Γρηγόρης Σακαλής, Μεταμόρφωση

Στα φύλλα της καρδιάς
η αγάπη φωλιάζει
περιμένει
την κατάλληλη στιγμή
το κατάλληλο πρόσωπο
για να εκδηλωθεί
να ενσαρκωθεί
έχει αυστηρό γούστο
εύκολα δεν εκδηλώνεται
περπατάει καιρό
μέσα στη μοναξιά
στα απέραντα δάση
της ψυχής
μα όταν έρθει η ώρα
έρχεται σαν έκρηξη
μοιάζει με ρίγος
σ΄όλο το σώμα
η αγάπη τότε
σε μεταμορφώνει.

Ai Ogawa, Τρία ποιήματα

ΕΚΤΡΩΣΗ

Γυρίζοντας σπίτι, σε βρίσκω ακόμα στο κρεβάτι,
μα σαν τραβάω την κουβέρτα,
βλέπω πως το στομάχι σου είναι επίπεδο σαν σίδερο.
Το ‘κανες, όπως μου είχες πει ότι θα το κάνεις
και άφησες το έμβρυο τυλιγμένο στο κηρόχαρτο
για να το δω. Ο γιος μου.
Γυναίκα, μια που σ’ αγαπάω ό,τι κι αν κάνεις
τι να πω, μονάχα αυτό που έχω ακούσει
ότι οι φτωχοί δεν έχουν παιδιά, παρά μικρούς ανθρώπους
και υπάρχει χώρος μόνο για έναν άντρα σ’ αυτό το σπίτι.

*

ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ

Τα σημάδια απ’ τις οπλές στη νεκρή αγριόγατα
αστράφτουν στο σκοτάδι.
Είσαι γυμνός, καθώς τη σέρνεις στη βεράντα.
Ούτε αυτό θα ωφελήσει.
Το παγωμένο νερό που ήπιαμε δεν ωφέλησε,
ούτε τα ελατήρια του κρεβατιού
που χτύπαγαν στα δάχτυλα
για να κρατήσουν τον ρυθμό.
Δεν έχω νιώσει ποτέ μου
τίποτα σαν κι αυτό. Δεν το καταλαβαίνεις;
Αυτό που λαχταρώ είναι σκληρό,
χτυπάει πάνω στα δόντια μου
πάει πάλι πίσω και με δαγκώνει.

*

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΠΟΛΥ ΚΑΙΡΟ

Τα δύο μισά του αυγού, αδύναμα,
γλιστρούν το ένα μέσα στ’ άλλο πάνω στα αποτριχωμένα πόδια
και η αναμονή τελειώνει.
Η σχισμή ανάμεσα στα πόδια μου
τρίχινος φλοιός χωρίζεται στα δύο,
Καθώς το μπλε, φανελένιο κουτάλι σου γλιστρά μέσα,
ξεχώνει κομμάτια σπασμένα τσόφλια
και τα απλώνει πάνω στους μηρούς μου,
σαν παλιά πορσελάνινα πιάτα τόσο λεπτά
για να μην κρατάνε τίποτα παρά μόνο την αγάπη.

*Από το βιβλίο ΄Άι Ογκάουα, “Τα αιρετικά παραμύθια”, εκδόσεις Βακχικόν, 2020. Μετάφραση: Διώνη Δημητριάδου, Βαγγέλης Αλεξόπουλος.

Πατρίτσια Κολαΐτη, Δύο ποιήματα

Ο ΛΙΘΟΠΑΙΣ

Από τότε, σε φέρω πάντα μέσα μου

Όπου πάω, πας
Όπου στέκομαι, στέκεσαι
Όπου κοιμάμαι, κοιμάσαι

Καρδούλα μου
Είσαι το πέτρινο μωρό μου

Δεν πονάει το παρελθόν, πονάει το μέλλον

Ακουμπάω τρυφερά το χέρι στην κοιλιά
Και σου μιλάω

Για τα μέρη που δεν πήγαμε
Τα πράγματα που δεν κάναμε
Όλες τις δυνατότητες που δε θα γίνουν

Εσύ δεν ξέρεις τίποτα για όλα αυτά

Αμέριμνο χρυσόψαρο
Στην επιφάνεια μιας μαύρης, σκοτεινής λιμνούλας

*

ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Όλα είναι ήσυχα
Είναι κάμποσες μέρες τώρα
Που όλα είναι ήσυχα

Ίσως τελικά υπάρχει μια ευτυχία εδώ
Κι ίσως με τον καιρό
Μάθουμε και πώς να την αντέχουμε

Για τώρα -και για όσο-
Το σπίτι μοιάζει να αιωρείται ανάλαφρο
Κι απ΄ το παράθυρο
Μπαίνει μια εκτυφλωτική, ολόλευκη μέρα

Εδώ είμαι
Και σε περιμένω
Σε τούτο το τρομακτικά
ήρεμο κέντρο
Στο μάτι του τυφώνα.

