Κοιτούσες τα γδαρμένα μου γόνατα
εγώ το τσέρκι στα χέρια σου
και ανάμεσά μας να σέρνουν
όλοι οι αμαρτωλοί
τον Έρωτα.
Να καταφθάνουν οπλοφορούντες τιμωροί
και πίσω τους πλήθος επαιτών
ψηφίδες αγριεμένες.
Μη σκιάζεσαι πλαστήκαμε από συντριβή
δε βάλλεται ο άνθρωπος απ’ τις θάλασσες
και ας παραμονεύουν.
Και μόνο τα ανείπωτα αρκούν
για να σωθεί η αθωότητά μας.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Βίκυ Δερμάνη, Το δωμάτιο
Viroqua Daniels, The Dream is Thine / Το όνειρο είναι δικό σου
Ah! dreams are such unstable things,
Like shadows cast by brinded wings,
Or echoes, soft, from yonder hills,
That half the words forget!
Unstable, yet how real were they-
The dreams of men who lived, we say,
Before their time; whose hearts, whose wills,
In dreams the Future met.
Is Nature a deformity?
Is Man her one abnormity?
The visionary answered, Nay!
Today his tones we hear
Reverberate in cadence sweet;
Add Freedom! Freedom! and repeat.
We eagerly take up the lay.
The multitude, in fear,
With ear attuned to harsher sound,
A moment listens-spell-bound,
Then scoff at music, vision, all-
Ha! ha! What—Rags be free?
Not subject to authority?
Nor longer grant priority
To Man sublime? Nor creep, nor crawl,
Nor bow to his decree?
If he the Face Divine hath seen,
Held converse with the Lord, I ween,
To him devoutly we’ll submit
Our treasures, labor, lives.
Aye, “if,” ye myriads of men;
The Dreamer questioned “ifs”, and then
The searching torch he brightly lit-
‘Twas damped by breath of Dives.
Unchangable, unstable Dream!
Fire cannot thee consume, it seems,
Nor prison walls thy form confine,
Nor leaden bullets quell
Thy riotous propensities!
Haste—measure the Immensities,
For, outcast Fairy, thou art mine!
I’ll hearken to thee tell
Of Progress, not o’er paths laid waste
By force perverted, lives debased,
Attracted by the glitt’ring froth
Of human dignities,
As moth to candle’s searching light;
But o’er the pathless plain and height
Of earth, born of unplighted troth
Of countless Entities.
Then, man shall be himself—not less;
Refuse, with laughter, to confess
His sins to one by fees upraised
To elevated seat;
Decline, disdainfully, to plead,
“Not guilty” to alleged misdeed;
Probe mysteries, and, unamazed,
His fellow mortals meet,
The Personality shall be
A birthright of manhood made free.
Self-abnegation, sacrifice,
Of virtue shall be shorn.
The Great shall work his bread to earn;
The Small shall trim his lamp to burn.
By force of arms, nor artifice,
Shall egos be upbourne.
The Weak, the Strong, their strength shall give
In unison that all may live.
Vile Competition’s savage strife
For wealth and nower shall cease
Man’s pride in domineering man,
En masse or singly, which began
In dark primeval times, true lives
Abhor. We shall have Peace.
“The dream is thine”-thrice welcome dream!
By thy unstable, steady beam,
Elusive, beautiful as bright,
The Future challenge we;
Its borders, dank with dire distress;
Revenge—for folly claims redress;
Beyond, we see the mountain heights
Of Peace, Eternity!
Αχ! Τα όνειρα είναι τόσο ασταθή πράγματα,
Σαν σκιές που ρίχνουν φτερωτά φτερά,
Ή ηχώ, απαλή, από τους λόφους εκεί πέρα,
Που ξεχνάει τα μισά λόγια!
Ασταθή, αλλά πόσο αληθινά ήταν –
Τα όνειρα των ανθρώπων που έζησαν, λέμε,
Πριν από την εποχή τους. Των οποίων οι καρδιές, οι θελήσεις,
Στα όνειρα συνάντησαν το Μέλλον.
Είναι η Φύση μια παραμόρφωση;
Είναι ο Άνθρωπος η μοναδική της ανωμαλία;
Ο οραματιστής απάντησε: Όχι!
Σήμερα ακούμε τους τόνους του
να αντηχούν σε γλυκιά ρυθμική μελωδία.
