Θεοδώρα Βαγιώτη, [Εντυπώσεις και ιδέες]

Σε λίγες μέρες θα έχει φύγει
από πάνω μου η Σλοβενία•
θα πασχίζω να τη βρω στα
γαριφαλάκια της Ιεράς Οδού
στα ρούχα μου στην αμασχάλη σου-

είμαι πολλή κι έχεις το άγχος
του πληθωρισμού, μαλώνεις και βρίζεις
χτυπάς το τραπέζι,
αφήνεις το γέλιο σου στο παράθυρο του πανδοχείου
μα η μνήμη μου σκορπίζει από
το έλλειμμά της, άτυχο σπουργίτι
νεκρό στο δάσος/

Και τα δέντρα θα γίνουν μια συστάδα
συμβάντων που ρίχνονται στο νερό
σαν ίσκιος του καμβά• η βάρκα θα σαλεύει
σαλεύοντας τα λογικά μου κι ο μουσικός
θα χτυπάει τη χορδή της κοιλιάς μου
θα πεινώ θα διψώ
μια σλαβική λέξη θα βουρλίσει
τη ρίμα του κέδρου•

Στου τραυλού του βαρκάρη
Τη μορφή μου καθίζω
Απ’ την πρύμνα πασχίζω
Κι οι σπουργίτες ζευγάρι

Νίκος Λάζαρης, Νυχτερινή μουσική


Artwork: Eine Kleine Nachtmusik

Όπως ένα υπόγειο που με την πρώτη βροχή
πλημμυρίζει νερά,
όπως το τσαλακωμένο πουκάμισο
ενός μοναχικού άντρα που τραυλίζει
μπροστά στην ομορφιά,
όπως το φως του γραφείου τελετών,
όπως το εσώρουχο γερασμένης γυναίκας
που το πήρε ο άνεμος από την ταράτσα
και το κρέμασε στα κλαδιά της αμυγδαλιάς,
όπως οι προτομές που αλλάζουν αθόρυβα
θέση στο πάρκο,
όπως το πλοίο των ψυχών σκοτεινό
διασχίζοντας τα νερά,
όπως τ’ αόρατα χέρια
που ανεβάζουν τις Ακροπόλεις στον ουρανό,
όπως οι μορφές αυτών των ανθρώπων
ακίνητες και παγωμένες
στο παράθυρο ενός –φανταστικού– οχήματος
που έχει χάσει τον προορισμό του από καιρό.

Γιώργος Αναγνώστου, Train of Thought in the Era of Covid

Περίπατος καθημερινός
Προσεκτικά επιλεγμένος, συμβολικός.
Την σιδηροδρομική γραμμή παράλληλα ακολουθώ
Πάνω στο μίλι στροφή δεξιά
Αμέσως μετά και πάλι δεξιά
Την σιδηροδρομική γραμμή παράλληλα ακολουθώ
Πάνω στο μίλι στροφή δεξιά
Αμέσως μετά και πάλι δεξιά
Nα κλείσει επιμελώς ο κύκλος
Τέλειο παραλληλόγραμμο
Ο τομέας που μου έχω αναθέσει.
Τελετουργική πειθαρχία
Λειτουργική φρουρά.
Τις ράγες επιβλέπω
Το πέρασμα απρόσκοπτο να είναι.
Οι διαβάσεις απόλυτα ομαλές
Παράλληλα ανοίγματα διαπεραστικά.
Ανεξάντλητοι οι ορίζοντες.
Και αν πέρασμα αμαξοστοιχίας
Χάρη μου κάνει την γεωμετρία της Ρουτίνας να θρυμματίσει
Τρελαίνομαι, ανεξέλεγκτα χοροπηδώ
Διπλώνομαι στα δυο
Σε παραλήρημα χαιρετώ
«Πάρε με μαζί σου, πάρε με αλλού!»
Μα κι αυτά ξετρελαμένα, παρατηρώ
Φωνίτσες σε συγχρονισμό
«Πάρε μας μαζί σου, πάρε μας αλλού!»
Πλαστικές σημαίες με πάθος ξεδιπλώνουν εαυτούς
Ανάλαφρα με διαστέλλουν
Μια ιδέα εμφυσούν
Αυτά τουλάχιστον μπορούν (την ιδέα επιταχύνουν)
Από του σώματος την φυλακή ––την λιπαρή ασφυξία
Να δραπετεύσουν
Τα γάντια προστασίας, η μάσκα
Καβάλα στα βαγόνια ––Yeehaw! Yeehaw!

