Σταύρος Βαβούρης, Δύο ποιήματα

ΕΚΣΤΑΤΙΚΟΣ ΜΕΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Εκστατικός μες στη βροχή προχωρούσε
σα να μην έβρεχε
σα να μην τον είχε περονιάσει το νερό ως το κόκαλο.
Οι αστραπές καταύγαζαν
το πρόσωπό του αλλοπαρμένο
κι οι κεραυνοί τον πέρναγαν ξυστά.

Μʼ ένα όνειρο ακατάβλητο
στʼ απαυδισμένα μάτια του
προχωρούσε τραγουδώντας σιγανά
σα να μην τον είχε παρασύρει ακόμα
φύλλο πεθαμένο η καταιγίδα.

*

ΕΦΕΥΓΕ ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Έφευγε κείνο το συννεφιασμένο απόγευμα.
Και ξάφνου σηκωθήκανε φτερά
–φτερά μια φορά–
που μετεωριζόντουσαν για λίγο στον αέρα
φεύγοντας πίσω του μετά.

Καμπάνες φρένιασαν.
Άνοιξαν τα σύννεφα στα δύο
κι ένας ήλιος που στραφτάλιζε
–περίεργο Δεκέμβρη μήνα–
πρόβαλε για νʼ αποχαιρετήσει
σα βασιλικός απεσταλμένος.

Κρύφτηκε μετά.
Έκλεισε πάλι ο ουρανός
κι άρχισε η βροχή.

Έπεφτε συνεχώς όλη τη νύχτα.

*Το πρώτο ποίημα είναι από την ποιητική ενότητα «Σημειώσεις για έναν άνθρωπο που πέθανε» (1956) του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής, 1998. Το δεύτερο ποίημα είναι από την ίδια ποιητική ενότητα της επιλογής «Ποιήματα», εκδόσεις Ερμής, 1977.

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Δύο ποιήματα

δ’

Στον Σταύρο Κίκα

Εδώ οι λέξεις πέφτουν άπλαστες.
Οθόνες
σπασμένα δέντρα
άνθρωποι που μασούν
καθώς
ο οισοφάγος τους συστέλλεται
κατεβάζοντας σβώλους τροφής
στο στομάχι.
Πιο πέρα
μια μεταλλική χορωδία
παιανίζει στα οδοφράγματα.
Μου κακοφάνη.
Είμαστε τελικά το άθροισμα
των δικών μας παρορμήσεων;
Κι αν όχι, τότε τι;
Μες στη ροή των φωτονίων ενωμένοι
σε λειτουργία λανθάνουσας ύπαρξης
ανθίζουμε
εμείς.
Τα παιδιά των νεκρών.
Ένας πλανόδιος πεπτικός σωλήνας.

*Από τη συλλογή “Η νύφη του Ιούλη”, εκδ. Σμίλη, 2019.

*

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ

Και ξαφνικά το χρήμα
δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα
ούτε οι έξυπνες βόμβες του στρατού
ούτε ο τρυπημένος ουρανός
γεμάτος κάμερες και δορυφόρους.
Φαίνεται πως η φύση πήρε τον λόγο
και θα τον έχει για καιρό
καθώς μας πνίγουν ολοένα
οι στέγες των μεγάλων μας σπιτιών
κι αυτός ο φόβος ο βαθύς
πως θα πεθάνουμε
από κάτι τόσο απλό
ενώ δαμάσαμε
όλα τα ειδη στον πλανήτη.
Γι΄ αυτό λοιπόν
πετάμε μόνο με ψηφιακούς χαρταετούς
(ό,τι χτίζουμε μας γκρεμίζει πιο πολύ)
αφού το βαθύτερο νόημα
δεν είναι πια
να μετοικήσουμε στον Άρη
τη Σελήνη ή κάπου αλλού
αλλά να δούμε τη ζωή αλλιώς
με τις φυλακισμένες μας αισθήσεις.
Έξω στον κήπο όμως
κοκκινίζουν πάλι τ΄ άνθη της ροδιάς
και τα σπουργίτια
χορεύουν σάλσα μες στο φως
σαν εσωτερικοί μετανάστες
Του εφήμερου.
Έτσι απλά, αδέλφια
νικά πάντα η ζωή
καθώς οι φλόγες
μεταφέρον κομμάτια
της απανθρακωμένης μας ψυχής
στον ατελείωτο ιμάντα
του χρόνου.

*Από τη συλλογή “Ριμαχό”, εκδ. Σμίλη, 2022.