Προσθέστε Ελευθερία! Ελευθερία! και επαναλάβετε.
Με ενθουσιασμό υιοθετούμε το τραγούδι.
Το πλήθος, φοβισμένο,
Με το αυτί συντονισμένο σε πιο σκληρούς ήχους,
Ακούει για μια στιγμή, μαγεμένο,
Και μετά χλευάζει τη μουσική, το όραμα, τα πάντα –
Χα! Χα! Τι – Τα κουρέλια να είναι ελεύθερα;
Δεν υπόκεινται στην εξουσία;
Δεν δίνουν πλέον προτεραιότητα
Στον υπεράνθρωπο; Δεν σέρνονται, δεν γονατίζουν,
Δεν υποκλίνονται στο διάταγμά του;
Αν έχει δει το Θείο Πρόσωπο,
Έχει συνομιλήσει με τον Κύριο, υποθέτω,
Σε αυτόν θα υποταχθούμε ευλαβικά
Τους θησαυρούς μας, τον κόπο μας, τις ζωές μας.
Ναι, «αν», εσείς οι μυριάδες των ανθρώπων.
Ο Ονειροπόλος αμφισβήτησε τα «αν», και τότε
Η αναζητητική δάδα που άναψε λαμπρά
Σβήστηκε από την ανάσα του Ντίβες.
Αμετάβλητο, ασταθές Όνειρο!
Η φωτιά δεν μπορεί να σε καταστρέψει, όπως φαίνεται,
Ούτε τα τείχη της φυλακής να περιορίσουν τη μορφή σου,
Ούτε οι μολυβένιες σφαίρες να καταστείλουν
Τις ταραχώδεις τάσεις σου!
Βιάσου – μέτρησε τις Απέραντες Εκτάσεις,
Γιατί, απόβλητη Νεράιδα, είσαι δική μου!
Θα σε ακούσω να μιλάς
Για την Πρόοδο, όχι για μονοπάτια που έχουν καταστραφεί
Από τη διαστρεβλωμένη δύναμη, τις υποβαθμισμένες ζωές,
Προσελκυόμενες από τον αστραφτερό αφρό
Της ανθρώπινης αξιοπρέπειας,
Όπως η πεταλούδα στο φως του κεριού.
Αλλά πάνω από την απάτητη πεδιάδα και το ύψος
Της γης, γεννημένη από την αδιάσπαστη πίστη
Αμέτρητων Οντοτήτων.
Τότε, ο άνθρωπος θα είναι ο εαυτός του – όχι λιγότερο.
Θα αρνηθεί, με γέλιο, να ομολογήσει
Τις αμαρτίες του σε κάποιον που έχει ανυψωθεί
Σε υψηλή θέση.
Θα αρνηθεί, με περιφρόνηση, να παρακαλέσει,
«Αθώος» για υποτιθέμενη ατασθαλία.
Θα διερευνήσει μυστήρια και, χωρίς να εκπλαγεί,
Θα συναντήσει τους θνητούς συντρόφους του.
Η προσωπικότητα θα είναι
Ένα αναφαίρετο δικαίωμα της ελεύθερης ανθρωπότητας.
Η αυτοαπάρνηση, η θυσία,
της αρετής θα εξαλειφθούν.
Ο Μεγάλος θα εργάζεται για να κερδίσει το ψωμί του.
Ο Μικρός θα φροντίζει το λυχνάρι του για να καίει.
Με τη δύναμη των όπλων, όχι με τέχνασμα,
θα ανυψωθούν τα εγώ.
Οι Αδύναμοι, οι Δυνατοί, θα δώσουν τη δύναμή τους
σε αρμονία, ώστε όλοι να ζήσουν.
Ο άγριος αγώνας του άθλιου ανταγωνισμού
Για πλούτο και δύναμη θα σταματήσει
Η υπερηφάνεια του ανθρώπου που κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο,
Μαζικά ή μεμονωμένα, που ξεκίνησε
Στους σκοτεινούς αρχέγονους χρόνους, οι αληθινές ζωές
Απεχθάνονται. Θα έχουμε Ειρήνη.
«Το όνειρο είναι δικό σου» – τριπλά ευπρόσδεκτο όνειρο!
Με την ασταθή, σταθερή ακτίνα σου,
Απώθητη, όμορφη και λαμπερή,
Προκαλούμε το Μέλλον.
Τα σύνορά του, υγρά από τρομερή δυστυχία.