Αγγελική Κουντουράκη, Με το θάνατό σου έμαθα

Με το θάνατό σου έμαθα
ότι οι άνθρωποι δεν είναι συνεπείς στα ραντεβού τους
Φτάνουν πάντα μισή ώρα αργότερα
Φτάνουν όταν έχει παίξει το πρώτο κομμάτι
Ενώ ήδη έχει ειπωθεί η πρώτη ατάκα

Έμαθα πως τα βράδια θέλουν τη συνήθεια του κλουβιού
μισώντας την ελευθερία του ανοιχτού παράθυρου
Για να αντέξεις ξαπλώνεις μόνος
ξεχνώντας το πρώτο ήλιο το ξημέρωμα
τα πλεγμένα σε πολεμικό χορό άκρα

Πως το σώμα συνηθίζει στα περισσεύματα της μέρας
ξεπουλώντας τις βαθιές ώρες της ελευθερίας που του έταξαν
για να μην λυπάται τις αναγούλες της πείνας
Μόνο να εκλιπαρεί την ελεημοσύνη του δυνάστη
στη πράξη αφαίρεσης των μελών του

Έμαθα πως η φυγή ορίζει τον χρόνο στο άπειρο
ενώ η λεπίδα της αλήθειας αγγίζει την καρωτίδα
Για να σταθεί ο κόσμος ανάποδα
ανώφελα να ψυχορραγεί
χωρίς περιθώρια προδοσίας

Πως η πραγματικότητα είναι χειρότερη από τους εφιάλτες
Για να παραμένει ζωντανή
ορίζεται μέδουσα με όρεξη για εκδίκηση

Χωρίς προσδοκίες
η απόγνωση ξεγελιέται

Με το θάνατο σου έμαθα
πως τα διλήμματα σκοτώνουν
και φτάνουν πάντα στην ώρα τους.

*Από τη συλλογή “Nigredo”, ΑΩ Εκδόσεις, 2023.

Μάτση Χατζηλαζάρου, Νεκρή φύση

Η κουρτίνα γαλακτόχρωμη απ’ το φανάρι του δρόμου και βλέπω το
τραπέζι με τις τάβλες κατεβασμένες μπρος στο παράθυρο πότε
σταματήσαμε να λέμε τα αυγά μάτια ή οι μαργαρίτες τις αβίαστες
αρμαθιές απ’ τα λόγια μας ως τα πέρατα ήτανε αυτές συμπαιγνίες
ζέστης κατάσαρκης και τότε χρώματα τροπές ξεκαρδίζονται
τράβα τράβα το χερούλι πλατύφυλλο βασιλικό και χαρταετούς
ξαναθυμάμαι και βλέμματα υγρές μουσούδες πάνω στα γόνατά μας
τώρα ποια αδράνεια ασάλευτη πνίγει το δωμάτιό μου ολόκληρη
μια νύχτα χτυπήθηκα ΜΟΝΗ πάνω σε αντικείμενα ξοφλημένα το
τραπέζι η κουρτίνα και το φως του φαναριού σεληνιακά αντανακλούν
τα κύματα της θλίψης ο ορίζοντας αισθάνουμαι πως τορνεύει
μια υπερμεγέθη γαβάθα τα τοιχώματά της είναι λεία από αρνήσεις
άλλη από μένα λέω στο συφοριασμένο εαυτό μου θα ‘ναι το σαρκώδες
νούφαρο που για κείνην τορνεύει ο ορίζοντας τα μεγάλα
γυαλιστερά φύλλα του όλο σ’ επιφάνεια παραδίνονται στα ασάλευτα
νερά δίχως ένα λυγμό ανάμνησης

*Από την ενότητα “Τα λόγια έχουν κρόσσια”, που περιλαμβάνεται στο συλλογικό τόμο “Ποιήματα 1944-1985”, εκδ. Ίκαρος 2021.