*Από τη συλλογή “Ο Λιθόπαις – The Lithopedion”, κδ. Νεφέλη, 2016.

Arturo Giovannitti, Sermon of the People / Κήρυγμα του Λαού

Από αριστερά Arturo Giovannitti και Joe Ettor

Blessed are the strong in the spirit of freedom
For theirs is the kingdom of the earth,
Blessed are those who mourn their martyred dead
Because they will avenge them from their murderers and they will be comforted,
Blessed are the rebels ,
For they will conquer the land,
Blessed are those who hunger and thirst for equality
For they will eat the fruit of their labour.
Blessed are the strong
For they will not taste the bitterness of mercy,
Blessed are the upright in heart
Because they will see the truth
Blessed are those who fight evil,
For they will be called sons of liberty,
Blessed are those who are persecuted for equality
For theirs is the glory of the brotherhood of men.
Blessed are you, when the press scorn you,
And the law doctors, politicians, police officers, judges and priests
They will call you criminals, thieves and murderers
And they speak all kinds of evil against you, lying, for righteousness’ sake.
Era’s came and went, kingdoms, powers and dynasties rose and fell,
Old glories and ancient wisdom were turned to dust,
Heroes and wise men have been forgotten and many powerful and fearful gods
They were thrown into the abyss of darkness and oblivion.
But you, pleb, population, people, rally, crowd, proletariat,
They will live and stay forever!

Μακάριοι οι δυνατοί στο πνεύμα της ελευθερίας
Γιατί δική τους είναι η βασιλεία της γης,
Μακάριοι όσοι θρηνούν τους μαρτυρικούς νεκρούς τους.
Γιατί θα τους εκδικηθούν από τους δολοφόνους τους και θα παρηγορηθούν,
Μακάριοι οι επαναστάτες ,
γιατί θα κατακτήσουν τη γη,
Μακάριοι είναι αυτοί που πεινούν και διψούν για ισότητα.
Γιατί θα φάνε τον καρπό των κόπων τους.
Μακάριοι οι δυνατοί
Γιατί δεν θα γευτούν την πίκρα του ελέους,
Μακάριοι είναι οι ευθείς στην καρδιά
γιατί θα δουν την αλήθεια
Μακάριοι αυτοί που πολεμούν το κακό,
γιατί θα ονομάζονται γιοι της ελευθερίας,
Μακάριοι είναι εκείνοι που διώκονται για την ισότητα.
Γιατί δική τους είναι η δόξα της αδελφότητας των ανθρώπων.
Μακάριοι είστε, όταν ο Τύπος σας περιφρονεί,
και οι νομικοί, οι πολιτικοί, οι αστυνομικοί, οι δικαστές και οι ιερείς…
Θα σας αποκαλούν εγκληματίες, κλέφτες και δολοφόνους.
Και θα λένε κάθε είδους κακό εναντίον σας, ψευδόμενοι, για χάρη της δικαιοσύνης.
Εποχές ήρθαν και έφυγαν, βασίλεια, εξουσίες και δυναστείες ανέβηκαν και έπεσαν,
Παλιές δόξες και αρχαία σοφία έγιναν σκόνη,
Ήρωες και σοφοί ξεχάστηκαν και πολλοί ισχυροί και φοβεροί θεοί
ρίχτηκαν στην άβυσσο του σκότους και της λήθης.
Αλλά εσύ, πλέμπα, πληθυσμέ, λαέ, συλλαλητήριο, πλήθος, προλεταριάτο,
Θα ζήσετε και θα μείνετε για πάντα!

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

*Ο Arturo Giovannitti (1884-1959) ήταν Ιταλοαμερικανός, σοσιαλιστής, εκδότης της εφημερίδας “Il Proletario” στις ΗΠΑ και ποιητής. Τον Ιανουάριο του 1912 θεωρήθηκε υποκινητής της μαζικής τότε απεργίας των εργατών κλωστοϋφαντουργίας στο Lawrence της Μασαχουσέτης και μαζί με τον αγωνιστή της IWW, Joe Ettor, φυλακίστηκαν. Έγιναν μεγάλες συγκεντρώσεις στις ΗΠΑ και αλλού για την απελευθέρωσή τους.