Μαρία Πηνελόπη Σταυριανού, Δεν μου φτάνουν οι νύχτες

Δεν μου φτάνουν οι νύχτες.
Η νύχτα περνάει πιο γρήγορα και από το κλάσμα του δευτερόλεπτου που χρειάζεται ένα δάκρυ, για να φτάσει από το βλέφαρο στο χώμα.
Αυτό συμβαίνει, όταν είμαι μαζί σου.
Δεν μου φτάνουν οι νύχτες.
Δεν έχω την πολυτέλεια να σπαταλήσω τον πολύτιμο χρόνο μου μαζί σου, σε κάποιον ύπνο.
Θα ήταν αχαριστία να σου δίνεται ένα δώρο και εσύ μετά να το πετάς.
Τι τύχη είναι να μπορώ να σ’ ακούω.
Κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται κωφοί.
Τι ατυχία!
Και εγώ έχω την ευλογία να ακούω τη μουσική της φωνής σου.
Δεν μου φτάνουν οι νύχτες, όταν τραγουδάς.
Γίνονται τόσο δα μικρές, που χωράνε μέσα σε ένα μικρό δάκρυ και χάνονται κατά την πτώση του.
Τόσο γρήγορα.
Δεν μου φτάνει μια ζωή, για να σε ακούω.
Πώς να στριμώξεις μια ζωή σε λίγες μόνο νύχτες;

*Από τη συλλογή “Πολύ”, εκδ. Βακχικόν.

Κατερίνα Φλωρά, Εξαπίνης 

Στην αυταπάτη και την ελπίδα ανάμεσα
κενό σημείο
Ασύνδετα νους και θυμικό
Ακυβέρνητα πλοιάρια

Απογοητεύσεις στη σειρά
ρευστότητα
αβεβαιότητα- λεν- η νέα κανονικότητα

Θιασώτες παράλογου τσίρκου
γαϊτανάκι τρελών συγκυριών
μασκαράδες στο καρναβάλι του τρόμου

Κι εμείς που νομίσαμε στην πορεία μας πως ήμαστε
πρόσκαιρα χαμένοι γυρνάμε
Ώσπου συνέλθουμε από του ονείρου
την οδυνηρή πραγματικότητα
και να ’μαστε πάλι μαζί.

Ζωή Καραπατάκη, Κραυγή

Παίζουμε
παιγνίδια πολέμου
Φλόγες οι λέξεις γίνονται στα χείλη
κι ο νους πρώτος, καμίνι ζωντανό,
χωρίς έλεος, κανένα

Είμαστε φορτωμένοι
απελπισία
Μη σε ξεγελάνε τα λιβάδια
με τις ανεμώνες
ούτε οι κομψές πεταλούδες
οι ανάλαφρες

Μια καταιγίδα είμαστε
που αδημονεί

ουδείς τόπος χάριτος

Βαγγέλης Γέττος, Σιωπή

Αγνώστου, Τοιχογραφία, Spring Street, Reservoir, Melbourne

Με τη σιωπή
γίνεσαι σπηλιά
κατώι
κρασοποτείο φριχτό
υπόνομος
υπόγειο τρέμουλο
λαγούμι που θάψαμε δυο σπασμένα γυλαιά
αποθήκη με σαπισμένο σιτάρι
ποντικοί σε λήθαργο
πλάκα του κουπιού πριν ξαναβγεί στην επιφάνεια του νερού
το αίμα που καίει στην προσπάθεια,
υπόκωφος γδούπος στις ράγες
μέσα σε θολές κραυγές για βοήθεια

η σιωπή ανοίγει μια τρύπα χάους σε κάθε σου πόρο.

*Από τη συλλογή “Προσάναμμα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2013.

Χάρης Σακελλαρίου (1923-2007), Prevention

Πιάστε αυτό το σκελετό
που τρέχει στους δρόμους
των ματιών – μας
ενθουσιώδης περιχαρής κροταλίζοντας
το κίτρινο του φόβου – μας
προβάλλοντας σε κάθε γωνιά
τα ικριώματα της αυριανής μέρας
Ακούραστος σπεύδει
αδειάζει την άβυσσο στο κρανίο – μας
γεμίζει την άσφαλτο κόκαλα
αριθμημένα
δοκιμάζει τα καρφιά
στις πόρτες

Μας φτάνουν τόσοι σκελετοί
στις καρέκλες
με τον πονόδοντο
και τους καθρέφτες

Η μέρα αλέθει τη στάχτη
σε ανέχυρα

*Από τη συλλογή “Ανεπίδοτα”, εκδ. Κέδρος 1978.