Κατερίνα Κατσίρη, Να γράψεις κάποτε

Να γράψεις κάποτε πως ονειρεύτηκα μια μικρή βροχή
να ’σπαγε τα χέρια μου, την ονειρεύτηκα πολύ σκαλίζοντας
τις λέξεις, οι λέξεις μου δυόμισι βήματα απ’ το θεό
που σύρθηκε στη σκόνη
και θάμπωσε τα λαμπερά μου μάτια
Να γράψεις και για τη σιωπή, ζεσταίνει όσο και να πεις τις λέξεις
που ’χουν μείνει, μίτρες από τη μήτρα τις αντέγραψα
δύσκολα ξεχνιούνται την ώρα του επισκεπτηρίου
Έτσι να το γράψεις στους τοίχους
Μόνο μην κλάψεις χαμηλώνοντας τα γράμματα
και χαρακώσουν θάνατο οι σκουριές
Να γράψεις κάποτε σαν χάδι, μυρίζοντας τις τσέπες μου
έτσι να γράψεις και ας ανάβει νύχτα η βροχή

*Το ποίημα πάρθηκε από εδώ: http://aoratatopia.blogspot.com/search?updated-max=2012-04-07T05:14:00%2B02:00&max-results=2&start=4&by-date=false

Νίκος Σφαμένος, ακινησία


Φώτο: Vivian Maier

ήταν πράγματι
ανυπόφορος
αυτός ο καύσωνας
ο κυρ Στρατής
γύριζε μόνος
«ε, και τι να κάνω στο σπίτι»
μικροί τσιγγάνοι
κρυβόταν στους θάμνους
του κήπου
ένας αλήτης κάτι μουρμούριζε
κοιτώντας τις βιτρίνες
δύο τουρίστες ρωτούσαν για
τις καλύτερες παραλίες
έξω απ΄το ταξιδιωτικό
γραφείο
ένας γέρος
κοίταζε ώρα ακίνητος
τα δρομολόγια των πλοίων

Κωστής Τριανταφύλλου, Το κόκκινο ποίημα

Οδηγία χρήσης:
για να γραφεί
αυτό το ποίημα
είναι αναγκαία
η συνεργασία
του αναγνώστη
ο οποίος
καλείται
να κλείσει
τα μάτια του
για ένα λεπτό
σκεπτόμενος
έντονα
το κόκκινο
χρώμα.

Tόλης Νικηφόρου, ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται…

Θα ξαναγεννηθούμε σε μιαν άλλη χώρα
θ’ ανακαλύψουμε και πάλι τις πρώτες λέξεις
και θα προφέρουμε περήφανα κάθε ελάχιστο αυτονόητο
στη γνώση μάταια θ’ αναζητήσουμε τον κόσμο
θα περιπλανηθούμε στους μεγάλους δρόμους
με τις σειρήνες μέσα στην ομίχλη
και κάποτε έκθαμβοι θα συναντήσουμε
την πρώτη μας αγάπη
στα μάτια μας θ’ αστράφτει
η ίδια προαιώνια λάμψη
τίποτα δεν θα θυμηθούμε και τίποτα
δε θα ‘χουμε ξεχάσει

*«Ένα λιβάδι στην ομίχλη που ονειρεύεται» 2002.

**Το ποίημα πάρθηκε από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2023/07/15/ena-livadi-stin-omixli-pou-oneirevetai/#like-5283