Νίκος Κόλμαν, Δύο ποιήματα

ΙΕΡΟΣΥΛΙΑ

Το φως του φεγγαριού στόχευε τα κλειστά σου μάτια
χαμογελούσε το βλέμμα σου
προστατευμένο από την εμμονή μου

ωσάν να κοιτούσα αλλού
ωσάν να ξυπνήσαμε αλλού, σε ολική μετατόπιση του χωροχρόνου,
ωσάν να ιεροσυλήσαμε στο ιερό μιας εγκαταλειμμένης
βυζαντινής εκκλησίας σ’ άγνωστο χωριό της Καππαδοκίας.

Το ονειρικό ατόπημα
μεταφέρεται από κοπάδι άχρωμων αμνών.

*

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Αυτή τη στιγμή
την επόμενη στιγμή
όλες τις στιγμές
-καλές και κακές-
τις χρονομετρώ, τις πολλαπλασιάζω, τις διαιρώ και
Υπολογίζω
πόσο πολλές είναι
μέσα στη σύντομη ζωή.

Δύο σταγόνες καθώς πέφτανε από ψηλά
Συναντήθηκαν
Αγαπήθηκαν
Φιλήθηκαν
μα μόλις φτάσανε στη γη
για πάντα διαλύθηκαν.

*Από τη συλλογή “Δοκιμές μνήμης”, εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2020.

Κατερίνα Λιάτζουρα, από τη συλλογή “Λευκοί νάνοι”

και έπειτα·

με τούτο δω το ποίημα
δεν θα διεκδικήσω καμιά πρωτοτυπία
για μένα, τον Μαμωνά και τη malaise du siecle·
σαδιστική εξάλλου ήταν πάντοτε
η φλέβα του ειδώλου
σαν αντάμωνε το μαύρο με τον χρυσό
και το θειάφι με το φυτίλι
ντενεκέδες κοσμοκαλόγεροι, Εαυτούληδες της πόλης
ζυγίζουν νευρόσπαστα τη νοερή αξία
μέσα στην ασάφεια του χρόνου
και πυκνώνουν και πυκνώνουν ολοένα
στα πέπλα της αρένας

Πάμπολλες οι αλήθειες, κι εσύ δεν γνώρισες καμία;
Γιγαντώθηκες στη λογική, ποιο να’ ναι το σημάδι;

Στον πύργο της Βαβέλ σκαρφάλωσες
στον ουρανό και στον βωμό
και πιο πάνω και πιο πάνω και όλο πιο πάνω θέλησες
την πτώση να αποφύγεις

μα, εκείνο το φρούτο άλλοτε, μήλο κόκκινο δεν ήταν;

*“Λευκοί νάνοι”, εκδ. Βακχικόν, 2022.

Γιώργος Κοζίας: Το ανθισμένο καράβι

Στη Χριστίνα

Τα πανιά ξεδιπλώθηκαν. Ο αγέρας φύσηξε
τέντωσε τα σχοινιά. Πάνω στο γέρικο καράβι
άνθισε η τριανταφυλλιά. Τυλίχτηκε στην πρύμνη
και στην πλώρη. Ανέβηκε στην κορυφή του καταρτιού.
Στα κουπιά κρέμασε τα στεφάνια της.
Οι κωπηλάτες φώναξαν στον τιμονιέρη να γυρίσει
το πλοίο κατά τη στεριά. Αυτός αρνήθηκε.
Τρομαγμένοι από αλλόκοτα ρόδα ρίχτηκαν
στη θάλασσα. Η τριανταφυλλιά κράτησε
μόνο τον τιμονιέρη. Τον σπλαχνίστηκε.
Του έδωσε άστρο βάλσαμο, τιμόνι καρυοφύλλι.

*Από συλλογή “Πεδίον ρίψεων”, εκδ. Στιγμή, 2001.