Ευθύμιος Λέντζας, Ποιήματα

Οι γυναίκες που έθαψα στον ύπνο,
στο στήθος μου φυτρώσανε γελώντας.
Γλυκιά μου απόδραση στο δίχως
κάδρα δωμάτιο με τα δύο κρεβάτια,
την ξύλινη πόρτα και το φως στο διάδρομο.
Πουθενά το βήμα μου απόψε.

*

Στενόκαρδα στρώματα·
Πώς να συμφιλιωθώ με τα κόκαλα;
Θεέ μου, τι μεσημέρι κι αυτό,
με κίτρινο τοίχο και χελιδόνια στα κάγκελα.
Όταν ο κίνδυνος γίνεται δεύτερη γλώσσα
δεν με τρομάζουν οι κηλίδες στο πάτωμα:
Η κοινή μας ζωή στο σκοτάδι.

*Από τη συλλογή “Το μερίδιο”, εκδ. Θράκα, Ιούνιος 2022.

Ella Wheeler Wilcox, Μοναξιά

Γέλασε, και ο κόσμος θα γελάσει μαζί σου.
Κλάψε, και μονάχος θα κλαις.
Γιατί η λυπημένη γέρικη γη πρέπει να δανειστεί την ευθυμία της,
ενώ έχει δικά της προβλήματα αρκετά.
Τραγούδησε, και οι λόφοι θα απαντήσουν.
Αναστέναξε, κι ο στεναγμός σου στον αέρα θα χαθεί.
Αναπηδούν οι αντίλαλοι σε ήχο χαρωπό,
μα συρρικνώνονται στης έγνοιας τη φωνή.

Αγαλλίασε, και οι άνθρωποι θα ψάξουν να σε βρουν.
Πένθησε, και την πλάτη θα γυρίσουν ν’ απομακρυνθούν.
Θέλουν γεμάτο μερτικό απ’ όλες τις χαρές σου,
μα δεν χρειάζονται τη θλίψη από τις συμφορές σου.
Είσαι χαρούμενος, και οι φίλοι σου είναι πολλοί.
Γίνε λυπημένος, και τους έχασες όλους.
Ούτε ένας δεν αρνείται το νέκταρ του οίνου σου,
αλλά μονάχος πρέπει να πιεις της ζωής τη χολή.

Γιόρτασε με γεύμα πλούσιο, και οι αίθουσές σου θα γεμίσουν από πλήθη.
Νήστεψε, κι ο κόσμος θα σε προσπεράσει.
Να πετυχαίνεις και να δίνεις, κι αυτό σε βοηθάει να ζήσεις,
μα κανένας δεν σε βοηθάει να πεθάνεις.
Υπάρχει χώρος στους διαδρόμους της χαράς
για ένα μακρύ κι αρχοντικό τραίνο,
αλλά όλοι πρέπει να μπούμε ένας-ένας στη σειρά
για τα στενά περάσματα του πόνου.

*Μετάφραση: Αγγελική Μπούλιαρη. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από εδώ: https://poiimata.com/2023/07/04/monaxia-ella-wheeler-wilcox/

Δημήτρης Πέτρου, από τον ”Εικοστό κόσμο”

Πρώτο έσπασε το Σύμφωνο.
Νύχτα ψυχρή, ξημέρωναν ιδανικές συνθήκες.
Χώμα κατάλληλο για άρματα, θερισμένο,
και βρέθηκα να κοιτάζω στο μέσο της ζωής
έναν κόσμο σε ετοιμασίες.

Δίπλα μορφή τυφλή, απορημένη
σε ραψωδίες πάλευε να κλείσει την παραφροσύνη.
Γυρίζει και μου λέει:

-Πού πήγαν οι θεοί;
Δεν βρίσκω πρόσωπο να τραγουδήσει.
Το φτερωτό άλογο νεκρό.
Η γυναίκα με τα λυτά μαλλιά
μακριά πολύ από τα χρόνια.
Τώρα ποιοςθα βάλει το θυμό σε τάξη;

Νύχτα ψυχρή χωρίς διαβουλεύσεις.
Δεν απαντώ.

-Πού είδες ομορφιά;
Βασιλική πληγή μέσα σ’ αυτό το χάος;

Νύχτα ψυχρή και ξάστερη, γεμάτη κρότους.

*Από τη συλλογή ”Εικοστός κόσμος”, εκδ. Πόλις, 2022.