Εκδίκηση – γιατί η τρέλα απαιτεί αποκατάσταση.
Πέρα από αυτά, βλέπουμε τα βουνά
Της Ειρήνης, της Αιωνιότητας!
*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης
Γιάννης Τόλιας, Δύο ποιήματα
Η αυτοχειρία μιας ανάμνησης
Πόσο να αντέξουμε
Τόσα χρόνια πέρασαν από μέσα μας
κι ακόμα υποφέρουμε.
Είπε εκείνη η εύθραυστη ανάμνηση
Και αρπάζοντας από τα χέρια μου
το περίστροφο της νοσταλγίας
τίναξε τις εικόνες της στον αέρα.
*
Παράδοξο
Εμπειροτέχνης γραφιάς
Ένας απλός
εκτροφέας
των στίχων
Όμως υπάρχουν στιγμές
που τον μεταμορφώνουν
σε αιμοσταγή δυνάστη
Που σβήνει τη δίψα του
μεθώντας ηδονικά
Με το αίμα των λέξεων.
*Από τη συλλογή “Ονειροκτόνο φως”, Πάτρα 2023.
Αλέξης Τραϊανός, Αφίσα
Μα επί τέλους τι είμαι
Εγώ που έψαυσα ένα χάρτινο πρόσωπο
Στημένο στην αμφιβολία των δρόμων
Στα σταυροδρόμια της σιωπής
Πάνω σε τόσες αφίσες το κοίταξα
Ν’ αλλάζει χρώματα ν΄ αλλάζει στάσεις
Να τού σχεδιάζουν ματογυάλια
Να τού προσθέτουν υπογένεια
Ερυθρά και γλυκά μάτια
Σκισμένες παρειές και μέτωπα
Αύριο ένα καινούριο πρόσωπο
Στο πρόσωπό μου θα επικολληθεί
Στιλπνό κι ακέραιο μες στη νύχτα
Για να ξυπνήσει και ν΄ αντιληφθεί
Πως πάλι έβρεξε πως πάλι πέρασε
Το νύχι το μαχαίρι
Σκισμένες παρειές
Σκισμένα μέτωπα
*Από την ενότητα “Οι μικρές μέρες” που περιλαμβάνεται στην ομότιτλη συλλογή (1973). Το ποίημα το πήραμε από την έκδοση ¨Φύλακας ερειπίων Τα ποιήματα”, Εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1991.
Urs Böke, Ο Χάινριχ Μπελ δεν έχει καμία δουλειά στην μπάρα
Ακόμα ένα απ’ τα
ποιήματα της μπάρας
κι εγώ αράζω
μπροστά μου μια μπύρα
όταν έρχεται αυτός ο τύπος
και μου πιάνει κουβέντα
για το τι σημαίνουν
τα παλαιά γερμανικά
στην μπλούζα μπω
κι εγώ λέω
Ρε φιλαράκι είναι μόνο
λέξεις τίποτα παραπάνω
Και αφοσιώνομαι πάλι
στο μισόλιτρο μπουκάλι
αλλά αυτός δεν λέει
να μ’ αφήσει ήσυχο
με πιάνει απ΄ τον ώμο
και μου λέει
κάτι για τον Χάινριχ Μπελ
για τον Μπελ ρε γαμώτο!
και δεν φεύγει δεν φεύγει
δεν φεύγει με τίποτα
μέχρι που του λέω Εντάξει
ρε πιθήκι πάμε λίγο
έξω να τα πούμε
αλλά ο μπάρμαν
μας έχει πάρει πρέφα
μπαίνει ανάμεσά μας
κερνάει δύο ποτά
και επιβάλλει εκεχειρία·
πάντα το έλεγα ότι οι
αναγνώστες του Μπελ
έχουν λιγότερη τιμή
ακόμα κι απ’ την
Καταρίνα Μπλουμ
Λευτέρης Πούλιος, Δρόμοι / Calles
Δρόμοι — στιλπνά σκούρα χταπόδια τούτης της χώρας μου,
που πάνω σας δίχως μορφή και δίχως βάρος
πορεύεται το μέλλον. Κούρσες, πούλμαν, δεξαμενόπλοια,
κάποιο ποδήλατο και κανένα σπουργίτι
που κυλά τις αόρατες ρόδες του πάνω στην άσφαλτο.