Ιουλία Τολιά, Τρία ποιήματα

Θα ήταν ωραία τα απογεύματα στη συνοικία…
Το νωχελικό βήμα των γυναικών στην παραλία
θα διατηρούσε όλη του τη αισθαντικότητα,
και από τους κήπους
θα ανεδύετο μεθυστικό το άρωμα της βιολέτας.
Θα ήταν γαλήνια τα απογεύματα στη συνοικία,
αν δεν εισέβαλλε εντός τους
εκείνο το αλαφιασμένο πρόσωπο
με τα μάτια παγιδευμένα
στη θέα του τρομακτικού…

*

Μου λείπει
ο μικρός κλέφτης των οπωρώνων.
Η πρωινή μαρμαρυγή
στα δίχτυα των ψαράδων.
Ο άλλος ήχος,
της παλαιάς βροχής.
Μου λείπουν οι τονισμένες αισθήσεις.
Υπότονες τώρα,
εξαντλημένες,
από την ένταση αλλοτινών αισθημάτων.

*

Στον κήπο μου
καταμεσής του θέρους
ένα κυκλάμινο ανθίζει.
Παράλογα ανθίζει.
Με μεταφέρει
στην εποχή που φθίνουν οι οπώρες,
στους φθόγγους της βροχής.

*Από τη συλλογή “Στου παρελθόντος την αντήχηση”, εκδ. Στοχαστής, 2018.

Ανθή Δρίλλια, Πολιτικές ταυτοτήτων

Αδιατάρακτη ενότητα βασίλευε
στη σαβάνα της αγκαλιάς σου.

Κι όταν άρχισα να σκαρφαλώνω σαν μωρό πάνω σου,
μεταμορφωνόμουν.
Κι όταν μπλεκόταν η ουρά μου ανάμεσα στα σκέλια σου
άλλαζες χρώματα κι εσύ.

Μόνο που εσύ, εσύ, εσύ
εφάρμοζες πολιτικές ταυτοτήτων.
Κάθε μέλος του σώματός σου
και μια ζώνη ενεργοποίησης.
Καθώς πατούσα επάνω σου, γινόμουν
πότε φούξια, πότε μπλε, που και που άσπρη.

Εσύ έπαιρνες απ’ τα σχέδιά μου.
Πότε με βούλες, άλλοτε με ρίγες
και άλλοτε με μακριούς λαιμούς
σαν τις καμηλοπαρδάλεις.
Γινόσουν και συ μια τέτοια.

Γινόμουν και γω ροζ.
Συγχώ -νευση
-ρεση

Τώρα κάθε πρωί, σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι
η ουρά μου μπλέκεται στα σκέλια μου,
και βλέπω δίπλα στο κομοδίνο, ένα
κουτί με κ ό κ α λ α.

Πρέπει να τα βγάλω έξω, πριν σαπίσουν.

*Από τη συλλογή “Ankou”, Εκδ. Aμείλιχος, 2020.

Βάλια Γκέντσου, Τρία ποιήματα

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΞΕΡΩ ΠΟΛΛΑ

ζωή μεγάλη ζωή μικρή
πώς μου κρατάς το χέρι

Χτες βράδυ είδα στ’ όνειρο τη μάνα
με το λαδί παλτό κουμπωμένο στον λαιμό
με σκέπασε ώς απάνω μην κρυώσω
και μου ζήτησε ευγενικά
να κλείσω καλά τις μπαλκονόπορτες
γιατί έρχεται χειμώνας

Το πατρικό σπίτι γιορτινό φωτισμένο
από κάτω σκιές ζωντανών νεκρών
ρίχνουν κλεφτές ματιές
σιωπή στοιβαγμένη

Μόνη σου να ξυπνήσεις δεν μπορείς
ωραία κοιμωμένη

*

ΤΟΠΙΟ ΜΕ ΚΑΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Μαραμένα φύλλα ταπετσαρίας
η μάνα με τον «Αστέρα» καθισμένη στο σκαμνάκι
οσμές από βιβλία εικονογραφημένα

∆οξασμένη εποχή των μονοκοτυλήδονων

*

ΜΕΣΗ ΠΟΥ ΓΕΡΝΕΙ

Απτή η αίσθηση του χρόνου
οι φούγκες στα πλήκτρα

ο άγιος Χριστόφορος
με κουβαλά στους ώμους
τα νερά σφίγγουν στο πέρασμα

ο πατέρας ταξιδεύει
τα καλοκαίρια

*Από τη συλλογή “Παραμύθια ανάποδα”, εκδ. Θεμέλιο, 2020.