Μαρία Κούρση, από τη “Μία μέρα”

Ο άνθρωπος που έβλεπε ανθρώπους
να περνούν
Μέσα από τον Χρόνο και τη Λέξη
Πρόλαβε Προσαρμόστηκε Παραιτήθηκε
Ευκαιρίες δίνονταν χάνονταν περίμεναν
(Το κύμα έσκαγε έβρεχε τα πόδια του
Τα γυμνά του μάτια)
Κατά καιρούς αγάπησε τον Χρόνο και τη Λέξη
Λυπόταν που έφευγε που γύριζε
που έφευγε
Λυπόταν που κοίταζε μόνο κοίταζε και κοίταζε

Χαρτάκι ανεμίζω ασήκωτο χαρτάκι
ανεμίζω καθηλωμένο που ήτανε
βαρύ χαρτάκι σαν μολύβι ανεμίζω
βαθιά στη γη από το χώμα ήτανε
το πήρε και το σήκωσε
ανέλπιστος αέρας ψευτοαέρας
(στην ανέμη τυλιγμένο ν’ αρχινίσει)

*“Μία μέρα”, Εκδοτική Αθηνών, 2014.

Nadia Anjuman, Δηλητήριο

Εκείνη τη νύχτα…
οι σκορπιοί μαζεύτηκαν κρυφά
για μια άγρια ανταλλαγή
που συνεχίστηκε για αρκετό καιρό
Το θέμα: Έγχυση δηλητηρίου σε σώματα γνώσης!
Πιο δηλητήριο να επιλέξουν δεν
μπόρεσαν να καταλήξουν
Ξαφνικά
από την ομάδα ο πιο φρικτός απ’ όλους
άνοιξε το στόμα του
η γλώσσα του σαν ξίφος
και μίλησε:
Η νύχτα περνά, δεν υπάρχει χρόνος για
καθυστέρηση
Όταν η λεία μας
κλείσει τα μάτια
σηκωθείτε και βρείτε ένα σημείο να κεντρίσετε
Έχω κληρονομήσει
ένα αρχαίο βάζο με
φαρμάκι θανατηφόρο απ’ τους προγόνους μου
Τώρα είμαι εγώ ο γενναιόδωρος εκείνος που
θα το κληροδοτήσει σε άλλους…

*Nadia Anjuman, Αφγανή ποιήτρια, γεννήθηκε το 1980, και πέθανε ύστερα από ξυλοδαρμό του συζύγου της, το 2006.

**Από την Ανθολογία «Σιωπές. Ποιήτριες από το Μπανγκλαντές, την Ινδία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, το Ιράν». εκδόσεις Opportuna. Ανθολόγηση-επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής.

Λεωνίδας Καζάσης, Τέσσερα ποιήματα

Τα βιώματά σας,
των παιδιών σας τα αίματα
δεν σας έπεισαν·
ούτε η γνώση στα σχολειά
που κι οι φτωχοί απέκτησαν·
ούτε της τεχνολογίας σας η πληροφόρηση σας προβλημάτισε.
Χτύπα απότοκο! Χτύπα στιγμή!
Άνεμε τσάκισε τους αμετανόητα δυστυχισμένους!

*

Η αίσθηση την σκέψη ερεθίζει
και η σκέψη ανταποδίδει
με την φαντασίωση της στέρησης που αιμορραγεί.
Ο πολιτισμός που τα πάντα διχάζει
που τα ενώνει μόνο στην αλληλοσφαγή,
την διαλεκτική τής φύσης αντιμάχεται˙
μιάς φύσης που ένοχα σας επιτρέπει.

*

Γελασμένοι απ’ τις προβλέψεις
οι προσδοκίες σάς ταπεινώνουν!
Τα εργαλεία σάς απειλούν,
δίχως ρίγη από φιλήματα ζεστά,
οι διαθέσεις σάς εξοντώνουν.

Ακούγοντας τσιρίδες γραναζιών,
πίσσας φωτιά ρεμβάζοντας,
ποτέ δεν θ’ αντικρύσετε τα βλέφαρα της θάλασσας που κλαίνε.

*

Κι αν πικράθηκα κι αν εστηλίτευσα
κι αν εγχειρίδιο άρπαξα να μπήξω,
μπροστά στης θάλασσας το δειλινό,
στων κάμπων, στων βουνών τον ορθρινό οργασμό,
δαγκώνοντας δυό χείλη,
τα μάτια μου να κλείσω.