Από κάτω υπόγειοι δρόμοι. Από πάνω
αέρινες σήραγγες παίζοντας τζαζ.
Δρόμοι πλάι σε αστραφτερές βιτρίνες, πλάι
σ’ αγάλματα ή ανάμεσα από μαγαζιά κι
εργοστάσια. Δρόμε έξω απ’ το πανεπιστήμιο.
Έξω απ’ το κτίριο της Βουλής. Δρόμε εθνικέ.
Δρόμοι της συνοικίας. Δρόμοι μαστιγωμένοι
από πίσσα και αίμα. Φτιαγμένοι με φωνές
και χαλίκια. Κάτω απ’ το βάρος
οδοστρωτήρων και χιλιάδων διαδηλώσεων.
Δρόμε, σάβανο του Γρηγόρη, του Σωτήρη, του Τάσου.*
Δρόμοι – παιάνες. Δρόμοι γιορτής.
Δρόμοι – αγωνία. Δρόμοι – φονιάδες.
Ποια κατάρα πάνω σας έχει πέσει;
Περιμένουμε ο καθένας στη στάση του
περιμένουμε όλοι μαζί στο τσίγκινο υπόστεγο.
Calles
Calles — pulpos oscuros y brillantes de mi país,
que sobre vosotros sin forma y sin peso
El futuro avanza. Carreras, autobuses, petroleros,
alguna bicicleta y ningún gorrión
que hace rodar sus ruedas invisibles sobre el asfalto.
Abajo, calles subterráneas. Desde arriba
túneles de viento tocando jazz.
Calles junto a escaparates brillantes, junto
en estatuas o entre tiendas y
fábricas. Calles fuera de la universidad.
Fuera del edificio del Parlamento. Camino nacional.
Calles del barrio. Caminos azotados
de alquitrán y sangre. Hechos de voces
y grava. Bajo el peso
aplanadoras y miles de manifestaciones.
Calle, sudario de Gregorio, de Sotiris, de Tasos.
Caminos – himnos. Caminos de fiesta.
Carreteras – ansiedad. Carreteras asesinas.
¿Qué maldición les ha caído encima?
Esperamos cada uno en nuestra parada.
Esperamos todos juntos en el cobertizo de chapa.
*Ισπανική μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης.
Ανέστης Ευαγγέλου, Προετοιμασία και ώρες αναμονής πριν από το μακρύ ταξίδι
I
Στη σειρά καθόμαστε και περιμένουμε:
έτοιμες οι βαλίτσες, οι αποσκευές.
Βλέπεις την ώρα, βηματίζεις,
όλο αναμονή ’σαι, ανησυχία,
κι οι μελλοντικοί σύντροφοι, όλοι
σιωπηλοί, μοναχικοί, σαν χαμένοι
μέσα τους, μιλούνε και στη στιγμή
αισθάνεσαι στην αδιάκοπη απουσία:
μόνοι, πικροί και σαν υπνωτισμένοι.
II
Δεν σε αρνούμαι, ζωή, με όσα κι αν φέρνεις
όμως πολύ, με θάνατο, μου έρχεσαι αλλοιωμένη.
Πολλές παραχωρήσεις έκαμα, δείχτηκ’ απέναντί σου
συγκαταβατικός, στην οδύνη κατεύνεσα,
αγάπησα σχεδόν τούτους τους στενούς
λασπωμένους δρόμους, τη νύχτα, την ομίχλη και τα τρωκτικά –
όμως μη με εξαντλείς, στο έσχατο
μη με φέρνεις σημείο.
Lola Ridge, Freedom / Ελευθερία
Let men be free!
All violence is but the agony
Of caged things fighting blindly for the right
To be and breathe and burn their little hour.
Bare spirits—not debight
In smooth-set garments of philosophy;
But near earth forces, elemental, crude,
Scarce knowing their invicible, rude power;
Within the close of their primeval servitude
Half comatose.
Who, ravening for their depleted dower
Of so much sun and air and warmth and food,
And the same right to procreate and love
As the beasts have and the birds,
Strike wild—not having words
To parry with—at the cold force above.
Let men be free!
Hate is the price
Of servitude, paid covertly; and vice
But the unclean recoil of tortured flesh
Whipped through the centuries within a mesh
Spun out of priestly art.
Oh men, arise, be free!—Who breaks one bar
Of tyranny in this so bitter star
Has cleansed its bitterness in part.
