγια, ένα ροζάριο και μια χρυσή καδένα.
Δυο νεαροί ναύκληροι είχαν βγει στη στεριά.
Πυροβολούσαν.
Τα παγωμένα νερά θα σας περικυκλώσουν.
Ψιθύρισα. Βλέπω για σας ένα βίαιο τέλος.
Θα κινδυνέψετε από τη μαύρη ούγια το
ροζάριο και τη χρυσή καδένα. Η μέρα
πέρασε μέσα σε φόβους.

Το βράδυ είδα στημένες ενέδρες. Ένας
άγγελος με δέλτον έκανε έρευνες και
συλλήψεις. Βγαίναν καματερά με σπασμούς
και νεκρολούλουδα. Ο άγγελος κόλλησε
πάνω μου. Εγώ τον αποστράφηκα.

*Από την συλλογή “Ζωολογικός κήπος”, εκδ. Στιγμή, Αθήνα, 1989.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Τρία ποιήματα

ΣΕ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ…
Άρα
υ π ά ρ χ ω
σ’ αυτήν εδώ την κάμαρα
ένα φως τρεμάμενο αχαμνό
σ’ αυτήν την πόλη
σ’ αυτό τ’ αστέρι
σ’ αυτό τον έναστρο ουρανό
σ’ αυτό το σύμπαν
το άπειρο
που ολοένα διαστέλλεται και διαστέλλεται
μες στο προαιώνιο τίποτα
και δεκάρα δεν δίνει αν υπάρχω / και σε σκέφτομαι
και δεκάρα δεν δίνει για την υπαρξιακή μου ανατριχίλλα
απόψε
(χίλια τόσα κοσμοτέρμινα μετά το ξακουστό BIG BANG
άλλα τόσα πάνω-κάτω πριν το big buff).

*

ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ

Είναι πόχω πουλήσει την ψυχή μου στο Διάβολο
μ’ αντάλλαγμα τί άλλο τη νιότη
την ατελείωτη νιότη
στο θλιβερό ετούτο δωμάτιο
με τα βιβλία και με τα τσιγάρα
με τ’ αλλόκοτα όνειρα
ακατανόητα ολωσδιόλου για τον μέσο αστό
με ξεκούμπωτο πουκάμισο και σηκωμένα μανίκια
εντελώς ανοιξιάτικος
με σένα στην αγκαλιά μου
με τ’ αγγούρια
(τουρσί)
κι’ αυτά στο πρόγραμμα μέσα
με τη ζωή μπροστά μου όλη κι’ όλη δική μου
όλη δική μας, αγάπη μου.

*

ΡΟΜΑΝΤΖΑ
(ΥΠΟ ΤΟ ΣΕΛΗΝΟΦΩΣ)

Δες!
Στο φεγγάρι φύτρωσ’ ένα λουλούδι
Όμορφο σαν την αγάπη μας
ή σαν μια επανάσταση
(π.χ. τον Μάη του ’68 ή τον Ισπανικό εμφύλιο…)
Ίσως σύντομα μαραθεί, δεν αντέχουν τα λουλούδια
στο φεγγάρι…
Αφού φύτρωσε όμως
θα πει πως μπορεί να υπάρξει ζωή στο φεγγάρι.
Αφού αγαπιόμαστε
κι’ αφού οι λαοί ξεσηκώνονται
θα πει πως μπορεί να υπάρξει ζωή και στη γη. Μπορεί.