Αγνή Β. Μπαγκέρη, Δύο ποιήματα

ΠΤΩΣΗ

Μες στο δώμα
ένα με το δώμα
μα για δυο στιγμές
τα κλαδιά του πλάτανου
σκίζουν τη σάρκα σου απαλά
το παράθυρο παύει να ’ναι
παρά διαδρομές ματιών που εθελοτυφλούν
σε κοιτάζω
εγώ,
το μαύρο φύλλο
τ’ ορφανό φύλλο
το ανέραστο
ενώνω τους βραχίονες του κορμιού σου
προσεγγίζω τους βλαστούς
μονάχα για να φτάσω στα κλαδιά σου
μονάχα για να πέσω ξανά.

*

ΠΟΙΗΜΑ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ

Κλοτσάω τα παπούτσια μου
πόσο στενά και άκαμπτα ήταν πάντα
με προσποιητή ευλάβεια με γονάτιζαν
κάθε λίγο να τα γυαλίζω
–τα κλοτσάω.
Ξυπόλητη τώρα
οδήγησέ με όπου θέλεις
φτιάχνουμε μονοπάτι
πατώντας
οδήγησέ με μακριά από ’δώ
κοντά σε εμένα
σε αυτό που είμαι
που θα γίνω
πατώντας ανοίγουμε δρόμο
σε σχήμα κύκλου περιφερόμαστε
όλο μακραίνοντας
όλο φτάνοντας
στη θλιβερή πραγμάτωση.

*Από τη συλλογή “Το άγγιγμα της Λίλιθ”, ΑΩ Εκδόσεις, 2022.

Εύα Σπαθάρα, Δύο ποιήματα

ΣΕΙΡΑ ΜΟΥ ΤΩΡΑ ΑΡΑΒΑ ΠΟΙΗΤΗ ΜΠΑΧΑ ΣΑΛΑ ΖΑΧΝ

Σε 39 χρόνια από σήμερα θα γίνω 40
Τώρα δεν μιλώ
Βγάζω τα πρώτα μου δόντια

Η μάνα μου θα ζοριστεί
Δεν θα το περιμένει
να σκίζω τη μήτρα της
και την καρδιά της

Θα μεγαλώσω
Άσκοπα
ίσως γράψω
Και πάλι δεν θα μιλώ

Θα με εντάξουν στους άλαλους

*

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΝ ΤΡΑΠΕΖΙΤΗ ΜΠΑΝΚ

Ας μη μιλήσουμε ξανά για δοντιαχολησυκωτιακαρδιές
Μας τα ’παν άλλοι αυτάΚαι τίναξαν τα μυαλά τους στον αέρα

[Ήταν τα καλύτερα μυαλά της γενιάς τους
Εγώ δεν τα είδα]
Εμείς ας πούμε για τους φρονιμίτες
Στο τσακίρ κέφιας γράψουμε και για κανένα τραπεζίτη
ή για το θάνατό του

Ας επιμείνουμε σε αυτή την εκδοχή
Αυτό μάλιστα

Είναι ιστορία


*Από τη συλλογή “ντάλιτ”, εκδ. Θράκα, Ιούνιος 2017.

Μιχάλης Κατράκης, Το δέντρο

Έλα.
Κόψε και φάε
Είναι γλυκός ο καρπός, όλο ζουμί
-όχι, δεν ξέρω τίνος είν’ το δέντρο-
φώναξε και τον διπλανό
να κόψει από το κλαδί, όποιο κλαδί να ‘ναι,
το ίδιο γλυκό θα ‘ναι το φρούτο
να χορτάσει κι αυτός
-ποιανού είναι δεν γνωρίζω-
να απλώσει χέρι
κι αν δεν φτάνει ας τεντωθεί
κι αν πάλι δεν φτάνει ας απλώσει πιο πολύ το χέρι
μέχρι να του κοπούν οι τένοντες και να σκιστεί η σάρκα.
Κι αν πάλι του μείνει μόνο η παραμόρφωση
ας πάρει του γειτόνου το σκαμνί να πατήσει, τότε θα φτάσει.
Κι αν δεν αρκεί αυτό, ας πατήσει πάνω στις πλάτες άλλου.
Κι αν δεν τα καταφέρει,
του δίνουμε μια και το κόβουμε
το φέρνουμε στο ίδιο μπόι
χαμηλώνουν στο ύψος του τα κλαδιά
ή και χαμηλότερα, στο χώμα πάνω.
Ό,τι ακουμπά στη λάσπη το φτάνει ο καθένας για να πάρει.
Να πάρει.
Κι άμα ξεραθεί ο κορμός
τον παίρνουμε κι αυτόν.
Κάνει ωραία ζέστη
για τα τομάρια μας η θράκα.
Φάε. Πες και του διπλανού
-δεν ξέρω τίνος είναι, στο ξανάπα-.

*Από τη συλλογή “Σε μία OLYMPIA TRAVELLER ‘79 (όχι) ποιήματα”, 2018.