ένα έτσι, κανένας δεν ψάχνει για τις λέξεις

Φώτο: ένα έτσι

Κανένας δεν ψάχνει για τις λέξεις.
Μία εύκολη ρίμα, ένα πρόχειρο ρήμα.
Σχέσεις πριν γίνουν υπόσχεση.
Άνθρωποι πριν γίνουν τοπία.
Αφρικάνικα σύνορα, ανταλλάξιμες μοναξιές.
Τσιγάρα πριν γίνουν φεγγάρι.
Δεν είναι πια μυστικό.
Κάτω από όλους αυτούς τους τόνους
καθημερινής τρέλας και αηδίας
κρύβεται μια σπαρακτική σιωπή.

*Πάρθηκε από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2023/06/21/7325/#like-7325

Κωνσταντίνος Βορβής, Αυτοκινητόδρομος

Εβένινο ποτάμι του φωτισμένου σκότους
αυτή τη νύχτα θα χαθώ στην άσφαλτό σου
στο σιδερένιο φέρετρο προφυλαγμένος
μόνος με τον κόσμο, με τα άστρα
οδηγώντας στην τροχιά του επέκεινα
μετωπικά θα προσπελάσω τ’ άπιαστο.

Πέτρος Σκυθιώτης, από τη «Συνθήκη ισορροπίας»

25
Στις διαφημίσεις να προσέχετε κάτω κάτω
και τα μικρά γράμματα

«Ο παράδεισος είναι ένα τσιγάρο δρόμος

μετ’ επιστροφής»

26.
Αγαπητέ κύριε ποιητή,

να θυμάστε να φοράτε
συχνότερα
τα γυαλιά σας
εδώ τα πράγματα
δεν είναι ποτέ στο περίπου
και προπαντός έχουνε
σύνορα και γωνίες

γι’ αυτό σας παρακαλώ
μην εξαπατάσθε
και μας παρασύρετε

Αγαπητέ αναγνώστη,

Οι δικές μου οφθαλμαπάτες είναι μόνο δικές μου
ποιος σας είπε ότι μπορείτε να παίζετε
με την ιδιοκτησία
του καθενός

εγώ για να ξέρετε ήθελα από μικρός
να αποκτήσω
μυωπία

27.
Όλη αυτή είναι η περιουσία μου

της φώναξε
δείχνοντας μια βιβλιοθήκη χειρόγραφα
και βιβλία

εκείνη τον κοίταξε πικραμένη

το ίδιο κι εκείνος

και ξάπλωσαν μαζί
πάνω στο γραφείο
αυτός
κι η κατακόκκινη

καρδιά του

28.
Είναι αλήθεια οι γάτες δεν δακρύζουν
κι ας έχουν ψυχές

επτά

0.
Μια αβέβαια
συνθήκη ισορροπίας
εγγυάται τη ζωή μας

προχωράμε βαστάζοντας κλειδιά

βασταζόμενοι από πόρτες

*«Συνθήκη ισορροπίας», εκδ. θράκα, Φεβρουάριος 2014.

Γιώργος Κ. Καραβασίλης, Τέσσερα μικρά μαδριγάλια

ΑΠΝΟΙΑ

Στον πάπυρο της πεταλούδας
Η απόσταξη των τοπίων.

ΣΑΡΚΩΣΗ

Σε χάδι μωβ κυλά η Άνοιξη
Και στης καρδιάς το φύλλο
Ανεμοπύρωμα η βροχή
Βαθύ πουλί
Χώμα το χώμα
Σπόρο το σπόρο
Κραυγή την κραυγή
Καρφώνει στεφάνι.

ΑΚΟΥΩ ΤΟ ΚΡΙΘΑΡΙ ΤΗΣ ΓΗΣ

Ακούω το κριθάρι της γης
Στις καλύβες του κάμπου.
Ας πιούμε τη μοσχοβολιά μιας μέρας
Σ’ αυτό το καταφύγιο της λυχνισμένης νύστας.

ΓΥΜΝΟ ΠΟΔΙ, ΦΥΛΛΟ ΕΞΟΧΙΚΟ

Ω γυμνό πόδι, φύλλο εξοχικό,
Πώς ξεδιψάς το καλοκαίρι στο κορμί,
Σε θαλασσινό αφρό
Πουρπουρίζει το στήθος σου.
Μη μου μιλήσεις! μη σε τελειώσω.

*Από τη συλλογή “Η γραφή και το μαχαίρι” που συμπεριλαμβάνεται στο συλλογικό “Ποιήσεις 1963-2003”, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2004.