Giuliano Mesa, Αυτή η σιωπή που ακούμε μαζί

σε αφήνω εδώ
με τα σύννεφα τούτα φορτωμένα βροχή
αυλακωμένα από μια αχτίδα
που θα σε ξυπνήσει,
αύριο κιόλας,
όταν θα ’χεις πια αναμνήσεις
να σκεφτείς.
πηγαίνω
στην παρασκιά που απομένει,
εκεί που επιστρέφω, τώρα,
τώρα που μπορεί να ξαναρχίσω,
που θα μπορούσα,
υπάρχει τώρα μονάχα μια αποθυμιά:
ν’ αφήσω, ν’ αφήσω ανέγγιχτη
τη στιγμή εκείνη πριν από τη θλίψη
όταν η θλίψη
γίνηκε μοιρολόι παρηγοριάς
και μετά σιωπή
αυτή η σιωπή που ακούμε μαζί,
τώρα – είναι τώρα που ξέρουμε,
σ’ ετούτη τη στιγμή που διαιρεί
σε αφήνω εδώ

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

William Carlos Williams, The Term 

A rumpled sheet
Of brown paper
About the length

And apparent bulk
Of a man was
Rolling with the

Wind slowly over
And over in
The street as

A car drove down
Upon it and
Crushed it to

The ground. Unlike
A man it rose
Again rolling

With the wind over
And over to be as
It was before.

*

Η ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ

Ένα τσαλακωμένο φύλλο
σκούρο χαρτί
στο ύψος περίπου
και στο φαινομενικό όγκο
ενός ανθρώπου
κυλούσε με τον
άνεμο σιγά
όλο πιο πάνω στο
δρόμο όταν
ένα αυτοκίνητο κατηφορίζοντας
προς τα εκεί
το τσάκισε στο
χώμα. Κι αυτό
-όχι σαν τους ανθρώπους-
σηκώθηκε ξανά κυλώντας
με τον άνεμο όλο και πιο
ψηλά να γίνει όπως
ήταν πριν

*Μετάφραση: Τάσος Κόρφης.

*

Η ΔΙΑΡΚΕΙΑ

Ένα τσαλακωμένο φύλλο
σκούρο χαρτί
περίπου στο ύψος

και τον φαινομενικό όγκο
ενός ανθρώπου
στροβιλιζόταν με τον

άνεμο αργά ξανά
Και ξανά μες στο
δρόμο όταν

ένα αυτοκίνητο πέρασε
από πάνω του και
το τσαλάκωσε στο

Χώμα επάνω. Σε αντίθεση
μ’ έναν άνθρωπο σηκώθηκε
πάλι και στροβιλίστηκε

με τον άνεμο ξανά
και ξανά για να γίνει
όπως ήταν πριν

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς. Δημοσιεύεται στο βιβλίο “Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς Ποιήματα”, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα 2007.

Γιώτα Αναστασιάδου, Δύο ποιήματα

ΕΜΜΟΝΗ

το κενό να είναι πάντα λευκό
και τα παπούτσια άσπρα

η ασθένεια διάφανη
το χέρι μπαίνει και βγαίνει με μανία

αλλά δεν την επηρεάζει

ανίατη
ανυπόφορη
ανηφορική

με κάθοδο πανηγυρική

και πάλι επάνω
με δρασκελιές και κατακόρυφο
στροβιλισμούς στο ένα πόδι

χειροκροτεί το πλήθος

του μυαλού και της ψυχής
μοναδική συνήθεια
να γνέφει καταφατικά
σε αυτόν τον παράδοξο συνωστισμό
της μιας τυχαίας συνουσίας

*

ΦΟΒΟΣ

κρύβεται μέσα στο σπίτι
χοροπηδά από δωμάτιο σε δωμάτιο
και ξεκουράζεται
ένα φτερό μεγαλώνει στη μικρή του πλάτη
ένα κομμάτι στάχτη
το πέλμα μου ακουμπά την αβέβαιη άββυσό του
το μεγάλο δάχτυλο περιεργάζεται την άμορφη μάζα
την αναποδογυρίζει
αναγνώριση
οικείο που ξενίζει
πτυχές του με γραπώνουν
ο αστράγαλος πάλλεται
κλωτσιά
με φόρα σταματά
στη γωνιά του κρεβατιού
κοιμήθηκα μαζί του

*Από εδώ: https://mail.google.com/mail/u/0/#inbox/FMfcgzGpHHQwBznqWrrRKMZJvRCXMplh