Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

ΑΤΕΛΗΣ ΧΑΡΗ

Στης δύναμης το τέλος ακουμπά να ξαποστάσει
όταν δε μένει άλλο πια να κάμει
Ο διαβάτης που αμέριμνος ξεκίνησε το δρόμο να κινήσει
ανυποψίαστος και δίχως πλάνο
πιστεύοντας στης ρότας τη φωτεινή σκιά
Αποκαμωμένος από του καιρού τις στροφές
και των συνοδοιπόρων την σιωπηλή ανοησία
λησμονεί θαρρώ την τραχιά πορεία
καθώς αχνοφέγγει η τελεία του ορίζοντα
μαβιά και πορφυρή
σαν ζέση ολάκερη που γλυκά μας τυλίγει

*

ΠΑΝΤΟΣ ΚΑΙΡΟΥ

Μασκαρεμένη μέρα
κρύβει της αλήθειας το μειδίαμα
Πολύχρωμες κορδέλες πετάγονται
σα βέλη με άγνωστο παραλήπτη
τα πρόσωπα χάνονται πίσω από της μάσκας την παγωμένη έκφραση
Κινήσεις ελεύθερες κραυγές αβίαστες
διότι δεν είμαι εγώ και μπορώ αυτό που είμαι να γίνω

Λεωνίδας Καζάσης, Ανδαλουσία, Τοσκάνη σε διεκδικούν, μα σε κρατούν τα Τέμπη

Θα γράψω για εσέ
ένα βαθύ σκοτάδι,
που θα’ ρχεται απ’ του Άδη την καταχνιά.
Θα γράψω για τα μάτια σου,
την κόμη σου την μαύρη,
τους ώμους, τις παρειές,
την ατίθαση ματιά.
Θα γράψω για τις νίκες σου 
που στέφθηκαν με βάγια, 
τις νίκες σου που νίκησαν την ξενοιασιά!
Θα γράψω για τα χείλη σου,
της πέννας σου κοράλια
που σε διψάσαν πιότερο σ’ ανήλεη αντηλιά!
Θύγατερ, γυνή, μήτηρ, διδασκάλισσα,
στης πέννας σου τις προστριβές αέναα δοσμένη,
της πλήξεως, εκβιάζοντας, φιλιά αποσπάς.

Χ.Π. Σοφίας, Κάποτε

Πηγαίνοντας αριστερά
ήταν πρόοδος
Πηγαίνοντας δεξιά
ήταν παράδοση

Σήμερα η πρόοδος
και η παράδοση
φυλάνε τα πρόβατα μαζί
με την Κοκκινοσκουφίτσα
και τον Λύκο

Και η γιαγιά έχει πεθάνει
για να διηγηθεί το παραμύθι

Ειρηναίος Μαράκης, Αντιόχεια 2023 μ.Χ. 

Στους δρόμους της Αντιόχειας
οι σκιές περνούν αθόρυβα,
σαν φαντάσματα από το παρελθόν
που κρέμονται στον αέρα.

Η πόλη από τον Σέλευκο Α’ το Νικάτορα
στέφθηκε με δόξες και αρετές,
μα τώρα βυθίζεται στην παρακμή
και την αδιέξοδη στιγμή.

Οι κάτοικοι κουρασμένοι και φτωχοί,
ζουν στα σκοτεινά σοκάκια,
καθώς η Θεούπολη τούς έχει αφήσει,
στην ανοχή και την αδιαφορία.

Οι νέοι ψάχνουν δουλειά και όνειρα,
μα οι δρόμοι είναι γεμάτοι από χαμό,
ενώ η πόλη συνεχίζει να πνίγεται
στην ακαταμάχητη παρακμή της.

Παρ’ όλα αυτά, ανάμεσα στα χαλάσματα
και στους δρόμους της πόλης,
εξακολουθούν να υπάρχουν ελπίδες
για ένα καλύτερο αύριο.

Και ίσως, κάποια μέρα, η Αντιόχεια
να ξανασηκώσει το κεφάλι της ψηλά,
να αποδείξει ότι δεν είναι μόνο μια πόλη
που πεθαίνει στην απελπισία της.

Χανιά, 19/2/2023

Νίκος Γαλάνης, Πείτε το όνομά του

Στη Βιρτζίνια ζει ο παππούς μου
Έχει έρθει για βαμβάκι
Έπειτα στην Νέα Αγγλία για καπνό και ρύζι
Πρώτη φορά συνάντησε τον Νέο Κόσμο
με το σπάσιμο του μαύρου ελεφαντόδοντου
Γιοι και εγγόνια κατοικούν μαζί του
Ο παππούς μου στον πόλεμο πήρε όπλο
Στην εποχή της ανασυγκρότησης
Πάλεψε για ισότητα και μεταρρυθμίσεις
Μπορείτε να πείτε το όνομά του άφοβα
Ο παππούς μου δεν πέθανε
Οι μαύροι δούλοι ζουν αιώνια

*Από τη συλλογή “Τζορτζ Φλόιντ”, αυτοέκδοση, Ηράκλειο 2020.

Μίμης Κωστήρης, Άνιση μάχη

Στην έρημο μονάζω
Στυλίτης αναχωρητής
στη σκληρή
απομόνωση
ασκούμαι

Τα βράδια
μετράω τ’ άστρα
Την ημέρα
ονόματα νεκρών
συντρόφων
σκαλίζω στο βράχο
Πίνω τη βροχή
Τρέφομαι με ακρίδες
Με άγριο μέλι

Πίσω μου
σε μαύρο σύννεφο
Οι καβαλάρηδες
με τις πανοπλίες
και το σταυρό
στο στήθος
Οι κατακτημένες
πόλεις
Τα μολυβένια νερά
Οι διψασμένοι κήποι
Κι’ οι δουλωμένοι
Να τραβούν ομάδι
με τα μάτια αδειανά

*Από το βιβλίο “Φύλακας σε ρολόι κήπου”, εκδ. Ενδυμίων.

Παυλίνα Μάρβιν, Τα ζιζάνια

Δεν έπρεπε να βγάλω τα ζιζάνια –
χάσαμε όλο μας το στάχυ.
Τώρα, στις εποχές της στέρησης,
να τι μου σώθηκε:
Το άδειο μας χωράφι,
στη μέση ξόανο εγώ
να ναυαγώ
πουλιά νεκρόφερτα
μαμούνια αιμόφυρτα
και γύρω γύρω λίγες μνήμες των καρπών.

Χρήστος Λάσκαρης, Καταστολή εξέγερσης

Μας φέρνανε κεφάλια σε ντουρβάδες,
και τα καταγράφαμε:
τα πιο πολλά
στάζαν ακόμα αίμα

με τα όνειρα
μες στα θολά μάτια τους
νωπά

τα χείλη μισάνοιχτα
σα διψασμένα.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2023/02/20/katastoli-exegersis/

**Η φωτογραφία είναι λεπτομέρεια από πίνακα του Marc Shagale.

Τάσος Κόρφης, Το δέντρο

Πίσω από το παράθυρο, το ίδιο πάντα δέντρο.
Κάποτε ξεμπλέκαμε τους χαρταετούς μας
από τους κλώνους του.
Αργότερα χαράζαμε στον κορμό του
το αλφαβητάριο των ενθουσιασμών.
Τώρα ξεκουραζόμαστε στη ρίζα του.