Ελευθερία
Αφήστε τους ανθρώπους να είναι ελεύθεροι!
Όλη η βία δεν είναι παρά η αγωνία
των εγκλωβισμένων πραγμάτων
που παλεύουν τυφλά για το δικαίωμα
να είναι και να αναπνέουν και να καίνε τη μικρή τους ώρα.
Γυμνά πνεύματα -όχι νυχτωμένα σε λείες ενδυμασίες φιλοσοφίας-
αλλά κοντά σε γήινες δυνάμεις, στοιχειώδεις, ακατέργαστες,
που μόλις που γνωρίζουν την αδιόρατη, άγρια δύναμή τους-
μέσα στο κλείσιμο της αρχέγονης δουλείας τους
μισοκοιμισμένα.
Οι οποίοι, αδηφάγα για την εξαντλημένη τους προίκα
Τόσο πολύ ήλιο και αέρα και ζεστασιά και τροφή,
και το ίδιο δικαίωμα στην αναπαραγωγή και την αγάπη
που έχουν τα θηρία και τα πουλιά,
χτυπούν άγρια -χωρίς να έχουν λόγια να παλέψουν-
την ψυχρή δύναμη των επάνω.
Αφήστε τους ανθρώπους να είναι ελεύθεροι!
Το μίσος είναι το τίμημα
της δουλείας, που πληρώνεται κρυφά-
και η βλακεία δεν είναι παρά η ακάθαρτη ανάκρουση
της βασανισμένης σάρκας
που μαστιγώνεται μέσα στους αιώνες
μέσα σε ένα πλέγμα που έχει δημιουργηθεί από την ιερατική τέχνη.
Όποιος σπάσει έστω και μια μπάρα της τυραννίας
σ’ αυτό το τόσο πικρό αστέρι,
έχει καθαρίσει εν μέρει την πίκρα του.
*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Στέλιος Καραγιάννης, Οι μυθογράφοι / Los mitografos
Έμενα τότε στο πιο σκοτεινό διαμέρισμα
του ποιήματος –και για να μην παρεξηγηθώ–
εννοώ το παράξενο ποίημα
που δεν έγραψα ακόμα·
τα βράδια έρχονταν απρόσμενα
οι φίλοι μου οι ταξιδεμένοι,
ανάμεσα σ’ αυτούς
κι ο Οδυσσέας.
Φορούσε πάντοτε ένα
ξεφτισμένο ένδυμα –δε σκέφτηκα ποτέ μου
το γιατί– ριχνόταν λοιπόν
απογοητευμένος
σε μια πολυθρόνα κι άρχιζε να καπνίζει
με μανία το τσιγάρο του.
Γιατί να με βασανίζεις
τις νύχτες –μου έλεγε– μ’ αυτές τις φανταστικές
ιστορίες σου,
άσε επιτέλους να ζήσω κι εγώ,
τη δική μου ζωή την αληθινή.
Όσο για μένα βέβαια, καθόλου δεν
τον άκουγα· σαν μαγεμένος του μιλούσα
για τον Τέννυσον, τον Τζόυς, τον Καβάφη.
Μη με μπερδεύεις άλλο με τους μυθογράφους –μου έλεγε–
αυτοί μου καταστρέψαν τη ζωή.
Los mitografos
Vivía entonces en el piso más oscuro
del poema –y para que no se me malinterprete−
quiero decir del extraño poema
que aún no he escrito;
por las noches llegaban imprevisibles
mis amigos los viajeros,
entre ellos
también Odiseo.
Llevaba siempre una
Indumentaria deshilachada –no pensé jamás
en el motivo −se echaba entonces
frustrado
en un sillón y empezaba a fumar
con ansia su cigarrillo.
Por qué me atormentas
por las noches con estas historias
fantásticas tuyas −me decía−,
deja por fin que viva también
yo mi propia vida, la verdadera.
En cuanto a mí, por supuesto, no lo escuchaba
en absoluto; como hechizado le hablaba
de Tennyson, de Joyce, de Cavafis.
No me confundas más con los mitógrafos, me decía,
ellos han arruinado mi vida.
*Μετάφραση στα ισπανικά: José Antonio Moreno Jurado.
Karayanis, Stelios (1956).
Poemas/ Stelios Karayanis–1ª ed.–
Coedición | EntreTmas Revista Digital & Agulha Revista de Cultura, 2025.
52 p. 21 x 14 cm.









